Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

29 Μαΐου 1953: Εκκίνηση του πρώτου Ράλι «Ακρόπολις», με 26 πληρώματα, εκ των οποίων 7 διεθνή.

To Ράλι Ακρόπολις (επίσημη εμπορική ονομασία τα τελευταία χρόνια: The rally of Gods) είναι ένας από τους παλαιότερους και σημαντικότερους αγώνες αυτοκινήτου. Ξεκίνησε να διοργανώνεται από την ΕΛΠΑ το 1951 και πλέον αποτελεί μέρος του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ράλι (WRC). Θεωρείται από τα πιο απαιτητικά και ανταγωνιστικά Ράλι του πρωταθλήματος.

Ιστορία
Το 1951, από μια ιδέα μιας ομάδας οδηγών και με την βοήθεια της Shell διοργανώθηκε ένας αγώνας 1923 χιλιομέτρων. Ο αγώνας ξεκίνησε από την Αθήνα και πέρασε κατά σειρά από τις πόλεις Τρίπολη, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Καβάλα, Θεσσαλονίκη με τον τερματισμό να γίνεται στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1952) η ΕΛΠΑ αναλαμβάνει την διοργάνωση του αγώνα και το 1953 ο αγώνας γίνεται διεθνής. Το 1956 ο αγώνας συμπεριλαμβάνεται στους αγώνες του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Από το 1993 συμπεριλαμβάνεται στο παγκόσμιο πρωτάθλημα οδηγών και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα κατασκευαστών του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ράλι. Επίσης περιλαμβάνεται στα πανελλήνια πρωταθλήματα και κύπελλα κλάσεων, στο κύπελλο της FIA για αυτοκίνητα παραγωγής και στο παγκόσμιο κύπελλο για κατασκευαστές αυτοκινήτων τουρισμού.

Νεότερα χρόνια (2005 έως σήμερα)
Το 2005 κέντρο του αγώνα ήταν η Λαμία. Μια υπερειδική διαδρομή έλαβε μέρος στο Ολυμπιακό Στάδιο με μεγάλη επιτυχία. Εκείνη την χρονιά, το ραλι Ακρόπολις ψηφίστηκε ως το καλύτερο ράλι για το 2005. Το 2006 το κέντρο του αγώνα μεταφέρθηκε στην Αθήνα και στα γύρω βουνα. Το service park ήταν στον χώρο του Ολυμπιακού σταδίου Αθηνών. Αυτή την χρονιά έγιναν δύο υπερειδικές στο Ολυμπιακό στάδιο, μια φορά την πρώτη μέρα του αγώνα και μια την τελευταία. Το 2007 το κέντρο του αγώνα ήταν και πάλι η Αθήνα. Το 2007 υπήρξαν 3 υπερειδικές, οι οποίες έλαβαν χώρα στο Ολυμπιακό Ιππικό Κέντρο στο Μαρκόπουλο. To 2009 το ράλι διεξήχθη στο Λουτράκι Κορινθίας και νικητής αναδείχθηκε ο Φιλανδός Μίκο Χίρβονεν στις 14 Ιουνίου .Το 2011 ο διάσημος και πιο σκληρός αγώνας του παγκοσμίου πρωταθλήματος επανήλθε στο αγωνιστικό καλεντάρι της Παγκοσμίου Ομοσπονδίας Αυτοκινήτου. Το 2011 το κέντρο του αγώνα ήταν το Λουτράκι,και οι ειδικές διαδρομές επεκτάθηκαν στη Φθιώτιδα, τη Βοιωτία,την Κορινθία και την Αργολίδα. Ο αγώνας ξεκίνησε στις 16 Ιουνίου κάτω από τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως των Αθηνών, με την τελετή έναρξης και έληξε στις 19 Ιουνίου. Το 2012 το ράλι ακρόπολις ξεκίνησε στις 24 Μαϊου στο Ζάπειο Μέγαρο με κέντρο του αγώνα στο Λουτράκι, ακομα το 2012 προστέθηκαν μερικές νέες ειδικές διαδρομές. Η τελετή λήξης έγινε στις 27 Μαϊου στο Club Hotel Casino Loutraki και νικητής αναδείχθηκε ο Σεμπαστιέν Λεμπ.  To 2013 ήταν η τελευταία χρονιά που το ράλλυ προσμετρούσε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, καθώς λόγω οικονομικών δυσχερειών και μη εξόφλησης των οφειλών προς την Παγκόσμια Ομοσπονδία Αυτοκινήτου, αποκλείστηκε από το καλεντάρι των αγώνων του Πρωταθλήματος. Νικητής το 2013 αναδείχθηκε ο Φινλανδός Γιάρι - Μάττι Λάτβαλα. Από το 2014 ο αγώνας προσμετρά στο καλεντάρι του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ράλλυ, με το κέντρο του αγώνα να επιστρέφει στα εδάφη της Φθιώτιδας το 2016, όπου νικητής αναδείχθηκε ο νεαρός Ραλφ Σιρμάσις, προκαλώντας έκπληξη στους οπαδούς του αγώνα και αφήνοντας εκτός ανταγώνισμου τα μεγάλα φαβορί.

29 Μαΐου 1453: Η Κωνσταντινούπολη «πέφτει» στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. «Η Πόλις εάλω» έπειτα από πολιορκία ενός χρόνου.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453. Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, η οποία έφερε ορδές φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών στην Ευρώπη, σταδιακά κύκλωσε εδαφικά το Βυζάντιο, το οποίο έγινε το 1373 φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.
Απόρροια της Άλωσης ήταν η ανελέητη συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων στην Β.Αφρική και στην Κεντρική Ευρώπη . Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη. Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών συμφωνούν στο ότι η μαζική μετακίνηση πολλών Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία λόγω της Άλωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχομένου και της φιλοσοφίας που ακολούθησαν τα πρόσωπα της Αναγέννησης.

Κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Κατά τα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια. Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.

Οι αντίπαλοι ηγέτες
Στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ Β', είκοσι ενός μόλις ετών (το 1453), χαρακτήρας, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλος, φιλοπόλεμος, υπέκυπτε γενικά σε κατώτερα πάθη, ταυτόχρονα όμως έδειχνε ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, ενώ κατείχε και τα χαρίσματα του στρατηγού, του πολιτικού και του οργανωτή. Ο Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούνταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, κυρίως αστρολογία, διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομοθρήσκους του λογίους.
Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. Αφού αποφάσισε να δώσει το τελικό χτύπημα στην Πόλη, ο Μωάμεθ άρχισε να εργάζεται με εξαιρετική προσοχή. Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ (ή Μπογάζ Κεσέν, στα τουρκικά "Λαιμοκόφτης"). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Βυζαντινούς, που πίστεψαν πια ότι πλησιάζει το τέλος τους. Το οχυρωματικό αυτό έργο απέκοπτε, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον οχυρό στην απέναντι ασιατική ακτή (Ανατολού-χισάρ), την θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τα λιμάνια του Εύξεινου πόντου, στερώντας έτσι πολύτιμες ενισχύσεις και εφόδια για την πόλη. Αμέσως μετά, ο Μωάμεθ Β' έστειλε τον Τουραχάν μπέη να εισβάλει στις βυζαντινές περιοχές της Πελοποννήσου, για να εμποδίσει την αποστολή ενισχύσεων από τους αδελφούς του Κωνσταντίνου, οι οποίοι διοικούσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος
Η περιοχή που αναγνώριζε την εξουσία του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα, περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη, με τις πλησιέστερες προς αυτήν εκτάσεις της Θράκης, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (Μορέως), η οποία βρίσκονταν μακριά από την βασιλεύουσα και κάτω από την ουσιαστική κυριαρχία των αδελφών του Αυτοκράτορα.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό, ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής, ο Φραντσέσκο Φίλελφο, τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευσεβές και ανώτερο πνεύμα». Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, μετέφερε στην πόλη όλες τις ποσότητες σιτηρών που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και επισκεύασε τα τείχη της πόλης. Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου κλείσθηκε με βαριά αλυσίδα, όπως συνέβαινε κάθε φορά σε επικείμενες καταστάσεις πολιορκίας για να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρικού στόλου. Η φρουρά της πόλης όμως μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.
Ο Αυτοκράτορας στράφηκε για βοήθεια και προς τα κράτη της Δύσης. Τελικά σοβαρές στρατιωτικές ενισχύσεις δεν κατέφθασαν ποτέ στην πόλη. Αντί για στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ένας καρδινάλιος, ελληνικής καταγωγής, ο Ισίδωρος, που είχε λάβει παλαιότερα μέρος στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο Ισίδωρος τέλεσε και μια λειτουργία στην Αγία Σοφία, το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη αναταραχή μεταξύ του πληθυσμού της πόλης. Ένας από τους πιο σημαντικούς βυζαντινούς στρατηγούς του Αυτοκράτορα, ο Λουκάς Νοταράς, είπε:
Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν.

Ο Οθωμανικός στρατός
Ίσως να θεωρείται βέβαιο από τις πηγές ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β' ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Σύμφωνα όμως με νεότερους ιστορικούς τα τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες, επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν άριστα εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Ο οθωμανικός στρατός φαινόταν πολύ μεγαλύτερος γιατί τον ακολουθούσε μεγάλος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.
Ο Μωάμεθ γνώριζε ότι χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει την θαλάσσια περιοχή της πόλης πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωση της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο που αποτελούνταν από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπήλατων που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, περίπου 70 φούστες, 20 παραντάρια και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα. Το μέγεθός του πρέπει να έφτανε τις 150 μονάδες. Ο σουλτάνος προσωπικά επέλεξε με προσοχή τους αξιωματικούς που θα τον στελέχωναν, ενώ ως διοικητή του επέλεξε έναν Βούλγαρο εξωμότη, τον Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου.
Όμως εκεί πού έδωσε την μεγαλύτερη προσοχή ο σουλτάνος ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ Β' υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ο οποίος ήταν ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα. Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί καθώς τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ορατά σε πολλά σημεία της πόλης τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453.

Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης
Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουάτικα πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500
Οι βυζαντινοί διέθεταν και πυροβολικό, μικρότερο σε μέγεθος διαμετρημάτων σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πρώτες μέρες τις πολιορκίας και μετά σίγησε λόγω της ελάχιστης ποσότητας πυρίτιδας και βλημάτων, αλλά και τις διαφωνίας στον τρόπο χρήσης αυτών των όπλων .
Στην αρχή τις πολιορκίας υπήρχαν στον Κεράτιο κόλπο 26 πλοία πολεμικά. Από αυτά 10 ανήκαν στο Βυζάντιο, 5 ήταν βενετικά, 5 γενοβέζικα, 3 κρητικά, 1 από την Ανκόνα, 1 από την Καταλωνία και 1 από την Προβηγκία. Υπήρχαν επίσης μικρότερα σκάφη και εμπορικά πλοία των Γενοβέζων που ήταν ελλιμενισμένα στο Πέραν.

