Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

11 Ιανουαρίου 1801: Με εντολή του Αλή Πασά, η κυρά Φροσύνη κι άλλες 16 Γιαννιώτισσες ρίχνονται στη Λίμνη των Ιωαννίνων και πνίγονται.


Η Κυρα-Φροσύνη (Ευφροσύνη Βασιλείου) ήταν ιστορικό πρόσωπο που τ' όνομά της συνδέθηκε με την ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ήταν σύζυγος του εμπόρου και προκρίτου των Ιωαννίνων Δημητρίου Βασιλείου και ανιψιά του μητροπολίτη Λάρισας και μετέπειτα Ιωαννίνων Γαβριήλ Γκάγκα.

Η Φροσύνη φημιζόταν για την ομορφιά της, το γένος της και τη μόρφωσή της. Επωφελούμενη της αποδημίας του συζύγου της στη Βενετία, άρχισε ν' αναζητά ερωτικούς συντρόφους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο γιος του Αλή Πασά Μουχτάρ, ο οποίος μάλιστα σ΄ ένδειξη μεγάλης ικανοποίησης από τον έρωτά της, της πρόσφερε το δακτυλίδι του, που του είχε κάνει δώρο η σύζυγός του. Κατά το χρόνο όμως που ο Μουχτάρ στάλθηκε από τον πατέρα του, κατά διαταγή του Σουλτάνου, εναντίον κάποιου αποστάτη στην Αδριανούπολη, η Φροσύνη αναγκάσθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών να πωλήσει το δακτυλίδι σε κάποιον χρυσοχόο της πόλης. Εκείνος με τη σειρά του προσπάθησε να το πωλήσει στη σύζυγο του Μουχτάρ. Έτσι αποκαλύφθηκε η όλη ιστορία που κατά τα οθωμανικά τότε έθιμα κρίθηκε μοιχεία με προβλεπόμενη ποινή αυτή του θανάτου.

Στη συνέχεια η σύζυγος του Μουχτάρ έσπευσε και ανήγγειλε στον πεθερό της Αλή πασά το γεγονός ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία της αντιζήλου της. Πράγματι ο Αλή Πασάς προκειμένου να μην εκθέσει άλλον στη εκδίκηση με την επάνοδο του Μουχτάρ μετέβη ο ίδιος νύκτα με συνοδεία στην οικία της Φροσύνης διατάζοντας τη μεταγωγή και τη φυλάκισή της. Την ίδια νύκτα συνελήφθησαν και 16 ακόμα γυναίκες των Ιωαννίνων για τις οποίες υπήρχαν στοιχεία για την ηθικά επιλήψιμη διαγωγή τους. Και για τις δεκαεπτά γυναίκες αποφασίσθηκε ο διά πνιγμού θάνατός τους στη λίμνη των Ιωαννίνων, με ταυτόχρονη σφράγιση των σπιτιών τους και δήμευση των περιουσιών τους. Μάλιστα τα δύο μικρά τέκνα της Φροσύνης εγκαταλείφθηκαν κυριολεκτικά στο δρόμο χωρίς να τολμά κανείς να τα πάρει σπίτι του, από φόβο προς τον Αλή.

Η απόφαση αυτή του Αλή Πασά εκτελέστηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1801. Όμως μία μέρα πριν την εκτέλεση, ο θείος της Φροσύνης, Μητροπολίτης Γαβριήλ, προσπάθησε με πλούσια δώρα να ζητήσει τη συγχώρεση της Φροσύνης από τον Αλή Πασά, εκείνος το μόνο που δέχθηκε ήταν να επιτρέψει την προστασία των παιδιών της Φροσύνης από τον ίδιο τον Μητροπολίτη προκειμένου να τύχουν ηθικής ανατροφής.

Όταν τα πτώματα της Φροσύνης και των άλλων 16 γυναικών εκβράστηκαν στην ακτή παραλήφθηκαν και κηδεύτηκαν, ενώ το πτώμα της Φροσύνης θάφτηκε στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Η δε τοπική Μητρόπολη έσπευσε μάλιστα με επικήδειες τιμές να αναγορεύσει τα λείψανα αυτών σε "καλλιμάρτυρες". Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ίσως την προσπάθεια που κατέβαλε ο τότε Μητροπολίτης προκειμένου οι γυναίκες αυτές και προ πάντων η Φροσύνη να θεωρηθούν θύματα του τυράννου και όχι κατάδικοι ηθικής παρανομίας και να τύχουν συμπάθειας από το λαό.

Σημειώνεται πως, αργότερα, επί των πρώτων κυβερνήσεων του υπό ανάδειξη ελληνικού κράτους, ο Μητροπολίτης Γαβριήλ προσπάθησε να αναδείξει τη Φροσύνη και ως ηρωίδα της Επανάστασης.

Η ιστορία αυτή ενέπνευσε αφενός τη δημοτική μούσα, αφετέρου και τους Έλληνες λογοτέχνες όπως τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος έγραψε το 1859 ένα ποίημα αφιερωμένο σε αυτήν, επί του οποίου και βασίσθηκε ο Ζακυνθινός μουσουργός Παύλος Καρέρ και έγραψε ομώνυμη όπερα. Ενέπνευσε επίσης τον Α. Ραγκαβή και τον Σωτήρη Σκίπη, όπου στο ποίημα του τελευταίου βασίσθηκε ο Θεόδωρος Σπάθης αφήνοντας ημιτελή ομώνυμη επίσης όπερα. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:
Τραβάει αγέρας και βοριάς που κυματάει η λίμνηνα βγάλει τες αρχόντισσες και την Κυρα-Φροσύνη.
-Φροσύν΄, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου,σε κλαίν΄ όλα τα Γιάννινα διά την ομορφιά σου.
-Φροσύν΄, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι,σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με το τσεβρέ στο χέρι.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

10 Ιανουαρίου 1965: Ο Νίκος Γιούτσος κάνει ντεμπούτο σε αγώνα του Ολυμπιακού απέναντι στον Παναθηναϊκό. Το "Έμπαινε Γιούτσο!" έχει ως αναφορά αυτόν.

Ο Νίκος Γιούτσος είναι παλαίμαχος ποδοσφαιριστής. Γεννήθηκε το 1941στην Ουγγαρία απο Έλληνες μετανάστες. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο απο την Τσέπελ και το 1965 τον απέκτησε ο Ολυμπιακός. Σταμάτησε το ποδόσφαιρο το 1975. Χαρακτηριστικό έχει μείνει το σύνθημα των φιλάθλων του Ολυμπιακού : "Έμπαινε Γιούτσο!". Φόρεσε 15 φορές την φανέλα της Εθνικής Ελλάδας και σημείωσε 6 γκολ.

