Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

27 Ιανουαρίου: Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος.

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε στις 2 Νοεμβρίου 2005 να ανακηρύξει την 27η ΙανουαρίουΔιεθνή Ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος από το ναζιστικό καθεστώς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ημερομηνία επιλέχθηκε επειδή στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα προελαύνοντα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς - Μπίρκεναου στην Πολωνία.

Το σχέδιο της απόφασης αυτής, που υποβλήθηκε από το Ισραήλ και υποστηρίχθηκε από 89 χώρες, «καλεί τα κράτη - μέλη να επεξεργαστούν προγράμματα εκπαίδευσης που θα μεταδώσουν στις μελλοντικές γενεές τα διδάγματα του Ολοκαυτώματος και να βοηθήσουν να προλαμβάνονται πράξεις γενοκτονίας».

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

25 Ιανουαρίου 1925: γεννιέται ο ο Γιώργος Ζαμπέτας, λαϊκός συνθέτης και βιρτουόζος του μπουζουκιού.


Ο Γιώργος Ζαμπέτας, Έλληνας μουσικοσυνθέτης, ερμηνευτής και ένας από τους σπουδαιότερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού γεννήθηκε στο Μεταξουργείο, στις 25 Ιανουαρίου του 1925.

Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, που ήταν κουρέας και η Μαρίκα Μωραΐτη, ανηψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής.

Από πολύ μικρή ηλικία ο Γιώργος Ζαμπέτας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν το θάνατό του.

Το 1932, σε ηλικία μόλις 7 ετών κερδίζει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της α’ δημοτικού, παίζοντας το πρώτο του τραγούδι σε σχολικό διαγωνισμό.

Παρά τις αντιδράσεις, ο μικρός Γιώργος συνέχισε με απόλυτη προσήλωση να υπηρετεί τη μεγάλη του αγάπη, ενώ η γνωριμία του στα 1938 με το μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.

Το 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω και από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απόκτησε ένα άρρηκτο δεσμό με την πόλη, της οποίας εμπνεύστηκε και χάρισε το προσωνύμιο «Σίτι», κατά τη διάρκεια μια περιοδείας του στη Βρετανία.

Στα 1942 και κάτω από συνθήκες ανέχειας λόγω της Κατοχής, ο Ζαμπέτας δημιουργεί το πρώτο του συγκρότημα, με το οποίο τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια.

Τα χρόνια της δημιουργίας 
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 ο Ζαμπέτας γράφει τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα τραγούδια με γνωστούς ερμηνευτές όπως οι Πρόδρομος Τσαουσάκης («Σαν σήμερα, σαν σήμερα...»), Στέλιος Καζαντζίδης («Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω»), Μανώλης Καναρίδης («Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα»), Πόλυ Πάνου («Να πας να πεις στη μάνα μου») κ.α. Έκδηλο ήταν από τότε το ταλέντο και το εκπληκτικό του παίξιμο, ωστόσο ακόμη δεν είχε κατασταλάξει στο πασίγνωστο ιδιαίτερο στυλ, που τον καθιέρωσε σαν ένα μοναδικό «σώου-μαν» στο χώρο.

Την επόμενη δεκαετία, τα τραγούδια του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία καθώς πραγματοποιεί εμφανίσεις στα σπουδαιότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, ενώ ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ευρώπη και Αμερική) και παράλληλα συμμετέχει σε περισσότερες από 100 ταινίες του ακμάζοντα εκείνο τον καιρό Ελληνικού Κινηματογράφου .

Δημιουργίες του όπως «Τα δειλινά», «Τα ξημερώματα», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» κ.α. παραμείναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες του μουσικού στερεώματος, σύμφωνα και με τη δήλωση του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σώου-μαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!».

Χαρακτηριστική του ήθους του μεγάλου δημιουργού ήταν και η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος τον θεωρούσε δεύτερο πατέρα του: «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν τα ήθη αρχίζουν να αλλάζουν, ο Ζαμπέτας κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σώου, με τις γνωστές του επιτυχίες «Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε» κ.λ.π. να δημιουργούν και πάλι αίσθηση στο κοινό.

Οι δύσκολες δεκαετίες της ζωής του 
Τα χρόνια του ’80 αρχίζει η παρακμή του είδους αυτού, με το Ζαμπέτα να αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του αφού η εποχή δεν αναγνωρίζει πια τις αξίες του παρελθόντος.

Ωστόσο, από το 1990 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» τα τραγούδια του, τα οποία κυριαρχούν ξανά, γνωρίζοντας νέα άνθηση, στις προτιμήσεις των ακροατών.

Δυστυχώς, ο ίδιος δεν βρίσκεται μόνο στη δύση της καριέρας, αλλά και της ζωής του. Μετά από πολύμηνη ασθένεια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992. Ήταν μόνο 67 ετών.

Ο Δήμος Αιγάλεω, τίμησε δις εν ζωή το μεγάλο συνθέτη, σε εκδηλώσεις που διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1988 και το Σεπτέμβριο του 1990, ενώ και μια πλατεία της πόλης, πλησίον του σπιτιού του, φέρει το όνομά του.

Από σύμπτωση, απεβίωσε την ίδια ημερομηνία (10 Μαρτίου) και ο γιος του, Μιχάλης, το 2008.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

24 Ιανουαρίου 1822: δολοφονείται από τις δυνάμεις του Σουλτάνου μετά από προδοσία ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων σε ηλικία 78 ετών.

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής (1744 - 24 Ιανουαρίου 1822) ήταν μουσουλμάνος Τουρκαλβανός στην καταγωγή πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου και όχι μόνο, από το 1788 όταν και διορίστηκε πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το Πασαλίκι του αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων. Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα της Ελλάδας και της Αλβανίας στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ουαιώνα και 19ου αιώνα. Καταγόταν από το Τεπελένι της Αλβανίας (γεννήθηκε μεταξύ 1740-1750) και εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο αρχικά ως αρχηγός ληστοσυμμορίας, που εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αξιωματούχους του οθωμανικού κράτους στον χώρο της Αλβανίας και της Ηπείρου. Χάρη στην πολεμική του ικανότητα, την ανδρεία του, αλλά και τις δολοπλοκίες του, καταφέρνει να ενταχθεί στον στρατιωτικό- διοικητικό μηχανισμό του οθωμανικού κράτους καταλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα, ώσπου τελικά το 1788 διορίζεται πασάς, δηλαδή διοικητής του σαντζακίου των Ιωαννίνων.

Οικογενειακό υπόβαθρο
Γενάρχης της οικογένειάς του, ή ο πρώτος που έγινε ονομαστός από την οικογένειά του ήταν κάποιος Τούρκος ονόματι Μουσταφά ή Μούτζο Χούσσος, προπάππους του Αλή, αρχηγός ληστρικών ομάδων που δρούσε στην Ανατολία, περί τα τέλη του 17ου αιώνα που εξ αυτού και η οικογένειά του λεγόταν Μουτζοχουσσάτες η οποία και εγκαταστάθηκε στην Αλβανία, προερχόμενη από τη Μικρά Ασία, περίπου 80 χρόνια πριν τη γέννηση του Αλή Πασά. Γιος του Μουσταφά (Μουτζοχουσσάτη) ήταν ο Μουχτάρ (Μουτζοχουσσάτης) που λέγεται πως είχε λάβει μέρος στην πολιορκία της Κέρκυρας κατά τον πόλεμο με του Ενετούς το 1716. Από αυτή την ενέργεια η Υψηλή Πύλη τον αμνήστευσε για τις πρότερες ληστρικές δράσεις του, που όμως επανέλαβε αργότερα. Ο γιος του Μουχτάρ εκείνου, ο λεγόμενος Βελής, που ήταν ο πατέρας του Αλή Πασά.
Ο Βελής ακολουθώντας τα χνάρια του παππού του αλλά και του πατέρα του ήταν αρχηγός συμμοριών και είχε υπό την προστασία του τα χωριά Λέκλη και Χόρμοβο της Βορείας Ηπείρου, όπου αφού σκότωσε τους αδελφούς του και τον εξάδελφό του Ισλάμπεη, είχε αναγνωρισθεί από την Πύλη πασάς δύο μικρών περιοχών λαμβάνοντας και τη θέση του Μουτασερίφη του Δελβίνου, για μικρό όμως διάστημα μέχρι το θάνατό του.
Ο Αλής γεννήθηκε στο Τεπελένι ένα μικρό χωριό τότε της σημερινής Αλβανίας το 1744 (κατά νεότερες έρευνες, αντί 1740 ή 1750, ή 1752 που είχαν υποστηρίξει παλιότεροι βιογράφοι). Η μητέρα του λεγόταν Χάμκω, ήταν ελληνίδα στην καταγωγή και ελληνόγλωση - δεύτερη γυναίκα του Βελή, κόρη του Μπέη της Κόνιτσας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1753, που επηρέασε δραματικά την εφηβική του ηλικία, οι κάτοικοι των χωριών που δυνάστευε ο πατέρας του εξεγέρθηκαν, και οι Γαρδικιώτες συνέλαβαν την Χάμκω και κακοποιώντας την, την υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια, προτού την αφήσουν τελικά ελεύθερη.
Σύμφωνα με συχνές εκμυστηρεύσεις του Αλή, ο πατέρας του, ο Βελής, τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που άφησε στη γυναίκα του, Χάμκω, και στα δύο παιδιά του, τον Αλή και την αδελφή του Χαϊνίτσα, ήταν "μιά άθλια τρύπα και λίγα χωράφια".

Τα πρώτα χρόνια
Για τα παιδικά χρόνια του Αλή είναι γνωστό ότι ήταν πολύ ανήσυχος και του άρεσαν οι πολεμικές τέχνες όπου χάρις αυτών εγκατέλειπε τους δασκάλους του και περιφέρονταν στα βουνά. Έτσι τα λίγα γράμματα που έμαθε τα όφειλε και μόνο στην επιμονή της μητέρας του. Είναι γεγονός πως ο Αλής ανατράφηκε από την μητέρα του με υπέρμετρη φιλοδοξία και με στόχο να γίνει σπουδαίος, περισσότερο από τον πατέρα του, και μάλιστα κατά τη συνήθη έκφραση του Αλή αναγνώριζε πως εκείνη τον έκανε "άντρα και Βεζύρη" .
Σε αυτό βοήθησε και η εξολόθρευση όλων των ετεροθαλών αδελφών του από την μητέρα του, ένα σύνηθες πλέον άγριο φαινόμενο που είχε ξεκινήσει από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνεχίστηκε πιο έντονα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και που υιοθετήθηκε ακόμη σε μεγαλύτερο βαθμό από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η παντελής όμως έλλειψη στοιχείων για την περίοδο των εφηβικών χρόνων του Αλή δεν επιτρέπει σε κανέναν ν΄ αναφερθεί στην περίοδο αυτή. Έτσι εικάζεται, πως μετά το θάνατο του πατέρα του, κατά την εφηβική του ηλικία, ο Αλής είχε καταφύγει στα γύρω βουνά και έτοιμος πλέον μαχητής είχε οργανώσει και αναλάβει αρχηγός συμμοριών που συγκροτούνταν από Τόσκηδες και Λιάπηδες ληστές με τις οποίες επιχειρούσε τις ληστρικές επιδρομές σε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Θεσσαλία.

