Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

9 Νοεμβρίου 1989 - Πέφτει το Τείχος του Βερολίνου.

το τείχος της ντροπής

Στις 6 Νοεμβρίου 1989 δημοσιοποίησε η κυβέρνηση ένα σχέδιο ταξιδιωτικού νόμου, το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των προσδοκιών του κόσμου και τελικά φούντωσε ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις αντί να τις κατευνάσει. Την ίδια μέρα κατέβηκαν μόνο στη Λειψία 500.000 άνθρωποι σε διαδήλωση. Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου 1989 συνεδρίασε με εντολή του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος μια επιτροπή αξιωματικών των Υπουργείων Εσωτερικών και Κρατικής Ασφάλειας για να προτείνει λύσεις και να σχεδιάσει μια έκτακτη ρύθμιση, που θα έθετε αμέσως σε εφαρμογή τα ουσιαστικότερα μέτρα του σχεδίου ταξιδιωτικού νόμου. Η πρόταση που υπέβαλαν στο Πολιτικό Γραφείο ήταν να επιτραπούν τόσο η μόνιμη μετεγκατάσταση, που δημιουργούσε το πρόβλημα με τους πρόσφυγες στις τρίτες χώρες, όσο και τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια. Διαφορετικά θα εξωθούνταν στη μετανάστευση πολλοί που ήθελαν μόνο να επισκέπτονται συγγενείς τους στη Δυτική Γερμανία. Η επιτροπή των αξιωματικών πρότεινε να δίνονται οι άδειες και για τα δύο από τις αρμόδιες υπηρεσίες μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, χωρίς διατυπώσεις. Με αυτές τις προτάσεις ήταν αναμενόμενο ότι θα ξεσηκωνόταν ένα πρωτόγνωρο κύμα μόνιμης και προσωρινής εξόδου από τη χώρα, η πίεση όμως θα διοχετευόταν στις αρμόδιες υπηρεσίες, όχι στα σύνορα, και θα μπορούσε να ελεγχθεί. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ενέκρινε το Πολιτικό Γραφείο το σχέδιο ταξιδιωτικών ρυθμίσεων της επιτροπής και το έθεσε σε κυκλοφορία στα συναρμόδια υπουργεία μέσω της υπηρεσιακής οδού για να γίνουν έλεγχοι και προτάσεις εντός της ημέρας. Σύμφωνα με την πάγια τακτική, η μη έκφραση αντιρρήσεων ως μια ορισμένη ώρα ισοδυναμούσε με έγκριση του σχεδίου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η ώρα 4:00 το πρωί της 10ης Νοεμβρίου ορίστηκε για να δοθεί η απόφαση στον τύπο.
Μέχρι το απόγευμα τα Υπουργεία Εσωτερικών, Κρατικής Ασφάλειας και Δικαιοσύνης ελέγχουν το σχέδιο ρύθμισης. Τα δύο πρώτα Υπουργεία εγκρίνουν τις ρυθμίσεις που αφορούν στη μόνιμη μετεγκατάσταση στο εξωτερικό, εκφράζουν όμως αντιρρήσεις και προτείνουν χρονικούς περιορισμούς για τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια. Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ζίγκφριντ Βίτενμπεκ (Siegfried Wittenbeck) απορρίπτει εντελώς τη ρύθμιση για λογαριασμό του απόντος Υπουργού Χανς Χέρμαν Χέρτλε (Hans-Herman Hertle), καθώς εντοπίζει τυπικά και τεχνικά προβλήματα στο σχέδιο που του υποβλήθηκε. Η κυβέρνηση όμως στην Ανατολική Γερμανία δεν ήταν παρά ο εκτελεστής των αποφάσεων του κόμματος και η κυκλοφορία των νομοσχεδίων στα υπουργεία δεν ήταν παρά μια γραφειοκρατική ρουτίνα. Έτσι, ενώ τα υπουργεία επεξεργάζονται τη ρύθμιση και διαπιστώνουν προβλήματα, το σχέδιο φθάνει στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος στις 15:00 και καταλήγει στα χέρια του Γενικού Γραμματέα Έγκον Κρεντς. Ο Κρεντς δεν γνωρίζει τις αντιρρήσεις των συναρμόδιων υπουργείων και δεν προσέχει ότι η ρύθμιση προορίζεται να δοθεί την άλλη μέρα στον τύπο. Χωρίς να πολυασχοληθεί, τη δίνει μαζί με ένα σχετικό δελτίο τύπου στο μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος Γκύντερ Σαμπόφσκι (Günter Schabowski), που ετοιμαζόταν εκείνη την ώρα να δώσει συνέντευξη τύπου στους Ανατολικογερμανούς και τους ξένους δημοσιογράφους.

Η συνέντευξη πραγματοποιείται στο Διεθνές Κέντρο Τύπου το Ανατολικού Βερολίνου και μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση της Ανατολικής Γερμανίας. Αρχίζει στις 18:00, πριν προλάβει ο Σαμπόφσκι να μελετήσει το σημείωμα που πήρε από τον Κρεντς. Προς το τέλος της συνέντευξης, στις 18:57, ο Σαμπόφσκι αναφέρει εν παρόδω ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε μια νέα ταξιδιωτική ρύθμιση, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα νομοσχέδιο υπό επεξεργασία, για το οποίο μάλιστα τα συναρμόδια υπουργεία είχαν αντιρρήσεις. Εμφανώς αμήχανος και ψάχνοντας τα χαρτιά του διαβάζει δυνατά το σημείωμα παρουσία δημοσιογράφων στη ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση:

«Αιτήσεις για σύντομα ιδιωτικά ταξίδια προς το εξωτερικό μπορούν να κατατίθενται χωρίς την επίκληση προϋποθέσεων (λόγοι ταξιδιού, συγγενικές σχέσεις). Οι άδειες θα δίνονται με σύντομες διαδικασίες. Στις υπεύθυνες υπηρεσίες δημοτολογίων και έκδοσης διαβατηρίων της ΛΔΓ έχει δοθεί εντολή να εκδίδουν βίζες άμεσα, χωρίς πια να απαιτούνται οι ισχύουσες προϋποθέσεις για μόνιμο εκπατρισμό. Η μόνιμη έξοδος από τη χώρα μπορεί να πραγματοποιείται από οποιοδήποτε μεθοριακό σημείο διέλευσης προς την ΟΔΓ.»

Η ρύθμιση, όπως είχε αντιληφθεί ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν συγκεχυμένη και τυπικά παράνομη. Συγχέονται τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια με τη μόνιμη μετεγκατάσταση στο εξωτερικό και αγνοούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν τόσα χρόνια από το δίκαιο της ΛΔΓ και ήταν ακόμα σε ισχύ. Επίσης αφήνει την εντύπωση ότι για τα σύντομα ταξίδια δεν απαιτείται διαβατήριο ή άλλες διατυπώσεις. Θα δινόταν λοιπόν η άδεια για μια επίσκεψη στο Δυτικό Βερολίνο στα σύνορα; Σήμαινε αυτό πως οι πύλες του τείχους θα ήταν στο εξής ανοιχτές; Και κυρίως, ήταν ανοιχτές από εκείνη τη στιγμή; Σύμφωνα με τις προθέσεις των συντακτών του σχεδίου ρύθμισης και του κόμματος η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα έπρεπε να ήταν αρνητική.