Τα τείχη της πόλης
Η μορφή της περιτειχισμένης Κωνσταντινούπολης μπορεί να περιγραφεί ως τριγωνική. Ως βάση του τριγώνου ήταν τα χερσαία τείχη ενώ οι πλευρές του, που αποτελούσαν και την ακτογραμμή της πόλης, σχηματιζόταν από τα θαλάσσια τείχη.
Τα χερσαία (ή Θεοδοσιανά) τείχη, που είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, εκτεινόταν από την αποβάθρα των Πηγών στην ακτή της Προποντίδας μέχρι τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο τους το μήκος ήταν διπλά, με εκείνο που έβλεπε προς την πόλη έφερε την ονομασία Έσω Τείχος και εκείνο που έβλεπε προς την πεδιάδα ονομαζόταν Έξω Τείχος. Η κύρια γραμμή άμυνας των βυζαντινών ήταν το Έσω τείχος, που είχε ύψος 12 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα, και περιλάμβανε 96 πύργους ύψους 18 ως 20 μέτρα ο καθένας. Οι πύργοι αυτοί απείχαν μεταξύ τους 55 μ. περίπου. Το Έξω Τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 μ. πλάτος και είχε επίσης 96 πύργους, που είχαν ύψος 10 μ. περίπου και ήταν τοποθετημένοι έτσι ώστε να βρίσκονται στο κέντρο του κενού που άφηναν ανάμεσά τους οι εσώπυργοι. Τα τείχη απείχαν μεταξύ τους 15 έως 20 μ. ενώ ο χώρος που υπήρχε μεταξύ τους ονομαζόταν από τους βυζαντινούς «Περίβολος». Σε όλο το μήκος του Έξω Τείχους και σε απόσταση 15 έως 17μ. περίπου από αυτό υπήρχε τάφρος που το πλάτος της ήταν 19 μέχρι 21 μ. και το βάθος της περίπου 10 μ. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες.
Η πρόσβαση στην πόλη από την θάλασσα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες χάρης σε ένα ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα στον Βόσπορο, τους βόρειους ανέμους αλλά και μια σειρά από ξέρες και ύφαλους που υπήρχαν στην Προποντίδα. Έτσι, για την προστασία των ακτών αρκούσε μόνο μια σειρά τειχών. Το παραθαλάσσιο τείχος του Κερατίου κόλπου εκτείνονταν από την συνοικία των Βλαχερνών μέχρι την παλαιά Ακρόπολη και είχε ύψος 10μ. περίπου, 17 πύλες, 110 πύργους και μήκος 5.600 μ. Στην εξωτερική πλευρά του υπήρχε μια στενή λωρίδα γης. Το τείχος της Προποντίδας, που ξεκινούσε από την Ακρόπολη και έφτανε ως την αποβάθρα των Πηγών, είχε ύψος 12 ως 15 μ., διέθετε 188 πύργους, περίπου 13 πύλες και είχε μήκος 8.900 μ. Σχεδόν σε όλο το μήκος το τείχος της Προποντίδας ήταν δίπλα στη θάλασσα, επομένως η αποβίβαση εχθρικών δυνάμεων ήταν αδύνατη και το έργο της άμυνας καθίστατο πιο εύκολο.

Η πολιορκία
Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα.
Όσον αφορά την διάταξη των αντιπάλων, ο αυτοκράτορας με τα καλύτερα στρατεύματά του ανέλαβε την υπεράσπιση του μεσαίου τμήματος των χερσαίων τειχών (Μεσοτειχίου), που ήταν και τα πιο ευπρόσβλητα, γιατί σ΄ εκείνο το σημείο τα διέσχιζε κάθετα ο χείμαρρος Λύκος. Απέναντί του τάχθηκε ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και άλλες επίλεκτες μονάδες, καθώς και το μεγάλο κανόνι που κατασκεύασε ο Ουρβανός
Αριστερά του αυτοκράτορα, προς την Προποντίδα, ήταν ο Καττενάο με τα γενοβέζικα στρατεύματά του, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με μερικούς βυζαντινούς φύλασσε την πύλη των Πηγών, ο Φίλιππος Κονταρίνι που ήταν υπεύθυνος για το τμήμα από την πύλη των Πηγών μέχρι τη Χρυσή πύλη, στην οποία ήταν ο Γενοβέζος Μανουήλ, ενώ λίγο πιο κάτω, δίπλα στα θαλάσσια τείχη, ήταν ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν τα μικρασιατικά στρατεύματα υπό τον Ισάκ πασά.
Δεξιά του αυτοκράτορα, προς τον Κεράτιο Κόλπο, στο τμήμα των τειχών που ονομάζονταν Μυριάνδριον παρατάχθηκε ο Ιουστιννιάνης, ο οποίος λίγο μετά μετακινήθηκε στο σημείο που ήταν ο αυτοκράτορας. Αντικαταστάθηκε από ένα τμήμα υπό τους αδελφούς Μποκκιάρντι. Πιο πάνω, στο παλάτι των Βλαχερνών, εγκαταστάθηκε ο Βενετός βάιλος Μιννότο, ενώ ένας συμπατριώτης του, ο Τεόντορο Καρίστο, στρατοπέδευσε μαζί με τους άντρες του στο τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης Καλιγαρίας και του Θεοδοσιανού τείχους. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μαζί με τους αδελφούς Λανγκάσκο ήταν πίσω από την τάφρο στο σημείο που κατέληγε στον Κεράτιο. Όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, υπό τον Καρατζά πασά.

Η διάταξη των αντιπάλων
Τα θαλάσσια τείχη φυλάσσονταν από την πλευρά της Προποντίδας από τον Τζιάκομο Κονταρίνι, ο οποίος αμυνόταν στην περιοχή του Στουδίου. Δίπλα του υπήρχε ένα τμήμα από Έλληνες καλόγερους. Στο λιμάνι του Ελευθερίου ήταν ο πρίγκιπας Ορχάν με τους Τούρκους του, ενώ στο ανατολικό παράλιο της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν άντρες της καταλανικής παροικίας υπό τον Περέ Χούλια. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 τοξότες υπεράσπιζε το ακρωτήριο της ακρόπολης. Τις ακτές του Κερατίου κόλπου φύλασσαν 700 Βενετοί και Γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο. Στον Αλβίζο Ντιέντο παραχωρήθηκε η διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο. Απέναντί τους είχαν τον Ζαγανός πασά με ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο αποσπάσματα ως εφεδρεία: ένα υπό τον Λουκά Νοταρά, που στάθμευε στην συνοικία της Πέτρας, και το άλλο, υπό τον Νικηφόρο Παλαιολόγο, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.
Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β', αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων, απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός, με αποτέλεσμα ένα τμήμα των τειχών κοντά στη Χαρίσια πύλη να καταστραφεί, όμως οι υπερασπιστές κατάφεραν να το επισκευάσουν γρήγορα. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί άρχισαν εργασίες για να παραγεμίσουν την τάφρο, ώστε σε περίπτωση ρήγματος των τειχών να μπορούν να επιτεθούν με ευκολία. Επίσης αναλήφθηκαν υπονομευτικές εργασίες εναντίον των τμημάτων των τειχών που το έδαφος ήταν κατάλληλο. Στην θάλασσα τα πλοία έκαναν την πρώτη τους επίθεση, πιθανόν στις 9 Απριλίου, χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα ο Μπαλτόγλου να περιμένει την άφιξη της μοίρας του Ευξείνου για να σχεδιάσει νέες επιχειρήσεις. Το διάστημα μεταξύ 6 με 11 Απριλίου ο Μωάμεθ πήρε μερικά στρατεύματα και κυρίευσε δύο φρούρια που υπήρχαν έξω από την πόλη, το Θεράπειο και Στουδίου, ενώ την ίδια περίοδο ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα.
Στις 12 κατέφθασε ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη και αγκυροβόλησε στο Διπλοκιόνιο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά αξιόμαχος στόλος που είχαν αποκτήσει οι Οθωμανοί. Την ίδια μέρα ξεκίνησε ο βομβαρδισμός με τα κανόνια, που συνεχίστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της πολιορκίας. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους κανόνια, που άλλωστε ήταν πολύ κατώτερα από τα τουρκικά, τα οποία είχαν τοποθετήσει πάνω στα τείχη για να βάλλουν εναντίον των πολιορκητών, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάθε βολή τους προκαλούσε ρωγμές στα ίδια τα τείχη. Ωστόσο η άμυνα τις πρώτες βδομάδες διεξάγονταν με επιτυχία.
Την νύχτα της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί επιτέθηκαν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες στο Μεσοτείχιο. Καθώς το σημείο επίθεσης ήταν στενό η αριθμητική υπεροχή των Τούρκων ήταν χωρίς νόημα, ενώ η ανώτερη θωράκιση των βυζαντινών, όπως και η ηγετική ικανότητα του Τζουστινιάνι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης. Μετά από τέσσερις ώρες άκαρπων επιθέσεων οι Οθωμανοί υποχώρησαν έχοντας 200 νεκρούς ενώ οι υπερασπιστές κανέναν.
Στις 20 Απριλίου σημειώθηκε ένα αναπάντεχα ευχάριστο γεγονός για τους πολιορκημένους: Στολίσκος τεσσάρων πλοίων ( αποτελούμενος από τρία γενουάτικα πλοία και ένα βυζαντινό), μετά από νικηφόρα σύγκρουση με αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς μεταφέροντας, μεταξύ των άλλων, τρόφιμα και εφόδια στην πολιορκημένη πρωτεύουσα . Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί από την ναυμαχία αυτή που προχώρησε έφιππος στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την ψυχολογία των πολιορκημένων, οι οποίοι πίστευαν ότι η ευνοϊκή έκβαση της πολιορκίας ήταν πλέον ορατή.
Στις 22 Απριλίου, ο στόλος των Τούρκων ύστερα από επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατάφερε να διεισδύσει εντός του Κεράτιου κόλπου. Για τον σκοπό είχε κατασκευαστεί στην κοιλάδα μεταξύ των λόγγων, ένα είδος ξύλινης εξέδρας, επάνω από την οποία σύρθηκαν- με τη βοήθεια πλήθους ανθρώπων που ήταν στη διάθεση του Μωάμεθ Β΄- τα οθωμανικά πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Για να μη γίνει αντιληπτό το εγχείρημα, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη. Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ την επόμενη νύχτα, όμως το σχέδιο προδόθηκε στους Τούρκους και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε πλέον να τοποθετηθούν και δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.
Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες του Γαλατά, ο οποίος έμεινε ανέγγιχτος από τους Τούρκους σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος με θάρρος και αξιοπρέπεια απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση.
Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια και την περιουσία του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει άκομα υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Δηλαδή, σε σύγχρονη απόδοση:
Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της• διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας.

Η τελική επίθεση
Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β' κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα. Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες. Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου
Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:
...Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.
Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη . Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.

Λεηλασίες
Η πολιορκία κράτησε σχεδόν 2 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 (αποφράς ημέρα). Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.
Όπως παραδίδει ο Σφραντζής, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα. O ιστορικός Δούκας αναφέρει πως ο σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές. Ο ιστορικός Κριτόβουλος, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, αναφέρει ότι δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.