Τίτλοι
Πρωταθλήματα Ελλάδας:1966,1967,1973,1974 και 1975
Κύπελλα Ελλάδας:1964,1968,1971,1973 και 1975

10 Ιανουαρίου 1929: Ο βέλγος σκιτσογράφος Ζορζ Ρεμί, γνωστότερος ως Ερζέ, δημιουργεί τον χάρτινο ήρωα Τεντέν.

Ο Τεντέν (Tintin) είναι ήρωας της ομώνυμης σειράς κόμικς του Ερζέ (Hergé, πραγματικό όνομα Ζωρζ Ρεμί). Οι περιπέτειες του (Οι περιπέτειες του Τεντέν, Les Aventures de Tintin) άρχισαν να δημοσιεύονται στις 10 Ιανουαρίου του 1929 στο παιδικό ένθετο Le Petit Vingtième της εφημερίδας Le XXe Siècle (Ο 20ός αιώνας) και συνέχισε εκεί μέχρι τις 11 Μαΐου του 1930. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι περιπέτειες του μεταφέρθηκαν στη Βελγική εφημερίδα Le Soir (πρώτη εμφάνιση στις 17 Οκτωβρίου 1940), στην οποία δούλευε ο Ερζέ, ενώ από τις 26 Σεπτεμβρίου 1946 άρχισε στο Βέλγιο η έκδοση του εβδομαδιαίου περιοδικού Τεντέν (γαλλική έκδοση: Le journal de Tintin, ολλανδόφωνη έκδοση: Kuifje) από την εκδοτική εταιρεία του Raymond Leblanc, η οποία συνέχισε μέχρι το 1993.
Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα κόμικς παγκοσμίως, με περισσότερες από διακόσια εκατομμύρια πωλήσεις, ενώ έχει μεταφραστεί σε 58 γλώσσες. Έχουν κυκλοφορήσει συνολικά 24 τεύχη, το τελευταίο από τα οποία κυκλοφόρησε το 1983. Επίσης, έχουν γυριστεί τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες.
Ο Τεντέν είναι ένας Βέλγος δημοσιογράφος, ο οποίος συνέχεια εμπλέκεται σε περίεργες και παράξενες περιπέτειες. Οι φίλοι και οι συνεργάτες του είναι οι ντετέκτιβς Ντυπόν και Ντιπόν, ο Καπετάνιος Χάντοκ, ο καθηγητής Τρύφων Τουρνεζόλ και ο πιστός του σκύλος Μιλού.

10 Ιανουαρίου 1994: ξεκινάει η δίκη της Λορένα Μπόμπιτ, με την κατηγορία του ακρωτηριασμού του πέους του συζύγου της.

Η Λορένα Μπόμπιτ (Lorena Bobbit) ήταν μια γυναίκα η ιστορία της οποίας συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, μαζί με τον άνδρα της, Τζόν Μπόμπιτ (John Bobbit), ήταν ένα παντρεμένο ζευγάρι που η δυσκολία στη σχέση τους έγινε η αιτία για ένα πρωτοφανές περιστατικό, που έλαβε χώρα το 1993 και τους έκανε παγκοσμίως γνωστούς.
 Το βράδυ της 23ής ιουνίου του 1993, ο νεαρός τότε άνδρας (26χρονος) της Λορένας Μπόμπιτ, Τζόν Μπόμπιτ, γύρισε στο σπίτι αργά το βράδυ και μεθυσμένος, μετά απο ένα πάρτυ στο οποίο ειχε παρευρεθεί. Το ζευγάρι είχε ερωτευτεί και είχε παντρευτεί το 1989, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στην σχέση τους. Σύμφωνα με την μετέπειτα μαρτυρία της Λορένας Μπόμπιτ στο δικαστήριο, ο νεαρός σύζυγός εκείνο το βράδυ την βίασε. Αγανακτισμένη η νεαρή του έκοψε τα γεννετικά όργανα με ένα μαχαίρι και στη συνέχεια τα πέταξε σε ένα χωράφι. Στην ακροαματική διαδικασία όμως αποδείχτηκε ότι τα κίνητρα της ήταν άλλα. Τον ευνούχισε επειδή δεν ανταποκρίνονταν στα.. συζυγικά του καθήκοντα.

Ο Μπόμπιτ υπεβλήθει σε χειρουργική αποκατάσταση και πλέον ο ίδιος αφού χώρισε κάνει καριέρα σαν πορνοστάρ.

10 Ιανουαρίου 1989: νέα δολοφονική απόπειρα εκδηλώνεται από τη τρομοκρατική οργάνωση 17Ν εναντίον του εισαγγελέα Κώστα Ανδρουλιδάκη, ο οποίος πυροβολείται εξ επαφής στα πόδια από δύο αγνώστους.

Την Τρίτη 10 Ιανουαρίου 1989, στις 8.10 το πρωί, πυροβολείται στα πόδια και τραυματίζεται ο εισαγγελέας Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης, λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι του στου Ζωγράφου. Ο εισαγγελέας πέθανε τελικά από επιπλοκές των τραυμάτων του, ύστερα από νοσηλεία ενός μηνός, στις 10.2.1989, αφού πρώτα οι γιατροί είχαν ακρωτηριάσει και τα δυο του πόδια. Η οικογένειά του κατηγόρησε και τους γιατρούς για τον θάνατό του. Τι έλεγε η 17Ν

Η 17Ν απέστειλε στον Τύπο, μετά και τη δολοφονική επίθεση εναντίον του εισαγγελέα Ταρασουλέα , προκήρυξη με ημερομηνία 22.12.1988. Σε αυτήν κατηγορούσε τον εισαγγελέα Ανδρουλιδάκη ότι είχε εισηγηθεί την απαλλαγή της οικογένειας Τσάτσου, ιδιοκτήτριας της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ «Ηρακλής», για σκάνδαλα στην εν λόγω βιομηχανία. Σε δεύτερη προκήρυξή της, που απεστάλη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 3.2.1989, η 17Ν επέκρινε το δημόσιο σύστημα υγείας, λέγοντας ότι «αν είχε παρασχεθεί στον Ανδρουλιδάκη η κατάλληλη ιατρική περίθαλψη, θα πήγαινε σπίτι του σε τέσσερις-πέντε μέρες». Σήμερα