Όμως στην ερώτηση του δημοσιογράφου Ρικάρντο Έρμαν από το ιταλικό πρακτορείο ANSA «πότε τίθεται σε εφαρμογή αυτή η ρύθμιση», ο Σαμπόφσκι απαντά φυλλομετρώντας τα χαρτιά του: «Αυτή η ρύθμιση τίθεται σε εφαρμογή... απ’ όσο ξέρω... αμέσως τίθεται σε εφαρμογή, χωρίς καθυστέρηση».

Μια συγκεχυμένη αναφορά του αμήχανου Σαμπόφσκι γίνεται το τηλεοπτικό γεγονός του αιώνα. Τα δυτικά πρακτορεία ειδήσεων μέσα σε λίγα λεπτά και η ανατολικογερμανική τηλεόραση αργότερα αναμεταδίδουν τη συνέντευξη και τα νέα αγνοώντας ή ξεκαθαρίζοντας με δική τους πρωτοβουλία τις ασάφειες και συνοψίζοντας την είδηση στο γεγονός ότι το τείχος άνοιξε. Οι Ανατολικοβερολινέζοι ακούν τις ειδήσεις από το Δυτικό Βερολίνο, βγαίνουν ο ένας μετά τον άλλο στους δρόμους και κατευθύνονται προς το τείχος. Εκεί συναντούν τους έκπληκτους συνοριοφύλακες και το προσωπικό ελέγχου διαβατηρίων, που δεν είχαν ιδέα για τη νέα ρύθμιση και είχαν τόσα χρόνια εκπαιδευτεί να θεωρούν το τείχος ιερό και απαραβίαστο. Αρχικά καλούν τον κόσμο να φύγει και να απευθυνθεί την επόμενη μέρα στις υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίων. Το πλήθος όμως αυξάνεται συνεχώς και αρχίζει να χάνει την υπομονή του. Μπροστά στον κίνδυνο να λιντσαριστούν από τις μάζες το προσωπικό του μεθοριακού φυλακίου Μπόρνχόλμερ Στράσε (Bornholmer Straße) ανοίγει τις πύλες στις 23:00. Σύντομα ακολουθούν και άλλα φυλάκια. Οι εικόνες που μεταδίδονται από την τηλεόραση ενθαρρύνουν και άλλους Ανατολικοβερολινέζους να κατέβουν στο τείχος πεζοί ή με αυτοκίνητα και να δοκιμάσουν μια βόλτα στο Δυτικό Βερολίνο. Μέχρι το πρωί της 10ης Νοεμβρίου όλες οι πύλες του τείχους έχουν ανοίξει διάπλατα και οι πολίτες τις περνούν χωρίς κανένα έλεγχο.

Οι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου δέχτηκαν τους πολίτες της ΛΔΓ με ενθουσιασμό. Οι πιο πολλές μπυραρίες στην περιοχή του τείχους πρόσφεραν δωρεάν μπύρα, τα αυτοκίνητα άρχισαν να κορνάρουν και άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι αγκαλιάζονταν. Μέσα στην ευφορία της βραδιάς σκαρφάλωναν στο τείχος και Δυτικοβερολινέζοι, ενώ άλλοι περνούσαν από την απροσπέλαστη ως τότε Πύλη του Βραδεμβούργου. Μόλις έγινε γνωστό ότι άνοιξε το τείχος, η δυτικογερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή στη Βόννη διέκοψε τη συνεδρίαση, που αφορούσε στη συζήτηση του προϋπολογισμού. Μερικοί βουλευτές τραγούδησαν αυθόρμητα τον Εθνικό Ύμνο.

Η επανόρθωση του λάθους από την πλευρά του κράτους ήταν αδύνατη χωρίς τη χρήση βίας. Αν και έγιναν τέτοιες σκέψεις στα ηγετικά κλιμάκια της κυβέρνησης και του κόμματος, τελικά επικράτησε η σύνεση και η αποδοχή των τετελεσμένων. Είναι εξάλλου αμφίβολο αν οι δυνάμεις ασφαλείας θα εκτελούσαν τέτοιες εντολές. Από τη Μόσχα πάντως, αντίθετα με ότι συνέβη ίδια την Ανατολική Γερμανία το 1953, στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, δεν επρόκειτο να δοθεί κάλυψη σε βίαιες ενέργειες. Ήδη από τον Αύγουστο του 1989 οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις στο έδαφος της ΛΔΓ είχαν λάβει την εντολή να μην αναμειχθούν και να παραμείνουν στα στρατόπεδά τους.

9 Νοεμβρίου 1985: Ο Γκάρι Κασπάροφ γίνεται ο νεαρότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι στην ιστορία, νικώντας τον Ανατόλι Καρπόφ.

Εναντίον του Κάρποβ για τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή το 1985

Ο Γκάρι Κασπάροβ γεννήθηκε με το όνομα Γκάρι Βαϊνστάιν στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν (Δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης εκείνη την εποχή) από Εβραίο πατέρα και Αρμένια μητέρα. Πρωτοξεκίνησε να μελετάει σκάκι σοβαρά όταν ήλθε σε επαφή με ένα σκακιστικό πρόβλημα που είχαν φτιάξει οι γονείς του και το οποίο κατάφερε να λύσει. Ο πατέρας του πέθανε από λευχαιμία όταν εκείνος ήταν 7 ετών και κατόπιν υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας του, μόλις του το επέτρεψε ο νόμος στην ηλικία των 12. Η μητέρα του Κλάρα είναι Αρμένια και το επίθετό της είναι «Κασπαριάν». «Κασπάροβ» είναι η ρωσοποιημένη εκδοχή του επιθέτου αυτού.

Ο Κασπάροβ σπούδασε στο σκακιστικό σχολείο του Μιχαήλ Μποτβίννικ. Σε ηλικία 13 ετών κέρδισε το Σοβιετικό Πρωτάθλημα Νέων στην Τιφλίδα το 1976 πετυχαίνοντας 7 στους 9 πόντους (κάθε νίκη είναι πόντος, ισοπαλία 0.5 και η ήττα 0, από τους 9 δηλαδή βαθμούς που θα μπορούσε να κερδίσει από 9 παρτίδες, κέρδισε 7) κάτι το οποίο επανέλαβε την επόμενη χρονιά, με σκορ 8,5/9.

Η αναμέτρηση Κάρποβ-Κασπάροβ το 1985 θα διαρκούσε 24 παρτίδες. Ο πρώτος παίκτης που θα συγκέντρωνε 12,5 πόντους θα έπαιρνε τον τίτλο (σε περίπτωση ισοπαλίας 12-12, ο Κάρποβ θα διατηρούσε τον τίτλο). Ο Κασπάροβ έδειξε ότι είχε πάρει πολύτιμα μαθήματα από την προηγούμενη αναμέτρηση, και παρόλο που ακόμα και στα «ψιλά γράμματα» η μονομαχία ήταν σχεδόν ισόπαλη, κάποιες εντυπωσιακές παρτίδες του Κασπάροβ με τη Σικελική άμυνα του χάρισαν τελικά τον τίτλο, μόλις στα 22 του χρόνια, και με τελικό αποτέλεσμα 13-11. Αυτό κατέρριπτε το ρεκόρ του Μιχαήλ Ταλ ο οποίος ήταν 23 ετών όταν κέρδισε τον Μποτβίνικ το 1960.

