Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

8 Νοεμβρίου 1901: Βίαιες συμπλοκές ξεσπούν στο κέντρο της Αθήνας, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη (Ευαγγελικά).


Ως «Ευαγγελικά», ή Ευαγγελιακά, έχουν καταγραφεί τα αιματηρά επεισόδια που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου του 1901 με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων, (στη πραγματικότητα μεταγλωττισμένων) ή αλλιώς, "παραφρασμένων" , κατά την τρέχουσα τότε άποψη, στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη στις 9 Σεπτεμβρίου 1901.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, άρχισε να κάνει τη δειλή εμφάνιση της η μεσοαστική τάξη στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπως συνέβαινε και στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Παράλληλα, ένα ανερμάτιστο συνδικαλιστικό κίνημα άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά. Επιπλέον, η νωπή ακόμη η ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπως την αντιλαμβάνονταν οι και μετέπειτα αθεράπευτοι θιασώτες της Εθνικής Εταιρίας, οδήγησε στην αναθέρμανση του άκρατου εθνικισμού.

Εκείνη την εποχή, ένας λόγιος βαμβακέμπορος του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «αποδίδει εις την γνησίαν γλώσσαν του ελληνικού Λαού» το Ευαγγέλιο, τις τέσσερις αφηγήσεις των Ευαγγελιστών της Αγίας Γραφής που τις προσονόμασε Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο. Το έργο αυτό εκτυπώθηκε σε «εργαστήριον εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου» το 1901 με έξοδα της βασίλισσας Όλγας. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό μεταξύ των Ελλήνων της Διασποράς. Ήδη, βέβαια, η πρώτη μεταφραστική απόπειρα εκείνης της εποχής είχε γίνει το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε σχετική εντολή στη γραμματέα της Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου, πράγμα που είχε προκαλέσει την οργή των αρχαϊστών.

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς "εις την καθωμιλημένην ελληνικήν γλώσσαν η ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία απηγόρευσε πάσαν μετάφρασιν ή παράφρασιν του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου της Κ. Διαθήκης και αυτού του ελληνικού κειμένου της Π. Διαθήκης" κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.

Όταν έφτασε και στην Αθήνα αυτή η απόδοση των Ευαγγελίων πέρασε εντελώς απαρατήρητη. Τα πράγματα όμως πήραν άλλη τροπή όταν η εφημερίδα Ακρόπολις αποφάσισε τον Οκτώβριο του 1901 να το δημοσιεύει σε συνέχειες, υπό τον τίτλο «Το έργον της Βασιλίσσης η Ακρόπολις το συνεχίζει». Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον έργον είναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει απολύτως αντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα.

Παραδόξως εκείνοι που αντέδρασαν σε αυτό το έργο ήταν οι φοιτητές «του Αθήνησιν», αλλά και καθηγητές. Μπορεί να γίνει όμως κατανοητή η αντίδραση αυτή έχοντας κατά νου την επικράτηση εκείνη την εποχή του άκρατου εθνικισμού, πράγμα που για το κατεστημένο σήμαινε ότι η βάση και η ουσία του ελληνικού έθνους ήταν η αρχαιολατρία. Έκφραση αυτής της κατάστασης αποτελούσε η αρχαΐζουσα «καθαρεύουσα» γλώσσα. Η απόκλιση από τη χρήση της θεωρούνταν εθνικό έγκλημα και όποιος την υπονόμευε προδότης, ανεξάρτητα από το αξίωμα, την κοινωνική ή πολιτική θέση που μπορεί να κατείχε. Στα πρωτοσέλιδα διαφόρων εφημερίδων οι δημοτικιστές παρουσιάζονταν ως άθεοι, προδότες και Σλάβοι, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας.

Με την παρακίνηση καθηγητών τους, όπως οι «γλωσσαμύντορες» αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί Κόντος, Βάσης και Μιστριώτης, οι φοιτητές άρχισαν να δραστηριοποιούνται. Η εφημερίδα της εποχής Το Άστυ ανέφερε σχετικά με τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής το μεσημέρι της 2ας Νοεμβρίου ότι «είχον συναθροισθή εις το αμφιθέατρον του Πανεπιστημίου». Και συνέχιζε: «Μετά μικράν συζήτησιν επί του ζητήματος της μεταφράσεως του Ευαγγελίου απεφάσισαν όπως μεταβώσιν εις την δημοσιεύσασαν αυτήν εφημερίδα εν σώματι και ζητήσουν την διακοπήν της δημοσιεύσεως. Αλλά μετά νεωτέραν σύσκεψιν εθεώρησαν καλόν να ενωθώσι και μετά φοιτητών των λοιπών σχολών και όλοι ομού να προβούν εις διαμαρτυρίαν προ των γραφείων των εφημερίδων όσαι έγραψαν υπέρ της μεταφράσεως του Ευαγγελίου».

Τα πράγματα δεν έμειναν όμως στα πλαίσια εκείνων που συζητήθηκαν και οι φοιτητές δεν περιορίστηκαν στο αίτημά τους. Περίπου 500 φοιτητές εισέβαλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, απείλησαν όσους βρήκαν εκεί ότι «θα την πυρπολήσουν  και διά βροντωδών φωνών άλλοι από τα παράθυρα άλλοι από τους εξώστας των γραφείων και οι λοιποί από κάτω» έβριζαν τον Γαβριηλίδη, ο οποίος απουσίαζε. Έφτασε εγκαίρως εκεί, όμως, ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος ο οποίος, εντελώς αυθαίρετα, «τους διεβεβαίωσεν ότι δεν θα επαναληφθή η δημοσίευσις της περί ης ο λόγος μεταφράσεως. Αφού δε επανειλημμένως εζητωκραύγασαν υπέρ αυτού οι φοιτηταί απεσύρθησαν εκείθεν».