Πρώτες δραστηριότητες
Λόγω της ληστρικής του αυτής δράσης συνελήφθη από τον πασά του Μπερατίου, Κουρτ Αχμέτ πασά, αλλά αφέθηκε ελεύθερος αφού υποσχέθηκε να σταματήσει τις επιδρομές, υπόσχεση την οποία όμως δεν κράτησε, διότι όπως λέγεται ο πασάς αρνήθηκε να του δώσει για σύζυγο την κόρη του. Έπειτα λόγω της σκληρής καταδίωξης που αντιμετώπισε κατέφυγε στον Καπλάν πασά του Δελβίνου, του οποίου την κόρη (Εμινέ) παντρεύθηκε το 1768, μνηστεύοντας παράλληλα και την αδελφή του Χαϊνίτσα με τον μεγαλύτερο γιο του Καπλάν. Aπό αυτό τον γάμο ο Αλής απέκτησε και τους δυο του γιους, τον Μουχτάρ (1769) και τον Βελή (1773). Μέσω διαφόρων δολοπλοκιών κατάφερε να εξοντώσει τόσο τον πεθερό του όσο και τον διάδοχο αυτού Σελήμ χωρίς όμως να καταφέρει να διοριστεί αυτός πασάς ενώ παράλληλα εκδικήθηκε τους κατοίκους του Χορμόβου και του Λικλίου οι οποίοι είχαν πριν από χρόνια ατιμάσει την μητέρα του.
Το 1785 διορίστηκε επόπτης των οδικών αρτηριών της Ρούμελης και ήρθε σε συνεννόηση με τους ληστές που δρούσαν στη Θεσσαλία. Όμως,το 1787 όταν και διορίστηκε πασάς των Τρικάλων καταδίωξε και εξόντωσε τους πρώην συμμάχους του, λυτρώνοντας παράλληλα την περιοχή από τις ληστρικές επιδρομές και αποκτώντας τη φήμη ενός ικανού διοικητή.

Πασάς στα Ιωάννινα
Το 1788 εκμεταλλευόμενος την απουσία του πασά των Ιωαννίνων, Αλή Ζοτ λογω εκστρατείας στον Δούναβη άρπαξε το πασαλίκι των Ιωαννίνων, πράξη την οποία τελικά ενέκρινε και η Υψηλή Πύλη, δίνοντας του μάλιστα δικαιοδοσία και στη Στερεά Ελλάδα.
Από τη θέση του διοικητή του σαντζακίου των Ιωαννίνων θέτει σταδιακά τις βάσεις για τη δημιουργία ενός σχεδόν αυτόνομου από την Πύλη κράτους, το οποίο περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της Ελλάδας και της Αλβανίας. Παράλληλα, κατά την περίοδο της ηγεμονίας του, η πρωτεύουσά του τα Γιάννινα μετατρέπονται σε ένα σημαντικό πνευματικό, πολιτισμικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο.
Στην προσπάθειά του να πετύχει τους σκοπούς του προσεταιρίζεται όλες τις θρησκευτικές και εθνικές ομάδες της επικράτειάς του. Ωστόσο δεν διστάζει να συντρίψει κάθε αντίπαλό του με δυναμικό τρόπο. Παράλληλα αναπτύσσει σχέσεις με ευρωπαϊκές δυνάμεις.
Ως πασάς των Ιωαννίνων συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787 - 1792, η συμμετοχή του όμως διεκόπη διότι αναγκάστηκε να εκστρατεύει το 1790 και το 1792 κατά των επαναστατημένων Σουλιωτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1796 κατέκτησε την Άρτα και το 1798 υπέταξε τη Χειμάρρα (Χιμάρα) και κατέλαβε την Πρέβεζα μετά από σύντομη πολιορκία. Μετά την Πρέβεζα κατέλαβε την Βόνιτσα και το 1803 υπέταξε το Σούλι και εξόρισε τους κατοίκους του. Μάλιστα, για αυτό του το επίτευγμα διορίστηκε από την Υψηλή Πύλη ως διοικητής της Ρούμελης και ο γιος του, Βελής, διοικητής της Θεσσαλίας και του Μοριά ενώ προσωρινά η δικαιοδοσία του επεκτάθηκε μέχρι την Θράκη. Μεταγενέστερες του επιτυχίες ήταν η κατάληψη του Αργυροκάστρου το 1812 και η αγορά της Πάργας από τους Άγγλους το 1819. Όντας ήδη σχετικά αυτόνομος από την κεντρική εξουσία, ο Αλής είδε το κράτος του να εκτείνεται στη μέγιστη του εξάπλωση από την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία.

Αλή Πασάς και Μέτσοβο
Η επικράτηση του Αλή Πασά, ως ανώτατου Οθωμανού διοικητή του Ηπειρωτικο-Θεσσαλικού χώρου, ανατρέπει τις ισορροπίες που είχαν επιτευχθεί έως τότε μεταξύ του Μετσόβου και του οθωμανικού κράτους. Το 1795 μισθώνει για λογαριασμό του τον μουκατά της Χώρας Μετσόβου. H ιστοριογραφία εκλαμβάνει αυτό το γεγονός ως το τέλος του προνομιακού καθεστώτος που απολάμβανε η περιοχή του Μετσόβου από τα μέσα του 17ουαιώνα. Ωστόσο, παρά τον αυθαίρετη επιβολή εισφορών και τον τερματισμό της εποπτείας της Χώρας Μετσόβου από Οθωμανούς αξιωματούχους της Κωνσταντινούπολης, αυτή η αλλαγή δεν συνιστά κατάργηση του φορολογικού και, κυρίως, του διοικητικού και γεωγραφικού πλαισίου που διείπε μέχρι τότε την περιοχή. Ακόμα και το 1802, επτά χρόνια αφότου ο μουκατάς του Μετσόβου περιήλθε στα χέρια του Αλή Πασά, ο σουλτάνος Σελήμ Γ΄ απευθύνει έγγραφο προς τον διοικητή του σαντζακιού Τρικάλων και τον ιεροδίκη της ίδιας πόλεως, με το οποίο τους καθιστά γνωστή την ανανέωση προηγουμένων φιρμανιών του Μετσόβου. Ως διοικητική πράξη επιβεβαιώνει ότι ο Αλή Πασάς δεν είχε μετατρέψει την Χώρα Μετσόβου σε προσωπικό του φέουδο, κάτι που είχε συμβεί με πολλούς οικισμούς της επικράτειάς του. Ωστόσο, παρά τον τυπικό σεβασμό που υποδεικνύει προς το προνομιακό καθεστώς του Μετσόβου, δεν παύει να το υπονομεύει σε όλες του τις πτυχές. Εκτός του ότι γίνεται ο αποκλειστικός νομέας της, επιβάλει στον πληθυσμό της μερικές δυσβάστακτες επιβαρύνσεις. Συγκεκριμένα, αυξάνει σημαντικά το ποσό του φόρου που πλήρωναν ως τότε και, επιπλέον, τους υποχρεώνει να διατηρούν στα ορεινά τους περάσματα αλβανική φρουρά διοριζόμενη από αυτόν. Επίσης, τα μεροκάματα των Μετσοβιτών μαστόρων (οικοδόμων και ξυλουργών) που απασχολεί στα οικοδομικά του έργα, καθώς και το κόστος της ξυλείας που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τους, επιβαρύνει την κοινότητα του Μετσόβου. Αυτές οι εξελίξεις, παρά τις συγκρούσεις που δημιουργούν στην τοπική κοινωνία, δεν μεταβάλουν την εσωτερική δομή του καθεστώτος της Χώρας Μετσόβου. Ο φορολογικός της μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση τις μεθόδους που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Ρήξη με την Πύλη
Το 1820, ύστερα από την αποκάλυψη ότι δυο Αλβανοί σταλμένοι από τον Αλή αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος διότι ο Αλής ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι.
Ο Αλής προσπάθησε να εξευμενίσει τον σουλτάνο, ζήτησε τη μεσολάβηση της Ρωσίας και της Αγγλίας ενώ κατέδωσε ακόμα και τη Φιλική Εταιρεία, της οποίας την ύπαρξη γνώριζε από το 1819. Τελικά το 1820 η Πύλη τον κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον κάλεσε να εμφανιστεί εντός 40 ημερών στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Εκείνος φυσικά αρνήθηκε, ερχόμενος σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας.

Πολιορκία των Ιωαννίνων
Ο Μαχμούτ Β΄ κινητοποίησε το καλοκαίρι του 1820 κατά του Αλή στράτευμα 80.000 ανδρών με αρχηγό στην αρχή τον Ισμαήλ Πασόμπεη και στη συνέχεια τον Χουρσίτ Πασά. Ο Αλής βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς αντιμετώπισε σημαντική διαρροή οπλαρχηγών (ακόμη και οι γιοι του παραδόθηκαν παρά το γεγονός ότι τους είχε δώσει εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων) και στρατευμάτων,ενώ φάνηκε πως ο στρατός του δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος για σύγκρουση με τα σουλτανικά στρατεύματα. Η πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων συνεχιζόταν λόγω της αντιγνωμίας που είχε ξεσπάσει μεταξύ των πολιορκητών (οφειλόταν στις δωροδοκίες των αξιωματικών από τον διαβόητο πασά ). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Αλής πήρε με το μέρος του, τους άλλοτε ορκισμένους εχθρούς του, Σουλιώτες με την προϋπόθεση να τους άφηνε να επανεγκατασταθούν στο Σούλι. Αξιοσημείωτο είναι πως την 25η Αυγούστου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας δεν δίστασε να κάψει μέρος της πόλης για να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο το πυροβολικό του.
Η κατάσταση άλλαξε όταν ο Πασόμπεης αντικαταστάθηκε από τον Χουρσίτ, ο οποίος επανέφερε την τάξη στο στρατόπεδο των πολιορκητών, περιόρισε τις επιδρομές των Σουλιωτών και έσφιξε τον κλοιό γύρω από τον Αλή.
Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ανάγκασε τον Χουρσίτ να αρχίσει διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες όμως κατέλαβε τα ισχυρά οχυρά του κάστρου περιορίζοντας τον Αλή στο παλάτι του, όπου είχε συγκεντρώσει τους θησαυρούς του αλλά και πολλά βαρέλια πυρίτιδας απειλώντας να δώσει εντολή για ανατίναξη αν γινόταν έφοδος, πράγμα που δεν ευχαριστούσε τον Χουρσίτ που εποφθαλμιούσε την περιουσία του εχθρού του. Κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1821 ολόκληρη σχεδόν η φρουρά του κάστρου είχε αυτομολήσει στον Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή μόνο 500 άνδρες, από τους οποίους σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους.
Η αποσχιστική δράση του Αλή Πασά αποτελεί ένα από τα κορυφαία παραδείγματα της θεσμικής διαφθοράς και των διασπαστικών τάσεων που επικρατούν εκείνη την περίοδο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο θάνατος του Αλή
Τον Ιανουάριο του 1822 έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις ο Αλής δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, στις 24 του ίδιου μήνα σκοτώθηκε μετά από σύντομη συμπλοκή, από τον απεσταλμένο του Χουρσίτ, Κιοσέ Μεχμέτ (κατά άλλους ήταν ο Αλή Χασάν), που είχε έρθει δήθεν με το χαρτί της αμνηστίας. Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε ταριχευμένο από τον Χουρσίτ στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα θάφτηκε σε μια περιοχή έξω από τα τείχη της πόλης .
Το ακέφαλο σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του σεραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Ο τάφος αυτός (που περιβαλλόταν ως το 1944 με ωραίο ψηλό κιγκλίδωμα το οποίο αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να αντικατασταθεί τα τελευταία χρόνια από καινούργιο) φαίνεται πως ήταν τόπος προσκηνύματος για τους, Αλβανούς κυρίως, Μουσουλμάνους της Ηπείρου και της Αλβανίας ακόμα και κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Κατά άλλες πηγές πάντως τον Αλή Πασά τον σκότωσαν Έλληνες, που μπήκαν στο σπίτι του και τον πυροβόλησαν από το κάτω πάτωμα μέσα στον οντά του. Στο σπίτι του, που σήμερα είναι μουσείο-αξιοθέατο της πόλης των Ιωαννίνων, υπάρχουν ακόμα και οι τρύπες από τις σφαίρες που διαπέρασαν το πάτωμα και σκότωσαν τον Αλή Πασά.