Ο Κασπάροβ εδραίωσε την αυθεντία του στην κορυφή της διεθνούς σκακιστικής λίστας έπειτα από πολύ καλές επιδόσεις σε επακόλουθα διεθνή τουρνουά, αλλά και της επιτυχούς υπεράσπισης του τίτλου του (τρις) απέναντι στον μεγάλο του αντίπαλο Κάρποβ.

Με τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή ανά χείρας, ο Κασπάροβ άρχισε να μάχεται τη FIDE, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Μπόμπι Φίσερ είκοσι χρόνια νωρίτερα, αλλά αυτή τη φορά «εκ των έσω». Δημιούργησε έναν οργανισμό εκπροσώπησης των σκακιστών, την Ένωση Γκρανμαίτρ (GMA), με σκοπό να αποκτήσουν φωνή και οι παίκτες στις δράσεις της FIDE.

9 Νοεμβρίου 1938: Μαζικό πανεθνικό πογκρόμ κατά των Εβραίων στη Γερμανία και στην Αυστρία γνωστό ως Kristallnacht (Νύχτα των Κρυστάλλων)


Ο όρος Kristallnacht (Κρίσταλναχτ, που σημαίνει στα γερμανικά η «Νύχτα των Κρυστάλλων»), περιγράφει το μαζικό πανεθνικό πογκρόμ στη Γερμανία και στην Αυστρία τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938. Ο στόχος ήταν οι Εβραίοι πολίτες όλης της χώρας και αποτέλεσε την απαρχή του Ολοκαυτώματος.

Τη δεκαετία του 1930 πολλοί Εβραίοι, πολωνικής κυρίως καταγωγής, ζούσαν στη Γερμανία. Πολλοί είχαν ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στη Γερμανία και κάποιοι είχαν παρασημοφορηθεί για την συμμετοχή τους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Την Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 1938, οι Ναζιστές συγκέντρωσαν 17.000 από αυτούς, χωρίς καμία προειδοποίηση, μέσα στη νύχτα, και τους απέλασαν από τη Γερμανία στην Πολωνία.

Η πολωνική κυβέρνηση αρνήθηκε να τους δεχτεί, με αποτέλεσμα την επίπονη πεζοπορία μεταξύ των γερμανικών και πολωνικών συνοριακών φυλακίων κατά τη διάρκεια της κρύας ημέρας και νύχτας, μέχρι να πείσουν οι γερμανικές αρχές την πολωνική κυβέρνηση να τους επιτρέψει την είσοδο.

Ο Χέρσελ Γκρίνσπαν (Herschel Grynszpan), Γερμανός Εβραίος που είχε διαφύγει στην Γαλλία, έλαβε ένα γράμμα από την οικογένειά του, το οποίο περιέγραφε τις φρικτές συνθήκες που έζησαν κατά την απέλαση. Αναζητώντας τρόπο για να τους ανακουφίσει από αυτή την κατάσταση, έκανε επανειλημμένες εκκλήσεις, μέσα στις επόμενες ημέρες προς τον Ερνστ φομ Ρατ (Ernst vom Rath), γραμματέα της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι, ο οποίος δεν είχε, ως εκπρόσωπος της Ναζιστικής Γερμανίας, την παραμικρή πρόθεση να βοηθήσει. Κατά τραγική ειρωνία, ο Ρατ ήταν αντιπαθής στους κύκλους του Ναζιστικού Κόμματος και παρακολουθείτο από τη Γκεστάπο, καθώς θεωρείτο ότι ήταν ομοφυλόφιλος.

Τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου, ο Γκρίνσπαν πυροβόλησε τον Φομ Ρατ στο στομάχι, ενώ αστόχησε άλλες τρεις φορές. Δύο μέρες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου, ο γραμματέας της Πρεσβείας πέθανε.

Η δολοφονία του Φομ Ρατ εξυπηρέτησε ως άλλοθι για την έναρξη βιαιοπραγιών κατά των Εβραίων κατοίκων σε ολόκληρη τη Γερμανία. Υπήρχε η πρόθεση να φανεί η επίθεση αυτή σαν αυθόρμητη αντίδραση, αλλά, στην πραγματικότητα, είχε ενορχηστρωθεί από τις γερμανικές αρχές και, ειδικότερα, από τον Ράινχαρντ Χάιντριχ (Reinhard Heydrich). Η κυβέρνηση αξιοποίησε, εκτός από τα επίσημα κρατικά μέσα, κυρίως την οργάνωση του Ναζιστικού κόμματος, για να οργανώσει και να υλοποιήσει τις ταραχές.

Το πογκρόμ που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές και, σε πολλές περιπτώσεις, να καταστραφούν, 1.574 συναγωγές (σχεδόν όλες όσες υπήρχαν στη Γερμανία, οι περισσότερες καταστράφηκαν από εμπρησμό), πολλά εβραϊκά κοιμητήρια, πάνω από 7.000 καταστήματα και 29 πολυκαταστήματα που ανήκαν σε Εβραίους. Κάποιοι Εβραίοι ξυλοκοπήθηκαν έως θανάτου, ενώ άλλοι εξαναγκάζονταν να παρακολουθούν.

Περισσότεροι από 30.000 άρρενες Εβραίοι συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης· κατά κύριο λόγο στο Νταχάου, στο Μπούχενβαλντ και στο Ζάξενχαουζεν. Η μεταχείριση στα στρατόπεδα ήταν κτηνώδης, αλλά οι περισσότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών μηνών, υπό τον όρο ότι θα εγκατέλειπαν τη Γερμανία.

Ο ακριβής αριθμός των Γερμανών Εβραίων που θανατώθηκαν δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά υπολογίζεται ότι κυμαίνεται μεταξύ 36 και 200 περίπου ατόμων για τις δύο ημέρες που διήρκεσαν οι αναταραχές. Ο ευρύτερα αποδεκτός αριθμός νεκρών κατά τη διάρκεια των ταραχών είναι 91 άτομα. Υπολογίζοντας και τους θανάτους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, περίπου 2.000 ως 2.500 ήταν οι νεκροί που μπορούν να αποδοθούν στο πογκρόμ της «Νύχτας των Κρυστάλλων». Επίσης, μικρός αριθμός Γερμανών θανατώθηκαν κατά τις ταραχές της Νύχτας των Κρυστάλλων, καθώς τους θεώρησαν, κατά λάθος, Εβραίους.

