Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

06 Μαρτίου 1475: γεννιέται ο Μιχαήλ Άγγελος, ιταλός ζωγράφος. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1564




Ο Μικελάντζελο ντι Λουντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι (Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 - 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν γλύπτης,ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν το θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Βιογραφία 

Ο Μιχαήλ Άγγελος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1475, στο Καπρέζε της Ιταλίας, μια κωμόπολη 60 χλμ μακριά από τη Φλωρεντία και που σήμερα, προς τιμή του λέγεται, Καπρέζε Μικελάντζελο. Υπήρξε γιος του Λουντοβίκο ντι Μπουοναρότι ντι Σιμόνι και της Φραντσέσκα ντι Νέρι ντελ Μινιάτο ντι Σιένα. Η οικογένεια Μπουοναρότι είχε καταγωγή από παλαιά φλορεντική οικογένεια και μέλη της είχαν στο παρελθόν καταλάβει σημαντικά αξιώματα. Η οικονομική ευημερία της φαίνεται πως ανατράπηκε στα μέσα του 15ου αιώνα. Το1474, ο πατέρας του διορίστηκε ως τοποτηρητής (podestà) στην πόλη Κιούζι και αργότερα στο Καπρέζε. Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε άλλα τέσσερα αδέρφια ενώ κατά την γέννα του τελευταίου, το 1481, η μητέρα του πέθανε. Αργότερα, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην πόλη Σετινιάνο, κοντά στη Φλωρεντία, όπου ο Λουντοβίκο εμπιστεύτηκε την ανατροφή του Μιχαήλ σε μία παραμάνα.

Παρά την εμφανή κλίση του στη ζωγραφική και κατόπιν επιθυμίας του πατέρα του, σπούδασε αρχικά υπό την καθοδήγηση του ουμανιστή Φραντσέσκο ντ' Ουρμπίνο, αλλά το 1487 ξεκίνησε ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο ζωγραφικής του Ντομένικο Γκιρλαντάγιο. Εκεί ήρθε σε επαφή με την τεχνική της νωπογραφίας και εξασκήθηκε στο σχέδιο. Θεωρείται πιθανό πως ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στο εργαστήριο του Γκιρλαντάγιο στην διάρκεια τριών ετών μαθητείας, σύμφωνα με σχετική σύμβαση που είχε υπογράψει ο πατέρας του το 1488, ωστόσο υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος. Επισκεπτόμενος τον Κήπο των Μεδίκων, όπου διατηρείτο σημαντική συλλογή από αρχαία γλυπτά υπό την εποπτεία του γλύπτη Μπρετόλντο ντι Τζοβάνι, διδάχθηκε την τέχνη της γλυπτικής ενώ παράλληλα γνώρισε τον Λορέντσο των Μεδίκων, επιφανή άρχοντα της Φλωρεντίας, ο οποίος τον εισήγαγε στην αυλή του. Εκπαιδεύτηκε δίπλα στους γιους του Λορέντσο, ενώ συνδέθηκε με τον Μαρσίλο Φιτσίνο και τον ποιητή Άντζελο Πολιτσιάνο καθώς και τις ιδέες του νεοπλατωνισμού. Σε αυτή την περίοδο, ο Μιχαήλ Άγγελος ολοκλήρωσε δύο μαρμάρινα ανάγλυφα, την Παναγία της Σκάλας (1490-1492) και την Μάχη των Κενταύρων (1491-1492), έργο κατά παραγγελία του Λορέντσο και βασισμένο σε ένα θέμα που πρότεινε ο Πολιτσιάνο.

Μετά το θάνατο του Λορέντσο, στις 8 Απριλίου του 1492, και αφού επέστρεψε για ένα διάστημα στο πατρικό του σπίτι, στη συνέχεια φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι του Σάντο Σπίριτο (Santo Spirito), όπου του δόθηκε η δυνατότητα να αποκτήσει γνώσεις ανατομίας, μελετώντας τα πτώματα του γειτονικού νοσοκομείου. Σε ανταπόδοση της φιλοξενίας, ο Μιχαήλ Άγγελος φιλοτέχνησε έναν ξυλόγλυπτο Εσταυρωμένο (1493), έργο το οποίο δώρισε στο μοναστήρι. Στην ίδια χρονική περίοδο ανήκει και το πρώτο ίσως πολύ σημαντικό γλυπτό του, ο Ηρακλής, έργο που αρχικά τοποθετήθηκε στο Παλάτσο Στρότσι αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στη Γαλλία όπου πιθανά καταστράφηκε τον 18ο αιώνα.

Ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στην υπηρεσία των Μεδίκων, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του Λορέντσο, τον Πιέρο των Μεδίκων, ωστόσο το καθεστώς του επρόκειτο να καταρεύσει μετά από την άνοδο του μοναχού Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα και της απήχησης των κηρυγμάτων του. Υπό τον φόβο αντιποίνων, ως ευνοούμενος των Μεδίκων, ο Μιχαήλ Άγγελος εγκατέλειψε την Φλωρεντία και αφού έμεινε για ένα διάστημα στη Βενετία, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Μπολόνια. Εκεί εξασφάλισε μία σημαντική παραγγελία για την ολοκλήρωση τριών ημιτελών γλυπτών, για την εκκλησία του Σαν Ντομένικο. Παρέμεινε στη Μπολόνια για περισσότερο από ένα χρόνο και επέστρεψε στη Φλωρεντία το Νοέμβριο του 1495. Ο Μιχαήλ Άγγελος, σε αντίθεση με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι που θεωρούσε τον Σαβοναρόλα φανατικό, επηρεάστηκε από τα κηρύγματά του, τα οποία ενδεχομένως να συνέβαλαν στην θρησκευτική του συγκρότηση.

Αποκαθήλωση (1499)
Στις 26 Ιουνίου του 1496, επισκέφτηκε τη Ρώμη. Νωρίτερα, είχε φιλοτεχνήσει έναν μαρμάρινο ερωτιδέα, του οποίου όμως η θεματολογία έκανε αδύνατη την πώλησή του, στο καθεστώς της Φλωρεντίας του Σαβοναρόλα. Για το λόγο αυτό, ο Λορέντσο Ποπολάνο, συγγενής των Μεδίκων, πρότεινε να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του έργου ώστε να φαίνεται ως αρχαία δημιουργία. Με αυτό τον τρόπο πωλήθηκε στον καρδινάλιο Ραφαέλε Ριάριο, ο οποίος - όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η αλήθεια - προσκάλεσε τον Μιχαήλ Άγγελο στη Ρώμη προκειμένου να γνωρίσει τον ταλαντούχο καλλιτέχνη. Στη Ρώμη, ο Μικελάντζελο φιλοτέχνησε ένα Βάκχο μετά από παραγγελία του Ριάριο, ενώ αργότερα ανέλαβε την δημιουργία της πιετά (αποκαθήλωση) του Βατικανού, στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, έργο που απεικονίζει την Παναγία να κρατά στα χέρια της το σώμα του Χριστού μετά τη σταύρωση. H πιετά συνέβαλε καθοριστικά στην καταξίωσή του, ενώ αποτελεί και το μοναδικό έργο που φέρει την υπογραφή του Μικελάντζελο, ο οποίος φρόντισε να χαράξει τις λέξεις MICHEL ANGELUS BONAROTUS FLORENT FACIBAT.
Δαβίδ, Galleria dell'Accademia

Ο Μιχαήλ Άγγελος έμεινε στην πόλη της Ρώμης για περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια επέστρεψε στην Φλωρεντία, η οποία προερχόταν από μία περίοδο πολιτικής αστάθειας μετά την καταδίκη του Σαβοναρόλα. Χάρη στη φήμη που είχε αποκτήσει στη Ρώμη, ανέλαβε αρκετές παραγγελίες έργων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η ανάθεση του Δαβίδ, για τον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, ενός μαρμάρινου γλυπτού μεγάλων διαστάσεων. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1504 προσδίδοντας μεγάλο κύρος στο Μικελάντζελο. Αποτέλεσε παράλληλα σύμβολο της νέας Φλωρεντιανής δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί τελικά στην Πιάτσα ντελα Σινιορία (Plazza della Signoria) μπροστά από το Παλάτσο Βέκιο (Palazzo Vecchio).