Αλλά αυτή η δήλωση του αρχηγού της Αστυνομίας δεν σήμαινε ότι η Ακρόπολις θα διέκοπτε τη δημοσίευση της Νέας Διαθήκης. Συνέχισε τη δημοσίευση αλλά αυτό «ηρέθισε την πάλλουσαν εθνικού σθένους Νεολαίαν». Στις 20 Οκτωβρίου διακόπηκε η δημοσίευση της σειράς από την εφημερίδα. Στις 3 και 4 Νοεμβρίου το κέντρο της Αθήνας «επάλλετο» καθώς οι εκατοντάδες διαδηλωτές δεν απειλούσαν πλέον μόνο την εφημερίδα, αλλά έκαναν «έκκλησιν» στον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' να επέμβει στην κατάσταση και να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη, ενώ ταυτόχρονα ζητούσαν την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου «ίνα επιμεληθή της αποπομπής του Αρχιεπισκόπου».

Οι εφημερίδες της εποχής Εμπρός, Σκριπ και Καιροί κατέκριναν την Ακρόπολη και συστρατεύθηκαν με τους φοιτητές, μιλώντας για υποτιθέμενους «κινδύνους» τους οποίους αντιμετώπιζε το έθνος εξαιτίας της παράφρασης του Ευαγγελίου. Έτσι, στο δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν όχι μόνο φοιτητές αλλά και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές, χωρικοί με εικόνες και εξαπτέρυγα, έτοιμοι να λιντσάρουν τους εχθρούς της «γλώσσας των προγόνων» μας.

Έτσι το ζήτημα αρχίζει να παίρνει άλλη τροπή. Δεν ήταν πλέον γλωσσικό ή έστω θρησκευτικό θέμα αλλά είχε αναδειχθεί σε πολιτικό θέμα «εθνικών διατάσεων». Υποδαυλίζονταν τα πνεύματα με απόψεις όπως ότι η «μετάφραση» του Ευαγγελίου ήταν έργο των «εχθρών της πατρίδος» και ότι η αιτία ήταν ο «σλαβικός κίνδυνος». Έτσι, δεν άργησαν τα πράγματα να εξελιχθούν σε τραγωδία.

Όταν κάποιοι «εν εθνική μέθη τελούντες» επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής και να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, και άλλοι θέλησαν να καταλάβουν το κτίριο της Αρχιεπισκοπής «διά να φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο, η Χωροφυλακή —καθώς δεν υπήρχε Αστυνομία τότε— «εδοκίμασε επί κεφαλών (των διαδηλωτών) άμετρον βίαν». Τα επεισόδια έλαβαν μεγάλες διαστάσεις.

Στις 7 Νοεμβρίου μια ογκώδης και οχλοκρατική συγκέντρωση στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, την οποία συγκάλεσαν αυτόκλητοι «γλωσσαμύντορες» και πολιτικάντηδες της ομάδας Δηλιγιάννη, κατέληξε σε φονικό. Οι χωροφύλακες, χάνοντας τον έλεγχο της κατάστασης, πυροβόλησαν στο πλήθος όταν κάποιοι, παρακινούμενοι από το υβρεολόγιο εναντίον του Αρχιεπισκόπου, άρχισαν να κινούνται προς την Αρχιεπισκοπή.

Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν οκτώ έως έντεκα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, νεκροί. Επίσης, υπήρξαν 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα.

Υπήρξαν όμως και άλλα θύματα. H εφημερίδα Ακρόπολις διέκοψε τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και στο φύλλο της 7ης Νοεμβρίου ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές δηλώνοντας ότι η εφημερίδα παραμένει «πολέμιος αμείλικτος παντός φρονούντως αντεθνικώς και ατίμως ότι το Ευαγγέλιον πρέπει να αναγιγνώσκεται εν ταις εκκλησίαις εις άλλην τινά γλώσσαν πλην εκείνης εις την οποίαν εγράφη υπό των Θεοπνεύστων ανδρών».

Ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη. Τα «Ευαγγελικά» όμως οδήγησαν και σε κλιμάκωση της έντασης των όχι ιδιαίτερα θερμών σχέσεων της βασίλισσας Όλγας με τη σύζυγο του γιου της, διαδόχου Κωνσταντίνου, τη Σοφία. H εθνική και δογματική διαφορά που τις χώριζε τροφοδότησε ακόμη έναν εθνικό διχασμό, καθώς η Όλγα, Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα, θεωρούνταν εκφραστής των ρωσικών, δηλαδή «σλαβικών», συμφερόντων στην Ελλάδα και η Σοφία, πρώην πριγκίπισσα της Πρωσίας, των γερμανικών.

Ανάλογες αντιδράσεις είχε προκαλέσει λίγο αργότερα η μετάφραση της Ορέστειας του Αισχύλου από τον Γεώργιο Σωτηριάδη, ενός «ευρυμαθούς ελληνιστού και διαπρεπούς αρχαιολόγου». Τον Νοέμβριο του 1903, φοιτητές, υποκινημένοι και αυτή τη φορά από τον καθηγητή τους Γ. Μιστριώτη, διαδήλωσαν απαιτώντας να μη γίνει η παράσταση. Οι διαδηλώσεις κατέληξαν σε αιματηρά επεισόδια με έναν, ή κατά άλλες πηγές δύο, νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Τα θλιβερά αυτά επεισόδια έμειναν στην Ιστορία ως «Ορεστειακά».

Μια ακόμη συνέπεια των Ευαγγελικών ήταν η προσθήκη από την αναθεωρητική βουλή του 1911 στο Σύνταγμα (άρθρο 2, παράγραφος 2) της εξής φράσης: «Το κείμενον των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον· η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις τούτου άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο τελευταίο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «επίσημος» («η εις άλλον γλωσσικόν τύπον επίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της "επίσημης" μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.