Πολιτική
Ο Αλής κυβέρνησε επιβάλλοντας σκληρή πειθαρχία και εξολοθρεύοντας ανελέητα τους εχθρούς του και γενικά όποιον αμφισβητούσε την εξουσία του (Σουλιώτες, Γαρδικιώτες, Κατσαντώνης, Βλαχάβας, πασάδες Δελβίνου και Δίβρας). Κατά τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του κατασκεύασε δρόμους, λιμάνια, γέφυρες, υδραγωγεία, ίδρυσε σχολεία, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους επιστήμονες και παγίωσε την ασφάλεια στην επικράτειά του μέσω της εξάλειψης της ληστείας, ενώ ιδιαίτερα στην πρωτεύουσά του, τα Γιάννενα ενισχύθηκε η βιοτεχνία, αναπτύχθηκαν το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα. Επίσης ήταν ανεκτικός έναντι των Χριστιανών και στην επικράτειά του υπήρχε σχετική ανεξιθρησκεία, σε βαθμό που να χτίζει στο παλάτι του εκκλησίες για τους Χριστιανούς συμβούλους του και τις Χριστιανές του χαρεμιού του.
Ο Αλής είχε ζητήσει από τον αυστριακό Μέτερνιχ, σχέδιο συντάγματος. Επίσης είχε κατά καιρούς συμμαχήσει καιροσκοπικά με τους Γάλλους, δηλώνοντας μάλιστα και θαυμαστής του Ναπολέοντα (αυτό δεν τον εμπόδισε να καταλάβει το 1798 τη γαλλοκρατούμενη Πρέβεζα και να κατακρεουργήσει τους Γάλλους αιχμαλώτους), είχε καλές σχέσεις με την Αγγλία, ιδίως μετά την αγορά της Πάργας το 1819, ενώ προσπαθούσε να δημιουργήσει καλό όνομα στη Δύση, υποδεχόμενος στο παλάτι του κάθε Ευρωπαίο περιηγητή που περνούσε από την επικράτειά του.
Αυτή η εικόνα, που διαδίδεται και από ξένους χρονικογράφους, οδήγησε κάποιους μεταγενέστερους συγγραφείς στην κατασκευή ενός μύθου περί "πεφωτισμένης δεσποτείας" ή ενός "οριενταλικού" Βοναπάρτη της Ηπείρου. Από σύγχρονες μελέτες αυτή η εικόνα κρίνεται εσφαλμένη και αναχρονιστική, η οποία μάλιστα συσκοτίζει τη φύση του ανταγωνισμού μεταξύ Αλή και Σουλιωτών. Ο Αλής, αρχικά ένας Τουρκαλβανός ληστής, θεωρείται ότι δεν διέθετε τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας "φωτισμένης δεσποτείας" στην Ήπειρο. Αντίθετα με ανάλογους άλλους ηγέτες που εμφανίστηκαν τότε μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (όπως ο Μωχάμετ Άλι στην Αίγυπτο ή ο Καραοσμάνογλου στη Σμύρνη) δεν ελάφρυνε τα βάρη των αγροτών, τουναντίον μάλιστα αύξησε υπέρμετρα τη φορολογία, και συνέτριψε τους τοπικούς φεουδάρχες μόνο για να υφαρπάξει τις ιδιοκτησίες τους. Στα ύστερα χρόνια της δεσποτείας του ο υπερβολικός συγκεντρωτισμός, η γενικευμένη τρομοκρατία και η φρενήρης αναζήτηση προσωπικού πλουτισμού απέβη εις βάρος της οικονομικής δραστηριότητας. Κατά τα τελευταία χρόνια της εποχής του οι φόροι αυξάνονταν κατά 25% έως 30% το χρόνο με αποτέλεσμα την φυγή των περίφημων συντεχνιών της Ηπείρου προς το εξωτερικό και τον στραγγαλισμό της παραγωγής και του εμπορίου. Στον φόρο που όριζε το Οθωμανικό κράτος (χαράτσι) αυτός επέβαλε επί πλέον φόρο και μάλιστα σχεδόν ισόποσο, που παρακρατούσε για τον εαυτό του. Στην γεωργία δεν επιτέλεσε κανένα ουσιαστικό έργο γεωπονικού χαρακτήρα και καμία βελτίωση των καλλιεργητικών συνθηκών στα πολυάριθμα τσιφλίκια του. Τα έσοδά του προέρχονταν κυρίως από τη φορολογία, βασικώς στην οθωμανική μορφή της, και όχι από βελτίωση της παραγωγής.
Η φαινομενική ανεξιθρησκεία στην Αυλή του δεν τον εμπόδιζε να τιμωρεί με θάνατο τους Χριστιανούς και τις Μουσουλμάνες που διατηρούσαν ερωτικούς δεσμούς μεταξύ τους. Την ίδια μέθοδο χρησιμοποιούσε και για τις Χριστιανές μοιχαλίδες (με αυτή την πρόφαση έπνιξε στη λίμνη των Ιωαννίνων και την ερωμένη του γιου του, Μουχτάρ, την περίφημη Κυρά Φροσύνη, η οποία αρνήθηκε τον έρωτά του).
Όσοι απευθύνονταν σε αυτόν για διάφορα ζητήματα, αντιμετωπίζονταν με δικαιοσύνη και συνήθως βρίσκονταν συμβιβαστικές λύσεις. Όσον αφορά θέματα ανακρίσεων ή τιμωρίας, ο Αλή συνήθιζε να υποβάλλει τους ύποπτους ή ένοχους σε φρικτά μαρτύρια.

Διπλωματία
Οι διπλωματικές και διοικητικές του ικανότητες, το ενδιαφέρον του για νεωτερικές αντιλήψεις, η λαϊκή του θρησκευτικότητα, η θρησκευτική του ουδετερότητα, η πάταξη της ληστοκρατίας, η σκληρότητα και εκδικητικότητα που επιδεικνύει κατά την επιβολή της τάξης και η λεηλατική του συμπεριφορά απέναντι σε πρόσωπα και κοινότητες, προκειμένου να αυξήσει τις προσόδους του, προκαλούν τον θαυμασμό και συνάμα τις επικρίσεις των συγχρόνων του, ενώ διχάζουν ακόμη την ιστοριογραφία αναφορικά με την προσωπικότητά του.

Χαρακτήρας
Ως χαρακτήρας ο Αλή ήταν αντιφατικός: συνδύαζε αρετές όπως οι ηγετικές ικανότητες, η κοινωνική δικαιοσύνη (με τα δεδομένα της εποχής), η ευστροφία, η πολιτική διάνοια και η θρησκευτική ανεκτικότητα με ελαττώματα όπως η φιλαργυρία και η βαναυσότητα. Αν και αγράμματος ευνοούσε την ανάπτυξη των γραμμάτων, ήθελε να οργανώσει το κράτος του στα πρότυπα των αντίστοιχων της Ευρώπης και μπορούσε να ελίσσεται πολιτικά με επιτυχία, ακόμη και με τη Δύση όντας μεγάλος διπλωμάτης αλλά και δολοπλόκος. Παρόλο που ήταν επίορκος και είχε εξοντώσει αρκετούς πρώην συμμάχους του (από τον πεθερό του μέχρι τους πρώην συντρόφους του ληστές) δεν δίσταζε να παίρνει υπό την προστασία του γόνους άλλων παλιών του φίλων (όπως π.χ. ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, γιος του παλιού γνωστού του Αλή, Ανδρέα Βερούση). Ακόμα και στα βαθιά του γεράματα, διατήρησε πάνω από 100 παλλακίδες, ωστόσο έτρεφε αληθινά αισθήματα προς την προστατευόμενη και μετέπειτα τελευταία του σύζυγο, Βασιλική Κονταξή, η οποία όμως δεν ξέχασε ποτέ την εθνική της καταγωγή και το γεγονός πως την άρπαξε και την έκανε γυναίκα του σε ηλικία 12 ετών. Παρά το γεγονός ότι ήταν άθρησκος (ο ίδιος δήλωνε Μπεκτάσης ή Ιακωβίνος.) ήταν ταυτόχρονα και δεισιδαίμονας με αποτέλεσμα να δέχεται αδιαμαρτύρητα τους προπηλακισμούς και τον ελέγχο των δερβίσηδων για την άστατη ζωή του, ενώ προσκύνησε με ευλάβεια το λείψανο του Κοσμά του Αιτωλού όταν αυτό μεταφέρθηκε κάποτε στα Ιωάννινα.