Η Αστυνομία διαθέτει την ομολογία του Βασίλη Τζωρτζάτου, ο οποίος στην προανακριτική του απολογία ομολόγησε τη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη ενέργεια. Επίσης, από την κατάθεσή του προκύπτει ότι συμμετείχαν ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Αλέκος Γιωτόπουλος, οι οποίοι έκαναν και την πρόταση. «Τον Ιανουάριο του 1989 συναντηθήκαμε εγώ, ο "Λουκάς" (σ.σ.: Κουφοντίνας) και ο "Λάμπρος" (σ.σ.: Γιωτόπουλος) σε καφενείο της περιοχής Κυψέλης και ύστερα από πρότασή τους αποφασίσαμε να τραυματίσουμε στα πόδια τον εισαγγελέα Ανδρουλιδάκη, γιατί ήταν στυγνός εισαγγελέας και για παραδειγματισμό των υπολοίπων.  Τον εισαγγελέα πυροβόλησε στα πόδια ο "Λουκάς" τρεις-τέσσερις φορές τραυματίζοντάς τον και εγώ βρισκόμουν λίγα μέτρα πίσω από τον "Λουκά" για κάλυψη». Ακόμη, η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι τη συμμετοχή του ομολόγησε και ο Κωνσταντίνος Τέλιος.

Επίσης, την Παρασκευή 12.7.2002 η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι βρέθηκε στη γιάφκα της οδού Πάτμου 84 το 38άρι περίστροφο με το οποίο είχε δολοφονηθεί ο εισαγγελέας Ανδρουλιδάκης. 33. Απόπειρα δολοφονίας Παναγιώτη Ταρασουλέα

πηγη: http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=144458

10 Ιανουαρίου 1979: ο ανεξάρτητος βουλευτής Ιωάννης Πεσματζόγλου αναγγέλλει την ίδρυση του Ελληνικού Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. (ΚΟΔΗΣΟ)

Το Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΚΟΔΗΣΟ) ήταν ελληνικό πολιτικό κόμμα, από τα μετριοπαθή κεντρώα κόμματα της μεταπολίτευσης. Δραστηριοποιήθηκε τη δεκαετία 1979 - 1989.

Ιστορικό
Το ΚΟΔΗΣΟ ιδρύθηκε στις αρχές του 1979 από στελέχη κυρίως προερχόμενα από τη διάσπαση της ΕΔΗΚ που είχε προηγηθεί το 1978, με πρώτο πρόεδρο τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου. Δεδομένου ότι κάποια από αυτά τα στελέχη είχαν ήδη εκλεγεί βουλευτές στις εκλογές του 1977, το νεοσυσταθέν κόμμα είχε αυτομάτως και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Παρουσία στις εκλογές
Μετείχε για πρώτη φορά στις εκλογές του 1981 σε κοινή κάθοδο με το Κόμμα Αγροτών και Εργαζομένων (ΚΑΕ) του Αλέξανδρου Μπαλτατζή (41.126 ψήφοι, 0,72% και καμία έδρα), ενώ στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν ταυτόχρονα έλαβε 241.666 ψήφους (4,26%) και μία έδρα για τον πρόεδρο Γιάγκο Πεσμαζόγλου.
Ακολούθησε η κάθοδος στις ευρωεκλογές του 1984, όπου όμως ήρθε μία εκλογική ήττα (47.389 ψήφοι, 0,80% και καμία έδρα), πράγμα που οδήγησε τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου σε παραίτηση από την προεδρία και στη συνέχεια σε αποχώρηση από το κόμμα. Τον διαδέχθηκε ο ως τότε γραμματέας του κόμματος Μπάμπης Πρωτοπαπάς (μερικά χρόνια νωρίτερα ο ίδιος είχε υπάρξει στέλεχος της Αριστερής Συμμαχίας).

Η επόμενη μέρα
Η αποχώρηση του Γιάγκου Πεσμαζόγλου (ο οποίος αργότερα συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία) καθώς και οι αποχωρήσεις κι άλλων στελεχών που είχαν προηγηθεί (ανάμεσά τους οι Βιργινία Τσουδερού και Σωτήρης Κούβελας, μετέπειτα υπουργοί στην κυβέρνηση Μητσοτάκη), οδήγησαν το κόμμα στην απόφαση να μην κατέλθει αυτόνομα στις εκλογές του 1985, αλλά να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία και να εξασφαλιστεί μία έδρα για τον πρόεδρο του κόμματος.
Το 1985 άλλαξε το σύμβολο του κόμματος, καθώς υιοθετήθηκε το σήμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας (ως τότε το έμβλημα ήταν ένα χελιδόνι), ενώ το κόμμα οδηγήθηκε στη συνέχεια σε μια πιο αριστερή κατεύθυνση, με αποτέλεσμα το ΚΟΔΗΣΟ να είναι ένα από τα κόμματα που μαζί με το ΚΚΕ, την Ελληνική Αριστερά, την ΕΔΑ και άλλους σχηματισμούς να δημιουργήσουν το 1989 τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου. Η ενσωμάτωσή του σ' αυτόν, σήμανε και την αναστολή της λειτουργίας του.

10 Ιανουαρίου 1971: πεθαίνει η Γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας Γκαμπριέλ "Κοκό" Σανέλ, με καθοριστική επιρροή στη γυναικεία ενδυμασία του 20ου αιώνα.