7 Νοεμβρίου 2010: "μας αφήνει" η Σμάρω Στεφανίδου στα 97 της.

Σμάρω Στεφανίδου

Η Σμάρω Στεφανίδου ήταν Ελληνίδα ηθοποιός. Γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1913 στην Αθήνα και πέθανε στις 7 Νοεμβρίου του 2010. Ήταν Μικρασιάτισσα από τους γονείς και τους παππούδες της.

Τελείωσε την Εμπορική Σχολή στην Αθήνα, έμαθε ξένες γλώσσες και πιάνο. Από πολύ μικρή έπαιζε θέατρο και έκανε παραστάσεις στα παιδιά. Κρυφά από τους γονείς της εργαζόταν και χρηματοδοτούσε τις σπουδές της στη δραματική σχολή στο Εθνικό Θέατρο, καθώς οι γονείς της ήταν αρνητικοί στο να γίνει ηθοποιός.

Μετά την αποφοίτησή της από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, το 1937, την πήρε στο θίασό της η Κοτοπούλη και από το 1952 ήταν βασική καρατερίστα στο θίασο του Λογοθετίδη, δίπλα στον οποίο έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1960.

Σταθμός της καριέρας της ήταν η Εκάβη στο έργο «Τρωάδες» του Ευριπίδη στο Θέατρο της οδού Καπλανών και στους Δελφούς, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη. Στην Ακαδημία Τσαρούχη, όπως τη λέει η ίδια, έμαθε πολλά και σοφά πράγματα.

Στον κινηματογράφο έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1951, με την ταινία του Γ. Ζερβού Τα τέσσερα σκαλοπάτια. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές ταινίες, μεταξύ των οποίων διασκευές θεατρικών έργων στα οποία είχε εμφανιστεί. Ενεργή είναι επίσης η παρουσία της στο ραδιόφωνο με σειρές, θεατρικά έργα και αναγνώσεις μυθιστορημάτων

Παντρεύτηκε τον τραγουδιστή Βάσο Σεϊτανίδη (1913-1965) από τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Λήδα-Ειρήνη (γνωστή ως Λήδα Shantala).

Η Σμάρω Στεφανίδου μαζί με την κόρη της, το φθινόπωρο του 2003 αποπεράτωσαν το “Shantom”, Πολυχώρο Πολιτισμού και Τεχνών Σμάρω Στεφανίδου-Λήδα Shantala, στο Χαλάνδρι, που στεγάζει μαθήματα, σεμινάρια (χορού, γιόγκα, πολεμικών τεχνών, θεάτρου, εναλλακτικών θεραπειών κ.ά), και παραστάσεις, αλλά και όλων των ειδών πολυ-πολιτισμικές εκδηλώσεις: ένας πόλος επιμόρφωσης, ψυχαγωγίας, συνάντησης και επικοινωνίας, μέσα σε ένα πλαίσιο που σέβεται τον άνθρωπο και στοχεύει στην ανάπτυξη του δυναμικού του.

7 Νοεμβρίου 1926: Διεξάγονται στην Ελλάδα βουλευτικές εκλογές με το αναλογικό εκλογικό σύστημα, στις οποίες θριαμβεύουν οι Βενιζελικοί, με 143 έδρες έναντι 127 για τους Αντιβενιζελικούς.


Προκηρύχθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης από τον Γεώργιο Κονδύλη, αλλά τελικά έγιναν στις 7 Νοεμβρίου του 1926.

Έγιναν για πρώτη φορά με αναλογικό εκλογικό σύστημα και ψηφοδέλτιο αντί του σφαιριδίου που χρησιμοποιούταν μέχρι τότε.

Συνολικά ψήφισαν 962,304 ἀτομα απο τους 1.567.378 εγγεγραμμένους.
Τα κυριότερα κόμματα που κατέβηκαν στις συγκεκριμένες εκλογές ήταν τα «Ένωσις Φιλελευθέρων» (31,63% και 102 έδρες) , «Λαϊκόν Κόμμα» (20,27% και 60 έδρες), «Κόμμα Ελευθεροφρόνων» (15,76% και 54 έδρες), «Δημοκρατική Ένωσις» (6,48% και 17 έδρες), «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών» (4,38% και 10 έδρες) και «Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας» (2,95% και 10 έδρες). Δεν συμετείχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος ο οποίος βρισκόταν στο Παρίσι.

Αυτοδυναμία δεν κέρδισε καμία παράταξη και έτσι τα 4 πρώτα κόμματα σχημάτησαν μια "κυβέρνηση συνεργασίας" υπό τον εξωκοινοβουλευτικό «πρωθυπουργό των δυσχερών και μεταβατικών καταστάσεων» Αλέξανδρο Ζαΐμη.



7 Νοεμβρίου 1867: γεννιέται η Μαρία Κιουρί, φυσικός και χημικός, που έμεινε γνωστή ως Μαντάμ Κιουρί.


Η Μαρία Σκουοντόφσκα-Κιουρί ( 7 Νοεμβρίου, 1867 – 4 Ιουλίου 1934) ήταν Γαλλίδα φυσικός και χημικός πολωνικής καταγωγής. Σε συνεργασία με τον σύζυγό της, Πιερ Κιουρί, ανακάλυψε το ράδιο και μελέτησε τα φαινόμενα της ραδιενέργειας. Έγινε η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε έδρα στη Σορβόνη, ενώ τιμήθηκε δυο φορές με το βραβείο Νόμπελ Φυσικής (1903) και Χημείας (1911). Ήταν γνωστή επίσης ως Μαντάμ Κιουρί.