Σχέσεις με τον ελληνικό πληθυσμό
Η Κυρα-Βασιλική με τον Αλή Πασά. Ελαιογραφία (158x182 εκ.) του Paul Emil Jacobs, 1842
O Αλής έδειξε σχετική εύνοια και ανοχή προς το ελληνικό στοιχείο, σε σημείο που η επικράτειά του να είναι το μοναδικό μέρος όπου οι Έλληνες ήταν σχεδόν ισότιμοι με τους Οθωμανούς. Βέβαια ήταν αμείλικτος με όσους αμφισβητούσαν την εξουσία του. Έτσι καταδίωξε τους Κλέφτες και τους Αρματολούς, πολλούς από τους οποίους εξόντωσε (Κατσαντώνης, Βλαχάβας, Κώστας Λεπενιώτης, Λαζαίοι) και άλλους κυνήγησε (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ζαχαριάς κ.α.). Επίσης διώχτηκαν οι ανυπότακτοι Σουλιώτες, οι Χειμαριώτες (Χιμάρα αρχ. Χιμέρα) καθώς και οι Παργινοί. Άλλη μια πόλη που υπέφερε από τον Αλή Πασά, χωρίς όμως να τον προκαλέσει προηγουμένως ήταν η Πρέβεζα, της οποίας οι κάτοικοι ήταν στο έλεος των ευνοούμενων του.
Από την άλλη πλευρά, στη φρουρά του Αλή και στη στρατιωτική σχολή που ο ίδιος ίδρυσε εκπαιδεύτηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους πολεμιστές της Επανάστασης του 1821. Μερικοί από αυτούς ήταν ο Ανδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γρίβας, ο Λάμπρος Βέικος, ο Πανουργιάς, ο Γεώργιος Bαρνακιώτης. Επίσης άλλοι σπούδασαν στις περίφημες σχολές των Ιωαννίνων με την βοήθειά του (Σαλώνων Ησαΐας). Είναι άξιο αναφοράς ότι στο παλάτι του Αλή Πασά είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί Έλληνες λόγιοι και επιστήμονες όπως ο προσωπικός του γιατρός Γ. Σακελλάριος, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο δάσκαλος Καλογεράς, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος, ο Ιωάννης Βηλαράς κ.α. ενώ τα Ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της αυλής του. Έλληνες ήταν και οι διαχειριστές της περιουσίας και των οικονομικών του κράτους του (Μάνθος Οικονόμου, Αλέξιος Νούτσος, Ιωάννης Σταύρου, Αθανάσιος Λιδωρίκης). Άλλος Έλληνας που λάμβανε τον πλήρη σεβασμό του Αλή Πασά ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός ενώ τα δυο άτομα που βρίσκονταν στο πλευρό του πασά στις τελευταίες του στιγμές ήταν ο Θανάσης Βάγιας, που ήταν το δεξί του χέρι καθώς και η τελευταία του σύζυγος Κυρά Βασιλική.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

22 Ιανουαρίου 1987: Ο αμερικανός πολιτικός Μπαντ Ντουάιερ αυτοκτονεί μπροστά στις κάμερες, ανοίγοντας μία έντονη συζήτηση για τα όρια της δημοσιογραφίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο Μπαντ Ντουάιερ ήταν ένας αξιοσέβαστος πολιτικός στην πολιτεία της Πενσυλβάνιας. Σε ηλικία 40 ετών είχε ήδη διατελέσει πολιτειακός βουλευτής και γερουσιαστής με τη σημαία του ρεπουμπλικανικού κόμματος και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μια νέα καριέρα στο Υπουργείο Οικονομικών της πολιτείας αυτής των ΗΠΑ, που έχει τα γεωγραφικά και δημογραφικά μεγέθη της χώρας μας.

Όμως, το 1986 η ζωή του άλλαξε δραματικά, όταν βρέθηκε αναμεμιγμένος σε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο, που συντάραξε την πολιτεία. Κατηγορήθηκε ότι έλαβε 300.000 δολάρια, προκειμένου να διευκολύνει ένα τοπικό επιχειρηματία να αναλάβει μια εργολαβία της πολιτείας. Η περιπέτειά του ξεκίνησε από μια ανώνυμη επιστολή που έφθασε στον ρεπουμπλικάνο κυβερνήτη της Πενσυλβάνιας Ντικ Θόρνμπεργκ, μετέπειτα Υπουργό Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Ο Ντουάιερ από την πρώτη στιγμή διατυμπάνιζε την αθωότητά του και θεωρούσε πολιτική τη δίωξή του από ανταγωνιστές του στο κόμμα.

Ο τοπικός εισαγγελέας, στο πλαίσιο των δικονομικών παζαριών (plea bargains) που προβλέπονται στο αμερικανικό νομικό σύστημα, του πρότεινε ποινή φυλάκισης πέντε ετών, αν παραδεχόταν ότι δωροδοκήθηκε και συνέβαλε με τη συνεργασία του στην αποκάλυψη όλων των πτυχών του σκανδάλου. Ο Ντουάιερ αρνήθηκε επειδή πίστευε στην αθωότητά του. Δικάστηκε, κρίθηκε ένοχος παθητικής δωροδοκίας και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 55 ετών και χρηματική ποινή 300.000 δολαρίων, το ποσό δηλαδή που φέρεται να ενθυλάκωσε.

Στις 22 Ιανουαρίου 1987 ο Μπαντ Ντουάιερ προγραμμάτισε συνέντευξη τύπου στην πρωτεύουσα της Πενσυλβάνιας, Χάρισμπεργκ. Οι δημοσιογράφοι υπέθεσαν ότι θα τους ανακοίνωνε την παραίτησή του από την υπηρεσία, καθώς την επομένη έπρεπε να παρουσιαστεί στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του. Η συνέντευξη θα επιφύλασσε απρόσμενες και τραγικές εκπλήξεις. Γύρω στις 11 το πρωί ο Ντουάιερ παρουσιάστηκε στην αίθουσα της συνέντευξης φανερά νευρικός και ταραγμένος.

Στην εισαγωγική του ομιλία υποστήριξε για μια ακόμη φορά την αθωότητά του και ανέφερε ότι δεν σκόπευε να παραιτηθεί. Στη συνέχεια διάβασε ένα προετοιμασμένο κείμενο. Χαρακτήρισε τον εαυτό του «σύγχρονο Ιώβ», κατηγόρησε τον δικαστή που εξόντωσε έναν αθώο και θεώρησε τον εαυτό του θύμα πολιτικής πλεκτάνης. Ολοκληρώνοντας, τόνισε ότι θα αναλάβει σταυροφορία για την καλυτέρευση της απονομής της δικαιοσύνης στις ΗΠΑ.

Μόλις τελείωσε την ομιλία του και χωρίς να δεχθεί ερωτήσεις από τους παριστάμενους δημοσιογράφους έβγαλε τρεις φακέλους από την τσάντα του και τους παρέδωσε σ' έναν υφιστάμενό του. Από τον τέταρτο και μεγαλύτερο φάκελλο, που κρατούσε, τράβηξε ένα Μάγκνουμ 357. Όλοι μέσα στην αίθουσα πάγωσαν. Αυτός, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, τους είπε: «Όσοι δεν αντέχετε τη θέα του όπλου να βγείτε από την αίθουσα». Κάποιοι που κατάλαβαν το τι επρόκειτο να συμβεί κινήθηκαν για να τον μεταπείσουν. Μάταια όμως. Ο Ντουάιερ με μια γρήγορη κίνηση έβαλε την κάνη του Μάγκνουμ στο στόμα του και πυροβόλησε μπροστά σε πέντε τηλεοπτικές κάμερες που κάλυπταν «ζωντανά τη συνέντευξή του». Ήταν θέμα δευτερολέπτων να πιστοποιηθεί ο θάνατός. Η εικόνα που παρουσίαζε το πρόσωπό του δεν άφηνε καμία αμφιβολία περί του αντιθέτου.

Οι θεατές των πρωινών εκπομπών είδαν σε απευθείας μετάδοση την αυτοκτονία. Ανάμεσα τους και πολλά παιδιά, καθώς εκείνη την ημέρα τα σχολεία της πολιτείας ήταν κλειστά, λόγω χιονοθύελλας. Η αυτοκτονία Ντουάιερ δημιούργησε μείζον δημοσιογραφικό πρόβλημα και καταστάσεις διλημματικού χαρακτήρα. Τα τηλεοπτικά κανάλια θα έπρεπε να δείξουν ή να μην δείξουν την αποτρόπαια σκηνή και αν ναι με ποιο τρόπο. Η λύση που δόθηκε από τους αρχισυντάκτες στα απογευματινά και βραδινά δελτία ειδήσεων περιλάμβανε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Πάντως, έγκυροι καθηγητές δημοσιογραφίας που κλήθηκαν να σχολιάσουν το γεγονός, υποστήριξαν ότι οι υπεύθυνοι των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων θα πρέπει να είναι πάντα προετοιμασμένοι να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις μέσα σε δευτερόλεπτα και καλό θα είναι να δίνουν προτεραιότητα στον ψυχολογικό αντίκτυπο που θα έχει η παρουσίαση της είδησης στο κοινό και να μην έχουν γνώμονα το κυνήγι της πρωτιάς και της τηλεθέασης.

Όσον αφορά στα επακόλουθα της αυτοκτονίας Ντουάιερ, οι τρεις φάκελλοι που άφησε ο αυτόχειρας πολιτικός προορίζονταν ο ένας για την οικογένειά του, όπου ανέφερε και τους λόγους της αυτοκτονίας του, ο δεύτερος περιείχε μία κάρτα δωρητή σώματος και ο τρίτος ένα γράμμα για τον νεοεκλεγέντα κυβερνήτη της πολιτείας. Αργότερα, ένας φίλος του Ντουάιερ αποκάλυψε ότι ο λόγος της αυτοκτονίας του ήταν η δυνατότητα που θα έδινε στην οικογένειά του να ευεργετηθεί από το συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα και να αντεπεξέλθει στα υπέρογκα δικηγορικά έξοδα της δικαστικής του περιπέτειας.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

19 Ιανουαρίου 1828: Πεθαίνει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, (1792-1828), ήταν Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Γενικά
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας. Το 1810 κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813 ν.ημ.), έχασε το δεξί του χέρι. Το 1814-1815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.

Χαρακτήρας
Η φυσιογνωμία του είχε τον τύπο της ανατολίτικης (Πολίτικης) ανδρικής ομορφιάς με έντονα χαρακτηριστικά μάτια. Ήταν αγαθός και ευγενής, μελαγχολικός και ονειροπόλος, ευσυγκίνητος και ενθουσιώδης. Κληρονόμος των μεγάλων παραδόσεων και προσπαθειών της οικογένειας των Υψηλάντηδων, είχε θέσει ως μεγάλο σκοπό και όνειρο της ζωής του την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Εξ αυτού και ο φλογερός ενθουσιασμός του και η μεγάλη φαντασία του εύκολα μπορούσαν να τον παρασύρουν σε πολύ παράτολμα εγχειρήματα. Μάλιστα, στο Συνέδριο της Βιέννης, εξέφρασε την άποψη ότι το ζήτημα των Ελλήνων είναι υπόθεση του χριστανισμού και του ανθρωπισμού που θα πρέπει να αναχθεί σε υπόθεση όλων των Βασιλικών Αυλών της Ευρώπης.

Θάνατος
Μετά την απελευθέρωσή του, αποσύρθηκε στη Βιέννη, όπου και πέθανε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας στις 31 Ιανουαρίου, 1828. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλίειο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). Η DM είναι μια κληρονομική διαταραχή πολλαπλών συστημάτων η οποία μειώνει τη ζωή.
Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο Αγ. Ο Μαρξ και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen - Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φλεβάρη του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.

19 Ιανουαρίου 1974: Γεννιέται η Δήμητρα Ματσούκα, , ηθοποιός.