Η Κοκό Σανέλ (Coco Chanel, ψευδώνυμο της Γαλλίδας Γκαμπριέλ Σανέλ, γαλλ.Gabrielle Bonheur Chanel) ήταν μια από τις διασημότερες σχεδιάστριες μόδας του 20ού αιώνα (19 Αυγούστου 1883 - 10 Ιανουαρίου 1971). Το 1909 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι, με γυναικεία καπέλα. Ίδρυσε ομώνυμο οίκο μόδας που παραμένει στην επικαιρότητα μέχρι σήμερα. Το 1923 δημιούργησε το άρωμα "Σανέλ № 5" και εφηύρε το μικρό μαύρο φόρεμα.
Μόνο το όνομά της είναι αρκετό για να οριστεί ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα ταγέρ, μία ατζέντα, ένα άρωμα, ένα κόσμημα, μία ολόκληρη εμφάνιση. Προσδίδει prestige, ποιότητα, άμεμπτο γούστο και αλάνθαστο στυλ. Είναι μια υπογραφή αρτιότητας. Η Coco Chanel είχε ελάχιστη υπομονή και πολύ ταλέντο. Δε θα μπορούσε να καταφέρει τίποτα λιγότερο. Η Gabrielle Bonheur "Coco" Chanel (19 Αυγούστου 1883 – 10 Ιανουαρίου 1971) ήταν πρωτοποριακή γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας, της οποίας η μοντέρνα και νεωτεριστική φιλοσοφία, οι εμπνευσμένες γυναικείες μόδες - από τις αντρικές - και η αναζήτηση της πολυτελούς απλότητας, την έκαναν αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη φιγούρα στην ιστορία της μόδας του 20ου αιώνα. Η επιρροή της στην υψηλή ραπτική ήταν τόση, (μέχρι το θάνατό της, στα 87 της, η γαλλίδα σχεδιάστρια κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό της ως το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό ρυθμιστή της μόδας του 20ού αιώνα), που ήταν το μόνο πρόσωπο στον τομέα της που αναφερόταν στο περιοδικό TIME, ανάμεσα στους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον 20ό αιώνα.
Μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, στην πραγματικότητα, ίσως η πρώτη γυναίκα στο κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών. Η φήμη της Chanel και το ύφος της, παρέμειναν περισσότερο από τη ζωή της. Η Chanel, βέβαια, δεν θα προσδιόριζε ποτέ τον εαυτό της ως φεμινίστρια, στην πραγματικότητα περισσότερο μιλούσε για θηλυκότητα παρά για φεμινισμό, παρόλα αυτά η δουλειά της είναι αδιαμφισβήτητα μέρος της απελευθέρωσης των γυναικών. Στάθηκε σωσίβια λέμβος για τις γυναίκες, όχι μία, αλλά δύο φορες, κατά τη διάρκεια δυο ξεκάθαρα διαφορετικών περιόδων, που χώριζαν πολλές δεκαετίες: τη δεκαετία του 1920 και τη δεκαετία του 1950. Όχι μόνο έκανε αποδεκτά νέα στυλ και υφάσματα, αλλά έκανε μόδα την ανάγκη και την απροκάλυπτη ανυπακοή. Επειδή δεν άντεχε οικονομικά τα μοδάτα ρούχα της περιόδου, τα απέρριψε και έφτειαξε δικά της, χρησιμοποιώντας σπορ jackets και γραβάτες, που μόνο οι άντρες φορούσαν στην καθημερινότητά τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι συσχετίστηκε με το μοντἐρνο κίνημα συμπεριλαμβανομένων των Ντιάγκιλεφ, Πικάσο, Στραβίνσκι και Κοκτώ. Όπως αυτοί οι καλλιτέχνες, έτσι και η ίδια ήταν αποφασισμένη να σπάσει τους παλαιούς κώδικες και να βρει ένα τρόπο να εκφράσει τον εαυτό της. Ο Κοκτώ κάποτε είπε γι’ αυτήν ότι «ήταν κάτι σαν θαύμα, δούλεψε στον κόσμο της μόδας με κανόνες οι οποίοι είχαν αξία μόνο για τους ζωγράφους, τους ποιητές και τους μουσικούς».
Οι καινοτομίες της είναι βασικά κομμάτια της γκαρνταρόμπας πολλών γενεών γυναικών: τα jersey ταγέρ και φορέματα, τα ντραπέ τουρμπάνια, τα πουκάμισα, οι πλισέ φούστες, τα γυναικεία πουλόβερ, οι μπλούζες χωρίς γιακά, τα τουίντ (πλεχτά) ταγέρ, τα blazer, οι δίχρωμες (μπεζ με μαύρη μύτη) γόβες χωρίς φτέρνα, τα strapless φορέματα, οι καμπαρντίνες... Δημιούργησε, επίσης, το μικρο μαὐρο φόρεμα, τη ζώνη-αλυσιδα, το άρωμα № 5, το total look, τα κοσμήματα στα ρούχα, το κασμιρένιο κάρντιγκαν, την καπιτονέ τσάντα με την αλυσίδα, τις γυναικείες πυτζάμες (τις οποίες κατόρθωσε να κάνει και κοινωνικά αποδεκτές), το unisex στυλ, το gypsy look και τα γυναικεία παντελὀνια, ενώ, επίσης, αυτή ήταν που καθιέρωσε το μαὐρισμα και τα κοντἀ μαλλιά στις γυναίκες.
Η σχεδιάστρια χρησιμοποίησε, επίσης, τα ζωηρά χρώματα και τα θηλυκά τυπωμένα σιφόν στα σχέδιά της που αφορούσαν την πρωινή ενδυση. Τα βραδινά της σύνολα ακολούθησαν τη μακριά και λεπτή γραμμή για την οποία η σχεδιάστρια ήταν γνωστή, αλλά και το ενσωματωμένο τούλι, τη δαντέλλα, και τα διακοσμητικά στοιχεία που μαλακώνουν και κάνουν ρομαντικότερο το ένδυμα.
Τα γεγονότα της ζωής της Coco Chanel δείχνουν ότι αναγνώρισε από νωρίς, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, ότι η κοινωνία και η μόδα συνδέονται άμεσα και περίπλοκα μεταξύ τους. Τα παθιασμένα ενδιαφέροντα της σχεδιάστριας ενέπνευσαν τις μόδες της. Το διαμέρισμά της και ο ιματισμός της ακολουθούσαν την αγαπημένη της χρωματική παλέτα, σκιές του μπεζ, του μαύρου και του λευκού. Αντικείμενα από τη συλλογή τέχνης της και τα θεατρικά ενδιαφέροντά της, της παρείχαν την κατάλληλη έμπνευση για τα θέματα των collections της. Όταν η Chanel παρευρέθηκε σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων, ντύθηκε σαν μια φιγούρα από πίνακα του Βατώ (Watteau) και αργότερα ξαναδούλεψε αυτό το κοστούμι και το μετέτρεψε σε γυναικείο κοστούμι.
Η Chanel, επίσης, εμπνεόταν για τις δημιουργίες της από την καθημερινότητα και την προσωπική της ζωή. Κατά τη διάρκεια του δεσμού της με τον Etienne Balsan εμπνεύστηκε τα σύνολα ιππασίας, ενώ η συμβίωσή της με το δούκα του Γουέστμινστερ, την οδήγησε σε μια αγγλική περίοδο - που κατόρθωσε να την εισάγει στους κλειστούς υψηλους κύκλους της κοινωνίας. Η συνεχής ανάγκη για υψηλή ραπτική και τα χρήματα για τη χρηματοδότησή της, βρίσκονταν εκεί στις αίθουσες χορού και στα σαλόνια του Παρισιού. Και η αυξανόμενη φήμη της Chanel ως πρωτοποριακής σχεδιάστριας, ενδυνάμωσε την επιθυμία της υψηλής κοινωνίας να την συμπεριλάβει στους κύκλους της. Η κοινωνία, άλλωστε, πάντα αγαπά να βρίσκεται κοντά στην δημιουργικότητα.
«Δεν μπήκα στην κοινωνία αυτή επειδή έπρεπε να σχεδιάσω ρούχα. Σχεδίασα ρούχα, ακριβώς επειδή μπήκα στην κοινωνία αυτή. Επειδή ήμουν η πρώτη που έζησε τη ζωή αυτού του αιώνα» είχε πει η ίδια η Chanel.
Αργότερα, προσέλαβε ρώσους μετανάστες από τον φιλικό της κύκλο, για να εργαστούν στο εργαστήριο κεντήματός της, δημιουργώντας, έτσι, σχέδια που μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της. Γνωστή για την ανηλεή τελειομανία της, είτε στο σχέδιο, είτε στην εφαρμογή, αλλά και για τις ισχυρές απόψεις της σε κάθε θέμα γούστου, η Chanel δημιούργησε τα ρούχα της έχοντας ως αρχή την προσωπική της πεποίθηση.
Το κοφτερό μυαλό της φαίνεται σε κάθε δημιουργία της. Από τη χρήση των logos, μέχρι τη βαθιά κατανόηση της δύναμης της προσωπικότητας και των πακέτων συσκευασίας. Ακόμα, για τη Chanel ήταν πολύ σημαντικό το να αντιγράφεται.
Η Coco Chanel δεν ήταν απλά μπροστά από την εποχή της. Ήταν μπροστά από τον ίδιο της τον εαυτό. Εάν κάποιος κοιτάξει τις δουλειές των σύγχρονων σχεδιαστών μόδας, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, όπως οι Tom Ford, Helmut Lang, Miuccia Prada, Jil Sander και Donatella Versace, βλέπει ότι πολλές δημιουργίες τους αντανακλούν τις δικές της δημιουργίες. Αποδεικνύεται, δηλαδή, πως το γούστο της και η αίσθηση του στυλ που διέθετε, υπερπηδούν τη μόδα του σήμερα.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