Η Μαρία Κιουρί έγινε γνωστή για την ανακάλυψη του ραδίου και τις μελέτες για τη ραδιενέργεια. Από το 1891 η Μαρία μελετούσε τις εργασίες του Μπεκερέλ με κύριο θέμα τις ακτινοβολίες που εξέπεμπαν τα άλατα του ουρανίου με αποτέλεσμα, ύστερα από παρότρυνση του ίδιου του Μπεκερέλ, να διαλέξει για θέμα της διατριβής της αυτά τα φαινόμενα. Για την πρόοδο των ερευνών της το πανεπιστήμιο της Σορβόνης της παραχώρησε μια υπόγεια αποθήκη με στοιχειώδη εξοπλισμό. Παρ' όλες τις κακές συνθήκες που επικρατούσαν στο εργαστήριο, η Μαρία Κιουρί απέδειξε ότι η εκπομπή των ακτίνων ήταν μια ιδιότητα των ατόμων του ουρανίου και ότι η ένταση της ακτινοβολίας που παραγόταν από το ουράνιο ήταν ανάλογη της ποσότητας. Επίσης διαπίστωσε ότι η εκπομπή των ακτίνων δεν επηρεαζόταν από τις εξωτερικές μεταβολές, καθώς και ότι, εκτός από το ουράνιο, κάποιες ενώσεις του στοιχείου του θορίου εξέπεμπαν επίσης ακτινοβολία. Ύστερα από αυτές τις πρώτες ανακαλύψεις, η Μαρία Κιουρί πρότεινε την αλλαγή του ονόματος από «ακτίνες ουρανίου» σε «ραδιενέργεια», η οποία περιγράφει γενικά την ιδιότητα της εκπομπής ακτινοβολιών. Η πιο σημαντική όμως παρατήρηση ήταν ότι μερικά ορυκτά ουρανίου παρουσίαζαν πολύ πιο ισχυρή ραδιενέργεια από το ουράνιο. Η συγκεκριμένη παρατήρηση συνάρπασε τον Πιέρ Κιουρί, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τις έρευνές του στους κρυστάλλους για να βοηθήσει τη Μαρία στο δύσκολο έργο της.

Στις 18 Ιουλίου του 1898 οι Κιουρί ανακοινώνουν στην επιστημονική κοινότητα την ανακάλυψη ενός νέου στοιχείου, του πολωνίου, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της πατρίδας της Μαρίας Κιουρί. Στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους αναγγέλλεται από το ζεύγος Κιουρί η ανακάλυψη του ραδίου. Τα συγκεκριμένα στοιχεία είχαν ανιχνευθεί με τη βοήθεια της ραδιενέργειας. Προσπάθησαν να απομονώσουν τα δύο νέα στοιχεία. Για τέσσερα χρόνια εξέταζαν τύπους ορυκτών που προμηθεύονταν από ορυχείο της Βοημίας. Τον διαχωρισμό του ραδίου τον πέτυχαν με κλασματική κρυστάλλωση, εκμεταλλευόμενοι τη μικρότερη διαλυτότητα του χλωριούχου ραδίου σε σχέση με το χλωριούχο βάριο. Τελικά το 1902 κατάφεραν και απομόνωσαν 1/10 του γραμμαρίου καθαρό ράδιο και 1/20 καθαρό πολώνιο. Επιπλέον προσδιόρισαν τα ατομικά τους βάρη. Έτσι, ύστερα από μερικές έρευνες των επιστημόνων, τα δύο νέα στοιχεία αναγνωρίστηκαν επισήμως από την επιστημονική κοινότητα.

Εντύπωση προκαλεί ότι δεν κατοχύρωσαν τις μεθόδους τους για την απομόνωση των στοιχείων, επειδή δεν συμβάδιζε με το επιστημονικό πνεύμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Κιουρί ανακάλυψαν ότι η ακτινοβολία του ραδίου κατέστρεφε τους καρκινικούς όγκους (Ραδιοθεραπεία). Η μέθοδος της ραδιοθεραπείας τελειοποιήθηκε το 1906 από τη Μαρία Κιουρί, όταν υπολόγισε τις σωστές δόσεις για θεραπεία με ράδιο. Το 1910 δημοσίευσε το θεμελιώδες έργο της «Μελέτη επί της ραδιενέργειας», ενώ τον επόμενο χρόνο κατάφερε να απομονώσει το μεταλλικό ράδιο. Μετά τον θάνατό της εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Ραδίου στο Παρίσι ένα έργο της με τίτλο: «Ραδιενέργεια, συγγραφέν υπό της Μαρίας Κιουρί, καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, κατόχου βραβείων Νόμπελ Φυσικής και Χημείας».

7 Νοεμβρίου 1633: Ο Κορνέλιους Ντρέμπελ, Ολλανδός φυσικός και χημικός, εφευρέτης του πρώτου υποβρυχίου, πεθαίνει στα 61 του.


Κορνέλιους Ντρέμπελ
Ο Κορνέλιους Ντρέμπελ (Cornelius Jacobszoon Drebbel) - (1572- 7 Νοεμβρίου 1633) ήταν Ολλανδός φυσικός και χημικός, εφευρέτης, το 1620, του πρώτου υποβρυχίου. Εργάστηκε ως χαράκτης στην Ολλανδία και το 1604 πήγε στην Αγγλία με την ιδιότητα του επιστήμονα. Κατασκεύασε τα σκάφη του ενώ εργαζόταν για λογαριασμό του Πολεμικού Ναυτικού της Βρετανίας.

Τα υποβρύχιά του δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, αλλά μόνο δοκιμάστηκαν την περίοδο 1620-24. Κατασκεύασε τρία σκάφη, τα οποία στην ουσία ήταν μικρά πλοία σκεπασμένα αεροστεγώς με αδιάβροχο δέρμα και προωθούνταν με κουπιά που χειρίζονταν οι περίπου είκοσι άντρες του πληρώματος. Ο αέρας για το πλήρωμα εξασφαλιζόταν με ένα σωλήνα, το άκρο του οποίου επέπλεε στην επιφάνεια, αν και λέγεται ότι ο Ντρέμπελ είχε παρασκευάσει και μια χημική ένωση που καθάριζε τον αέρα και επέτρεπε στο πλοίο να μένει κάτω απ' το νερό πιο πολλή ώρα. Τα υποβρύχια δοκιμάστηκαν στη Μάγχη και τον Τάμεση και κατάφεραν να μείνουν σε βάθος τεσσάρων - πέντε μέτρων για περίπου τρεις ώρες, ποτέ όμως δεν χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά.