Η Δήμητρα Ματσούκα (Αθήνα 19 Ιανουαρίου 1974) είναι Ελληνίδα ηθοποιός.
Την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της υποκριτικής τον έκανε στην ταινία του Ν. Βολονάκη "Η μικρή μας πόλη". Παράλληλα με τις σπουδές στη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη το 1993 αρχίζει τις εμφανίσεις στην τηλεόραση ("Ανατομία ενός εγκλήματος", "Τμήμα ηθών").
Το 1998 συμμετείχε στη σειρά του Νίκου Κουτελιδάκη "Είμαστε στο αέρα", για τον τηλεοπτικό σταθμό Mega Channel. Ιδιαίτερα δημοφιλής έγινε από τη σειρά "Κάτι τρέχει με τους δίπλα" (2000). Μετά τη συμμετοχή της ως "Γωγώ" στη σειρά αυτή, πρωταγωνίστησε στη δραματική σειρά "Δούρειος ίππος" (Ant1) καθώς και στη σειρά "Στο δρόμο της καρδιάς" (Αlpha Tv). Τρία χρόνια αργότερα επιστρέφει στην τηλεόραση με τη σειρά "Ξεχασέ με" στο πλευρό των Γιώργου Κιμούλη και Αλκη Κούρκουλου. Οπως έχει πει και η ίδια ο συγκεκριμένος ρόλος ήταν από εκείνους που αγαπήσε και χάρηκε ιδιαίτερα.
Σε ένα διάλειμμα από την τηλεόραση ασχολείται με το θέατρο και εντάσσεται στην ομάδα του Κρατικού θεάτρου κάνοντας παραστάσεις στο Εθνικό, περιοδείες με στάσεις όπως την Επίδαυρο και την Αρχαία Ολυμπία με την παράσταση "Βάτραχοι" του Αριστοφάνη και διάφορες άλλες παραστάσεις όπως τον "Τιτανικό" και "Τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα" με τον Κων/νο Ρήγο. Στον κινηματογράφο, στην πολυβραβευμένη ελληνικ
ή ταινία, "Ελ Γκρέκο", ενώ τιμήθηκε με το βραβείο Β' Γυναικείου Ρόλου στα κρατικά βραβεία κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη για τη συμμετοχή της στην ταινία εποχής "Σκλάβοι στα δεσμά τους". Το 2008 επιστρέφει στην τηλεόραση με μια ακόμη σειρά εποχής, "Τα ματωμένα χώματα" της Διδώς Σωτηρίου που μετέφερε στην οθόνη ο Κώστας Κουτσομύτης. Το 2010 και μετά από αρκετές θεατρικές παραστάσεις επιστρέφει στην τηλεόραση με τη σειρά "Κούκλες" που όπως δήλωσε, όταν διάβασε το σενάριο ένιωσε αμέσως ότι αυτό ήταν που ήθελε να κάνει τώρα. Στη σειρά "Κούκλες" υποδύεται την Κορίνα, μια ανερχόμενη δημοσιογράφο και είναι ο δεύτερος κωμικός ρόλος της καριέρας της μετά το "Κάτι τρέχει με τους δίπλα".

19 Ιανουαρίου 2003: O Νίκος Μαγγίτσης είναι ο πρώτος Έλληνας που φτάνει στο Νότιο Πόλο. Μαζί με δύο Αμερικανούς διήνυσαν απόσταση 250 χιλιομέτρων, με θερμοκρασία που έφτανε τους -50 βαθμούς Κελσίου, και ύψωσε στο νοτιότερο σημείο του πλανήτη τις σημαίες της Ελλάδος και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Είναι ο πρώτος και μοναδικός Έλληνας, που έχει πατήσει στις "7 summits" (η ψηλότερη κορυφή κάθε ηπείρου), έχοντας φτάσει με σκι στο Βόρειο και το Νότιο Πόλο! Μεγάλες αποστολές, όπως η διάσχιση της Τυνησιακής Σαχάρας και ο μοναχικός διάπλους του Αιγαίου πελάγους με θαλάσσιο καγιάκ είναι ορισμένα μόνο στοιχεία του εντυπωσιακού, κατά γενική ομολογία, βιογραφικού του.

Ο λόγος για τον ορειβάτη Νίκο Μαγγίτση, ο οποίος πρόσφατα "πάτησε" και την κορυφή στο όρος Κένυα (σ.σ. το όρος Κένυα είναι το δεύτερο υψηλότερο βουνό στην Αφρική, μετά το Κιλιμάντζαρο).

"Πρώτη μας φορά στο όρος Κένυα ήταν το 1997 και στην κορυφή Lennana (Λενάνα), με υψόμετρο 4985 μέτρα. Η σκέψη από τότε ήταν στις δύο ψηλότερες κορφές, τη Nelion (Νελιόν), με υψόμετρο 5188 μέτρα, και τη Batian (Μπατιάν), με υψόμετρο 5199 μέτρα", δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Έλληνας ορειβάτης.

Το χαρακτηριστικό του βουνού είναι πως παρά το γεγονός ότι ο κύριος όγκος των κορυφών βρίσκεται πολύ κοντά στην γραμμή του Ισημερινού, υπάρχουν χιόνια πάνω από τα 4600 μέτρα υψόμετρο και ο εντυπωσιακός παγετώνας Lewis (Λιούις), που- δυστυχώς- χρόνο με τον χρόνο συρρικνώνεται αισθητά.

"Η τελική ανάβαση για τις κορυφές Nelion και Batian απαιτεί δύσκολη και συνεχόμενη αναρρίχηση σε κάθετα βράχια, ενώ σε πολλά σημεία συναντάμε πάγους και χιόνια", μας λέει ο Νίκος Μαγγίτσης, ενώ όταν τον ρωτάμε για την προετοιμασία, που απαιτεί μία τέτοια, επίπονη προσπάθεια, απαντά:

"Η προετοιμασία τους τελευταίους μήνες περιελάμβανε αναρρίχηση σε βράχια στο Πήλιο, πολύ τρέξιμο στο βουνό και σκι στο χιόνι. Οι τεχνικές διάσωσης στο βράχο ήταν, επίσης, βασικό στοιχείο".

Η πορεία για τη βάση του βουνού διήρκεσε τρεις μέρες, από το χωριό Naro Moru (Νάρο Μόρου), στα 2.400 μέτρα, μέχρι και το ψηλότερο καταφύγιο, το Austrian Hut στα 4700 μέτρα. Η τελική προσπάθεια αναρρίχησης για τις δίδυμες κορυφές Nelion, στα 5188 μέτρα, και Batian (5199 μέτρα) διήρκησε 17 ώρες.

Αναφερόμενος σ' ένα συμβάν που έχει μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη του, ο Νίκος Μαγγίτσης λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι σημαντικό ρόλο στην αναρρίχηση, αλλά και στην κατάβαση στη βάση των κορυφών, έπαιξε η απρόσμενη χιονοθύελλα, πάνω από τα 5000 μέτρα, που τον ξάφνιασε, ιδιαίτερα τις ώρες της κατάβασης/καταρρίχησης.

Ενώ ανασύροντας από τη μνήμη του μία όμορφη στιγμή του ταξιδιού, αναφέρθηκε στη συνάντησή του με τον Ελληνοαυστραλό Νικόλαο Πεντέλη, που κι αυτός πραγματοποίησε μια εξαιρετική, όπως τονίζει, ανάβαση στην κορυφή Nelion. "Ήταν υπέροχο που συναντήσαμε το ελληνικό στοιχείο εκεί, στα ερημικά, στα ψηλά και τα δύσκολα", σημειώνει ο Έλληνας ορειβάτης.

Μιλώντας για τα χαρακτηριστικά ενός καλού ορειβάτη, τονίζει πως σε γενικές γραμμές καλός ορειβάτης είναι ο … ζωντανός ορειβάτης. Επίσης, ένας ορειβάτης θα πρέπει να είναι, όπως λέει, δίκαιος και ηθικός, να έχει υπομονή και επιμονή, ενώ η αρχή και το τέλος είναι η συνεχής σωστή και σκληρή προετοιμασία.

"Τέλος, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι ο ορειβάτης δεν σκαρφαλώνει στο βουνό για να το κυριεύσει και να το 'νικήσει', αλλά το βουνό τον δέχεται και τον φιλοξενεί, όταν αυτό 'θέλει'. Στο βουνό δεν υπάρχει πολυτέλεια για δοκιμές και πρόβες. Εκεί ψηλά και ιδιαίτερα πάνω από τα 7000 μέτρα υπάρχει χρόνος για μια και μόνο παράσταση", καταλήγει ο Νίκος Μαγγίτσης.
Η ενασχόληση του Νίκου Μαγγίτση με τα βουνά ξεκίνησε το 1994, όταν, σε ηλικία 26 ετών, άρχισε να βάζει συγκεκριμένους στόχους στις μεγάλες οροσειρές του πλανήτη, στόχοι που άρχισαν να γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί με την πάροδο του χρόνου. «Από το 1994 και μετά μπορώ να πω ότι σχεδόν οτιδήποτε κάνω είναι αφιερωμένο στα βουνά, στις ψηλές και δύσκολες κορυφές».

Πίσω από το πάθος του Ελληνα ορειβάτη για τις απρόσιτες κορυφές κρύβεται η ανάβαση που σηματοδότησε το πρώτο προσωπικό του επίτευγμα. Ηταν στο Κιλιμάντζαρο, τον Ιανουάριο του ’94. «Εκεί ανακάλυψα ότι οι οροσειρές προσφέρονται, μεταξύ άλλων, για να βάζουμε στόχους. Κι ανάλογα με την επιτυχία ή την αποτυχία κάθε φορά να μαθαίνουμε και να αποκτάμε εμπειρίες.
Μετά το Κιλιμάντζαρο αισθανόμασταν τέτοια ικανοποίηση και πληρότητα, που οι επόμενοι στόχοι ήρθαν από μόνοι τους, με φυσικό τρόπο», θυμάται ο Βολιώτης ορειβάτης. Κάποια στιγμή προέκυψε η ιδέα των «Seven Summits», δηλαδή η ανάβαση στις υψηλότερες κορυφές των επτά ηπείρων (σύμφωνα με ένα μοντέλο που θέλει τη Βόρειο και τη Νότιο Αμερική να αποτελούν διαφορετικές ηπείρους, πλην της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής, της Ωκεανίας και της Ανταρκτικής). «Το 2000 ταξιδέψαμε στον Καύκασο, για να ανεβούμε στην υψηλότερη κορυφή Ελμπρους.

Κιλιμάντζαρο
Ιανουάριος 1994
5.895 μέτρα
«Το Κιλιμάντζαρο στην Αφρική, με υψόμετρο 5.895 μέτρα, είναι ένα βουνό πρόσφορο για πεζοπορία, ακόμη και ώς την κορυφή. Δεν έχει τεχνικές δυσκολίες, πλην του μεγάλου υψόμετρου και του σύντομου χρονικού διαστήματος που είχαμε στη διάθεση μας, δηλαδή 5 με 6 μέρες. Αυτό καθιστά μερικές φορές το βουνό επικίνδυνο. Οι ορειβάτες μπορεί να προσβληθούν από τη νόσο του υψομέτρου».