Τα γεγονότα στην Αυστρία δεν ήταν λιγότερο φρικτά και οι περισσότερες από τις 94 συναγωγές και τόποι προσευχής της Βιέννης υπέστησαν μερική ή ολική καταστροφή. Τα θύματα υπέστησαν κάθε είδους ταπεινώσεις, περιλαμβανομένου του εξαναγκασμού να σφουγγαρίζουν ενόσω τους υπέβαλαν σε μαρτύρια οι συμπολίτες τους Αυστριακοί, κάποιοι από τους οποίους ήταν προηγουμένως φίλοι και γείτονές τους.

Η νύχτα εκείνη αποτέλεσε την αρχή μιας νέας φάσης στις αντισημιτικές δραστηριότητες του ναζιστικού κόμματος και των κρατικών μηχανισμών, που οδήγησε στον εκπατρισμό και, τελικά, στη μαζική δολοφονία της πλειονότητας των Εβραίων που ζούσαν στη Γερμανία. Αν και λίγοι άνθρωποι το γνώριζαν εκείνη την εποχή, το πογκρόμ της «Νύχτας των Κρυστάλλων» αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την συστηματική δίωξη και μαζική δολοφονία των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη, που είναι πλέον γνωστή ως το «Ολοκαύτωμα».

9 Νοεμβρίου 1866: Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου της Κρήτης


7 Νοεμβρίου 1866. Μέσα στο μοναστήρι βρίσκονται 964 ψυχές, 325 άνδρες απο τους οποίους είναι 259 με όπλα και τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα . Ο Μουσταφά πασάς , που στο μεταξύ έχει αντικαταστήσει τον Ισμαήλ , ξεκινά απο το Ρέθυμνο με 15.000 ταχτικό στρατό και 30 κανόνια. Το πρωί της 8ης Νοεμβρίου , οι Τούρκικες ορδές βρίσκονται στο Αρκάδι και ορίζεται αρχηγός τους ο Σουλειμάν Βέης (γαμπρός του Μουσταφά) , ενώ ο ίδιος παραμένει στο χωριό Μέση . Οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" κάνουν το σημείο του Σταυρό και ετοιμάζονται για τον άνισο αγώνα με τους άπιστους. Ο Ηγούμενος Γαβριήλ ιερουργεί τιμώντας τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ και σαν θεματοφύλακας των ιερών και οσίων της Φυλής μας , εμψυχώνει το εκκλησίασμα να αντισταθεί μέχρι θανάτου στους "σκύλους" που περιφέρονται λυσσασμένοι έξω απο το Άγιο Μοναστήρι. Σε λίγο ο Σουλεϊμάν Βέης καλεί απο το λόφο Κορέ τους χριστιανούς να παραδοθούν.Την απάντηση όμως τη δίνουν τα τουφέκια των επαναστατών.
Το Ιερό λάβαρο της Μονής κυματίζει περήφανα μαζί με τη Γαλανόλευκη . Οι Τούρκοι μαζί με τα κανόνια τους χτυπούν αδιάκοπα τη δυτική πόρτα . Το πολύπρακτο Αρκαδικό δράμα έχει αρχίσει.Οι γυναίκες που ήταν μέσα στο Μοναστήρι παίρνουν μέρος στον αγώνα και προσφέρουν ανεκτίμητες υπηρεσίες.

"Διακόσιοι πενήντα εννιά Κρήτες επολεμούσαν γέροι, γυναίκες και παιδιά φυσέκια κουβαλούσαν....." 

Οι πολιορκημένοι δεν αστοχούν με τα βόλια τους , έτσι οι Τούρκοι δεν μπαίνουν στο Αρκάδι. Η σκληρή μάχη συνεχίζεται όλη τη μέρα με πολλούς τούρκους νεκρούς. Η σκοτεινή βροχερή νύχτα που φθάνει , σωπαίνει τα όπλα . Η Θέση των πολιορκημένων χειροτερεύει , γιατί οι Τούρκοι φέρνουν απο το Ρέθυμνο δύο βαριά κανόνια και τα τοποθετούν στους στάβλους δίπλα στη Μονή.Την ίδια νύχτα οι χριστιανοί στέλνουν στον Παπά Κρανιώτη , απο την Κράνα Μυλοποτάμου, και τον Αδάμ Παπαδάκη απο το Πίκρι Ρεθύμνου, στο Κλησίδι Αμαρίου , όπου βρισκόταν ο Πάνος Κορωναίος για να ζητήσουν βοήθεια. Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου η καμπάνα καλεί τους πιστούς για τελευταία φορά , στο θυσιαστήριο του Θεού και καταλαμβάνουν των αχράντων μυστηρίων.Ξημερώνει η 9η Νοεμβρίου. Η μάχη αρχίζει με πολλή λύσσα . Τα κανόνια σφυροκοπούν την δυτική πόρτα , ασταμάτητα και τραντάζει συθέμελα το Μοναστήρι μέχρι που η πόρτα αποχωρεί. Οι άπιστοι ρίχνονται σαν τίγρεις να κατασπαράξουν το αθώο θήραμα.
"Γιουρούσι κάνει η Τουρκιά απάνω στα τειχειά του κι μεταθέτουν τα θρονιά κι' ανοίγουν τα κελιά του"

Οι τούρκοι μπαίνουν στο περίβολο της εκκλησίας και αρχίζει η γιγαντομαχία ανάμεσα στους υπερασπιστές της Λευτεριάς και στα ανθρωπόμορφα τέρατα που δεν σέβονται τίποτα ιερό στο τόπο του μοναστηριού. Ο Γαβριήλ , ο τιμημένος αυτός ρασοφόρος , συνεχιστής της δόξας και των μεγαλείων του ιερού μας κλήρου , δίνει θάρρος και με βροντερή φωνή καλεί τους Χριστιανούς , να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, για του Χριστού την πίστη και για την ελευθερία της Πατρίδας . όσοι επιζήσουν , να τρέξουν στην μπαρουταποθήκη , στην Καστρινή πόρτα για να δώσουν φωτιά στο μπαρούτι, να καούν ζωντανοί , για να μην πιαστούν αιχμάλωτοι.Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίσσονται στο μοναστήρι . Δύσκολο πράγμα να περιγράψει κανείς τον ηρωισμό που έδειξαν οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" της Μονής Αρκαδίου.Είχαν νικήσει το θάνατο και αγωνίζονταν για τη πίστη τους , τη θρησκεία τους , την πατρίδα τους. Βραδιάζει και τα περισσότερα γυναικόπαιδα είναι συγκεντρωμένα στη Μπαρουταποθήκη. Ο Κωνσταντίνος Δημ. Γιαμπουδάκης απο το Άδελε Ρεθύμνης με τη πιστόλα στο χέρι είναι έτοιμος . Περιμένει να ευλογήσει ο Ηγούμενος , αλλά και να μαζευτούν , πολλοί τούρκοι να τους πάρει κι αυτούς ο χάρος.Ο Ηγούμενος ευλογεί και τότε ο μάρτυρας της λευτεριάς κάνει το σταυρό του και ανάφτει τη "λαμπάδα" που θα συμβολίζει αιώνια τη δόξα του Αρκαδίου.
Μια θεώρατη λάμψη φάνηκε κι ένας τεράστιος κρότος ακούστηκε . Η λάμψη αυτή θα φωτίσει απο τη μια ως την άλλη της άκρη τη μαρτυρική Μεγαλόνησο, και ο Κρότος θα ξυπνήσει όλους όσους κοιμούνται ακόμη. Το όραμα είχε συντελεστεί. Πέτρες, κορμιά , κεφάλια , βαρέλια και χώματα βρέθηκαν σ'ένα παράξενο ανακάτωμα , όπως μας λέει η λαϊκή μούσα:

"Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσια φωνοκλήσι
ετούτ' η ώρα θ'ακουστεί σ' Ανατολή και Δύση.Και μέσα στον αναβρασμό , που ο Χάρος εβρουχάτοβροντή, σεισμός εγίνηκε , κι ο κόσμος άνω - κάτωφωθιά, καπνός και κτήρια , κορμιά κομματιασμέναάντρες και γυναικόπαιδα στα νέφελα ανεβαίνουν.Τρόχαλος έγινε η Μονή κι' εσείστη ο Ψηλορείτηςκι' αντιλαλούνε τα βουνά κι απ' άκρου ως άκρου η Κρήτη"

Οι Τούρκοι, που στο μεταξύ έχουν εξαγριωθεί, σφάζουν όποιο βρίσκουν μπροστά τους.Το μοναστήρι είναι γεμάτο απο σκοτωμένους χριστιανούς και τούρκους. Ανεξάντλητοι οι αγώνες του Κρητικού λαού ,για λευτεριά και ανεξαρτησία , πλημμυρίζουν την ιστορία του νησιού , μα πάνω απ' όλους στέκεται η μεγάλη θυσία του Αρκαδίου. Το Αρκάδι είναι ένα φαινόμενο που λάμπει και διδάσκει όχι μόνο την έκταση, αλλά και με το ύψος του μεγαλείου του.
Το Αρκάδι παρέδωσε στις νεότερες γενιές ένα ολόφωτο στεφάνι, μια δόξα κι έναν έπαινο, αλλά και ένα χρέος , βαρύ και δυσβάσταχτο: Τούτο τον ιερό τόπο, που καθαγιάστηκε με αίμα των υπερασπιστών της Μονής , να τον φυλάξομε "σαν τα μάτια μας" και να φανούμε αντάξιοι ,άν χρειαστεί και γνήσιοι απόγονοι των πολεμάρχων εκείνων .Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή που διαβάζει ο ευλαβικός προσκυνητής του Αρκαδίου στη Μπαρουταποθήκη,η οποία δείχνει περίτρανα την αδούλωτη ψυχή του Κρητικού λαού.

"Αυτή η φλόγα π' άναψε μέσα εδώ στη κρύπτη
κι απάκρου σ' άκρο φώτισε τη δοξασμένη Κρήτη,
ήτανε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποία
Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερία "

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

8 Νοεμβρίου 1996: ένα λεπτό κίτρινο σουηδικό γραμματόσημο του 19ου αιώνα πωλείται σε δημοπρασία για 2,26 εκατομμύρια δολάρια και έτσι γίνεται το πολυτιμότερο γραμματόσημο στον κόσμο.


Το πιο πολύτιμο γραμματόσημο είναι το Σουηδικό των τριών Skilling Banco ( σκανδιναβική νομισματική μονάδα) με λάθος κίτρινου χρώματος . Εκδόθηκε στη Σουηδία το 1855. Λόγω ενός λάθους εκτύπωσης αυτό το γραμματόσημο είναι τυπωμένο σε κίτρινο χρώμα (που ήταν για γραμματόσημα των οκτώ Skilling ) αντί του κανονικού πρασίνου χρώματος που ήταν για τα τρία Skilling. Ένα γραμματόσημο της λανθασμένης κίτρινης εκτύπωσης βρέθηκε το 1885 από ένα μικρό Σουηδό στη συλλογή του παππού του και το πούλησε σχετικά σε χαμηλή τιμή. Από τότε δεν έχει βρεθεί δεύτερο γραμματόσημο με το ίδιο λάθος. Στην τελευταία δημοπρασία το 1996 το γραμματόσημο πωλήθηκε σε έναν ανώνυμο συλλέκτη για 2,3 εκατομμύρια δολάρια !!

Άλλα πολύτιμα γραμματόσημα είναι το Post Office Mauritius του 1847 όπου αγοράστηκαν 2 από αυτά πάνω σε φάκελο στην τιμή των 3,8 εκατομμυρίων δολαρίων, το British Guiana One Cent Black on Magenta του 1856 που αγοράστηκεαπό τον John Dupont στα 935000 δολάρια  και το αμερικάνικο U.S. Franklin Z-Grill του 1867 που ένα γραμματόσημο πωλήθηκε το 1988 στην τιμή των 930000 δολαρίων μόνο !!!

Περιέργως το πρώτο γραμματόσημο που τυπώθηκε το Αγγλικό Penny Black δεν είναι από τα πιο ακριβά του κόσμου λόγω του μεγάλου τιράζ, μάλιστα έχουν αρκετά προσιτή τιμή , με μόλις 20 δολάρια μπορεί κάποιος να βρει και ν’αγοράσει ένα Penny Black .

Τα πιο ακριβά γραμματόσημα



8 Νοεμβρίου 1994: επιβάλλεται στον Γιώργο Κοσκωτά κάθειρξη 25 ετών, για το σκάνδαλο στην Τράπεζα Κρήτης.

Ο Γιώργος Κοσκωτάς

Το Σκάνδαλο Κοσκωτά αφορούσε ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990. Παράλληλα σηματοδότησε, κυρίως, τον αγώνα για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε. και των τραπεζών. Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο τραπεζίτης Γιώργος Κοσκωτάς, πλην όμως ενεπλάκησαν σ΄ αυτό και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Παραπέμφθηκαν σε δίκη ο Ανδρέας Παπανδρέου, πρώην Πρωθυπουργός, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, τέως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Δημήτρης Τσοβόλας, πρώην Υπουργός Οικονομικών και ο Γιώργος Πέτσος, πρώην Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Από αυτούς, ο Ανδρέας Παπανδρέου κρίθηκε αθώος σε όλες τις κατηγορίες, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε γιατί είχε ήδη εκλεγεί Ευρωβουλευτής και το Ευρωκοινοβούλιο δεν ήρε την ασυλία του, ενώ ο Μένιος Κουτσόγιωργας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος κρίθηκαν ένοχοι για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Οι ποινές τους ήταν 2,5 χρόνια (εξαγοράσιμη) για τον πρώτο και 10 μήνες με αναστολή για τον δεύτερο, με αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων και των δύο, για τρία και δύο χρόνια αντίστοιχα. Η ολοκληρωτική αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1992 επιβεβαίωσε το κύρος του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, και η επιστροφή του στην εξουσία το 1993 ερμηνεύθηκε ως προσωπικός θρίαμβος ενάντια στους κατηγόρους του. Αντίθετα, η απόφαση της ηγεσίας της Αριστεράς να συμπράξει με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην εκλογική καθίζησή της, και η περίοδος συγκυβέρνησης είναι γνωστή ως «βρώμικο '89».