Άλλες εφευρέσεις του Ντρέμπελ ήταν ένα αστρονομικό ρολόι που κουρδιζόταν με τις αλλαγές στην ατμοσφαιρική πίεση, το πρώτο μικροσκόπιο με δυο φακούς, μια ψυκτική μηχανή, ένα εκκολαπτήριο και ο θερμοστάτης υδραργύρου.

7 Νοεμβρίου 1929: ανοίγει τις πύλες του Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.


Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (Museum of Modern Art ή MoMA) είναι ένα μουσείο μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης που βρίσκεται στην περιοχή του Μανχάταν. Θεωρείται πως κατέχει σήμερα μία από τις σημαντικότερες συλλογές έργων μοντέρνας τέχνης στον κόσμο με έργα των σπουδαιότερων σύγχρονων καλλιτεχνών όπως του Πάμπλο Πικάσσο, του Ανρί Ματίς, του Βίνσεντ βαν Γκογκ, του Σεζάν, του Νταλί ή του Τζάκσον Πόλοκ.

Για πρώτη φορά λειτούργησε για το κοινό στις 7 Νοεμβρίου του 1929 ενώ τότε στεγαζόταν στο κτίριο Heckscher καταλαμβάνοντας συνολικά έξι αίθουσες. Δέκα χρόνια αργότερα, οι αρχιτέκτονες Philip L. Goodwin και Edward Durell Stone σχεδίασαν ένα κτίριο ειδικά για τις ανάγκες του μουσείου που αποτέλεσε και την πρώτη μόνιμη εστία του. Το 2002 ο αρχιτέκτονας Yoshio Taniguchi σχεδίασε το νεότερο κτίριο που στεγάζει σήμερα το μουσείο και το οποίο εγκαινιάστηκε στις 20 Νοεμβρίου του 2004. Στη σημερινή του μορφή, το μουσείο αποτελείται από έξι ορόφους και καταλαμβάνει συνολικά 58 000 m².



Η συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει τους τομείς:
Αρχιτεκτονική, Βιομηχανικός σχεδιασμός, Γραφικές Τέχνες
Σχέδια ζωγραφικής
Ταινίες και οπτικοακουστικό υλικό
Ζωγραφική και Γλυπτική
Φωτογραφία
Εκτυπώσεις και εικονογραφημένα χειρόγραφα
 http://www.moma.org/

7 Νοεμβρίου 1920: ο Μπενίτο Μουσολίνι ιδρύει το Εθνικιστικό Φασιστικό Κόμμα του και κηρύσσει τον εαυτό του Δούκα ή ηγέτη του.

Ο φανφαρόνος Μουσολίνι ρητορεύει..

Κατά το μεσοπόλεμο η βαθύτατη οικονομική και κοινωνική κρίση των ευρωπαϊκών χωρών έφερε τη γέννηση ενός νέου πολιτικού φαινομένου, το φασισμό.

Ονομάστηκε έτσι στην Ιταλία από το "Εθνικό Φασιστικό κόμμα" του Μπενίτο Μουσολίνι (fascio = δέσμη, σύμβολο των συγκλητικών στην αρχαία Ρώμη).

Οι πρώτες φασιστικές οργανώσεις στην Ιταλία εμφανίστηκαν το 1919 και το 1921 δημιούργησαν το φασιστικό κόμμα.

Ο Μουσολίνι, διευθυντής παλιότερα της σοσιαλιστικής εφημερίδας "avanti", κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο μετατρέπεται σε άκρο εθνικιστή. Στρέφεται κατά του σοσιαλισμού, αλλά και του καπιταλισμού.

Εκμεταλλευόμενος την οικονομική και κοινωνική κρίση της Ιταλίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και κατακρίνοντας την ανικανότητα των φιλελεύθερων κυβερνήσεων της Ιταλίας επιζητούσε ένα δυναμικό καθεστώς που θα αναστήλωνε το κράτος και θα του προσέδιδε μεγαλείο. Με αυτές τις αρχές ιδρύει τον πρώτο "Ιταλικό δεσμό πάλης", με μέλη ετερόκλητα στοιχεία. Το 1920 αναδιοργανώνεται το φασιστικό κίνημα και στρέφεται κατά των εργατικών σωματείων και των απεργιών, κατά των σοσιαλιστών, κομμουνιστών και κομμάτων της αριστεράς.

Το φασιστικό κόμμα ενισχύεται από μεγαλογαιοκτήμονες και μεγαλοβιομήχανους, συγκαλυμμένα από τους αρχηγούς του στρατού και της αστυνομίας, και ασκεί πολιτική τρομοκρατίας.

Το 1922 ο Μπενίτο με μερικές χιλιάδες οπαδούς του κάνουν τη λεγόμενη "πορεία προς τη Ρώμη". Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ τον ορίζει πρωθυπουργό. (Στη φωτογραφία είναι με κοστούμι και γραβάτα)

Η φασιστική Ιταλία έχει γίνει μονοκομματικό, ολοκληρωτικό κράτος. Ο αρχηγός (ντούτσε) επιβάλλει τον έλεγχο της νεολαίας με υποχρεωτική ένταξη σε οργανώσεις, χρησιμοποιεί για προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος το ραδιόφωνο και τον τύπο, που λογοκρίνονται. Τα εργατικά συνδικάτα καταργούνται και αντικαθίστανται από μικτά συμβούλια εργαζομένων και εργοδοτών ελεγχόμενα από το μόνο νόμιμο κόμμα, το φασιστικό.