Επακόλουθα της Άλωσης
Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη όπου και μετονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ. (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα της Αυτοκρατορίας ως την οριστική κατάλυσή της, το 1922. Αντίθετα το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης έλαμψε με την ανάδειξη σε πατριάρχη του ανθενωτικού Γεννάδιου Σχολάριου καθ΄ υπόδειξη του Μωάμεθ λαμβάνοντας από τον ίδιο και διάφορα πρόσθετα προνόμια μέχρι ακόμα και οθωμανική φρουρά.
Πρώτος που φέρεται να προσπάθησε να συνεγείρει τους Ηγεμόνες της Δύσης για ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Χριστιανούς ήταν ο τότε Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, που έδρευε την εποχή εκείνη στη Ρόδο, ο Ζαν ντε Λαστίκ ο οποίος με γράμματά του στον Πάπα και σε όλους τους Ηγεμόνες τους εξόρκιζε να πάρουν τα όπλα και «να εκδικηθούν για το χριστιανικό αίμα που χύθηκε στην Κωνσταντινούπολη εξ αιτίας των Τούρκων αλλά και για τη σωτηρία της Ρόδου του ισχυρότατου αυτού προμαχώνα της χριστιανικής πολιτείας». Παράλληλα όμως υπήρχαν και πολλοί Έλληνες που διέτρεχαν την Ευρώπη κηρύττοντας "ιερό πόλεμο" κατά των Τούρκων, μεταξύ αυτών ήταν ο Ισίδωρος ο Πελοποννήσιος, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, ο Ανδρόνικος ο Θεσσαλονικεύς κ.ά., ενώ ο Ρόδιος λαϊκός στιχουργός Εμμανουήλ Γεωργιλάς απέδιδε το πνεύμα της εποχής σε ποιήματά του προτρέποντας τη Δύση να συνασπιστεί κατά των Τούρκων για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, επειδή:
"Η Πόλις ήτον το σπαθί, / η Πόλις το κοντάρι.
Η Πόλις ήτον το κλειδί / της Ρωμανίας όλης
Κ΄ εκλείδωνε κ΄ εσφάλιζεν / όλην την Ρωμανίαν
Κ΄ όλον το Αρχιπέλαγος / εσφικτοκλείδωνέν το".
Στις παραπάνω εκκλήσεις ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ επέδειξε πλήρη αδιαφορία, σε αντίθεση με τους διαδόχους του στον παπικό θρόνο Κάλλιστο Γ΄ και Πίο Β΄. Επίσης ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθώς και ο Δούκας Φίλιππος της Βουργουνδίας ο επιλεγόμενος Καλός μόλις ενημερώθηκαν σχετικά με την άλωση συναντήθηκαν και συσκέφθηκαν πλην όμως οι προθέσεις τους ναυάγησαν από την «ακατονόμαστη αντίσταση» και για «ελεεινές μικροφιλοτιμίες» του τότε βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου Ζ΄
Υπενθυμίζεται ότι την εποχή εκείνη ένα μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου αποτελούσαν βασίλεια όπως της Κύπρου, Δουκάτα όπως το φράγκικο των Αθηνών και κυρίως ενετικές κτήσεις όπως το Δουκάτο του Αρχιπελάγους με έδρα τη Νάξο, η Εύβοια ή Νεγρεπόντε και Κεφαλονιά (από το 1209), η Κρήτη (από το 1212), η Κέρκυρα (από το 1215), η Ρόδος κ.ά., τα δύο δεσποτάτα Μυστρά και Ηπείρου καθώς και κάποια αρχονταρίκια.
Όταν το 1456 ο Μωάμεθ Β' απέσπασε από τους Φράγκους την Αθήνα και λίγο αργότερα υπέταξε όλες τις ελληνικές περιοχές, όπως και την Πελοπόννησο τότε ξύπνησε από το λήθαργο η Δύση και άρχισαν ν΄ ακούγονται οι πρώτες φωνές για τον άπιστο και κοινό εχθρό. Ο Παρθενώνας, που τότε είχε μετατραπεί από τους χριστιανούς σε εκκλησία της Θεοτόκου, επανα-μετατράπηκε με διαταγή του ίδιου του Μωάμεθ Β΄ σε τζαμί. Το 1457 εμφανίζεται στο Αιγαίο ο παπικός στόλος που ξεκινά επιδρομές για κατάληψη νήσων που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία με συνέπεια την κατάργηση της Ηγεμονίας του Αίμου του Οίκου των Κατελούζων. Το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας περιήλθε και αυτή στην εξουσία των Οθωμανών. Την ίδια χρονιά καταλήφθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης μπορεί να σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, πλην όμως το σημαντικότερο: οδήγησε στον κολοφώνα της αναγέννησης των αρχαίων ελληνικών σπουδών που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ιταλία αρχικά καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη στη συνέχεια. Πόλεις όπως η Βενετία, η Φλωρεντία, η Ρώμη κ.ά. άνοιξαν την αγκαλιά τους στους πρόσφυγες βυζαντινούς λόγιους που εγκαταστάθηκαν σε αυτές μεταφέροντας το πολύτιμο φορτίο της αρχαίας Ελλάδας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη των νέων τάσεων κυρίως του ουμανισμού που έφερνε ο νέος αιώνας (15ος αιώνας).

Θρύλοι και παραδόσεις
Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του «μαρμαρωμένου βασιλιά» που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του.
Μια λαϊκή χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν η θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο θαυμαστό. Λέγονταν ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία. Ένας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάχτυλα και αν βρεθεί κάποιος Έλληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει (ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αμερικάνος ιστορικός Ε. Α. Γκρόσβενορ αναφέρει ότι στην συνοικία Αμπού Βέφα στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ένας χαμηλός ανώνυμος τάφος τον οποίο οι Έλληνες τιμούσαν ως τάφο του Κωνσταντίνου και τον χρησιμοποιούσαν κρυφά ως τόπο προσευχής. Όμως η Οθωμανική Κυβέρνηση επενέβη εκείνη την εποχή επιβάλλοντας ποινές και ερημώνοντας το μέρος.

Η πρόσληψη της Άλωσης από την διεθνή και νεοελληνική ιστοριογραφία
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1453 αποτέλεσε ένα από τα γεγονότα-ορόσημα της Παγκόσμιας Ιστορίας τα οποία σηματοδοτούσαν την μετάβαση από τη μεσαιωνική εποχή έως τους νεώτερους χρόνους, σύμφωνα και με την τριμερή διάκριση του Christoph Cellarius με το έργο του Historia Medii Aevi.
Η πρόσληψη και ενσωμάτωση της Άλωσης από την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα ακολουθεί την ενσωμάτωση του Βυζαντίου και της Βυζαντινής ιστορικής περιόδου. Οι ποϋποθέσεις αφομοίωσής της ήταν μεταξύ άλλων, η θρησκευτική της σημασία, κάτι που έβρισκε υποδοχές στην λαϊκή κουλτούρα. Μπορούσε να γίνει ένα απτό σύμβολο στα πλαίσια συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας. Έτσι γινόταν αντιληπτή ως πτώση της βασιλείας των Ορθοδόξων. Εθνικοποιείται επειδή η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε το πιο σημαντικό κέντρο της Ανατολής και επομένως κεντρικό σημείο στα πλαίσια της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας.
O Σπυρίδων Ζαμπέλιος στην εκτεταμένη εισαγωγή του στο έργο του Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, δεν επικεντρώνεται στους εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της αυτοκρατορίας, αλλά στην άπληστη καθολική Δύση, η οποία από το 1204 συνέβαλε στην παρακμή της αυτοκρατορίας. Τελικά η Θεία Πρόνοια επέλεξε τον Οθωμανό κατακτητή ώστε να σωθεί από τους Καθολικούς δυνάστες. Σε αυτό το σημείο συμφωνεί και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, χωρίς όμως να υιοθετεί και τη φιλοσοφική θεώρηση του Ζαμπέλιου.
Διάφοροι άλλοι εκπρόσωποι της ρομαντικής ιστοριογραφικής τάσης, όπως ο Αλέξανδρος Πασπάτης, Κωνσταντίνος Σάθας, Σπυρίδων Λάμπρος, Αδαμάντιος Αδαμαντίου, Βασίλειος Μυστακίδης, Θεοδόσιος Βενιζέλος, Αθανάσιος Βερναρδάκης, Κωνσταντίνος Άμαντος εμπλουτίζουν το αντιδυτικό ερμηνευτικό τους σχήμα με αναφορές σε προδοτικές ενέργειες των Λατίνων (π.χ. η αλλαγή στρατοπέδου του Ουρβανού του τεχνίτη που κατασκεύασε το κανόνι, η βοήθεια των Γενουατών του Γαλατά στους Τούρκους, η λιποψυχία του Ιουστινιάνη). Οι ιστορικοί αυτοί επέλεγαν το λεγόμενο Majus χρονικό του Γεώργιου Σφρατζή -ένα συμπίλημα συνταγμένο στα 1573-1575 από τον Μακάριο Μελισσηνό- με έντονα θρησκευτικό χαρακτήρα και διαπνεόμενο από την αντίληψη πως ο Θεός κατευθύνει τις τύχες του κόσμου χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους και ακόμα και τους Τούρκους για να εκπληρώσει τους σκοπούς του

πηγη: el.wikipedia.org

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Παρασκευή και 13

Οποιαδήποτε Παρασκευή συμπίπτει με τις 13 ενός μήνα θεωρείται κακότυχη στις Αγγλοσαξονικές, Γαλλικές, Γερμανικές και Πορτογαλικές περιοχές του κόσμου. Παρόμοιες δεισιδαιμονίες υπάρχουν και σε άλλες παραδόσεις: στην Ελλάδα και την Ισπανία, για παράδειγμα, το ρόλο αυτό έχει η "Τρίτη και 13". Ο φόβος της Παρασκευής και 13 ονομάζεται στα αγγλικά paraskavedekatriaphobia (μία λέξη που προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις Παρασκευή, δεκατρείς και φοβία) και είναι ειδική μορφή της τρισκαιδεκαφοβίας . Η λέξη μπορεί να ευρεθεί επίσης ως paraskevidekatriaphobia (παρασκευηδεκατριαφοβία.
Στην Πληροφορική υπάρχει επίσης και ένας ιός με το όνομα "Παρασκευή και 13" (Friday 13th), ο οποίος έχει το χαρακτηριστικό να ενεργοποιείται όταν το ημερολόγιο του υπολογιστή δείξει ημέρα Παρασκευή και ημερομηνία 13.

Ιστορία της Παρασκευής και 13
Πριν τον 19ο αιώνα, ο αριθμός 13 θεωρούνταν γενικά ως φέρων κακή τύχη. Την ίδια εικόνα είχε και η Παρασκευή, αν και δεν υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ των δύο. Η πρώτη αναφορά σε μία "Παρασκευή και 13" έγινε μάλλον στις αρχές του 19ου αιώνα.
Πέρα από τις γραπτές αναφορές, πάντως, πολλές δημοφιλείς ιστορίες υπάρχουν σχετικά με την προέλευση της δεισιδαιμονίας:

  • Ο Μυστικός Δείπνος, με ιστορίες ότι ο Ιούδας Ισκαριώτης ήταν ο 13ος καλεσμένος, ενώ η Σταύρωση του Ιησού συνέβη κατά ημέρα Παρασκευή.
  • Ότι η Εύα προσέφερε το μήλο στον Αδάμ κατά ημέρα Παρασκευή (η πεποίθηση ότι ήταν ένα μήλο πιθανότατα προέρχεται από την ομοιότητα της Λατινικής λέξεις malus = "κακό" και Malum = "μήλο").

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

12 Μαΐου 1930: Ιδρύεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η πρώτη οργάνωση
Το 1833, δηλαδή μόλις ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, η αρμοδιότητα της πυρασφάλειας ανατέθηκε στους νομάρχες (Διάταγμα 26/4-8/5/1833). Επίσης, οι Δήμοι όφειλαν να διαθέτουν προσωπικό -τους "Ειρηνοφύλακες"- και τα μέσα για την κατάσβεση πυρκαγιών. Τέλος, για τα δημόσια κτίρια την αρμοδιότητα είχαν οι λόχοι Σκαπανέων του Στρατού.
Το 1854 στην Αθήνα ιδρύθηκε ο "Λόχος Πυροσβεστών" με δύναμη 92 ανδρών.
Το 1861 ο Λόχος διευρύνθηκε σε "Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών", ο οποίος εκτός από την πυρόσβεση εκτελούσε και έργα οδοποιίας. Στο πυροσβεστικό έργο βοηθούσαν επίσης η Χωροφυλακή και το Φρουραρχείο. Το 1909 η Διλοχία κλήθηκε να κατασβέσει μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα ανάκτορα χωρίς επιτυχία.
Το 1910 συγκροτήθηκε η "Πυροσβεστική Μοίρα", με εθελοντές και κληρωτούς τριετούς θητείας. Στις 16 Αυγούστου 1910 στη προσπάθεια κατάσβεσης μεγάλης πυρκαγιάς στο Γενικό Χημείο του Κράτους σκοτώθηκαν τρεις πυροσβέστες και πολλοί τραυματίστηκαν.
Η Μοίρα Υπαγόταν στο Υπ. Στρατιωτικών και το 1914 μετονομάστηκε σε "Λόχο Πυροσβεστών". Κάλυπτε μόνο τις πόλεις Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Στις υπόλοιπες την αρμοδιότητα είχαν οι Δήμοι.