08 Ιανουαρίου 1935: γεννιέται ο Έλβις Πρίσλεϊ, αμερικανός τραγουδιστής, ο «βασιλιάς» του rock 'n' roll.

Ο Έλβις Άαρον Πρέσλυ (η ορθή προφορά στ' Αγγλικά, στα Ελληνικά αποδίδεται ως Έλβις Άαρον Πρήσλεϋ) (αγγλικά : Elvis Aaron Presley)(8 Ιανουαρίου 1935 - 16 Αυγούστου 1977) γεννήθηκε στο Τουπέλο του Μισισίπι. Γνωστός και με το προσωνύμιο "Βασιλιάς της Ροκ εν Ρολ" και "Βασιλιάς" (αγγ. "The King"), ήταν τραγουδιστής, μουσικός και ηθοποιός ενώ θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες των τελευταίων 50 ετών.
Ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική rockabilly για την εταιρεία Sun Studios, με πολλά κομμάτια ρυθμικής μπλουζ, γκόσπελ (gospel) και Κάντρι, ενώ ο συνδυασμός όλων αυτών των οδήγησε προς την καθαρή μουσική Ροκ εν ρολ. Επιτυχία γνώρισε όμως και με μπαλάντες αλλά και με κομμάτια κάντρι, μπλουζ, ποπ, φολκ, αγγίζοντας κάποιες στιγμές ακόμη και τη τζαζ. Μπορούσε να ερμηνεύσει πολλά είδη μουσικής, πάντα με την ίδια επιτυχία, χάρη στην ευέλικτη φωνή του.
Ο Έλβις Πρίσλεϊ κυκλοφόρησε 75 άλμπουμ από το 1956 ως το 1977. Υπολογίζεται πως μέχρι σήμερα έχουν πουληθεί πάνω από 1 δισεκατομμύριο αντίτυπα, περισσότερα από κάθε άλλο καλλιτέχνη. Πολλά από αυτά έγιναν χρυσά ή πλατινένια, ακόμη και περισσότερες από μια φορές. Εκτός αυτών, τιμήθηκε με 14 υποψηφιότητες για βραβείο Γκράμι, εκ των οποίων τρεις φορές ήταν νικητής. Στην ηλικία των 36 ετών τιμήθηκε με το Grammy Lifetime Achievement Award για το σύνολο της καριέρας του.
Εκτός από την καριέρα του στη μουσική, ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε και σε 33 κινηματογραφικές ταινίες. Αν και δεν είχαν καλή υποδοχή από τους κριτικούς, ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρες. Ακόμη, ιστορικές έχουν μείνει οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του και τα ειδικά αφιερώματα.
Πέθανε πρόωρα το 1977 σε ηλικία 42 ετών από καρδιακή αρρυθμία, κυρίως λόγω της κακής διατροφής, των εξαντλητικών ωραρίων αλλά και των φαρμάκων που χρησιμοποιούσε σε μεγάλες ποσότητες. Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο του, υπήρξε σύγχυση, ακόμη και φημολογία πως ο Πρίσλεϊ ζει έως και σήμερα.

Πρώτα χρόνια
Ο Έλβις γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στις 4:35 π.μ. στο Iστ Τουπέλο του Μισισίπι, σε ένα σπίτι που αριθμούσε δύο δωμάτια. Γονείς του ήταν οι Βέρνον Πρίσλεϊ και Γκλάντυς Λαβ Σμιθ, οι οποίοι, όπως πολλοί περιγράφουν, ήταν πολύ προστατευτικοί προς αυτόν, ενώ ο ίδιος είχε μια ασυνήθιστα στενή σχέση με τη μητέρα του. Ο δίδυμος αδερφός του, Τζέσυ Γκάρον, πέθανε κατά τη γέννα, αφήνοντας έτσι τον Έλβις να ζήσει ως μοναχοπαίδι. Ο Έλβις, στη μνήμη του πρόωρα χαμένου αδελφού του, χρησιμοποιούσε ως μεσαίο όνομα το Άρον αντί του Ααρόν που ήταν και το κανονικό.
Το 1941, ο Έλβις ξεκίνησε το σχολείο. Οι συμμαθητές του τον πείραζαν συνεχώς καθώς έδειχνε ξένος σε σχέση με αυτούς. Σύμφωνα με τους καθηγητές του, ήταν καλό παιδί και μέτριος μαθητής. Το 1945 ο Έλβις αποκτά την πρώτη του κιθάρα η οποία ήταν μεταχειρισμένη. Εν έτει 1946, ο Πρίσλεϊ αλλάζει σχολείο, αλλά το 1948 η οικογένεια μετακομίζει στο Μέμφις του Τενεσί, όπου και πάλι έμειναν σε φτωχικές γειτονιές. Ο νεαρός Έλβις πήγαινε στις Συνάξεις του Θεού και εκεί επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη μπλουζ μουσική αλλά και από την γκόσπε. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1953, ο Πρίσλεϊ έκανε διάφορες δουλειές όπως οδηγός φορτηγού, ενώ δούλεψε και σε συνεργείο.