7 Νοεμβρίου 1991: Ο διάσημος καλαθοσφαιριστής Μάτζικ Τζόνσον ανακοινώνει ότι είναι φορέας του AIDS και αποχωρεί από την ενεργό δράση.



Ο σπουδαιότερος τότε παίκτης μπάσκετ, αυτός που έθεσε νέα δεδομένα στο μπάσκετ, ανακοίνωνε αυτό που είχε μάθει μια μέρα νωρίτερα. Είχε προσβληθεί από AIDS και είχε προλάβει να ενημερώσει όσους τον νοιάζονταν. «Τον Καρίμ, τον Κουπ, τον Τζέρι Μπας», όπως είπε. Το εντυπωσιακό ήταν η στάση του στη συνέντευξη Τύπου που έκανε στο Ίνγκλγουντ της Καλιφόρνια, το σπίτι των Λος Άντζελες Λέικερς. Έχοντας κερδίσει 5 πρωταθλήματα, 3 φορές το MVP του ΝΒΑ, ήταν ο πλέον αγαπητός, ουσιώδης, φαντεζί παίκτης, ένα απίστευτο μυαλό πάνω στο παρκέ που έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να αγαπήσουν το μπάσκετ.

Κι όμως, δεν έτρεμε, δεν έκλαιγε, δεν έδειχνε να φοβάται όταν ανέλυσε στον άναυδο κόσμο πως προσβλήθηκε από το θανατηφόρο ιό. «Προσβλήθηκα αλλά δεν είμαι άρρωστος. Θα συνεχίσω κανονικά τη ζωή μου, σαν ένας κανονικός άνθρωπος», είπε μπροστά στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα.

Τότε, είχε δίπλα του τον Ντέιβιντ Στερν, τον Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, τον Τζέρι Μπας, ενώ νωρίτερα, είχε τηλεφωνήσει στη Νέα Υόρκη και τον Πατ Ράιλι, τον προπονητή με τον οποίο κυριάρχησαν στο ΝΒΑ, δημιουργώντας την ομάδα του show time, αυτήν που αποκάλυψε σε όλο τον μπασκετικό πλανήτη την ομορφιά του αθλήματος. «Ακόμη και σε μένα, τον Μάτζικ Τζόνσον συνέβη», είπε 20 χρόνια πριν για να «ξυπνήσει» όλους τους αγνώμονες, ενώ αύριο, θα έχει και πάλι τον Ράιλι κοντά του στο Staples Center, καθώς θα ανακοινώσει τις πρωτοβουλίες που λαμβάνει για να ισχυροποιήσει το ινστιτούτο του που αντιπαλεύει το AIDS.

«Τότε νόμισα πως ήταν μια προαναγγελία θανάτου», θυμάται ο Ράιλι, νυν πρόεδρος των Μαϊάμι Χιτ. «Κάθισα πίσω στην καρέκλα μου και σκέφτηκα τα 10 χρόνια που είχαμε μαζί. Αισθάνθηκα τόσο λυπημένος, πραγματικά, επειδή όποιος τον γνώριζε όπως εγώ, αληθινά εννοώ, ήξερε ότι έκανε τα πάντα για να ζήσει τη ζωή του».

Αυτό, βέβαια, που κανείς δεν είχε καταφέρει να σκεφτεί τότε, ήταν πως ο Μάτζικ Τζόνσον θα είχε μαζί του τους καλύτερους γιατρούς, θα λάμβανε τα πιο εξελιγμένα κοκτέιλ φαρμάκων, και θα έφτανε σε σημείο μέχρι και να μην ανιχνευτεί ο ιός στο αίμα του. Προνόμια που εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι δεν είχαν για 30+ χρόνια. Ο Μάτζικ, όμως, έκανε και πάλι τη μαγεία του. Μετράει 20 χρόνια ως φορέας του AIDS και συνεχίζει...

7 Νοεμβρίου 1980: πεθαίνει ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός, Στιβ ΜακΚουίν.


Στιβ ΜακΚουίν

O "ξανθούλης" του παγκόσμιου και όχι μόνο του Αμερικάνικου κινηματογράφου γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου 1930 και παρότι έφυγε πολύ νωρίς απο την ζωή, στις 7 Νοεμβρίου 1980 (50 χρόνων), πρόλαβε να μας χαρίσει ταινίες σταθμό για την ιστορία της 7ης τέχνης. Συνήθως έπαιζε ρόλους κοντά στον χαρακτήρα του όπως και ο ίδιος είχε παραδεχθεί..

Πήρε όσκαρ ερμηνείας για το "βότσαλα στη λίμνη" (1966) και δεν άφησε ποτέ το πόδι απο το γκάζι. Υπήρξε άλλωστε φανατικός θαυμαστής της ταχύτητας και των μηχανοκίνητων σπορ με αξιοθαύμαστες επιδόσεις και εκεί.

Πέθανε σαν σήμερα σε ένα νοσοκομείο του Χουάρεζ του Μεξικό χτυπημένος απο τον καρκίνο στον πνεύμονα ακρίβως στα 50 τα χρόνια.


Φιλμογραφία:
Ήταν Δύο Φυγάδες (1972),
Μπούλιτ (1968),
Και οι Επτά Ήταν Υπέροχοι (1960),
Μεγάλη Απόδραση, Η (1963),
Βότσαλα της Αμμου, Τα (1966),
Σμήνος Αυτοκτονίας 402 (1962),
Πύργος της Κολάσεως, Ο (1974),
Πεταλούδας, Ο (1973),
Νεβάδα Σμιθ (1966),
Τομ Χορν (1980),
Ωραία της Καλκούτας, Η (1959),
Χαρτοπαίκτης, Ο (1965),
Υπόθεση Τόμας Κράουν (1968)

7 Νοεμβρίου 1994: αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας συντρίβεται σε παραλιακή περιοχή της Χίου, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του ο χειριστής του.