Το Πυροσβεστικό Σώμα
Στις 26 Απριλίου 1926 σχηματίστηκε ένα "Πυροσβεστικό Σώμα", εντελώς ανεξάρτητο από το υπόλοιπο στράτευμα. Όμως, αποδείχτηκε επίσης αναποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των καταστροφικών πυρκαγιών που ξέσπασαν. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ανησύχησαν και έθεσαν θέμα αναδιοργάνωσης της πυροσβεστικής υπηρεσίας.
Στις 30 Αυγούστου 1929 ανατέθηκε από την κυβέρνηση στο χημικό μηχανικό Αλκιβιάδη Κοκκινάκη, Έλληνα πρόσφυγα από τη Ρωσία και πρώην Διοικητή της Πυρ/κής Υπηρεσίας Πετρούπολης, η μελέτη και οργάνωση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην Ελλάδα.
Με το Νόμο 4661/1930 "περί διοργανώσεως Πυροσβεστικού Σώματος" που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 153 τ.Α΄ (12 Μαΐου 1930), ιδρύθηκε ανεξάρτητο Π.Σ. ως Ν.Π.Δ.Δ. που υπαγόταν στο Υπ. Εσωτερικών, με δικούς του νόμους και αυτοδιοίκηση. Η ίδρυση Πυρ/κών Σταθμών οριζόταν ότι θα γινόταν με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών με βάση τον πληθυσμό, την εμπορική και βιομηχανική σημασία του Δήμου και των τοπικών γενικότερα συνθηκών και με κάποιες υποχρεώσεις του Δήμου. Από το 1968 με τον Α.Ν. 360 το Π.Σ. υπάγεται στα Σώματα Ασφαλείας. Με το Νόμο 1590/86 επιτρέπεται η ίδρυση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και σε Κοινότητες με βιομηχανική περιοχή ή συγκοινωνιακό κόμβο μεγάλης σημασίας ή οπουδήποτε αλλού κριθεί σκόπιμο και χωρίς υποχρέωση της τοπικής αρχής.
Οι πόλεις στις οποίες ιδρύθηκαν και λειτούργησαν Πυροσβεστικές Υπηρεσίες (Πυροσβεστικοί Σταθμοί) την πρώτη δεκαετία μετά την ψήφιση του ιδρυτικού του Σώματος Νόμου και μέχρι και την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ήσαν:

  • 1932: Αθήνα, Πειραιάς και Θεσσαλονίκη (Μάιος).
  • 1933: Πάτρα.
  • 1935: Ηράκλειο και Καβάλα.
  • 1937: Βόλος.
  • 1938: Λάρισα, Χανιά και Ξάνθη.
  • 1940: Ελευσίνα, Καλαμάτα, Γιάννενα, Πρέβεζα, Κέρκυρα, Φλώρινα, Κοζάνη, Δράμα, Μυτιλήνη, Σέρρες και Αγρίνιο.

Στις 31.12.1950, εκτός των παραπάνω Πυροσβεστική Υπηρεσία διέθεταν οι πόλεις: Ρέθυμνο, Λαμία, Αίγιο, Δράμα, Λευκάδα, Πύργος, Ρόδος, Χαλκίδα και Καρδίτσα. Αργότερα ακολούθησε η ίδρυση και λειτουργία Πυροσβεστικών Σταθμών και σε άλλες πόλεις: π.χ. Άμφισσα το 1953, Ναύπλιο το 1954 κλπ. Ο ρυθμός γίνεται καταιγιστικός από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και εφεξής:

  • 1968: Λιβαδειά.
  • 1970: Άργος, Αλεξανδρούπολη, Αμαλιάδα, Βέροια, Κατερίνη και Μεσολόγγι.
  • 1971: Έδεσσα.
  • 1972: Πολύγυρος.
  • 1973: Ηγουμενίτσα.
  • 1975: Κοζάνη και Ναύπακτος.
  • 1976: Ελευσίνα (2ος), Καστοριά, Λαύριο και Ορεστιάδα.
  • 1977: Θήβα και Άγιος Νικόλαος.
  • 1978: Γιαννιτσά και Καρπενήσι.
  • 1979: Κιλκίς, Ζάκυνθος, Πάργα και Νάουσα.
  • 1980: Θεσπρωτικό, Λεχαινά και Γρεβενά.
  • 1981: Γαργαλιάνοι.
  • 1983: Ελευθερούπολη.
  • 1984: Αργοστόλι.
  • 1987: Σάμος.

Σήμερα υπάρχουν 300 Πυροσβεστικές Υπηρεσίες, σε όλες τις πρωτεύουσες νομών καθώς και στις πόλεις εθνικής σημασίας, όπως η Ορεστιάδα, η Ιεράπετρα, το Διδυμότειχο, η Μύρινα Λήμνου. Σε μεγάλες δε πόλεις που παρουσιάζουν αυξημένο πυροσβεστικό ενδιαφέρον ιδρύθηκαν και λειτούργησαν περισσότεροι του ενός Πυροσβεστικοί Σταθμοί, όπως: Αθήνα, Πειραιά, Θεσ/νίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χανιά, Κέρκυρα (ο 2ος το 1978), Γιάννενα (ο 2ος το 1978), Ελευσίνα, Καβάλα, Καλαμάτα, Λάρισα, Ρόδο (ο 2ος το 1978) και Κω.
Τα πρώτα χρόνια το Πυροσβεστικό Σώμα διοικούνταν από αξιωματικούς που μετατάσσονταν από την Αστυνομία Πόλεων ή από τη Χωροφυλακή. Αυτή η κατάσταση άλλαξε άρδην στα τέλη του 1975, όταν το Σώμα απέκτησε Αρχηγό που προερχόταν για πρώτη φορά από τις τάξεις του, τον Κων/νο. Γκίκα.

Το 1991 το Πυροσβεστικό Σώμα ήταν η πρώτη κρατική υπηρεσία που επίσημα υιοθέτησε την έννοια του εθελοντισμού στην Ελλάδα δημιουργώντας τον Θεσμό του Εθελοντή Πυροσβέστη (ν. 1951/91), μια πρωτοπόρα πρωτοβουλία για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, επιτρέποντας έτσι την νόμιμη συμμετοχή του εκπαιδευμένου και πιστοποιημένου από το σώμα ενεργού πολίτη στην αποστολή του σώματος.
Από το καλοκαίρι του 1998 με τον Νόμο 2612, το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε και την ευθύνη συντονισμού και κατάσβεσης σε δασικές πυρκαγιές, την οποία μέχρι τότε είχε η Δασική Υπηρεσία. Το Σώμα ενισχύθηκε σε υλικό και προσωπικό που μετατάχθηκε από την Δασική Υπηρεσία, χωρίς όμως να καλύψει τις ελλείψεις. Μεγάλη ενίσχυση σε υλικό είχε και λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, αλλά παρ' όλα αυτά το 19% των οχημάτων παραμένει ηλικίας πέραν της 15ετίας. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στης επαρχιακές υπηρεσίες, αφού ο εξοπλισμός που αγοράστηκε με κονδύλια των Ολυμπιακών Αγώνων προοριζόταν μόνο για τις πόλεις που φιλοξενούσαν αγώνες. Αυτή την στιγμή λειτουργεί έχοντας σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, αφού χρειάζονται ακόμη 4500 πυροσβέστες (οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις είναι 12.000 [1]. Στην έλλειψη συνέτεινε η μη πρόσληψη νέων πυροσβεστών για πολλά χρόνια, με την παράλληλη συνταξιοδότηση παλιών υπαλλήλων (περίπου 800 κάθε χρόνο). Η αύξηση όμως των αρμοδιοτήτων έφερε πρόσθετο όγκο εργασίας. Χωρίς ανθρώπινους και υλικούς πόρους υπάρχει πρόβλημα δυσλειτουργίας.
Στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν σήμερα 15.000 πυροσβέστες (8.000 μόνιμοι, 5.500 εποχιακοί και 1.500 εθελοντές).
Το Πυροσβεστικό Σώμα έχει χάσει 47 πυροσβέστες εν ώρα υπηρεσίας από το 1930 ως σήμερα.
Έως το 1995 στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούσαν μόνο άνδρες σε όλους του βαθμούς. Στις 31 Οκτωβρίου 1995, με την 3η σειρά Πτυχιούχων (ειδική διαδικασία κατάταξης Διπλωματούχων κυρίως Μηχανικών των Πολυτεχνείων απευθείας στο βαθμό του Ανθυποπυραγού) κατατάχθηκαν οι δύο πρώτες γυναίκες στην ιστορία του Πυροσβεστικού Σώματος. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη, η οποία είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Μηχανολόγων Αεροναυπηγών του Πανεπιστημίου Πατρών και η Αδελαΐδα Φιλιππίδου, Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός του ΕΜΠ. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη είναι η πρώτη γυναίκα του Πυροσβεστικού Σώματος, Γενικών Καθηκόντων που διετέλεσε μάχιμος αξιωματικός, Τμηματάρχης και Διευθύντρια Διεύθυνσης, ενώ τον Ιανουάριο του 2009 έγινε η πρώτη γυναίκα Ανώτερη Αξιωματικός Γενικών Καθηκόντων. Σήμερα στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν περισσότερες από 300 γυναίκες σε όλους τους βαθμούς (Πυροσβέστες, Υπαξιωματικοί και Αξιωματικοί).

πηγη: el.wikipedia.org

12 Μαΐου 1947: Εγκαινιάζεται το στρατόπεδο Μακρονήσου, το οποίο προορίζεται κυρίως για τον εγκλεισμό «ύποπτων στρατιωτικών».

Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947.
Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: "Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού".
Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι "σκαπανείς" που θα υλοποιούσαν το έργο και την "προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος" με διαφόρους "επωφελείς εργασίας". Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.
Ο υπουργός στρατιωτικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Γεώργιος Στράτος της κυβέρνησης Δημητρίου Μαξίμου. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «εθνική κολυμβήθρα» και «νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».
Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.
Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ένας παράδοξος για την εποχή θεσμός, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.
Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές "δηλώσεις μετανοίας" τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο "ανανήψας" και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του "εαμοσλαβισμού" κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σαν στόχο την πλήρη καταρράκωση του "μεταμεληθέντος", ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).
Η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον "ανανήψαντα" προς τους "αμετανόητους" πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων "γενιτσάρων" (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε "εθνικά αναβαπτισμένοι" στο μέτωπο.

12 Μαΐου: Ευρωπαϊκή Ημέρα Περιοδοντολογίας

Διοργανώνεται κάθε χρόνο στις 12 Μαΐου, με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Περιοδοντολογίας (EFP), μέλος της οποίας είναι και η Ελληνική Περιοδοντολογική Εταιρεία.

Με σειρά εκδηλώσεων και δωρεάν εξετάσεις από εξειδικευμένους οδοντιάτρους, η Ευρωπαϊκή Ημέρα Περιοδοντολογίας (European Day of Periodontology) έχει ως στόχο να ενημερώσει τους ευρωπαίους πολίτες για την υγιεινή των ούλων, που αποτελεί το κύριο πεδίο της περιοδοντολογίας, και να τονίσει τη σημασία της πρόληψης των περιοδοντικών νόσων, λόγω της συσχέτισής τους με τη στοματική και τη γενική υγεία.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, εκτιμάται ότι οκτώ στους δέκα ευρωπαίους υποφέρουν από κάποιο πρόβλημα στα ούλα τους.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

12 Μαΐου: Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων

Η Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων γιορτάζεται κάθε χρόνο από το 1965 στις 12 Μαΐου, με πρωτοβουλία του Διεθνούς Συμβουλίου Αδελφών Νοσοκόμων.

Η γιορτή αυτή θέλει να θυμίσει σε όλους μας την ανεκτίμητη συνεισφορά των νοσοκόμων σε κάθε κοινωνία. Η νοσηλευτική, γενικώς, θεωρείται ένα από τα πιο υποεκτιμημένα και κακοπληρωμένα επαγγέλματα.