Καύκασος
Αύγουστος 2002
5.642 μέτρα
«Στην Ευρώπη αρχίσαμε από τον Καύκασο, ο οποίος είναι μια κορυφή που δέχεται πολλούς επισκέπτες-ορειβάτες κάθε χρόνο. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι είναι ένα κρύο βουνό. Δηλαδή ως επί το πλείστον οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν εκεί είναι οι χαμηλότατες θερμοκρασίες και οι δυνατοί άνεμοι».

Βίνσον
Ιανουάριος 2003
4.897 μέτρα
«Μετά πήγαμε στην Ανταρκτική, στο Βίνσον. Αυτό είναι το πιο παγωμένο βουνό. Σε μια περιγραφή ο συνορειβάτης Ερικ Σβάιτσερ αναφέρει ότι ?φτάνοντας στην κορυφή μαζί με τον Νίκο, είχε πολύ κρύο, αέρα και η θερμοκρασία ήταν -50° C?! Σε τόσο κρύο ακόμη και το να σταθείς για μερικά δευτερόλεπτα είναι αδιανόητο. Γι’ αυτό εκεί το πιο αναγκαίο ήταν τα καύσιμα και τα γκαζάκια».

Ακονκάγκουα
Φεβρουάριος 2003
6.962 μέτρα
«Στη Νότιο Αμερική βρίσκεται το Ακονκάγκουα, το λεγόμενο και βουνό των ανέμων, που στην κυριολεξία δέρνεται από ανέμους που έρχονται από τον Ειρηνικό Ωκεανό. Εχει υψόμετρο 6.962 μέτρα κι αυτό το κάνει σχεδόν απρόσιτο αν λάβουμε υπόψη και τις καιρικές συνθήκες».

Έβερεστ
Μάιος 2004
8.848 μέτρα
«Το Εβερεστ είναι η οροσειρά με την ψηλότερη κορυφή του κόσμου. Το γεγονός και μόνον ότι βρισκόμαστε 64 μέρες στο βουνό, χωρίς τις ανέσεις και τις πολυτέλειες του σύγχρονου πολιτισμού, μας κουράζει σωματικά και μας εξαντλεί ψυχικά. Από εκεί και μετά έχουμε και τους αντικειμενικούς κινδύνους μέσα στους παγετώνες και τις πλαγιές».

Μακ Κίνλει
Ιούνιος 2005
6.194 μέτρα
«Στο Μακ Κίνλει, την υψηλότερη κορυφή της Βορείου Αμερικής, τα πράγματα ζορίζουν. Βρίσκεται αρκετά βόρεια, κοντά στον Πολικό κύκλο και αποτελεί ένα βουνό όπου δεν έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε βοήθεια όπως, π.χ., αχθοφόρους. Κουβαλάμε τα πάντα μόνοι μας. Και οι θερμοκρασίες εκεί -στην καλύτερη των περιπτώσεων- είναι -30° C,-40° C».

Πυραμίδα Κάρστενζ
Μάρτιος 2008
4.884 μέτρα
«Στο Κάρστενζ της Ωκεανίας η ποιότητα του βράχου είναι εξαιρετική για αναρρίχηση. Επρεπε να περάσουμε, δυστυχώς, τη μεγάλη ζούγκλα των Παπούα μέσα από φυλές ανθρωποφάγων και δύσβατα δάση, για να φτάσουμε στη βάση του βουνού. Από κει και μετά ακολουθεί μια πλαγιά 800 μ. που θέλει καθαρή αναρρίχηση βράχου. Είμαστε, δηλαδή, περίπου 16-17 ώρες στα σχοινιά δεμένοι για να φτάσουμε στην κορυφή».

Σε μια από τις κατασκηνώσεις γνωριστήκαμε με τον Ελβετό ορειβάτη Ιβ Λαμπέρ, που έναν μήνα νωρίτερα είχε ανέβει στο Εβερεστ. Σκαρφαλώσαμε μαζί για λίγο και πάνω στη συζήτηση μου είπε: «Γιατί δεν πας στο Εβερεστ; Σκαρφαλώνεις καλά, είσαι δυνατός και μάλλον το "έχεις?». Μέχρι τότε, το συγκεκριμένο εγχείρημα αποτελούσε φυσικά έναν «απρόσιτο» στόχο, το άπιαστο όνειρο όλων των ορειβατών.

Εσωτερική ανάβαση
Ο Νίκος Μαγγίτσης δεν είχε καν φανταστεί τον εαυτό του στις πλαγιές της «στέγης του κόσμου». Ο Ελβετός ορειβάτης ήταν ο πρώτος που τον εμψύχωσε και τον έκανε να το πιστέψει. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε και άλλος «μέντορας». «Το 2003 βρέθηκα στην Ανταρκτική. Εκεί ήταν και ο Κόνραντ Ανκερ, ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ορειβάτες, με τον οποίο σκαρφαλώσαμε μαζί στο όρος Βίνσον, το ψηλότερο στην Ανταρκτική. "Νίκο, μπορείς να ανέβεις και στο Εβερεστ", μου είπε ο Ανκερ. Κάπως έτσι άρχισα να μελετώ σοβαρά το ενδεχόμενο της ανάβασης, που τελικά πραγματοποιήθηκε το 2004, στο πλαίσιο της πρώτης επιτυχημένης ελληνικής αποστολής. Ο επόμενος στόχος ήταν να ολοκληρώσω το πρότζεκτ των "Seven Summits"».

Προκειμένου να προετοιμαστεί για την ανάβαση στο Εβερεστ, κατέκτησε και την κορυφή του όρους Ακονκάγκουα στην Αργεντινή, το ψηλότερο της Νοτίου Αμερικής. Ήταν μια ανάβαση που βοήθησε πολύ τον εγκλιματισμό του. Η καλή προετοιμασία για αναβάσεις σε μεγάλα υψόμετρα είναι απαραίτητη για την ασφάλεια των ορειβατών. Ένα κλασικό λάθος των λιγότερο έμπειρων αλπινιστών είναι η ανάβαση σε μεγάλο υψόμετρο σε μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς καλό εγκλιματισμό. «Κακός εγκλιματισμός είναι να ανεβούμε σε μεγάλο υψόμετρο χωρίς κατάλληλη προσαρμογή. Κάτι τέτοιο οδηγεί σχεδόν πάντα στη συμπτωματολογία της νόσου του βουνού, που σε σοβαρές περιπτώσεις εξελίσσεται σε πνευμονικό ή εγκεφαλικό οίδημα. Πρόκειται για πολύ σοβαρά νοσήματα, που απειλούν την ίδια την επιβίωση του ορειβάτη υψηλού υψομέτρου».

nikosmaggitshs Υπάρχουν και άλλοι κίνδυνοι σε αυτά τα βουνά. Κατ’ αρχάς, οι καιρικές συνθήκες, αλλά και οι λεγόμενοι αντικειμενικοί κίνδυνοι: Χιονοστιβάδες, κατολισθήσεις, πτώση σε κρεβάς (χάσματα στον παγετώνα). Η ανάβαση σε κορυφές υψηλού υψομέτρου έχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, κατά τη διάρκεια του οποίου οι συνθήκες ενδεχομένως να μην ευνοούν τη δράση στο βουνό. Το ατύχημα είναι μονίμως πιθανό. Μπορεί να τραυματίσει ή να σκοτώσει τον ορειβάτη, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στη ματαίωση της αποστολής. Στη λεγόμενη και «ζώνη του θανάτου», μετά τα 7.800 μέτρα, οι ορειβάτες για να αντιμετωπίσουν την έλλειψη οξυγόνου χρησιμοποιούν φιάλες με ειδικά μείγματα οξυγόνου. «Η χαμηλή βαρομετρική πίεση και το λίγο οξυγόνο μπορεί να επιδράσουν αρνητικά στη φυσιολογία του οργανισμού. Πιθανόν να υπάρξουν μόνιμες βλάβες. Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα να δοκιμάσω ανάβαση χωρίς οξυγόνο στο Εβερεστ, κάτι που έχουν κάνει ελάχιστοι στον κόσμο», σημειώνει ο ίδιος.

Όταν κατακτά έναν στόχο, θέτει αμέσως τον επόμενο, που αποσκοπεί στη βελτίωση του επιπέδου του ως ορειβάτη. Ο Νίκος εξηγεί τις ικανότητες που χρειάζονται για την ανάβαση των υψηλότερων κορυφών του πλανήτη: «Η ισχυρή θέληση είναι προαπαιτούμενο. Ο εκάστοτε στόχος πρέπει να είναι ρεαλιστικός και να ταιριάζει με το επίπεδο του ορειβάτη. Χρειάζεται καλή προετοιμασία, πολλές εμπειρίες, άριστη φυσική κατάσταση και πλήρης τεχνική κατάρτιση», καταλήγει ο αφοσιωμένος ορειβάτης.

Έτσι, λοιπόν, για να φτάσει κάποιος ψηλά πρέπει να το πιστέψει. «Αν πάμε με τη μέθοδο -πάμε κι αν κουραστούμε γυρίζουμε-, τότε το παιχνίδι είναι χαμένο. Πάμε και σταματάμε μόνο στην κορυφή. Ο στόχος μας είναι η κορυφή». Για ένα διακεκριμένο ορειβάτη ο μόνος δρόμος που υπάρχει είναι αυτός που οδηγεί προς τα πάνω...

Έβερεστ
Στην στέγη του κόσμου

 «Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έφτασα στην κορυφή του Έβερεστ ήταν κατ’ αρχάς μια μεγάλη αγκαλιά με τον Απα Σέρπα. Με έναν άνθρωπο που είναι στο βιβλίο Γκίνες ως ο μόνος άνθρωπος που έχει ανέβει τόσο πολλές φορές στην κορυφή του Έβερεστ. Είπαμε ο ένας στον άλλον πολλές φορές συγχαρητήρια και φωτογραφηθήκαμε. Εκεί βγάλαμε τα γυαλιά και τη μάσκα. Παρέμεινα στην κορυφή για 45 λεπτά χωρίς οξυγόνο. Κοιτούσαμε το Μακαλού, μια κορυφή 8.400 μέτρων που είναι απέναντι, και βλέπαμε πόσο μικρά φάνταζαν πια τα άλλα βουνά των 6.000 μέτρων μπροστά στο Έβερεστ. Είχαμε, όμως, πολύ λίγο χρόνο και πολύ λίγη διάθεση για να πανηγυρίσουμε εκεί πάνω. Η απόλαυση και η ικανοποίηση ήταν πίσω, όταν επιστρέψαμε».