Το ξεκίνημα στη μουσική
Στις 18 Ιουλίου 1953, ο Πρίσλεϊ πληρώνει $3,25 για να ηχογραφήσει ένα δίσκο στη Sun Studios με τα τραγούδια My Happiness και That's When Your Heartaches Begin. Ο Πρίσλεϊ έδωσε αυτό το δίσκο στη μητέρα του, ως δώρο για τα γενέθλια της. Επέστρεψε στη Sun Studios στις 4 Ιανουαρίου 1954 και πλήρωσε $8,25 για να ηχογραφήσει ένα δεύτερο δίσκο με τα τραγούδια I'll Never Stand in Your Way και It Wouldn't Be the Same Without You. Ο ιδρυτής του μικρού στούντιο ηχογραφήσεων, Σαμ Φίλιπς, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει καλλιτέχνες όπως οι Howlin' Wolf, Τζέιμς Κότον, B. B. King και Little Milton, έψαχνε για έναν λευκό με νέγρικο ήχο και συναίσθημα. Ο Πρίσλεϊ εμφανίστηκε στην κατάλληλη χρονική στιγμή, οπότε στις 26 Ιουνίου 1954 αυτός και η συνεργάτης του, Μάριον Κέιστερ, τον καλούν στο στούντιο για ένα δοκιμαστικό.
Ο Έλβις έπαιξε με τους Σκοτ Μουρ και Μπιλ Μπλακ (μετέπειτα ,the jordanaires) αλλά αρχικά το δοκιμαστικό κρίθηκε αποτυχημένο. Κατά τη διάρκεια μιας πρόβας όμως πάνω στο τραγούδι That's All Right, ο Φίλιπς έκρινε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό και στις 19 Ιουλίου 1954 το έδωσε στην κυκλοφορία. Ο δίσκος έγινε επιτυχία και η φήμη του Πρίσλεϊ άρχισε να εξαπλώνεται, παρά τις όποιες διαμαρτυρίες υπήρξαν γύρω από τη μουσική του. Το δεύτερο σινγκλ του με τα Good Rockin' Tonight και I Don't Care if the Sun Don't Shine κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1954. Η καριέρα του αρχίζει να παίρνει εθνικές διαστάσεις, όταν στις 28 Ιανουαρίου 1956 μαζί με τους Μουρ, Μπλακ και D.J. Fontana έκαναν την πρώτη τους τηλεοπτική εμφάνιση στην εκπομπή Stage Show, σε μια σειρά οκτώ παραστάσεων.

Ο Πρίσλεϊ και ο Τομ Πάρκερ
Ιστορική στιγμή για την καριέρα και την πορεία του Έλβις στάθηκε η γνωριμία του με τον Τομ Πάρκερ (γνωστό και ως "συνταγματάρχη" - en. "Colonel"), ο οποίος πήρε και τον πλήρη έλεγχο της καριέρας του. Ο Πάρκερ μετέφερε τον Πρίσλεϊ από την Sun Studios στην RCA Records στις 25 Νοεμβρίου 1955, εξαγοράζοντας το συμβόλαιο του με τη Sun για $35,000. Το πρώτο σινγκλ του Έλβις για την RCA, Heartbreak Hotel πούλησε πολύ γρήγορα ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
Ο Πάρκερ ήταν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά του και έκανε τα πάντα για να προωθήσει ακόμη περισσότερο τον Πρίσλεϊ, κλείνοντας μια σειρά από τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ακόμη, έκλεισε στον Έλβις επταετές συμβόλαιο με κινηματογραφικό στούντιο, κάτι που οδήγησε στην παραμέληση της μουσικής καριέρας του για συμμετοχή σε ταινίες. Αυτές συνήθως ήταν μιούζικαλ και σημάδεψαν τη μεταμόρφωση του Πρίσλεϊ από ένα επαναστάτη Ρόκερ σε διασκεδαστή για όλη την οικογένεια. Ο Πρίσλεϊ ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα με την ταινία Love Me Tender ενώ κάποιες από τις καλύτερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε θεωρούνται τα Jailhouse Rock και King Creole.
Η επιτυχία του Πρίσλεϊ οδήγησε τον ίδιο και τον Πάρκερ να μοιράζονται τα κέρδη ισόποσα. Με τα χρόνια, πολλά γράφτηκαν και ακούστηκαν για τον Τομ Πάρκερ, τα περισσότερα από αυτά επικριτικά.

Στρατιωτική Θητεία
Στις 20 Δεκεμβρίου 1957 ο Πρίσλεϊ λαμβάνει το φύλλο πορείας του για την υποχρεωτική θητεία του στον αμερικανικό στρατό. Στις 24 Μαρτίου του 1958 παρουσιάστηκε κανονικά στη μονάδα του στο Φρίεντμπεργκ της Γερμανίας. Κατά την παραμονή του στα γερμανικά εδάφη γνώρισε την 14χρονη Πρισίλα Μπολιέ, την κοπέλα που αργότερα θα παντρευόταν. Ο Έλβις Πρίσλεϊ επέστρεψε στις Η.Π.Α. για να αποστρατευθεί αναχωρών από τη Φραγκφούρτη. Προσγειώθηκε στις 2 Μαρτίου του 1960 στο Νιου Τζέρσεϊ και μερικές μέρες αργότερα του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του λοχία. Ο μάνατζέρ του δήλωσε ότι ο τραγουδιστής υπολογίζεται να εισπράξει, στο τρέχον έτος, 850.000 δολάρια για εμφανίσεις του στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