Μέσω του Γιώργου Κοσκωτά, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήθελε να απαλλαγεί τελείως από τους «βαρώνους των μίντια» και να ελέγξει και το τραπεζικό σύστημα της χώρας, εξουδετερώνοντας έτσι την επιχειρηματική ελίτ που τον πολεμούσε. Πράγματι, ως το καλοκαίρι του 1988, ο Κοσκωτάς είχε αποκτήσει την Τράπεζα Κρήτης και πλήθος ισχυρών ΜΜΕ. Η ξαφνική όμως ασθένεια του πρωθυπουργού και η νοσηλεία του στο Χέρφιλντ του Λονδίνου οδήγησε στο ξέσπασμα του σκανδάλου.

8 Νοεμβρίου 1961: ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου, κηρύττει τον Ανένδοτο Αγώνα καταγγέλλοντας βία και νοθεία στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου 
σε προεκλογική συγκένυτρωση 
το 1961

Στις 20 Σεπτεμβρίου το πρωί παραιτείται από την πρωθυπουργία ο Κ.Καραμανλής και η χώρα μπαίνει σε προεκλογική περίοδο. Την ίδια μέρα αναμένεται και η αναγγελία σχηματισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό το στρατηγό Θ. Τσακαλώτο, με παρεμβάσεις όμως των ανακτόρων η πρωθυπουργία ανατίθεται τελικά στο στρατηγό Κ. Δόβα, ο οποίος και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του.
Βασικοί μονομάχοι των εκλογών είναι η ΕΡΕ (του Κ.Καραμανλή), η νεοσύστατη Ένωσις Κέντρου (με ηγέτη τον Γ.Παπανδρέου, συναρχηγό τον Σ.Βενιζέλο και συνεργαζόμενο τον Σ. Μαρκεζίνη του Κόμματος Προοδευτικών) και το ΠΑΜΕ (δηλαδή η ΕΔΑ με άλλη ονομασία). Ισχύει εκλογικό σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, το οποίο είναι ιδιαίτερα δυσμενές για το τρίτο κόμμα (που αναμένεται να είναι η Αριστερά).
Κατά την προεκλογική εκστρατεία παρατηρούνται σοβαρές παρατυπίες από κρατικά όργανα που διάκεινται ευμενώς προς την ΕΡΕ. Αντίστοιχα φαινόμενα διαπιστώνονται και κατά την ημέρα των εκλογών, ιδίως στα «ειδικά» εκλογικά κέντρα όπου ψηφίζουν στρατιωτικοί, αστυνομικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Επίσης αναφέρονται ως ψηφίσαντες άνθρωποι ανύπαρκτοι ή... αποθανόντες προ ετών. Τέλος σημειώνονται διευθύνσεις ψηφοφόρων όπου δεν υπάρχουν σπίτια αλλά μόνον ακατοίκητα οικόπεδα με... δέντρα.

Με την τελική ανακοίνωση των αποτελεσμάτων η ΕΡΕ εμφανίζεται ως νικήτρια με το 50,7% των ψήφων και 176 έδρες. Ακολουθεί ο συνασπισμός Ε.Κ. - Κ.Π. με το 33,7% και 100 έδρες και το ΠΑΜΕ με το 14,7% και μόλις 24 έδρες.

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων προκαλεί την έκρηξη των ηγετών του Κέντρου, που τα θεωρούν ως προϊόν βίας και νοθείας, τουλάχιστον ως προς το ποσοστό που έδινε την αυτοδυναμία στην ΕΡΕ. Παράλληλα, ανακοινώνεται η έναρξη του περίφημου «Ανένδοτου Αγώνα», ο οποίος αποσκοπεί στην ανατροπή της νέας κυβέρνησης Καραμανλή, μιας κυβέρνησης που θεωρείται από την αντιπολίτευση ως παράνομη και αντισυνταγματική.
Κατά τις εβδομάδες που ακολουθούν, η Ε.Κ. απέχει από κάθε δημόσια παρουσία που θα μπορούσε να «νομιμοποιήσει» την κυβέρνηση και για ένα διάστημα μάλιστα απέχει και από αυτές ακόμα τις συνεδριάσεις της Βουλής (τελικά θα επικρατήσουν πιο ψύχραιμες σκέψεις και θα επανέλθει). Στην πολεμική κατά της ΕΡΕ συμμετέχει και η ΕΔΑ, με ηπιότερους όμως τόνους.

Οι εκλογές του 1961 και ο Ανένδοτος Αγώνας καθόρισαν το κλίμα της πολιτικής ζωής μέχρι τη δικτατορία του 1967 και από την άποψη αυτή αποτέλεσαν μείζονα σταθμό της νεοελληνικής ιστορίας. Αδιευκρίνιστο έμεινε το ποσοστό κατά το οποίο αλλοιώθηκαν τα αποτελέσματα από τις παρατυπίες, καθώς και ο πραγματικός ρόλος των πρωταγωνιστών αυτής της ιστορίας. Γεγονός είναι ότι κύριος «χαμένος» εκείνων των εκλογών υπήρξε η ΕΔΑ, που έχασε τη θέση

8 Νοεμβρίου 1931: η ΑΕΚ κατακτά το πρώτο Κύπελλο Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, όταν νικά τον Αρη με 5-3 στον τελικό στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.


Στην 1η διοργάνωση του Κυπέλλου Ελλάδας 1931–32 μετείχαν συνολικά 17 ομάδες, προερχόμενες από τρεις μόνο ποδοσφαιρικές ενώσεις (6 από την Ε.Π.Σ.Α., 5 από την Ε.Π.Σ. Πειραιά και 6 από την Ε.Π.Σ.Μ). Στις δύο πρώτες φάσεις της διοργάνωσης, η κλήρωση των αγώνων είχε γίνει με τοπικά κριτήρια.

Νικήτρια της πρώτης διοργάνωσης αναδείχθηκε η ΑΕΚ, νικώντας στον τελικό που πραγματοποιήθηκε στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας τον Άρη με σκορ 5–3. Όλοι οι αγώνες έγιναν εντός του ημερολογιακού έτους 1931, πριν την διεξαγωγή των πρωταθλημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο ημιτελικοί (ΑΕΚ - ΠΑΟΚ και Απόλλων Αθηνών - Άρης), διεξήχθησαν διαδοχικά την ίδια μέρα στο ίδιο γήπεδο (Λεωφόρος Αλεξάνδρας), με κοινό εισιτήριο για τους θεατές.

Οι αγώνες

Προκριματικός γύρος
Ατρόμητος Αθ. - Αστέρας Αθ. 4–0
Άμυνα Πειραιά - Π. Φάληρο 7–1
Πειραϊκός - Γουδί 2–0 (α.α.)
Μελιτέας - Μ. Αλέξανδρος 3–0
Φάση των 16
ΑΕΚ - Πειραϊκός 2–0
Ολυμπιακός - Ατρόμητος Αθ. 4–1
Παναθηναϊκός - Άμυνα Πειρ. 6–1
Χωρίς αγώνα: Απόλλων Αθηνών
Χωρίς αγώνα: Εθνικός
ΠΑΟΚ - Μελιτέας 3–0
Ηρακλής - Θερμαϊκός 3–2 (παρ.)
Χωρίς αγώνα: Άρης
Προημιτελικοί
ΑΕΚ - Εθνικός 4–0
Ολυμπιακός - Απόλλων Αθ. 0–1
Άρης - Παναθηναϊκός 7–2
Ηρακλής - ΠΑΟΚ 2–3
 Ημιτελικοί
ΑΕΚ - ΠΑΟΚ 2–1
Απόλλων Αθηνών - Άρης 2–3
Τελικός
ΑΕΚ- Άρης 5-3

8 Νοεμβρίου 1923: ο Αδόλφος Χίτλερ πραγματοποιεί αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στο Μόναχο, το "πραξικόπημα της μπυραρίας".