19 Ιανουαρίου 1983: η εταιρία Apple ανακοινώνει τη δημιουργία προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τον Apple Lisa

Ο Apple Lisa ήταν ο πρώτος προσωπικός υπολογιστής της Apple, βασισμένος εξ-ολοκλήρου στον 32-bit μικροεπεξεργαστή της Motorola 68000, που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 1983. Αντικατέστησε τον Apple III, ως υπολογιστής γραφείου. Δεν αποτέλεσε εμπορική επιτυχία λόγω της υψηλής τιμής του, αλλά θεωρείται υπολογιστής σταθμός όντας ο προπομπός του απολύτως επιτυχημένου Macintosh. Εισήγαγε σημαντικές καινοτομίες όπως το γραφικό περιβάλλον GUI. Η αρχική τιμή πώλησης στις ΗΠΑ ήταν από 9.995 δολάρια. Η παραγωγή του σταμάτησε τον Αύγουστο του 1986 έχοντας πουλήσει περίπου 100.000 κομμάτια. Το Lisa ήταν ακρωνύμιο και προερχόταν από τις λέξεις: Local Integrated System Architecture.. Τον διαδέχθηκε ο Apple Macintosh.

Μέλη της σειράς Apple Lisa
  • Apple Lisa, χωρίς σκληρό δίσκο και δύο ενσωματωμένους οδηγούς δισκέτας 5,25 ιντσών.
  • Apple Lisa 2 (έκδοση με μικρότερη βασική μνήμη) στα 512Kb, επεκτεινόμενη στο 1MB και οδηγό δισκέτας 3,5 ιντσών 400KB
  • Apple Lisa 2/5, με 1MB μνήμη και 5MB σκληρό δίσκο.
  • Apple Lisa 2/10 με 10MB ενσωματωμένο σκληρό δίσκο
  • Macintosh XL. Το 1985 η LISA μετονομάστηκε σε MACINTOSH XL.
Υλικό
  • Μικροεπεξεργαστής: Motorola 68000 @ στα 5 MHz.
  • Μνήμη RAM: 1MB (512KB στη LISA 2)
  • Μνήμη ROM 16Kb.
  • Το πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων ήταν ανεξάρτητη συσκευή ενώ στην κεντρική μονάδα ενσωματώνονταν τα ηλεκτρονικά κυκλώματα η μονόχρωμη οθόνη 12 ιντσών και το τροφοδοτικό.
  • Διέθετε δύο ενσωματωμένους 5.25" οδηγούς δισκέτας (Disk Drive), χωρητικότητας 871Kb. Στη Lisa 2 ενσωματώνονταν ένας οδηγός δισκέτας 3,5 ιντσών 400Kb.
  • Ο σκληρός δίσκος χωρητικότητας 5MB ή 10MB ήταν εξωτερικός.

Έξοδοι
  • Ένα κανάλι ήχου.
  • Έξοδοι: Video out (composite), 4 θύρες επέκτασης (internal slots), 2 σειριακές θύρες (RS-232), και μία παράλληλη θύρα.
Γραφικά
  • Απεικόνιση σε κείμενο: 40 ή 80 χαρακτήρες επί 24 γραμμές.
  • Απεικονίσεις σε γραφικά: 720 x 364 εικονοστοιχεία.
Λογισμικό
  • Λειτουργικά συστήματα: Lisa Office System ή Mac OS (στους Lisa 2 και Mac XL μόνο).
Άλλα χαρακτηριστικά
  • Διαστάσεις: 35 (πλάτος) x 47.5 (βάθος) x 38.8 (ύψος) σε εκατοστά. Το βάρος ήταν 15.2 Κιλά.

19 Ιανουαρίου 1955: το επιτραπέζιο παιχνίδι "scrabble" κάνει την πρώτη του εμφάνιση. Εμπνευστής του, ο αρχιτέκτονας Άλφρεντ Μπατς.

Το σκραμπλ (αγγλ. Scrabble) είναι ένα επιτραπέζιο παιχνίδι λέξεων, ίσως το πιο διάσημο στον κόσμο: αυτή τη στιγμή κυκλοφορεί σε περισσότερες από 120 χώρες και παίζεται σε 30 διαφορετικές γλώσσες. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην εταιρεία Hasbro για τις ΗΠΑ (όπου δημιουργήθηκε το παιχνίδι) και για τον Καναδά και στη Mattel για όλες τις υπόλοιπες χώρες.

Τι είναι το Σκραμπλ ;
Στόχος του παιχνιδιού είναι να συγκεντρώσει ο παίκτης τη μεγαλύτερη δυνατή βαθμολογία σχηματίζοντας λέξεις τις οποίες τοποθετεί σε ένα πίνακα σύμφωνα με προκαθορισμένους κανόνες. Οι λέξεις σχηματίζονται με γράμματα που ο παίκτης τραβάει από μία κληρωτίδα και η αξία της κάθε λέξης καθορίζεται: α) από τα γράμματα που περιέχει και β) από τη θέση στην οποία θα τοποθετηθεί. Αυτό σημαίνει ότι οι λέξεις δεν έχουν πάντα την ίδια αξία, εφόσον η επιλογή ορισμένων θέσεων στον πίνακα μπορεί να αυξήσει τη βαθμολογία τους.
Ο πίνακας αποτελείται από 15 Χ 15 = 225 τετράγωνα στα οποία τοποθετούνται οι λέξεις, οριζόντια ή κάθετα. Τα χρωματιστά τετράγωνα (μπλε, γαλάζια, ροζ και κόκκινα) είναι οι θέσεις που πολλαπλασιάζουν την αξία του γράμματος ή της λέξης που περνάει από αυτές.
Τα γράμματα δεν είναι ακριβώς τα ίδια σε όλες τις γλώσσες. Αυτό συμβαίνει αφενός γιατί τα αλφάβητα δεν είναι ίδια και αφετέρου γιατί η αντιμετώπιση δεν είναι πάντα όμοια. Για παράδειγμα, στα νορβηγικά δεν υπάρχουν τα γράμματα Q, X, Z, στα ιταλικά δεν υπάρχουν τα J, K, W, X, Y, στα ισπανικά τα συμπλέγματα CH, RR και LL θεωρούνται διαφορετικά γράμματα από τα C, H, R και L, στα γαλλικά και στα ρουμανικά δεν λαμβάνονται υπόψη τα διακριτικά σημάδια σε γράμματα όπως τα Ă, Â, É ή Ç, στα πορτογαλικά το Ç χρησιμοποιείται ανεξάρτητα από το C κλπ. Επιπλέον, το παιχνίδι παίζεται με διαφορετικό αριθμό γραμμάτων σε κάθε γλώσσα, όπως βλέπουμε και στον πίνακα που ακολουθεί:

  • 100 γράμματα: Αγγλική, Δανική, Εσπεράντο, Ισπανική (Καστίλλης), Καταλανική, Μαλαισιακή, Ουγγρική, Πολωνική, Σλοβακική, Σλοβενική, Σουηδική, Τουρκική, Τσέχικη, Φινλανδική
  • 101 γράμματα: Ρουμανική
  • 102 γράμματα: Αφρικάανς, Βουλγαρική, Γαλλική, Ολλανδική
  • 103 γράμματα: Γαελική, Κροατική, Νορβηγική, Γερμανική (που μέχρι το 1990 είχε 119 γράμματα)
  • 104 γράμματα: Αραβική, Ισλανδική, Ρωσική (που παλαιότερα είχε 126 γράμματα), Εβραϊκή (στην έκδοση της Μattel, στις ΗΠΑ όμως κυκλοφορεί μία ελαφρώς διαφορετική έκδοση της Hasbro), Ελληνική, Αγγλική
  • 114 γράμματα: Πορτογαλική (που είναι και η μόνη με τρεις μπαλαντέρ)
  • 120 γράμματα: Ιταλική

Η ελληνική έκδοση έχει 104 γράμματα:

  • 65 γράμματα που παίρνουν 1 πόντο : Α (12), Ε (8), Η (7), Ι (8), Ν (6), Ο (9), Σ (7) και Τ (8)
  • 17 γράμματα που παίρνουν 2 πόντους : Κ (4), Π (4), Ρ (5) και Υ (4)
  • 9 γράμματα που παίρνουν 3 πόντους : Λ (3), Μ (3) και Ω (3)
  • 4 γράμματα που παίρνουν 4 πόντους : Γ (2), και Δ (2)
  • 3 γράμματα που παίρνουν 8 πόντους : Β (1), Φ (1) και Χ (1)
  • 4 γράμματα που παίρνουν 10 πόντους : Ζ (1), Θ (1) , Ξ (1) και Ψ (1)
  • 2 λευκά (χρησιμοποιούνται σαν μπαλαντέρ) που παίρνουν 0 πόντους

Όσο πιο συχνό είναι ένα γράμμα, τόσο μικρότερη είναι η αξία του: τα πολύ συχνά γράμματα, όπως το Α ή το Ε, βαθμολογούνται με ένα πόντο, ενώ τα σπάνια, όπως το Ψ ή το Θ, βαθμολογούνται με 10 πόντους. Οι μπαλαντέρ μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θέση οποιουδήποτε γράμματος χρειάζεται ο παίκτης για να σχηματίσει μια λέξη. Ο παίκτης που χρησιμοποιεί το μπαλαντέρ δηλώνει το γράμμα που επιθυμεί και αυτό παραμένει το ίδιο σε όλη τη διάρκεια της παρτίδας.

Πώς δημιουργήθηκε
Το σκραμπλ είναι πνευματικό τέκνο ενός Αμερικανού αρχιτέκτονα, του Άλφρεντ Μόσερ Μπατς, ο οποίος, το 1931, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που θα συνδυάζει γνώση και τύχη. Η πρώτη έκδοση του παιχνιδιού, που ονομαζόταν Λέξικο, είχε μόνο γράμματα, ενώ ο πίνακας πάνω στον οποίο τοποθετούνται οι λέξεις προστέθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Οι πρώτες προσπάθειες του Μπατς για υλοποίηση της ιδέας του από κάποια εταιρεία κατασκευής παιχνιδιών απέτυχε. Έτσι, αποφάσισε να κατασκευάσει μερικά αντίγραφα του παιχνιδιού τα οποία άρχισε να μοιράζει και να πουλάει μόνος του σε γνωστούς και φίλους. Τελικά ο Μπατς εγκατέλειψε την ιδέα του παιχνιδιού το οποίο ξεχάστηκε μέχρι το 1948. Τότε κυκλοφόρησε μία νέα έκδοση, με μικρές μετατροπές, τις οποίες είχε επιμεληθεί ο επιχειρηματίας Τζέιμς Μπρούνοτ. Μαζί με την απόφασή του να αναλάβει τη μαζική παραγωγή του παιχνιδιού, ο Μπρούνοτ αποφάσισε και για το καινούργιο του όνομα: Σκράμπλ.