1968: Η επιστροφή
Το άστρο του Πρίσλεϊ είχε αρχίσει να τρεμοσβήνει την εποχή που ο ίδιος αφιερωνόταν εξ ολοκλήρου στην κινηματογραφική του καριέρα και η βρετανική "επιδρομή" στις Η.Π.Α. ήταν πλέον γεγονός, με τους Beatles να ηγούνται αυτής. Έως και τα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Πρίσλεϊ συμμετείχε σε μια σειρά ταινιών οι οποίες, αν και κερδοφόρες, δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο να επιδείξουν όσον αφορά τη μουσική τους. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα απογοητευμένος από την πορεία που είχε πάρει η καριέρα του. Αυτό οδήγησε σε ένα μαγνητοσκοπημένο κονσέρτο που αργότερα ονομάστηκε "'68 Comeback Special", μεταδόθηκε από το NBC στις 3 Δεκεμβρίου 1968 και αργότερα κυκλοφόρησε σε άλμπουμ από την RCA. Ο Πρίσλεϊ είχε να δώσει ζωντανή παράσταση από το 1961 στο Περλ Χάρμπορ.
Αν και δεν είχε τον τεράστιο προϋπολογισμό των κινηματογραφικών του ταινιών, ο Πρίσλεϊ κατάφερε να βγάλει μέσα από αυτό μια παράσταση συναισθηματικού μεγαλείου, με ερμηνείες που τον έφερναν και πάλι πίσω στις ρίζες του ροκ εν ρολ. Απέφυγε να κάνει ένα απλό Χριστουγεννιάτικο σόου, όπως αρχικά αποσκοπούσε ο Τομ Πάρκερ. Η επιστροφή του 1968 ακολουθήθηκε από ζωντανές συναυλίες το 1969, αρχικά στο Λας Βέγκας και έπειτα σε ολόκληρη την έκταση των ΗΠΑ, με αριθμό-ρεκόρ θεατών στις περισσότερες από αυτές. Παρ όλη την επιτυχία αυτών , ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για τον Έλβις, κατά την οποία απομακρύνθηκε από τα "ρεύματα" που εκείνη την εποχή είχαν παγιωθεί από τους Beatles και Rolling Stones. Πολλοί ήταν αυτοί που άσκησαν κριτική σε αυτήν την απομάκρυνση από τις ρίζες του.

Τα τελευταία χρόνια
Μετά από εφτά χρόνια μακρυά από τα τσαρτς, το τραγούδι του Πρίσλεϊ "Suspicious Minds" έφτασε στο νούμερο 1 του Αμερικανικού Billboard στις 1 Νοεμβρίου 1969. Από το 1969 έως το 1971 θα κυριαρχήσει στις πωλήσεις δίσκων σε πολλές χώρες, με 20 συνεχόμενες επιτυχίες. Μετά από μια δεκαετία κινηματογραφικών ταινιών, η δεκαετία του '70 σηματοδότησε την επιστροφή του καλλιτέχνη σε μια καθαρά μουσική καριέρα. Η αρχή έγινε με το σινγκλ "Kentucky Rain" το οποίο μόνο στις ΗΠΑ πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Ακολούθησε μια σειρά επιτυχημένων δίσκων και παραστάσεων, όπως τα "Elvis Country", "Love Letters", "That’s The Way It Is" κ.α. Το 1973, η χρονιά ξεκίνησε με δύο παραστάσεις στη Χαβάη, μια από τις οποίες μεταδόθηκε ζωντανά σε όλο τον κόσμο μέσω δορυφόρου και την παρακολούθησαν πάνω από ένα δισεκατομμύριο τηλεθεατές. Κυκλοφόρησε και σε άλμπουμ με την ονομασία "Aloha from Hawaii via Satellite".
Παρά τις επιτυχίες και ιδιαίτερα μετά το διαζύγιο του το 1973, ο Πρίσλεϊ άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα απόμακρος και να παίρνει συνεχώς βάρος, ενώ μάχονταν και από μια εξάρτηση στα φάρμακα με συνταγή, τα οποία είχαν μεγάλο αντίκτυπο στην εμφάνιση του αλλά και στην απόδοση του πάνω στη μουσική. Παρά τα όποια προβλήματα, ο Πρίσλεϊ συνέχισε τις συναυλίες και τα νέα άλμπουμ για τα επόμενα χρόνια. Το 1977 βρήκε τον Πρίσλεϊ να μάχεται με τον εαυτό του, καθώς είχε μετατραπεί σε μια καρικατούρα αυτού που ήταν πριν μερικά χρόνια. Πολλές συναυλίες δεν δόθηκαν καθόλου ενώ δεν ήταν λίγες αυτές στις οποίες το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν κάτω του μετρίου. Αντιμέτωπος με την πολύ κακή του υγεία, έκανε την τελευταία του ζωντανή εμφάνιση στην Ιντιανάπολις, στις 26 Ιουνίου 1977.

Θάνατος και ταφή
Στις 16 Αυγούστου 1977 στο Μέμφις του Τενεσί, ο Πρίσλεϊ βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα από τη μνηστή του Τζίντζερ Όλντεν, στο σπίτι του, τη βίλα Γκρέις λαντ, στο Μέμφις του Τενεσί. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Baptist Memorial όπου και στις 3:30 μ.μ. ανακοινώθηκε ο θάνατος του. Ο Πρίσλεϊ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 42 ετών. Σε μια συνέντευξη τύπου που δόθηκε αργότερα, οι γιατροί ανακοίνωσαν πως ο θάνατος επήλθε από καρδιακή αρρυθμία η οποία προκλήθηκε από μεγάλη δόση ναρκωτικών.
Η κηδεία του Πρίσλεϊ ήταν εθνικό γεγονός, ενώ την παρακολούθησαν εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι του, θαυμαστές και δημοσιογράφοι. Η ταφή του Πρίσλεϊ αρχικά έγινε στο νεκροταφείο του Φόρεστ Χιλ στο Μέμφις, δίπλα από τη μητέρα του, αλλά για λόγους ασφαλείας οι σωροί μεταφέρθηκαν στη Γκρέις λαντ. Μετά το θάνατο του άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φημολογίες, από τον τρόπο με τον οποίο πέθανε μέχρι και το αν βρίσκεται ακόμη στη ζωή.

08 Ιανουαρίου 1912: Ιδρύεται στη Νότιο Αφρική το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, που θα παίξει τον καθοριστικότερο ρόλο στην ανατροπή του απαρτχάιντ.