ο Αδόλφος Χίτλερ

Ως «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» έμεινε στην ιστορία η προσπάθεια του Αδόλφου Χίτλερ να καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία το διήμερο 8 και 9 Νοεμβρίου 1923 . Το πραξικόπημα απέτυχε παταγωδώς, αλλά έκανε γνωστό τον εμπνευστή του, τόσο εντός, όσο και εκτός Γερμανίας.

Τη δεκαετία του '20 η πολιτική κατάσταση στη χώρα ήταν εύθραυστη, αν όχι χαοτική. Η λεγόμενη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» ήταν δέσμια των άκρων, με κύριο χαρακτηριστικό της την ακυβερνησία. Η Γερμανία ήταν η μεγάλη ηττημένη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και οι νικητές πίεζαν για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων, σε μία περίοδο που ο πληθωρισμός και η ανεργία «βασίλευαν». Τις τύχες της Γερμανίας διαφέντευε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Έμπερτ.

Ο πρώην λοχίας Άντολφ Χίτλερ ζούσε στο Μόναχο και ήταν επικεφαλής του ταχέως ανερχόμενου Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, που ήδη αριθμούσε 35.000 μέλη. Περιφερόταν από μπυραρία σε μπυραρία και στους λόγους του τόνιζε συνεχώς την προδοσία των πολιτικών στην ήττα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 ανακοίνωσε μια σειρά διαδηλώσεων για τις επόμενες μέρες, στις οποίες θα έπαιρναν μέρος και άλλες ακροδεξιές οργανώσεις της Βαυαρίας.

Η εξαγγελία του Χίτλερ θορύβησε τον συντηρητικό πρωθυπουργό της Βαυαρίας, Έουχεν Ρίτερ φον Νίλινγκ, ο οποίος κήρυξε το κρατίδιο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και διόρισε μία τριμελή επιτροπή από τοπικούς αξιωματούχους με έκτακτες εξουσίες. Την αποτελούσαν ο Γκούσταβ φον Καρ, ο Συνταγματάρχης της Αστυνομίας Χανς φον Ζάισερ και ο Στρατηγός Ότο φον Λόσοφ.

Ο Χίλερ και οι συνεργάτες του στο Κόμμα σχεδίαζαν να καταλάβουν την εξουσία πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια να βαδίσουν κατά του Βερολίνου. Πρότυπό του η Μεγάλη Πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ένα χρόνο νωρίτερα. Η ευκαιρία τούς δόθηκε το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1923 . Στη μεγάλη μπυραρία του Μονάχου με το όνομα «Μπιργκερμπροϊκέλερ» είχαν συγκεντρωθεί 3.000 επιφανείς πολίτες της Βαυαρίας για να ακούσουν μία ομιλία του Γκούσταβ φον Καρ. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν σχεδόν σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο του κρατιδίου, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Νίλιγκ.

Ο Χίτλερ, με 600 επίλεκτα μέλη του κόμματός τους, αιφνιδιάζει τους συγκεντρωμένους στις 8:30 το βράδυ. Εισβάλει στην μπυραρία με παρατεταμένο το πιστόλι του και πυροβολεί μια φορά προς την οροφή. Στη συνέχεια ανεβαίνει σε μια καρέκλα και κραυγάζει: «Η εθνική επανάσταση βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι κυβερνήσεις Βαυαρίας και Βερολίνου κατέρρευσαν. Σε λίγη ώρα θα σχηματίσουμε τη δική μας κυβέρνηση». Τον Χίτλερ πλαισίωναν ο Χέρμαν Γκέριγκ, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και ο Ρούντολφ Ες, ηγετικά στελέχη του Ναζισμού τα επόμενα χρόνια. Οι επιδρομείς κράτησαν ως ομήρους τους βαυαρούς πολιτικούς, ενώ ο Χίτλερ κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο της μπυραρίας τους Καρ, Ζάισερ και Λόσοφ και τους απείλησε ότι να δεν ενωθούν με τους πραξικοπηματίες θα τους εκτελέσει.

Οι τρεις αξιωματούχοι υπέκυψαν. Επιστρέφοντας στη μεγάλη αίθουσα, το ανακοίνωσαν στους 3.000 παρευρισκόμενους και εξεφώνησαν θερμούς λόγους υπέρ του Χίτλερ. Μόνο τότε τους επετράπη να φύγουν από την μπυραρία. Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο των εξεγερθέντων προσχώρησε ο στρατηγός Λούντεντορφ, ήρωας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που έδωσε κύρος στους σχεδόν αγνώστους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Αμέσως μετά, ο Χίτλερ εγκατέλειψε την μπυραρία για να επιβλέψει την εξέλιξη της επιχείρησης. Ήταν ένα στρατηγικό λάθος του, καθώς στις 10:30 το βράδυ ο Λούντεντορφ απελευθέρωσε τον Καρ και τους συνεργάτες του.

Εν τω μεταξύ, τα νέα στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ» έγιναν γνωστά στις αρχές. Τα ηνία της καταστολής ανέλαβε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Φραντς Ματ, συντηρητικός και πιστός καθολικός, ο μόνος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Βαυαρίας που δεν παρευρισκόταν στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ». Πιστές στον Ματ παρέμειναν οι δυνάμεις της αστυνομίας και του στρατού του Μονάχου, παρότι οι επικεφαλής τους είχαν ταχθεί υπέρ των πραξικοπηματιών.

Η κατάσταση παρέμεινε συγκεχυμένη όλο το βράδυ. Οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να καταλάβουν κυβερνητικά κτίρια και να εξοπλιστούν. Γύρω στις 3 το πρωί της 9ης Νοεμβρίου αναφέρθηκαν τα δύο πρώτα θύματα από πλευράς των εξεγερθέντων, όταν προσπάθησαν να επιτεθούν σε στρατώνα στο Μόναχο. Άλλα μέλη των παραστρατιωτικών ομάδων του Χίτλερ επιτέθηκαν και λεηλάτησαν σπίτια Εβραίων, σ' ένα πρελούδιο αυτών που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια.

Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς το μέρος των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Καρ ανακοίνωσε ότι η υποστήριξή του προς τους πραξικοπηματίες υπήρξε προϊόν βίας και ζήτησε τη νομιμοφροσύνη του κρατικού μηχανισμού. Ο Χίτλερ έβλεπε τα σχέδιά του να αποτυγχάνουν και έπεσε σε απόγνωση.