Η 12η Μαΐου καθιερώθηκε ως Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων για να τιμήσει τη γέννηση το 1820 της Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, της αγγλοϊταλίδας φιλανθρώπου που θεωρείται η ιδρύτρια της σύγχρονης νοσηλευτικής.

 ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ
International Council of Nurses


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

12 Μαΐου 1941: Παρουσίαση της Z3, πρώτης προγραμματίσιμης αυτόματης μηχανής από τον Κόνραντ Τσούζε στο Βερολίνο.

Η Z3 του Konrad Zuse ήταν ο πρώτος προγραμματιζόμενος υπολογιστής του κόσμου, και παρόλο που δεν διέθετε την εντολή διακλάδωσης υπό συνθήκη, πληροί τα κριτήρια ορισμού ενός υπολογιστή που είναι Τιούρινγκ-πλήρης (Turing complete).
Η Z3 κατασκευάστηκε με 2.200 ηλεκτρονόμους, είχε συχνότητα ρολογιού από 5 έως 10 Hz, και μήκος λέξης 22 bit. Οι υπολογισμοί γίνονταν σε δυαδική αριθμητική κινητής υποδιαστολής. Η μηχανή ολοκληρώθηκε το 1941 (στις 12 Μαΐου) του ίδιου χρόνου παρουσιάστηκε με επιτυχία σε κοινό επιστημόνων στο Βερολίνο.
Ο αυθεντικός Z3 καταστράφηκε το 1943 κατά τη διάρκεια συμμαχικού βομβαρδισμού στο Βερολίνο. Ένα πλήρες λειτουργικό αντίγραφο κατασκευάστηκε την δεκαετία του 1960 από την εταιρία του Κόνραντ Τσούζε και εκτίθεται στο Γερμανικό Μουσείο του Μονάχου και στο Γερμανικό Τεχνολογικό Μουσείο του Βερολίνου. Το 1998 αποδείχτηκε ότι η Z3 είναι »Turing complete«.

Αρχιτεκτονική Ζ3,Ζ1
Τα βασικά μέρη του Z3 ήταν:
η μνήμη, ικανή να αποθηκεύσει 64 αριθμούς κινητής υποδιαστολής σε δυαδική αναπαράσταση (των 22 μπιτ).
η κεντρική μονάδα επεξεργασίας
η μονάδα ελέγχου
οι συσκευές εισόδου/εξόδου

Σύνολο εντολών
Το πρόγραμμα ήταν αποθηκευμένο σε μια διάτρητη ταινία. Μια εντολή κωδικοποιείται με 8 μπιτ και καταλαμβάνει μια σειρά στην ταινία. Το σύνολο εντολών αποτελείται από εννιά εντολές (πίνακας 1). Υπάρχουν τρεις τύποι εντολών:
Εισόδου/εξόδου
Μνήμης
Αριθμητικές
Ο κωδικός λειτουργίας έχει μεταβλητό μήκος δύο ή πέντε μπιτ. Οι εντολές μνήμης κωδικοποιούν την διεύθυνση στην οποία αναφέρονται στα έξι λιγότερο σημαντικά μπιτ της εντολής. Αυτό σημαίνει ο χώρος διευθύνσεων έχει μέγιστο μέγεθος 64 λέξεων που είναι εξάλλου και το μέγεθος της μνήμης όπως προαναφέραμε.

πηγη: el.wikipedia.org

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

10 Μαΐου 1967: Με ομόφωνη γνώμη του ανακριτή Σωκράτη Σωκρατείδη και του εισαγγελέα Θ. Χατζίκου κρίνεται προφυλακιστέος για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και μεταφέρεται στις φυλακές Αβέρωφ ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν ένα πολιτικό και στρατιωτικό σκάνδαλο που ξέσπασε στην Ελλάδα στα μέσα Μαΐου του 1965 και ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην αποστασία του 1965.

Ιστορικό
Δύο εβδομάδες μετά τον ανασχηματισμό και την επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου στην κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου ξέσπασε η "βόμβα" της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία). Παράγοντες της Δεξιάς κατήγγειλαν ότι υπήρχε μέσα στο στρατό οργάνωση με τα αρχικά αυτά και με απόκλιση προς τα "αριστερά", με πολιτικό αρχηγό το γιο του πρωθυπουργού. Από τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν αργότερα προέκυψε ότι ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας και ο στρατηγός Γεννηματάς είχαν ενημερωθεί για κάποιες "κινήσεις" για οργάνωση και "μυήσεις" σε ορισμένες στρατιωτικές μονάδες στην Κύπρο και στην Αθήνα, τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 1965. Κάποια στιγμή ενημέρωσαν το βασιλιά, όχι όμως και τον πρωθυπουργό. Κεντρικό πρόσωπο στις κινήσεις αυτές παρουσιαζόταν ο λοχαγός Αριστείδης Μπουλούκος, παλαιό μέλος της οργάνωσης Χ του Γρίβα, που είχε τοποθετηθεί στην ΚΥΠ, κατόπιν επιμονής του συμπατριώτη του υπουργού Εξωτερικών Σταύρου Κωστόπουλου, και είχε μετατεθεί στην Κύπρο, κατόπιν παρακλήσεως του ίδιου του Γρίβα. Ο Μπουλούκος, μαζί με άλλους αξιωματικούς, είχαν επισκεφθεί επανειλημμένα τον Ανδρέα Παπανδρέου, με πρόσχημα κάποιο ρουσφέτι, στην πραγματικότητα όμως για να αποκτήσουν από τις επισκέψεις αυτές "ατού" και ακτινοβολία μεταξύ των συναδέλφων τους. Μία δακτυλογραφημένη αναφορά του Γρίβα προς τον Γαρουφαλιά, που έφτασε στα χέρια του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, περιείχε και τον "όρκο" της οργάνωσης του ΑΣΠΙΔΑ, ενώ στην εισαγωγική αναφορά του ο Γρίβας μνημόνευε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου σημειώνει στις αναμνήσεις του: "Η ανησυχία του πατέρα μου ξεκινούσε από το γεγονός ότι η εισαγωγική παράγραφος της αναφοράς του Γρίβα αναφερόταν σε εμένα. Ο Γρίβας υποστήριζε πως η επίσκεψή μου στην Κύπρο υπονόμευσε το ηθικό του εκεί ελληνικού στρατού και υπογράμμιζε το γεγονός ότι ο λοχαγός Μπουλούκος μιλούσε με θαυμασμό για μένα στους συναδέλφους του. Ο Γρίβας υπαινισσόταν πως υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ εμού και της ομάδας του ΑΣΠΙΔΑ".
Η πρώτη δημόσια νύξη για τον ΑΣΠΙΔΑ έγινε στις 18 Μαΐου του 1965 από την εφημερίδα της Λάρισας Ημερήσιος Κήρυξ, όργανο του πρώην προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Ροδόπουλου, τοποθετημένου στην ακραία δεξιά πτέρυγα της ΕΡΕ. Το ίδιο βράδυ, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανέθεσε στον αντιστράτηγο της στρατιωτικής δικαιοσύνης, Ι. Σίμο, να προχωρήσει σε ανακρίσεις σχετικά με τις πληροφορίες. Ο Σίμος πληροφορήθηκε για την έκθεση που έστειλε ο Γρίβας στον Γαρουφαλιά και στον Κωνσταντίνο, χωρίς να έχει ενημερωθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου. Ταυτόχρονα, παραιτήθηκε ο αρχηγός της ΚΥΠ υποστράτηγος Αγόρος, ενώ ο υποδιευθυντής της ίδιας υπηρεσίας, αντισυνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος, προήχθη σε συνταγματάρχη και τοποθετήθηκε διοικητής μονάδος πυροβολικού στην Καστοριά. Τη θέση του στην ΚΥΠ κατέλαβε ο αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Ενώ λοιπόν ο αντιστράτηγος Σίμος άρχιζε το ανακριτικό του έργο, ταξιδεύοντας στην Κύπρο, η αντιπολίτευση εξαπέλυσε επίθεση με στόχο τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Στις 19 Μαΐου, 13 βουλευτές της ΕΡΕ και των Προοδευτικών, κατέθεσαν ερώτηση στη Βουλή για το θέμα αυτό. Συγχρόνως, ο γνωστός ακροδεξιός και προσωπικός φίλος του μετέπειτα δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, βουλευτής τότε της ΕΡΕ, Νίκος Φαρμάκης, άρχισε δραστηριότητα στην Ελλάδα και την Κύπρο για το "φούντωμα" του ΑΣΠΙΔΑ, σε συνεργασία με τον Νίκο Σαμψών, κ.α. Την ίδια ώρα, οι κυβερνητικές εφημερίδες ζητούσαν επίμονα να αντικατασταθεί ο αρχηγός του ΓΕΣ Ι. Γεννηματάς που είχε ανάμιξη στο "εκλογικό πραξικόπημα" του 1961.
Την άμεση αντικατάσταση του Γεννηματά ζητούσε και η Ελευθερία του Πάνου Κόκκα, ο οποίος όμως επέκρινε και τον Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, τονίζοντας ότι "επεδίωξε να ιδρύση "μικρομάγαζον" εις τον στρατόν". Ορισμένες εφημερίδες της ΕΡΕ υποστήριζαν ότι επίδοξος αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ ήταν και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που φέρεται να βρισκόταν πίσω από μίαν άλλη οργάνωση, την Φ.Α.Ε. Την 1η Ιουνίου 1965, ο Ι. Σίμος υπέβαλε το πόρισμα των ανακρίσεων για τον ΑΣΠΙΔΑ στον υπουργό Αμύνης. Αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό των προσπαθειών του λοχαγού Μπουλούκου να μυήσει συναδέλφους του στην οργάνωση, σημείωνε:
"Απεδείχθη πράγματι ότι εγένετο κίνησις ιδρύσεως οργανώσεως υπό την επωνυμίαν ΑΣΠΙΔΑ υπό ομάδος αξιωματικών, με τον ιδιοτελή σκοπόν την εξυπηρέτησιν ατομικών συμφερόντων αυτών και των μελών της οργανώσεως, δια της προωθήσεως μεμυημένων αξιωματικών εις επικαίρους και σημαινούσας θέσεις ή και τινα άλλον απώτερον, όστις όμως ούτε απεδείχθη εκ της εξετάσεως ούτε διεφάνη. Δεν απεδείχθη ότι η κίνησις αύτη είχε πολιτικάς επιδιώξεις ή σύνδεσμόν τινα με πολιτικά πρόσωπα". Και πρότεινε να παραπεμφθούν στο ανακριτικό συμβούλιο, με το ερώτημα της αποτάξεως, οι "πρωτοστασήσαντες δια την μύησιν" λοχαγοί πεζικού Μπουλούκος Αρ., Πανούτσος Ι., Παπαγιαννόπουλος Κ. και Θεοδοσίου Ι. Να ασκηθεί "αυστηρός πειθαρχικός έλεγχος" κατά 6 ακόμη λοχαγών και υπολοχαγών (Θ. Μακρίδη, Ε. Κουφαλιτάκη, Α. Βλάχου, Ι. Δαμηλάκου, Α. Κεπενού και Θ. Σταυρόπουλου) που δέχθηκαν να "μυηθούν" στην οργάνωση. Να επιβληθεί πειθαρχική ποινή στον συνταγματάρχη Αλ. Παπατέρπο και τον αντισυνταγματάρχη Α. Δαμβουνέλη για αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Να επιβληθεί επίσης ποινή πειθαρχική στον συνταγματάρχη Μιχ. Ασημακόπουλο και τον αντισυνταγματάρχη Δημ. Παραλίκα.
Το πόρισμα του αντιστρατήγου Σίμου δεν ικανοποίησε τους "ακραίους" της Δεξιάς, που δεν δίστασαν να εξαπολύσουν επίθεση και κατά του ίδιου του αντιστράτηγου. Αργότερα, κατά τη δικτατορία, οι "Απριλιανοί" τους αποστράτευσαν.
Στο μεταξύ, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επηρεασμένος από τη μητέρα του και τους άλλους ανακτορικούς συμβούλους, που του παρουσίαζαν σαν φοβερή τη "συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ" αξίωνε να σταλούν οι "συνωμότες" στο στρατοδικείο. Ο Π. Γαρουφαλιάς μετέβη την 5η Ιουνίου στην Κέρκυρα, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, αναμένοντας "ευτυχές γεγονός" -να γεννήσει η Άννα-Μαρία το πρώτο τους παιδί- και τον ενημέρωσε για το πόρισμα Σίμου. Επιστρέφοντας, μετέφερε στον Γεώργιο Παπανδρέου τη βασιλική επιθυμία να παραπεμφθεί η υπόθεση στο στρατοδικείο

Υποτιθέμενα μέλη
Υποτίθεται ότι ο ΑΣΠΙΔΑ είχε 40-50 μέλη, μεσαίων και χαμηλών βαθμών οι περισσότεροι. Αρχικά την προσοχή τράβηξε ο λοχαγός Αριστείδης Μπουλούκος, που κατηγορήθηκε ότι στρατολογούσε νέα μέλη. Η υπόθεση έγινε πιο σοβαρή όταν δεξιές εφημερίδες (αλλά και η κεντρώα Ελευθερία του Πάνου Κόκκα) προσπάθησαν να εμπλέξουν στην υπόθεση τον συνταγματάρχη Αλέξανδρο Παπατέρπο, υπαρχηγό της ΚΥΠ και φίλο του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Παπατέρπος εκείνη την εποχή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες να διαλύσει το παρακράτος.