Το απαρτχάιντ (apartheid), (όρος που προέρχεται από τη γλώσσα Αφρικάανς και τα ολλανδικά και σημαίνει διάκριση), ήταν μια πολιτική των Λευκών που καθόριζε και επέβαλλε τη διάκριση των ανθρωπίνων ομάδων μέσα σε ένα κράτος βάσει φυλετικών κριτηρίων σε καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Ως επίσημη κρατική πολιτική εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη Νότιο Αφρική από το Εθνικό Κόμμα το 1948 και καταργήθηκε στις 30 Ιουνίου 1991. Ο όρος απαρτχάιντ χρησιμοποιείται πλέον για να υποδηλώσει κάθε πολιτική φυλετικού διαχωρισμού σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.
Ο φυλετικός διαχωρισμός στη Νότιο Αφρική ξεκίνησε κατά την αποικιοκρατία. Ως επίσημη πρακτική θεσμοθετήθηκε μετά τις γενικές εκλογές του 1948, οπότε και ο πληθυσμός της χώρας χωρίστηκε σε φυλετικές κατηγορίες και οριοθετήθηκαν συγκεκριμένες περιοχές διαβίωσης για την κάθε φυλή, κάτι που οδήγησε σε βίαιες μετοικήσεις. Το 1970 καταργήθηκε η πολιτική εκπροσώπηση όσων δεν ήταν λευκοί και έγινε περιορισμός τους σε απομονωμένες «νησίδες γης», τα λεγόμενα εθνικά κρατίδια μπαντουστάν. Διακρίσεις υπήρχαν στον τομέα της εκπαίδευσης, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της διασκέδασης και άλλων δημοσίων παροχών και υπηρεσιών.
Εντός της επικράτειας που εφαρμοζόταν η πολιτική του απαρτχάιντ αναπτύχθηκε εσωτερική αντίσταση σε αυτήν και βία, ενώ και στο εξωτερικό υιοθετήθηκε μακροχρόνιο εμπάργκο κατά της Νοτίου Αφρικής. Κατά τη δεκαετία του '80, είχε ήδη διαμορφωθεί ισχυρό αντιπολιτευτικό ρεύμα, το οποίο δεν έχασε τη δυναμική του παρά την προσπάθεια μεταρρυθμίσεων στην πολιτική απαρτχάιντ. Το 1990, ο Πρόεδρος Φρεντερίκ ντε Κλερκ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για τη λήξη του απαρτχάιντ, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών το 1994 με τη συμμετοχή όλων των εθνοτήτων, από τις οποίες εξελέγη το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο με ηγέτη τον Νέλσον Μαντέλα. Ίχνη του απαρτχάιντ εντοπίζονται ακόμα, στη δεκαετία του 2010, στην κοινωνία και την πολιτική σκηνή της Νοτίου Αφρικής.

Αντίσταση
Οργανώνεται αντίσταση στους θεσμοθετημένους φυλετικούς διαχωρισμούς και στις καθημερινές διακρίσεις. Ο Γκάντι καθοδηγεί ειρηνικές κινήσεις διαμαρτυρίας από πλευράς της τάξης των Ινδών.Ιδρύονται πολυάριθμοι σύνδεσμοι: η Οργάνωση του Αφρικανικού Λαού (African People’s Organisation, 1902), το Εθνικό Κογκρέσο Γηγενών Νοτιοαφρικανών (South African Native National Congress, 1912), το οποίο έγινε το 1923 το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, και ο Σύνδεσμος Νεολαίας (1944).
Το συνδικάτο της Βιομηχανικής Εμπορικής Ένωσης, το οποίο ιδρύθηκε το 1919, οργανώνει απεργίες προς προάσπιση των δικαιωμάτων των Μαύρων εργατών, κινούμενο από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Νοτίου Αφρικής, που ιδρύθηκε το 1921.

08 Ιανουαρίου 1973: Αρχίζει η δίκη για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε διαρρήκτες εισέβαλαν στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος (Democratic National Committee) που στεγαζόταν στο κτιριακό συγκρότημα του Watergate, και προσπάθησαν να τα παγιδεύσουν με «κοριούς». Οι πέντε άνδρες συνελήφθησαν χάρη στην έγκαιρη δράση του φύλακα ασφαλείας του κτιρίου, όμως τα πραγματικά σπουδαία δεν είχαν αρχίσει ακόμη.
Ανάμεσα στους διαρρήκτες ανακαλύφθηκε πως ήταν ένας πρώην πράκτορας της CIA καθώς και ένας υπάλληλος ασφαλείας του κόμματος των Ρεπουμπλικανών (G.O.P.), σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Washington Post». Το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών στην ιστορία της Αμερικής είχε μόλις ξεσπάσει.

Δύο άσημοι μέχρι τότε δημοσιογράφοι της «Washington Post», οι Bob Woodward και Carl Bernstein αρχίζουν μια μεγάλη έρευνα στην προσπάθειά τους να ξεσκεπάσουν την απάτη του κόμματος του νεοεκλεγέντος Προέδρου των ΗΠΑ, Richard Nixon.

Γενικά, η εφημερίδα τους αντιμετώπισε με αρκετή επιφύλαξη και πολλές φορές οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και σκέφτηκαν, μήπως θα έπρεπε να τα παρατήσουν. Είναι χαρακτηριστικό πως, τότε, κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας, η εκδότρια της εφημερίδας, Katherine Graham ζητούσε επιτακτικά κάθε πληροφορία να διασταυρώνεται από τρεις (3) τουλάχιστον διαφορετικές πηγές.

Την 1η Αυγούστου του 1972 οι Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρσταϊν δημοσιεύουν στην Washington Post το πρώτο άρθρο με το οποίο αποκαλύπτεται το σκάνδαλο «WaterGate», που «έριξε» κατόπιν τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον. Οι δημοσιογράφοι της Washington Post σηκώνουν την αυλαία του σκανδάλου, με άρθρο στο οποίο αποκαλύπτεται πως επιταγή 25.000$ προοριζόμενη για την εκλογική καμπάνια του προέδρου Νίξον βρίσκεται στον τραπεζικό λογαριασμό ενός εκ των διαρρηκτών των γραφείου του Δημοκρατικού Κόμματος, ενάμιση μήνα νωρίτερα.

Η «Washington Post» τιμήθηκε το 1973 με το βραβείο Πούλιτζερ προσφοράς υπηρεσιών στο κοινό καλό για την έρευνα της πάνω στο Watergate.

Στις 8 Αυγούστου 1974 ο Richard Nixon γίνεται ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των Η.Π.Α. που παραιτείται από το αξίωμά του. Ο αντιπρόεδρος Gerald Ford αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ford αργότερα απένειμε χάρη στον Νίξον μέσω επίσημης διακήρυξης για το σκάνδαλο, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του δήλωσε πως: «Επιτέλους, ο εθνικός εφιάλτης έλαβε τέλος».

πηγη: http://tvxs.gr/