Σε μια κίνηση απελπισίας, ο Λούνεντορφ ρίχνει την ιδέα να καταλάβουν το Υπουργείο Αμύνης. 2000 άνδρες υπό τον Χίτλερ αναλαμβάνουν την επίθεση, αλλά αντιμετωπίζουν σθεναρή αντίσταση από τους υπερασπιστές του. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών χάνουν τη ζωή τους 14 πραξικοπηματίες και 4 στρατιώτες. Ο Χίτλερ και ο ο Γκέριγκ τραυματίζονται ελαφρά και προσπαθούν να διαφύγουν. Το πραξικόπημα έχει αποτύχει.

Το μεγαλύτερο λάθος του Χίτλερ ήταν ότι δεν διέταξε τις δυνάμεις του να καταλάβουν τον ραδιοφωνικό σταθμό του Μονάχου και την Τηλεγραφική Υπηρεσία. Αυτό είχε ως επακόλουθο η κεντρική κυβέρνηση του Βερολίνου να είναι ενήμερη των εξελίξεων και να δώσει τις κατάλληλες διαταγές για τη συντριβή του πραξικοπήματος.

Στις 12 Νοεμβρίου 1923 ο Αδόλφος Χίτλερ συνελήφθη και κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Πολλοί από τους συνεργάτες του διέφυγαν στην Αυστρία, ενώ ανεστάλη η κυκλοφορία της εφημερίδας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος «Λαϊκός Παρατηρητής».

Η δίκη των υπαιτίων για το Πραξικόπημα της Μπυραρίας έγινε στις 26 Φεβρουαρίου 1924. Ο Χίτλερ και ο Ες έπεσαν στα μαλακά και καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση 5 ετών έκαστος. Εξέτισαν μόλις οκτώ μήνες από την ποινή τους. Ο Χίτλερ πρόλαβε στο διάστημα αυτό να γράψει με τη βοήθεια του Ες το ιδεολογικό μανιφέστο του Ναζισμού «Ο Αγών μου» («Mein Kampf»).

Το αποτυχημένο Πραξικόπημα της Μπυραρίας άλλαξε την άποψη του Χίτλερ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Από εδώ και στο εξής θα προσπαθήσει να κερδίσει τις καρδιές των Γερμανών και να πετύχει τους στόχους του δια της νομίμου οδού.

8 Νοεμβρίου 1793: το Μουσείου του Λούβρου ανοίγει τις πόρτες του στο κοινό.

Το μουσείο του Λούβρου (γαλλικά: Musée du Louvre) είναι ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα μουσεία τέχνης στον κόσμο. Βρίσκεται στο κέντρο του Παρισιού και φιλοξενεί περίπου 35.000 μεγάλης αξίας εκθέματα που περιλαμβάνουν έργα της αρχαιότητας και της μεσαιωνικής τέχνης μέχρι το 1848. Οι μόνιμες συλλογές του μουσείου καταλαμβάνουν συνολικά μία έκταση περίπου 60.000 τετραγωνικών μέτρων.

Το κτίριο που στεγάζει το μουσείο κτίστηκε αρχικά ως φρούριο από το βασιλιά Φίλιππο Αύγουστο το 1190 και ο Κάρολος Ε΄ ήταν ο πρώτος ένοικός του. Τον 16ο αιώνα, ο Φραγκίσκος Α΄ το μετέτρεψε σε παλάτι και ξεκίνησε τη βασιλική συλλογή τέχνης με 12 πίνακες από την Ιταλία. Το 1793, το Λούβρο μετατράπηκε σε μουσείο με την πρώτη έκθεση της συλλογής αυτής. Αργότερα (1852-1857), ο Ναπολέων Γ' προχώρησε σε ριζική ανακαίνιση του Λούβρου. Η συλλογή του Λούβρου εμπλουτίστηκε σημαντικά το 1863, με την απόκτηση της συλλογής του μαρκησίου Campana, την οποία αποτελούσαν περίπου 11.500 αντικείμενα τέχνης, όπως πίνακες, γλυπτά αλλά και αντικείμενα ελληνικής και ετρουσκικής τέχνης. Το 1871 κάηκε (και τελικά κατεδαφίστηκε το 1882) το παρακείμενο παλάτι Tuilleries, μια καταστροφή που απείλησε και το ίδιο το Λούβρο. Η καταστροφή αυτή, όμως, σηματοδότησε την οριστική γένεση του Μουσείου, επειδή από τότε το κτίσμα σταμάτησε να αποτελεί κέντρο εξουσίας και αφιερώθηκε οριστικά στον πολιτισμό. Παρέμεινε στα κτίσματα του Λούβρου μόνο μια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ ο μουσειακός χαρακτήρας του κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Παράλληλα, τα εκθέματα συνεχώς εμπλουτίζονται, όπως συνέβη το 1888, οπότε και εκτέθηκαν τα ευρήματα του Γάλλου αρχαιολόγου Marcel Dieulafoy στα Σούσα του Ιραν. Το 1922 αρχίζει να λειτουργεί η πτέρυγα στην οποία εκτίθενται αντικείμενα Ισλαμικής τέχνης. Το 1926 ο τότε διευθυντής του Μουσείου Henri Verne συλλαμβάνει την ιδέα επέκτασης των χώρων έκθεσης του Μουσείου. Οι εργασίες άρχισαν το 1930 και συνεχίστηκαν και κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά τη λήξη του, οπότε και ολοκληρώθηκαν. Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του Πολέμου το Μουσείο εκκενώθηκε από τα εκθέματά του. Παρέμειναν σε αυτό μόνο τα πολύ βαρέα εκθέματα, τα οποία προστατεύθηκαν περιτυλισσόμενα με λινάτσες. Τα εκθέματα μεταφέρθηκαν κυρίως σε φρούρια (chateaux) της περιοχής του Λίγηρα (Loire). Αν και κενό, το Μουσείο άρχισε να υπολειτουργεί το 1940. Το 1945 οι ασιατικές συλλογές του Μουσείου μεταφέρονται στο Μουσείο Guimet, στα πλαίσια μιας αναδιοργάνωσης των χώρων έκθεσης των διαθέσιμων πολιτιστικών θησαυρών. Το 1961 αποχωρεί το Υπουργείου Οικονομικών, επεκτείνοντας έτσι τους χώρους του Μουσείου. Το 1964, με εντολή του υπουργού Πολιτισμού Αντρέ Μαλρώ (Andre Malraux) εκσκάπτεται μια (ξηρή) τάφρος γύρω από το Μουσείο. Η οριστική αποχώρηση του Υπουργείου, ωστόσο, γίνεται το 1981 με εντολή του Προέδρου Φρανσουά Μιττεράν (Francois Mitterrand), ο οποίος παρουσιάζει και το μεγάλο σχέδιο ανασυγκρότησής του ολοκληρωτικά πλέον ως Μουσείου. Η επιμέλεια ανανέωσής του ανατίθεται στον σινοαμερικανό αρχιτέκτονα Ieoh Ming Pei, στον οποίο ανήκει και η σχεδίαση της γυάλινης πυραμίδας που αποτελεί είσοδο στο Μουσείο σήμερα.