Πώς παίζεται
Στο παιχνίδι μπορούν να πάρουν μέρος από δύο έως τέσσερις παίκτες. Ο παίκτης που παίζει πρώτος τραβάει από την κληρωτίδα εφτά γράμματα, με τα οποία προσπαθεί να σχηματίσει τη μεγαλύτερη δυνατή λέξη. Η πρώτη λέξη που τοποθετείται στον πίνακα πρέπει υποχρεωτικά να περάσει από το κεντρικό ροζ τετράγωνο, κάτι το οποίο αυτόματα διπλασιάζει την αξία της. Στη συνέχεια, ο παίκτης πρέπει να τραβήξει νέα γράμματα για να αντικαταστήσει αυτά που τοποθέτησε στον πίνακα, έτσι ώστε να έχει και πάλι στη διάθεσή του εφτά γράμματα. Οι παίκτες μπορούν να μείνουν με λιγότερα από εφτά γράμματα μόνο προς το τέλος του παιχνιδιού, όταν δεν υπάρχουν πια αρκετά γράμματα στην κληρωτίδα.
Ο επόμενος παίκτης μπορεί να προσθέσει τη δική του λέξη στον πίνακα, η οποία πρέπει υποχρεωτικά να έχει τουλάχιστον ένα γράμμα κοινό με την προηγούμενη (ή, όταν υπάρχουν πολλές λέξεις, με κάποια από τις προηγούμενες) και μάλιστα έτσι ώστε στα σημεία επαφής να σχηματίζονται υπαρκτές λέξεις και όχι σύνολα γραμμάτων χωρίς νόημα. Κάθε φορά που παίζει ένας παίκτης βαθμολογείται για όλες τις νέες λέξεις που σχηματίζονται στον πίνακα με τον τρόπο αυτό.
Η βαθμολογία κάθε λέξης υπολογίζεται αθροίζοντας την αξία όλων των γραμμάτων της λέξης που σχηματίστηκε από τον παίκτη προσθέτοντας τους πόντους από τα τετράγωνα των επιπλέον βαθμολογιών.
Αν ο παίκτης χρησιμοποιήσει και τα εφτά γράμματα που έχει στη διάθεσή του, λέμε ότι έχει κάνει σκραμπλ. Το σκραμπλ πριμοδοτείται με 50 επιπλέον πόντους. Η μικρότερη βαθμολογία ενός σκραμπλ είναι 56 πόντοι: ένα τέτοιο σκραμπλ αποτελείται από τους δύο μπαλαντέρ και 5 γράμματα που βαθμολογούνται με ένα πόντο, ενώ συνδέεται με άλλη λέξη μέσω ενός γράμματος που δίνει ένα πόντο. Το ίδιο σκραμπλ στην πρώτη κίνηση (όπου διπλασιάζεται η αξία της λέξης) θα βαθμολογηθεί με 60 ή 62 πόντους.
Το σκραμπλ με τη μεγαλύτερη βαθμολογία στην πρώτη κίνηση είναι η λέξη ΕΞΥΨΩΘΩ, με το δεύτερο ή το προτελευταίο γράμμα τοποθετημένο σε γαλάζιο τετράγωνο: η βαθμολογία είναι ((1 + (10 Χ 2) + 2 + 10 + 3 + 10 + 3) Χ 2) + 50 = 148 πόντοι. Αντίστοιχα σκραμπλ στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα είναι οι λέξεις WHISKEY και WHISKYS, που βαθμολογούνται με 144 πόντους το καθένα.
Ο ίδιος συνδυασμός γραμμάτων μπορεί να δώσει ένα ή περισσότερα σκραμπλ. Σύμφωνα με τον κατάλογο των λέξεων επτά γραμμάτων (Τζήμας, Χρ.: 7γράμματες λέξεις Νέων Ελληνικών, 2006) οι συνδυασμοί Α Ε Κ Ο Ρ Σ Υ και Α Α Κ Ο Ρ Σ Τ δίνουν από 12 σκραμπλ ο καθένας, ενώ ο συνδυασμός Α Ι Ε Σ Τ με τους δύο μπλαλαντέρ που διαθέτει το παιχνίδι δίνει 605 σκραμπλ!
Το παιχνίδι ολοκληρώνεται όταν ένας παίκτης δεν έχει πια γράμματα για να παίξει ή όταν κανένας από τους παίκτες δεν μπορεί να σχηματίσει νέες λέξεις με τα γράμματα που έχουν μείνει.

Παραλλαγές

  • Η Βελγική παραλλαγή (scrabble duplicate)

Η παραλλαγή αυτή δημιουργήθηκε το 1970 από ένα Βέλγο δικηγόρο, τον Hippolyte Wouters και πήρε το όνομά της (duplicate, που σημαίνει διπλότυπο) από μία ανάλογη παραλλαγή του μπριτζ. Είναι γνωστή στην Ολλανδία και στη Ρουμανία, κυρίως όμως στο γαλλόφωνο κόσμο, όπου είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι δίνει σε όλους παίκτες τις ίδιες ευκαιρίες με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιεί τον παράγοντα τύχη. Ο κάθε παίκτης παίζει μόνος του παράλληλα με έναν ή περισσότερους (ακόμη και εκατοντάδες) άλλους παίκτες. Όλοι οι παίκτες χρησιμοποιούν τα ίδια γράμματα, τα οποία τραβάει ένας έφορος από την κληρωτίδα, και έχουν στη διάθεσή τους τον ίδιο χρόνο για να προτείνουν (γραπτώς) μία λέξη. Η καλύτερη λέξη τοποθετείται στον πίνακα και το παιχνίδι συνεχίζεται με τον τρόπο αυτό μέχρι να τελειώσουν τα γράμματα ή μέχρι κανένας από τους παίκτες να μην μπορεί να σχηματίσει νέες λέξεις.

  • Το σούπερ σκραμπλ

Το σούπερ σκραμπλ είναι μία παραλλαγή που κυκλοφόρησε από τη Hasbro το 2004 και μέχρι στιγμής παίζεται μόνο στην αγγλική γλώσσα. Η παραλλαγή αυτή παίζεται σε πίνακα των 441 θέσεων (21×21 τετράγωνα), ο οποίος κατασκευάζεται προσθέτοντας τετράγωνα γύρω από τον κλασικό πίνακα, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να παίξει και κλασικό σκραμπλ. Το σούπερ σκραμπλ έχει 200 γράμματα, τα διπλά δηλαδή από το κλασικό, με διαφορετική όμως κατανομή. Αν παίζεται από δύο παίκτες, έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από το κλασικό σκραμπλ.
Αγωνιστικό σκραμπλ
Στο αγωνιστικό σκραμπλ υπάρχουν κανονισμοί που καθορίζουν ποιοι τύποι λέξεων θεωρούνται αποδεκτοί και ποιοι όχι. Στις περισσότερες γλώσσες υπάρχουν λεξικά με βάση τα οποία κρίνονται οι λέξεις που προτείνουν οι παίκτες : για να είναι αποδεκτή μία λέξη πρέπει να περιέχεται σε ένα από αυτά τα λεξικά, για παράδειγμα το Official Scrabble Players Dictionary για την αγγλική γλώσσα ή το L'Officiel du Scrabble για τη γαλλική.

Για την ελληνική γλώσσα, έχουν εκδοθεί δύο βοηθήματα :
οι λέξεις 2-8 γραμμάτων
2γράμματες και 3γράμματες λέξεις Νέων Ελληνικών

19 Ιανουαρίου 1953: οι Ελληνίδες ψηφίζουν για πρώτη φορά στην επαναληπτική εκλογή της Θεσσαλονίκης.

Το  1953  δόθηκε η ''άδεια'' στις γυναίκες να ψηφίζουν στις εκλογές και να θέτουν και υποψηφιότητα Είχαν προηγηθεί πολλοί αγώνες για την ισότητά των δύο φύλων, τόσο και στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα.

Τα σχόλια του τύπου ''Αι γυναίκαι είναι πετεινόμυαλαι και ελαφραί. Δεν αξίζει τον κόπον να ασχοληθώμεν» ήταν συνήθεις ..Ο αναλφαβητισμος των γυναικών ,η νοοτροπία που επικρατούσε ,η απόλυτη υπακοή στον πατέρα και κατόπιν στο σύζυγο ,ήταν κάποια από τα προβλήματα που αντιμετώπισε στο διάβα των χρόνων η γυναίκα στη χώρα μας.

1844-Α' Εθνοσυνέλευση με το α' Σύνταγμα της χώρας που έλεγε''"οι ΄Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου".  Όχι όμως και η γυναίκα

Έγιναν συζητήσεις στη Βουλή ,το 1920, το 1922, το 1925, το 1929, αλλά χωρίς θετικό αποτέλεσμα.

Το 1928 ,η απάντηση για να δοθεί ψήφο στις γυναίκες ήταν '' Η γυναικεία ... ψήφος είναι πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».

Το 1930,  επί κυβερνήσεως Βενιζέλου, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ψήφου της γυναίκας με πολύ περιοριστικούς όρους Το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές εκλογές, αφορούσε μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν και όχι του εκλέγεσθαι, ίσχυε μόνο για τις εγγράμματες Ελληνίδες και οπωσδήποτε άνω των 30 ετών.

Το 1944, όταν τα 3/4 της Ελλάδας είχαν ελευθερωθεί από την ΕΑΜική αντίσταση, ιδρύθηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), που προκήρυξε εκλογές. Με απόφασή της για πρώτη φορά ψηφίζουν άντρες και γυναίκες που έχουν συμπληρώσει τα 18 τους χρόνια.

Το 1952 επικυρώνεται η ψήφος των γυναικών ,αλλά θα ψηφίσουν τον επόμενο χρόνο γιατί δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι.

Πρώτη γυναίκα βουλευτής ήταν η Ελένη Σκούρα που εξελέγη με τον ''Ελληνικόν  Συναγερμόν'' σε αναπληρωματικές εκλογές το 1953.

Η δυο φορές παρασημορορημένη για την αντιστασιακή της δράση ,Ελένη Σκούρα με την εκλογή της δικαίωσε τους αγώνες του γυναικείου κινήματος.
Η Ελένη Σκούρα ορκίστηκε στη Βουλή στις 2/2 του 1953, σε ηλικία 57 ετών. Μια ημερομηνία σημαδιακή, καθώς γεννήθηκε στις 2/2 του 1896 στο Βόλο, στις 2/2 του 1950 πήρε το πτυχίο της στη Νομική, σε ηλικία περίπου 50 ετών και στις 2/2 του 1991 πέθανε.
Η Ελένη Παπαχρήστου- Σκούρα παντρεύτηκε το δικηγόρο Δημήτριο Σκούρα, με τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά. Μετά το θάνατο του συζύγου της, έμεινε μόνη και πάμφτωχη, καθώς δεν είχε βουλευτική σύνταξη, γιατί δεν είχε εκπληρώσει τα χρόνια και δεν καλυπτόταν από ασφαλιστικό φορέα.
Το 1989 η Πολιτεία τής υποσχέθηκε τιμητική σύνταξη, κάτι που δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα η Ελένη Σκούρα να πουλήσει όλα τα παράσημά της και τα μετάλλιά της για να μπορέσει να μπει στο Χαρίσειο Γεροκομείο. Στον πρώτο μήνα όμως αρρώστησε βαριά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου και πέθανε σε ηλικία 91 ετών
Η Λίνα Τσαλδάρη της Ε.Ρ.Ε ,είναι η πρώτη υπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή . Επίσης την ίδια χρονιά εκλέγεται στην Κέρκυρα και η Μαρία Δεσύλλα που γίνεται η πρώτη ελληνίδα Δήμαρχος.