Η δίκη
Ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε να παραπέμψει το φάκελο του ΑΣΠΙΔΑ, αλλά συγχρόνως και το φάκελο του σχεδίου Περικλής στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Ταυτοχρόνως σχεδόν, επιθυμούσε να αντικαταστήσει τον ως τότε υπουργό Πέτρο Γαρουφαλιά, ο οποίος κατά την άποψή του ελέγχονταν από το παλάτι. Ο Κωνσταντίνος δεν επιθυμούσε την αντικατάσταση του Γαρουφαλιά και αρνήθηκε την πρόταση του Γεωργίου Παπανδρέου, να αναλάβει ο ίδιος ο Παπανδρέου το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Η άρνηση του Κωνσταντίνου οδήγησε σε παραίτηση του πρωθυπουργού, κάτι που οδήγησε στα Ιουλιανά.
Η δημοσίευση του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, την 1η Οκτωβρίου του 1966, αποτέλεσε πραγματική πολιτική βόμβα: Παραπέμφθηκαν να δικαστούν 29 αξιωματικοί, οι περισσότεροι "επί ενώσει προς στάσιν" και "επί συνωμοσία προς εκτέλεσιν πράξεως εσχάτης προδοσίας". Επιπροσθέτως, κατά το βούλευμα, οι κατηγορούμενοι "εν τη προσπαθεία τους να μυήσουν αξιωματικούς εις την οργάνωσιν ΑΣΠΙΔΑ... συνιστούν προς προστασία της κινδυνευούσης Δημοκρατίας την υπό τον αξιωματικών υποστήριξιν της κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου ή διάδοχον ταύτης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, προς επίτευξιν της οποίας οι αξιωματικοί οφείλουν να οργανωθούν πέριξ τούτου, καθ' όσον ούτος είναι η πλέον ισχυρά ηγετική φυσιογνωμία της εποχής και ως υιός του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και ως οικονομολόγος και κάτοχος του κυπριακού προβλήματος, δι' ο μάλιστα εις τούτον έχει ανατεθεί η αρχηγία της οργανώσεως...".
Σε άλλο σημείωμα το αχανές βούλευμα έβαλε ευθέως και κατά του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, όπως και πληθώρας πολιτικών προσώπων:
"Εκ της όλης ανακρίσεως και κατ' αντικειμενικήν εκτίμησιν του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού, αναγκαίως άγεταί τις εις την κρίσιν ότι η παράνομος οργάνωσις "δημοκρατικών αξιωματικών" υπό την επωνυμίαν ΑΣΠΙΔΑ... κατευθύνεται υπό προσώπων της πολιτικής ηγεσίας της Ενώσεως Κέντρου, υφιστάμενων ενδείξεων συμμετοχής εις ταύτην, κατά μείζονα ή ελλάσσονα βαθμόν, των τέως υπουργών Ανδρέα Παπανδρέου, Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου, Παύλου Βαρδινογιάννη και Στυλιανού Χούτα, συναγομένου μάλιστα εξ επαρκών τοιούτων ότι αρχηγός της ανωτέρω παρανόμου οργανώσεως τυγχάνει ο εκ τούτων Ανδρέας Παπανδρέου και ότι των περιστατικών τούτων ετέλει εν γνώσει ο, κατά τον κρίσιμον χρόνον, πρωθυπουργός (πατήρ του) Γεώργιος Παπανδρέου, δι' ο και, επιλήσμων γενόμενος των εκ της άνω ιδιότητός του, ως πρωθυπουργού και ως εκ τούτου θεματοφύλακος των εθνικών αξιών, του κύρους των θεσμών και των νόμων, απορρεουσών ιδιαζουσών υποχρεώσεών του, κατετεμάχισεν αμέσως μετά την ανάγνωσίν της, την 2αν Ιουλίου 1966, την περιελθούσαν εις χείρας του ιδιόγραφον επιστολήν του υποδίκου, δια την συμμετοχήν του εις την παράνομον ταύτην οργάνωσιν, λοχαγού Παπαγεωργόπουλου Παν., απευθυνομένην προς τον συνήγορόν του Ανδρέα Παπαγεωργόπουλου και περιέχουσαν σαφείς ενδείξεις συμμετοχής του υιού του Ανδρέα Παπανδρέου εις την αυτήν παράνομον οργάνωσιν, αφ' ης πλέον ενεργείας του ούτος αναμφισβητήτως τελεί εν γνώσει των αυτών ως άνω περιστατικών, καταστήσας ούτω διαβλητάς, καθ' ο υποκριτικάς, απάσας τας επιγενομένας αποφάσεις και πράξεις του...".
Ο Γεώργιος Παπανδρέου αντέδρασε χλευαστικά: "Σκευωρία των σκοτεινών δυνάμεων είναι η υπόθεσις, η οποία εκκρεμεί ενώπιον της Δικαιοσύνης και η αποκάλυψις της σκευωρίας συνετελέσθη πλήρως με το εκδοθέν βούλευμα... Ουδέν δικαστικόν πόρισμα έχει υπάρχει τόσον κενόν εις θετικάς αποδείξεις. Και παρ' όλα τα αθέμιτα μέσα, τα οποία εχρησιμοποιήθησαν... εις μεν τους αντιπάλους της Ενώσεως Κέντρου βαθεία απογοήτευσις εκ του κενού βουλεύματος, το οποίον δεν είναι δικαστικόν κείμενον, αλλ' άθλιον άρθρον του χειρότερου δεξιού Τύπου. Εις δε τον δημοκρατικόν κόσμον η εντύπωσις έχει προσπεράσει την αγανάκτησιν δια να προκαλέση γενικήν ιλαρότητα".
Ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος αφενός διέβλεψε τους κινδύνους ενός ακραίου πολωτικού κλίματος που απειλούσε να οδηγήσει σε εκτροπή του πολιτεύματος, αφετέρου επιχείρησε να εκμεταλλευθεί το βούλευμα για να δικαιώσει την πολιτική του. Έτσι, κατ' αρχήν συνέστησε μετριοπάθεια: "Οφείλω να συστήσω ψυχραιμίαν και ήρεμον εκ μέρους και αυτού του Τύπου παρακολούθησιν της σοβαρωτάτης ταύτης υποθέσεως. Εξάλλου, εάν επιβεβαιωθούν αρμοδίως, καθ' όλην την δραματικήν αυτών έκτασιν, τα υπό του εκδοθέντος βουλεύματος επισημανθέντα, δεν πρόκειται τούτο να είναι και τόσον ευχάριστον δια την εξέλιξιν των πολιτικών και, γενικότερον, των εθνικών μας πραγμάτων, ώστε να δικαιολογήται αγαλλίασις οιασδήποτε μερίδος του πολιτικού κόσμου της χώρας".
Στη συνέχεια ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωσε ότι "είχεν αρκέσει δεκαέξ μηνών διακυβέρνησις της χώρας υπό της Ενώσεως Κέντρου δια να αρχίση επικρατούν το πνεύμα της διαλύσεως και εις αυτάς τας ενόπλους δυνάμεις" και συνέχισε: "Εάν παρέμενεν εις την εξουσίαν ολίγους ακόμη μήνας η κυβέρνησις του κ. Γ. Παπανδρέου, ο ελληνικός στρατός θα εγνώριζε και πάλιν ημέρας οικτράς που θα υπενθύμιζον αφενός μεν την μετά το 1924 περίοδον της αβασιλεύτου Δημοκρατίας, δηλαδή την περίοδον των ποικιλωνύμων στρατιωτικών συνδέσμων, κλικών και κινημάτων, αφετέρου δε και ειδικότερον την Μέσην Ανατολήν, με την υπονομευτικήν εις βάρος του έθνους συνεργασίαν των δήθεν δημοκρατικών με τους κομμουνιστάς. Η 15η Ιουλίου υπήρξεν, επομένως, ημέρα ματαιώσεως ενός μεγάλου κινδύνου εις βάρος του έθνους και ημέρα σωτηρίας της δημοκρατίας".
Στο κλίμα των δηλώσεων του πατέρα του ήταν και οι εκτιμήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου:
"Το βούλευμα προκάλεσε κατάπληξη ανάμικτη με ιλαρότητα. Κατάπληξη, γιατί χρησιμοποιήθηκε η στρατιωτική δικαιοσύνη για την κατασκευή του βρωμερού λίβελλου σε βάρος των Παπανδρέου και άλλων στελεχών της Ένωσης Κέντρου, μα προ πάντων γιατί το καθαρά προπαγανδιστικό ύφος του βουλεύματος δεν άφηνε καμιά αμφιβολία πως η συγγραφή και η δημοσίευσή του είχε έναν μονάχα σκοπό, να δικαιώσει στο λαό τον βασιλιά και τους συνεργάτες του. Ιλαρότητα γιατί το κείμενο είχε τόσες φρικτές ασυνταξίες που ήταν ακατάληπτο. Ήταν αντάξιο μαθητή δημοτικού σχολείου... Ήταν ολοφάνερο πως η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ ήταν ένα πολιτικό τέχνασμα με σκοπό να δικαιώσει τις πολιτικές ακροβασίες του βασιλιά. Ισοδυναμούσε με πολιτικό δυναμίτη, γιατί υποκαθιστούσε τον ελεύθερο πολιτικό στίβο με τη δικονομική διαδικασία".
Με το βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν ως αρχηγοί της συνωμοσίας οι συνταγματάρχες: Αλέξανδρος Παπατέρπος, Δημήτριος Χονδροκούκης και Π. Αναγνωστόπουλος. Ως υποκινητές, ο συνταγματάρχης Σπ. Τσαμασιώτης, οι αντισυνταγματάρχες Α. Δαμβουνέλης, Τ. Κατσιμήτρος και Δημ. Παραλίκας, οι λοχαγοί Αριστείδης Μπουλούκος, Ι. Θεοδοσίου, Θ. Κατσάρης, Αθ. Κεπενός, Π. Παπαγεωργόπουλος, Δημ. Παπαγιαννόπουλος, Ι. Πανούτσος, Α. Βλάχος, Ευ. Κουφαλιτάκης, Μ. Γεωργίου, Γ. Κωστόπουλος, Π. Μαχάς, Π. Κολλίγρης, Δημ. Οικονόμου, Θ. Τόμπρας, Χρ. Θεοδώρου, Γ. Μαρκέτης, Γ. Κλαδογένης, ο υπολοχαγός Θ. Σταυρόπουλος, ο υποσμηναγός Γ. Χαραλαμπόπουλος και ο ανθυπασπιστής Χωροφυλακής Ι. Ντελιδάκης. Από τους παραπεμπομένους, τρεις λοχαγοί, οι Ι. Θεοδοσίου, Π. Κολλίγρης και Γ. Κλαδογένης, ομολόγησαν ότι ανήκαν στον ΑΣΠΙΔΑ και διαχώρισαν τη θέση τους από τους άλλους.
Ο αντισυνταγματάρχης Παραλίκας κατηγορήθηκε ακόμη ότι αναμίχθηκε σε "ανάθεση δολοφονίας" του υπασπιστή του βασιλιά, Μ. Αρναούτη, στον ιδιώτη υπάλληλο της ΚΥΠ, Κανάκη. Αλλά το βούλευμα επεκτάθηκε, όπως προαναφέρθηκε, και στις "ευθύνες" πολιτικών προσώπων στη "συνωμοσία". Απέδωσε στην ηγεσία της Ένωσης Κέντρου πρόθεση να θέσει υπό τον έλεγχό της το στρατό και ιδιαίτερα υπάρχει αναφορά για τις επαφές του Ανδρέα Παπανδρέου με στρατιωτικούς αλλά και με βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που "ανήκαν κατά την Κατοχή στο ΕΑΜ". Το βούλευμα κατηγόρησε τον Γεώργιο Παπανδρέου ότι ήθελε να πάρει το υπουργείο Άμυνας για να καλύψει τις ευθύνες του Ανδρέα και ότι προετοίμαζε ταραχές για να ασκήσει πίεση στον βασιλιά. "Διαπιστώθηκε" ακόμα ότι υπήρχαν ενδείξεις, για συμμετοχή στην πολιτική ηγεσία του ΑΣΠΙΔΑ, των πρώην υπουργών του Κέντρου, Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, Παύλου Βαρδινογιάννη και Στυλιανού Χούτα, με αρχηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου, μικρότερες "ενδείξεις" για τους Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, Κωνσταντίνο Στεφανάκη, τον εκδότη της Ελευθερίας Πάνο Κόκκα, τον δημοσιογράφο Γιώργο Μπέρτσο κ.α. Επειδή όμως το Στρατοδικείο δεν είχε αρμοδιότητα για ιδιώτες, η ανάκριση για τα πολιτικά πρόσωπα ανατέθηκε στον δικαστικό Σωκράτη Σωκρατείδη. Το βούλευμα στηρίχθηκε σε μαρτυρίες αξιωματικών, πολλοί από τους οποίους αποδείχθηκαν αργότερα ότι ήσαν στελέχη της χούντας του Παπαδόπουλου.
Ο Ηλίας Τσιριμώκος ζήτησε ανοιχτά την άμεση αμνήστευση του ΑΣΠΙΔΑ, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν παρασκηνιακά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ορισμένοι υπουργοί της κυβέρνησης Στέφανου Στεφανόπουλου.
Στις 14 Νοεμβρίου του 1966 άρχισε στη μεγάλη αίθουσα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο Μέγαρο Αρσακείου, η δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Οι αρχές είχαν πάρει δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Ολόκληρο το τετράγωνο είχε κυκλωθεί από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί μεταφέρθηκαν με κλούβες, ενώ πλήθη κόσμου είχαν συγκεντρωθεί στα απέναντι πεζοδρόμια. Πρόεδρος του Στρατοδικείου είχε οριστεί ο αρεοπαγίτης Θ. Καμπέρης, βασιλικός επίτροπος ήταν ο Ηλ. Παπαπούλος, τακτικά μέλη οι Γ. Χατζής, Γ. Μπεληγιάννης, Α. Ζαλαχώρης, Ν. Μπιρμπίλης, και αναπληρωματικά οι Ε. Κεχαγιάς, Α. Πολίτης, Δ. Παπαδόπουλος, Π. Πανουργιάς, Κ. Βρυώνης και Ι. Κριστέλης.