Ο Παναγυφτοπουλος Στυλιανός του Παναγιώτη, γεννήθηκε στη Νίκαια Αττικής το 1966.

Εισήλθε στη Σχολή Ικάρων το Σεπτέμβριο του 1984 και αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1988 με το βαθμό του ανθυποσμηναγού.

Σκοτώθηκε σε αεροπορικό ατύχημα, που συνέβη στη θαλάσσια περιοχή της νήσου Χίου, κατά τη διάρκεια διατεταγμένης πτήσεως με αεροσκάφος Mirage F-1CG, στις 7 Νοεμβρίου 1994. Υπηρετούσε στην 342 Μοίρας Παντός Καιρού της 114 Πτέρυγας Μάχης (Τανάγρα).

7 Νοεμβρίου 1912: Ο Ελληνικός Στρατός (1ο Σύνταγμα Ιππικού) απελευθερώνει τη Φλώρινα από τους Τούρκους μετά την μάχη.


 Στις 7 Νοεμβρίου 1912, γύρω στο μεσημέρι, ο επίλαρχος Ιωάννης Αρτης με τους ιππείς του, έφθασε προ των πυλών της πόλης. Από εκεί έστειλε τρεις ιππείς, οι οποίοι με γυμνά τα ξίφη τους και εν μέσω τούρκων στρατιωτών και όχλου, πήγαν στην Μητρόπολη και μετέδωσαν στον Μητροπολίτη Πολύκαρπο το μήνυμα του διοικητού τους, να προσέλθουν οι αρχές στην είσοδο της πόλης για να την παραδώσουν. Ο Πολύκαρπος ήταν διστακτικός, για τον λόγο ότι η Φλώρινα ήταν ακόμη γεμάτη από τουρκικό στρατό και όχλο. Κατά τον Αρτη ο Μητροπολίτης, επηρεασμένος από τον παραπάνω λόγο, του εμήνυσε η παράδοση της πόλης να γίνει την επομένη. Τότε ο Αρτης έστειλε δύο νέους ιππείς, τον επιλοχία Δήμου Δήμον και τον λοχία Γεώργιο Ριζόπουλο, με την εντολή να παρακαλέσουν τον Μητροπολίτη να παραδώσει την πόλη, γιατί, όπως γράφει ο Αρτης, «εάν δεν σπεύση να εξέλθη, θα τον αναγκάση να απέλθη με τον στρατό του και εις ο,τι συμβεί ο υπαίτιος θα είναι αυτός». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν ακριβώς έτσι συνέβησαν τα γεγονότα, όπως τα εξιστορεί ο Αρτης.

  Είναι, όμως, γεγονός ότι, λόγω λιποθυμίας του Μουφτή, μόλις άκουσε την άφιξη ελλήνων στρατιωτών, ο Μητροπολίτης, ο Μουφτής και ο Ραββίνος, ως και άλλοι έλληνες και τούρκοι πρόκριτοι, κρατούντες λευκό παραπέτασμα, μετέβησαν στην είσοδο της πόλεως, όπου συνάντησαν τον Αρτη και σε σύντομη τελετή προσφωνήσεων και αντιφωνήσεων, παρέδωσαν την πόλη.Ο Ιωάννης Αρτης, απευθυνόμενος προς τους άρχοντες, είπε τα εξής: «Εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου του Α’ καταλαμβάνω την πόλιν της Φλωρίνης και τα υπό την δικαιοδοσίαν αυτής χωρία, κηρύσσων άμα τον στρατιωτικόν νόμον. Απαντες οι κάτοικοι των μερών αυτών, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, έσονται ίσοι απέναντι του νόμου, τιθέμενοι υπό το σκήπτρον του Βασιλέως Γεωργίου του Α’ και επανερχόμενοι εις τας αγκάλας της Μητρός Ελλάδος». Σε αυτόν απάντησε πρώτος ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος, ο οποίος είπε: «Η πόλις της Φλωρίνης και τα υπ’ αυτήν χωρία ευχαριστούμεν τον Κύριον, όστις μας ηξίωσεν να απολαύσωμεν την χαράν της επαναφοράς μας εις την Μητέρα Ελλάδα. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Δηλούμεν πίστιν και αφοσίωσιν εις τους νόμους και τα ψηφίσματα του Κράτους, τιθέμενοι υπό το σκήπτρον του Βασιλέως Γεωργίου του Α’». Κατόπιν τον λόγο έλαβε ο Μουφτής Χουλουσή, ο οποίος είπε: «Ημείς οι Τούρκοι ηυνοήθημεν υπό του Κυρίου και εδεσπόσαμεν επί του κόσμου όλου. Αλλά θελήσαμε να γίνωμεν κατακτηταί και τύραννοι και ο Θεός ωργίσθη καθ’ημών. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου ότι πολύ επιεικώς μας έκρινε και μας δίδει σε καλά χέρια. Δι’ο δηλούμεν ότι θα είμεθα οι πιστότεροι υπηρέται του Βασιλέως Γεωργίου». Στο ίδιο πνεύμα μίλησε και ο Ραββίνος, εκ μέρους των ολίγων Εβραίων, που υπήρχαν στην Φλώρινα.

7 Νοεμβρίου 1913: γεννιέται ο θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης Αλέκος Σακελάριος.

Αλέκος Σακελάριος

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι νομικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εκτοπίστηκαν από πολύ νωρίς από τις ζωηρές δημοσιογραφικές του ανησυχίες. Εργάστηκε σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες, Ελεύθερη Ελλάδα, Ακρόπολις, Καθημερινή, Απογευματινή, Μάχη, Ελεύθερος Κόσμος, Εθνικός Κήρυξ, Ελεύθερος Τύπος κ.ά., άλλοτε ως ρεπόρτερ, άλλοτε ως χρονογράφος και πότε ως ευθυμογράφος.