Οι τρεις πρώτες μέρες της δίκης καταναλώθηκαν για την ανάγνωση από τον γραμματέα του Στρατοδικείου των 475 σελίδων του βουλεύματος, ενώ άλλες τρεις σε ενστάσεις της υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Οι 21 από τους 24 συνηγόρους αγόρευσαν υποστηρίζοντας αναρμοδιότητα του δικαστηρίου. Από την πρώτη στιγμή άρχισαν αντεγκλήσεις ανάμεσα στον πρόεδρο και τον επίτροπο απο τη μια και από την άλλη τους συνηγόρους και 21 κατηγορουμένους που ακολούθησαν "σκληρή" γραμμή καταγγέλλοντας ολόκληρη την υπόθεση σαν σκευωρία, "που είχε σκοπό να συγκαλύψει την πραγματική συνωμοσία της χούντας στις ένοπλες δυνάμεις". Κατηγορούμενοι όπως ο Μπουλούκος, ο Παπαγεωργόπουλος κ.α. κατήγγειλαν ότι έγινε προσπάθεια να τους εξαγοράσουν ένας στρατηγός και παράγοντες της άκρας Δεξιάς ή να τους πείσουν να ομολογήσουν για τον ΑΣΠΙΔΑ με αντάλλαγμα την αθώωσή τους. Το στρατοδικείο έμοιαζε με βουλευτήριο σε στιγμές μεγάλης πολιτικής οξύτητας. Έτσι, με την άρνηση του βασιλιά και της κυβέρνησης να κλείσει το θέμα του ΑΣΠΙΔΑ με μερικά διοικητικά μέτρα ή πειθαρχικές ποινές -όπως είχε προτείνει ο αντιστράτηγος Σίμος με το πόρισμά του τον προηγούμενο χρόνο- ή να αμνηστευθεί η υπόθεση, συνέχισε η όξυνση των παθών.
Η εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας άρχισε στις 21 Νοεμβρίου. Την ίδια μέρα παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, και παρακολούθησε για λίγο τη δίκη από τις θέσεις των συνηγόρων, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Στο διάλειμμα χαιρέτησε με χειραψία όλους τους κατηγορούμενους. Οι εφημερίδες της Δεξιάς έγραψαν ότι με την επίσκεψή του ο Ανδρέας Παπανδρέου επιδίωξε να ενθαρρύνει τους κατηγορούμενους για να μην κάνουν αποκαλύψεις. Όμως, ο Ανδρέας Παπανδρέου σε μακρές δηλώσεις του ανέφερε μεταξύ άλλων: "Δια της παρουσίας μου επιθυμώ να επισημάνω την κατάφωρον παραβίασιν του Συντάγματος και των βασικών δικαιωμάτων του Έλληνος πολίτου, εις την οποίαν εστηρίχθη και συνεχίζει να στηρίζεται η μεγάλη σκευωρία του ΑΣΠΙΔΑ".
Την επομένη, 22 Νοεμβρίου, σε σύσκεψη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης Κέντρου, ο Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρθηκε στη δίκη και στην προσπάθεια του ανακριτή Λαγάνη, του ίδιου του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Τύπου της Δεξιάς να ταυτίσουν την Ένωση Κέντρου με τον ΑΣΠΙΔΑ και πρόσθεσε: "Η σκευωρία έχει αποκαλυφθεί. Έχει οργανωθεί από το παρακράτος της Δεξιάς. Και θα συμβεί εκείνο το οποίον έχομεν επαγγελθεί (...) Όσοι ηδικήθησαν θα εύρουν δικαιοσύνην και όσοι ηδίκησαν θα υποστούν κυρώσεις...".
Έτσι η δίκη έγινε αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιδικίας. Συνεχίστηκε με βασικούς μάρτυρες κατηγορίας τον Κύπριο δημοσιογράφο Νίκο Σαμψών και τον στρατηγό Γρίβα. Ο Αριστείδης Μπουλούκος στις αναμνήσεις του για εκείνη την περίοδο έγραψε: "Από την κατάθεση του στρατηγού Γρίβα, από τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις της υπεράσπισης και από το πόρισμα του επιτελάρχη του, που υποβλήθηκε στις 10 Μαΐου 1965, προκύπτει το δραματικό δίλημμα για τον στρατηγό-μάρτυρα κατηγορίας. Είτε υπήρξε ο ίδιος το ακούσιο όργανο των σκοτεινών δυνάμεων που χρησιμοποίησαν την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ για να πλήξουν την κυβέρνηση της Ε.Κ. και τη Δημοκρατία, είτε υπήρξε εκούσιος συνεργός της όλης υπονομευτικής μηχανορραφίας, ο Γρίβας αντιμετώπισε πράγματι ένα δραματικό δίλημμα γιατί, όταν "απεκάλυπτε" την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, δεν φανταζόταν ποτέ ότι έτσι άνοιγε τον δρόμο σε συνωμότες επίδοξους δικτάτορες. Νόμιζε τότε ότι χτυπούσε πολιτικά τη "δοκό στηρίξεως" του Μακαρίου στην ελληνική κυβέρνηση, δηλ. τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και τώρα καταλάβαινε ότι τον χρησιμοποιούσαν οι συνωμότες για την ανατροπή της δημοκρατίας στην Ελλάδα...".
Ο συνήγορος του Μπουλούκου, Νικηφόρος Μανδηλαράς, κατηγόρησε τον Γρίβα ότι ήταν "ένας εκ των σκευωρών της υποθέσεως ΑΣΠΙΔΑ", ενώ οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν μηνύσεις εναντίον ορισμένων μαρτύρων κατηγορίας (του μετέπειτα βασανιστή Θεόδωρου Θεοφιλογιαννάκου και άλλων) για ψευδορκία. Η δίκη συνεχίστηκε με σοβαρά επεισόδια ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας από τη μια πλευρά, τους κατηγορουμένους και συνηγόρους από την άλλη. Από τους συνηγόρους κυριότεροι ήταν οι Νικηφόρος Μανδηλαράς, Σταύρος Κανελλόπουλος, Νικόλαος Αλαβάνος, Αριστ. Οικονομίδης, Εμμ. Στεφανάκης, Αλεξ. Σακελλαρόπουλος, Τάλμποτ Κεφαλληνός, Ιωάννης Σεργάκης.
Ο πρόεδρος του στρατοδικείου και ο βασιλικός επίτροπος, Θ. Καμπέρης και Η. Παπαπούλος αντίστοιχα, επικρίθηκαν εντονότατα για σκανδαλώδη μεροληψία εναντίον των δικαζομένων αξιωματικών. Καταγγελίες και αποκαλύψεις εντυπωσίασαν, όπως π.χ. ότι ο σμήναρχος Σκαρμαλιωράκης, που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάθε συνωμοσία οργάνωσης πραξικοπήματος, είχε διασυνδέσεις με αμερικανικές υπηρεσίες, ενώ ο ταγματάρχης Ι. Στειακάκης, μέλος της χούντας του Παπαδόπουλου, κατηγόρησε σαν "ύποπτο" για συμμετοχή στον ΑΣΠΙΔΑ τον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Τσολάκα. Όπως έγραψε ο Αριστείδης Μπουλούκος, "οι συνωμότες αντελήφθησαν ότι η διαδικασία είχε εξελιχθεί σε "μπούμερανγκ" κι άρχισαν να σκέφτονται τη συνέχιση της δίκης "κεκλεισμένων των θυρών". Οι συνεχείς αποκαλύψεις από μέρους μας των συνωμοτικών μηχανισμών τους, αλλά και συγκεκριμένων προσώπων και στοιχείων που φώτιζαν τις προθέσεις και τις διασυνδέσεις των, τους ανησύχησε. Είχαμε αποκαλύψει μέσα σε δύο μήνες διαδικασίας πάνω από εκατό αξιωματικούς που ολοφάνερα ανήκαν στην ΙΔΕΑτική συνωμοτική ομάδα. Το όνομα του Γ. Παπαδόπουλου είχε επανειλημμένα αναφερθεί, όχι μόνο για το "διαβόητο" σαμποτάζ του Έβρου, αλλά και για τα καθήκοντά του ως "γραμματέως" στο σχέδιο "Περικλής". Είχαν αποκαλυφθεί και πολλοί συνωμότες της παραΚΥΠ...".
Στις 26 Ιανουαρίου του 1967, με αφορμή επεισόδια κατά την κατάθεση του Στειακάκη, αποφασίστηκε να συνεχιστεί η δίκη κεκλεισμένων των θυρών και να απαγορευτεί η δημοσίευση πρακτικών. Την πρόταση έκανε ο επίτροπος Παπαπούλος, επικαλούμενος λόγους δημοσίας τάξεως. Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων των κομμάτων. Ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωσε ότι η απόφαση του στρατοδικείου προκαλεί κατάπληξη και αγανάκτηση. "Παύει πλέον να είναι δίκη. Γίνεται Ιερά Εξέτασις", είπε. Η Ε.Δ.Α. χαρακτήρισε την απόφαση "αίσχος" και "καταδίκη της ίδιας της δίκης" και της υπόθεσης του ΑΣΠΙΔΑ, που αποδείχθηκε "σκευωρία κατά της δημοκρατίας". Και το ΦΙΔΗΚ (Στεφανόπουλος-Μητσοτάκης κ.α.) που ως κυβέρνηση κάλυψε με την πολιτική ευθύνη του την υπόθεση και τη δίκη, αυτή τη φορά χαρακτήρισε την απόφαση "απαράδεκτη" γιατί "παραβιάζει τας συνταγματικάς εγγυήσεις διά την απονομήν της δικαιοσύνης και την υπεράσπισιν των κατηγορουμένων". Οξύτερος απ' όλους, ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε την απόφαση "κατάφωρον παραβίασιν του άρθρου 92 του Συντάγματος" και "ομολογία ενοχής των σκευωρών".
Αλλά και ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος διαχώρισε τη θέση του από την απόφαση του στρατοδικείου και δήλωσε ότι δεν θα υπερασπισθεί "τας κλειστάς θύρας, ακόμη δε ολιγώτερον την απαγόρευσιν της δημοσιότητος".
Αργότερα στις αναμνήσεις του έγραψε ο Αριστείδης Μπουλούκος: "Ένας άλλος λόγος που υπαγόρεσε την ανάγκη να πέσει το σκοτάδι στη διαδικασία, ήταν ότι φθάναμε στους μάρτυρες για τον ΑΣΠΙΔΑ στη Βόρειο Ελλάδα. Αυτός, όμως, ήταν ένας τομέας όπου η ανάκριση είχε σημειώσει παταγώδη αποτυχία και θα αποκαλυπτόταν τώρα ο τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής Λαγάνης είχε πάρει τις καταθέσεις. Επρόκειτο έτσι να αποκαλυφθεί και ο πλήρης μηχανισμός των συνωμοτών στο Γ' Σώμα Στρατού. Ίσως αυτός ο τελευταίος να ήταν και ο λόγος που έπεισε τους συνωμότες να επιβάλλουν στον Καμπέρη να συνεχίσει τη δίκη κεκλεισμένων των θυρών...".
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο 73ος μάρτυρας κατηγορίας, Στέφανος Ζέρβας, που εξετάστηκε κεκλεισμένων των θυρών, όταν άκουσε ένα απόσπασμα της κατάθεσής του, πετάχτηκε οργισμένος και φώναξε: "Διαμαρτύρομαι! Δεν υπάρχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Δεν είπα εγώ τέτοια πράγματα...". Και σε ερωτήσεις του κατηγορουμένου Αναγνωστόπουλου, ο Ζέρβας αποκάλυψε: "Ο μοχλός της όλης υποθέσεως είναι ο Πετάνης, ο οποίος είχε τηλεφωνικάς επαφάς με τον αντισυνταγματάρχην Παπαδόπουλον του Έβρου, που του έδινε εντολές...".
Στις 24 Φεβρουαρίου ο εισαγγελέας ζήτησε την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου και του Παύλου Βαρδινογιάννη για να παραπεμφθούν σε δίκη για τον ΑΣΠΙΔΑ. Το αίτημα απορρίφθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής, αλλά τα πολιτικά πάθη οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο.
Στις 16 Μαρτίου το Στρατοδικείο έβγαλε την απόφασή του: Καταδικάζονται σε 18 χρόνια κάθειρξη και πεντάχρονη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων οι: συνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος, αντισυνταγματάρχης Α. Δαμβουνέλης, οι λοχαγοί Αριστείδης Μπουλούκος, Τάκης Παπαγεωργόπουλος και Θεοφάνης Τόμπρας, σε κάθειρξη 13 χρόνων και πεντάχρονη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων οι λοχαγοί Δ. Παπαγιαννόπουλος και Γιάννης Πανούτσος, σε κάθειρξη 8 χρόνων και πεντάχρονη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ο αντισυνταγματάρχης Δ. Παραλίκας και οι λοχαγοί Α. Βλάχος και Α. Κεπενός, σε φυλάκιση 4 ετών ο λοχαγός Γ. Κωστόπουλος και δύο χρόνων οι λοχαγοί Χ. Θεοδώρου, Ι. Μαρκέτης και Μ. Γεωργίου. Αθώοι κηρύσσονται οι συνταγματάρχες Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Δημήτριος Χονδροκούκης και Σπ. Τσαμασιώτης, ο αντισυνταγματάρχης Τ. Κατσημήτρος, κ.α. Απαλλάχθηκαν οι τρεις λοχαγοί που ομολόγησαν ότι υπήρχε η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ και βοήθησαν την ανάκριση