Το 1935 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο με τον τίτλο «Ο βασιλιάς του Χαλβά». Εργάστηκε, επίσης, στον κινηματογράφο ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης και έγραψε έργα για το θέατρο. Συνεργάστηκε κυρίως με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο κι έγραψε μόνος ή σε συνεργασία με αυτόν 200 θεατρικά έργα και 60 κινηματογραφικά σενάρια.
Γνωστότερα απ' αυτά είναι: 
Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Δεσποινίς ετών 39, Η θεία απ' το Σικάγο, Δικοί μας άνθρωποι, Ένα βότσαλο στη λίμνη,Καλώς ήλθε το δολάριο, Τα κίτρινα γάντια, Όταν λείπει η γάτα, Η σωφερίνα, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, Αλίμονο στους νέους.

Έγραψε επίσης 2000 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως: 
Σπιτάκι μου παλιό, Παλιά γειτονιά, Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα, Θα σε πάρω να φύγουμε, "Μάρω-Μάρω μια φορά είν' τα νιάτα", "Να καθόμουνα πλάι σου", "Λες και ήταν χθες" κ.ά. και μαζί με τον Χρ. Γιαννακόπουλο "Το μονοπάτι", "Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα", "Ένα βράδυ που 'βρεχε" και πολλά άλλα.

Επίσης είχε τιμηθεί με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία.

Πέθανε το 28 Αυγούστου 1991 και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών σε οικογενειακό τάφο. Τα τελευταία χρόνια τού συμπαραστεκόταν η σύζυγός του, Τίνα. Είχε δύο κόρες.

7 Νοεμβρίου 1978: Πρωτοφανής για τα ελληνικά χρονικά υπόθεση απομόνωσης αποκαλύπτεται, στο χωριό Κωσταλέξι Φθιώτιδας.


Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 1978. Οι πόρτες στο ισόγειο ενός σπιτιού στο χωριό Κωσταλέξι (Κωσταλέξης) ανοίγουν και μια ομάδα αστυνομικών και δημοσιογράφων έρχονται αντιμέτωποι με ένα θέαμα που μέσω φωτογραφιών θα κάνει τον γύρο του κόσμου.
Η 47χρονη Ελένη Καρυώτη αντικρίζει τον ήλιο μετά από 29 ολόκληρα χρόνια εγκλεισμού της σ’ ένα μικρό δωμάτιο, λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω απ’ την Λαμία.

Η φρικτή ιστορία της ξεκινά από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Στο μυαλό της χαράζονται οι αποτρόπαιες εικόνες βασανισμών και εκτελέσεων που λάμβαναν χώρα στην πλατεία του χωριού. Η έφηβη τότε Ελένη, γόνος εθνικόφρονης οικογένειας, έκανε κάτι που στην μικρή και κλειστή κοινωνία του χωριού φάνταζε ως έγκλημα. Δημιούργησε ερωτική σχέση (ή φημολογήτω ότι δημιούργησε) με τον δάσκαλο του χωριού, ο οποίος συν τοις άλλοις φερόταν να είχε προσχωρήσει στις τάξεις των κομμουνιστών ανταρτών.

Η γονείς της και τα 3 αδέλφια της, μπροστά σ’ αυτήν την ντροπή, αποφασίζουν να δράσουν άμεσα κι αποφασιστικά. Φυλακίζουν την Ελένη στο ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού κι από ‘κείνη την στιγμή ουσιαστικά την διαγράφουν από την οικογένεια. Η μεταχείριση που είχε έκτοτε και για τα επόμενα 29 χρόνια, ήταν χειρότερη κι απ’ αυτή ενός σκυλιού. Το μοναδικό της ρούχο ήταν μια κουβέρτα, ενώ έτρωγε, αφόδευε και κοιμόταν στο ίδιο μέρος.
Το πιο λυπηρό ήταν πως πολλοί κάτοικοι του χωριού, αν όχι όλοι, γνώριζαν τι συνέβαινε. Κανείς όμως, ακόμα κι όταν πέρασαν τα χρόνια, δεν τόλμησε να κάνει έστω και μια ανώνυμη καταγγελία.

Η ιστορία που αποκαλύφθηκε από τους δημοσιογράφους πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις.
Ουσιαστικά κατηγορήθηκε όλο το χωριό, ότι αν και γνώριζε για τον εγκλεισμό δεν έκανε τίποτα για να λυτρώσει την κοπέλα.
Το Κωσταλέξι έγινε συνώνυμο με τη μιζέρια, την αθλιότητα και την απάνθρωπη συμπεριφορά.

Όταν άνοιξε η πόρτα, βρέθηκαν όλοι αντιμέτωπη με μια τρομαγμένη γυναίκα, χωρίς ρούχα, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Έβγαζε άναρθρες κραυγές, καθώς τόσα χρόνια δεν είχε κάποιον να μιλήσει κι έχασε το χάρισμα του λόγου. Μπορούσε μόνο να ψελλίσει μερικές δεκάδες λέξεις.
Ο 29χρονος εγκλεισμός της, της άφησε εμφανή ψυχολογικά προβλήματα.

Η Ελένη Καρυώτη νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Λαμίας. Εκεί, όπως λέγεται, έγραψε σ’ ένα κομμάτι χαρτί το όνομα του ανθρώπου που αγαπούσε. Έγραψε το όνομα του δασκάλου.
Τα αδέλφια της οδηγήθηκαν στην δικαιοσύνη, όπου και αθωώθηκαν.

Οι γιατροί αποφάσισαν την μεταφορά της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Λίγα χρόνια αργότερα, η Ελένη Καρυώτη εξαφανίζεται κι έκτοτε αγνοήται η τύχη της.