πηγη: https://el.wikipedia.org/

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

08 Μαΐου 1965: Εγκαίνια στην Πάτρα του νέου εργοστασίου της Πειραϊκής-Πατραϊκής.

Η Πειραϊκή - Πατραϊκή Βιομηχανία Βάμβακος Α.Ε., γνωστή σαν «Πειραϊκή-Πατραϊκή», ήταν η μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, βιομηχανία βάμβακος και ετοίμων ενδυμάτων της Ελλάδος. Ιδρύθηκε το 1919 και λειτούργησε ως το 1996.

Ιστορία
Στην Πάτρα το 1919 ιδρύεται η ομόρρυθμη «Πατραϊκή Εμποροβιομηχανική Εταιρεία» από τους Χριστόφορο Κατσάμπα (1893-1984) και τον Στράτο Σταμούλη (1891-1963) για την παρασκευή καλτσών και την βαφή και πώληση νημάτων με πρώτη ύλη αρχικά από το εξωτερικό.
Το 1924 η Πατραϊκή μετεξελίχτηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία και ήταν η πρώτη Ανώνυμη Εταιρία που ιδρύθηκε στην Πάτρα, επίσης εγκαταστάθηκε και η πρώτη ντιζελοκίνητη μηχανή 50 ίππων, Γερμανικής κατασκευής, για τα στριπτικά και βαφικά μηχανήματα αντικαθιστώντας την ατμοκίνητη περιορισμένων δυνατοτήτων.
Το 1926 ξεκίνησε η λειτουργία του κλωστηρίου με την περαιτέρω αγορά μηχανημάτων από την Γερμανία και με εξειδικευμένο προσωπικό από τις κλωστοϋφαντουργίες του Πειραιά αλλά και το 1928 η επιχείρηση εξοπλίστηκε με περαιτέρω μηχανήματα από την Γερμανία.
Λόγω των μεγάλων «ανοιγμάτων» για τον εξοπλισμό της επιχείρησης, η διετία 1929-1931 ήταν κρίσιμη για την βιωσιμότητα της καθώς τα υπέρογκα χρέη της «Πειραϊκής» (θυγατρική) ανάγκασαν τους επιχειρηματίες να την συγχωνεύσουν με την «Πατραϊκή» το 1933 για την λήψη νέων δανείων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος που ήταν ο αποκλειστικός και πρωταρχικός της δανειολήπτης.

Εμπόλεμη Περίοδος
Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» εφοδίαζε κουβέρτες και υφάσματα τον Ελληνικό Στρατό, ενώ διένειμε τα κέρδη της στην Ελληνική κυβέρνηση του δωσίλογου Γεωργίου Τσολάκογλου. Μετά το τέλος του πολέμου η επιχείρηση είχε πληγεί ενώ οι πρώτες ύλες είχαν σχεδόν εξαντληθεί, προσπαθώντας να ανασυγκροτηθεί εν όψει εξαγωγών. Ένα χρόνο μετά τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), το 1950, η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» κατασκεύασε στο Μεγάλο Πεύκο μεγάλη σύγχρονη εργοστασιακή μονάδα και ήταν το πρώτο εργοστάσιο που κτίστηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά.

Δεκαετία '60
Την δεκαετία του 1960 διέθετε πέντε σύγχρονες εργοστασιακές μονάδες και απασχολούσε περισσότερους από 4.000 υπάλληλους. Το 1962 ήταν από τις πρώτες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, που αυτοματοποίησε το πληροφοριακό της σύστημα, με το μοντέλο "1402" της ΙΒΜ. Το σλόγκαν της επιχείρησης ήταν «Τα πανιά αυτού του καραβιού, η τέντα αυτού του ρετιρέ, αυτό το στρώμα, αυτό το κάλυμμα, αυτές οι κουρτίνες, αυτά τα σεντόνια και μαξιλαροθήκες, αυτή η τέντα του φορτηγού...και άλλα πολλά, ων ουκ έστιν αριθμός, κατασκευάζονται από ύφασμα Πειραϊκής-Πατραϊκής» αλλά και η διαφήμιση της Πειραϊκής-Πατραϊκής στα κυνηγετικά έντυπα έγραφε «Εκτός από το όπλο και τα φυσίγγια όλα όσα φέρει ο κυνηγός είναι προϊόντα της Πειραϊκής-Πατραϊκής». Στις διαφημίσεις της, επίσης, είχε κυριαρχήσει το σλόγκαν "Πειραϊκή-Πατραϊκή: Ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει".
Στις 4 Απριλίου του 1963 πέθανε ο ιδρυτής της Πειραϊκής Πατραϊκής και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, Σταμούλης Στράτος, σε ηλικία 73 ετών.

Μεταπολίτευση και πτώση
Στην δεκαετία του 1970 η ελληνική βιομηχανία άρχιζε την μεγάλη πτώση της. Οι πετρελαϊκές κρίσεις, οι αυξημένες απαιτήσεις των εργαζομένων συνοδευόμενες από μαζικές απεργίες και η απώλεια εμπιστοσύνης των βιομηχάνων στην κυβέρνηση Καραμανλή με τις περίφημες κρατικοποιήσεις της οδήγησαν σε σταθερά καθοδική πορεία. Η ίδια η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» κρατικοποιήθηκε τελικά επί κυβερνήσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, στο πρόγραμμα των «κοινωνικοποιήσεων» της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ (1981-1985). Σύμφωνα με τον βιομήχανο Φαίδωνα Στράτο (τότε ιδιοκτήτη της «Πειραϊκής-Πατραϊκής») «Το βαθύτερο σκεπτικό του ΠΑΣΟΚ ήταν να ελέγχει τη βιομηχανία. Το ίδιο έκανε σε όλους τους βιομηχανικούς τομείς. Στη δική μας περίπτωση, η κυβέρνηση επέβαλε αναγκαστική αύξηση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να μην έχουμε την πλειοψηφία.».
Μετά την πτώση της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου το 1989, οι αμέσως επόμενες κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την εταιρεία, με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα ήδη υπάρχοντα μεγάλα χρέη και να υπάρξει κακοδιαχείριση, ακολουθούμενη από βίαιες προσπάθειες «εξυγίανσης» που όμως συνάντησαν την σφοδρή αντίδραση των εργαζομένων. Τελικά η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» έκλεισε παραγωγικά το 1992 όπου απόλυθηκε όλο της το προσωπικό. Οι τελευταίες προσπάθειες ανασυγκρότησης έληξαν το 1996 ύστερα από πολιτική επιλογή της τότε κυβέρνησης.