Cappella Sistina 
Το 1505, ο Μιχαήλ Άγγελος επέστρεψε στη Ρώμη μετά από πρόσκληση του νέου Πάπα Ιουλίου Β΄, ο οποίος του ανέθεσε τη δημιουργία ενός επιβλητικού μαυσωλείου. Το έργο αυτό τελικά έμεινε ημιτελές, ωστόσο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του, ο Μικελάντζελο αναλάμβανε παράλληλα και άλλες παραγγελίες. Μία από αυτές αφορούσε στην διακόσμηση του θόλου του Παπικού Παρεκκλησίου (Καπέλα Σιξτίνα), με νωπογραφίες των δώδεκα Αποστόλων. Ο Μιχαήλ Άγγελος αντιπρότεινε ένα περισσότερο σύνθετο και φιλόδοξο εγχείρημα, δημιουργώντας τελικά, σε διάστημα τεσσάρων ετών (1508-1512), περισσότερες από 300 βιβλικές φιγούρες και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις, όπως σκηνές από την Γένεση, την ιστορία του Νώε ή τη Δευτέρα Παρουσία. Τα τέσσερα αυτά χρόνια, λέγεται, οτι ο Μικελάντζελο δεν βγήκε από την Καπέλα Σιξτίνα παρά ελάχιστα και δεν επέτρεψε σε κανέναν να δει το έργο του, δημιουργώντας έτσι μια αναστάτωση, μια φήμη και πλήθος κόσμου σύρρεε έξω απο το Παρεκκλήσι. Σημαντική καινοτομία υπήρξε επίσης η απεικόνιση θεμάτων που προέρχονταν από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, χωρίς άμεση σχέση με την χριστιανική θρησκεία, όπως οι Σίβυλλες. Ο θόλος ήταν τόσο ψηλά που επινόησε μία τεχνοτροπία. Ζωγράφισε παραμορφωμένες τις φιγούρες, έτσι ώστε ο θεατής που βρισκόταν αρκετα μέτρα πιο κάτω να τις έβλεπε κανονικές.


Στις αρχές του 1513 σημειώθηκε ο θάνατος του Ιουλίου Β΄ και ο διάδοχος του, Λέων Ι΄του ανέθεσε την ανακατασκευή της πρόσοψης της εκκλησίας του Σαν Λορέντσο, στη Φλωρεντία. Εργάστηκε για το σκοπό αυτό για τρία χρόνια, ωστόσο ο πάπας τελικά απέρριψε το σχέδιο. Στη συνέχεια ανέλαβε την ανέγερση ενός νέου σκευοφυλακίου για την ίδια εκκλησία, με σκοπό να περιέχει τους τάφους του Λορέντσο του Μεγαλοπρεπή, του αδελφού του Τζουλιάνο καθώς και των ομώνυμων πρόωρα χαμένων δουκών. Ο θάνατος του πάπα, το 1521 και η άνοδος του Αδριανού ΣΤ΄ αναστέλουν προσωρινά τις εργασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν όταν στον παπικό θρόνο ανέβηκε ο Κλήμης Ζ΄. Αν και το έργο έμεινε ημιτελές, αποτελεί σημαντικό δείγμα της συνύπαρξης της αρχιτεκτονικής με τη γλυπτική, σύμφωνα με το καλλιτεχνικό όραμα του Μιχαήλ Άγγελου. Το 1528, του ανατέθηκε σημαντικός ρόλος για την υπεράσπιση της πόλης, απέναντι στα στρατεύματα του Καρόλου Ε΄ και ανέλαβε επόπτης των έργων οχύρωσής της. Πριν την πολιορκία της πόλης, κατέφυγε στη Γαλλία, προσκεκλημένος του Φραγκίσκου Α΄, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί λιποτάκτης, ωστόσο πολύ σύντομα υπέβαλε αίτηση επιστροφής, η οποία έγινε δεκτή. Στις 12 Αυγούστου του 1530, η Φλωρεντία υπέγραψε συνθηκολόγηση, ενώ μετά την επιστροφή των Μεδίκων, ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στην πόλη, συνεχίζοντας το έργο του πάνω στο σκευοφυλάκιο καθώς και στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη.


Τελευταία χρόνια 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1530, επισκέφτηκε εκ νέου τη Ρώμη πραγματοποιώντας προσπάθεια να ολοκληρώσει τον Τάφο του Ιούλιου Β'. Οι εργασίες διακόπηκαν την περίοδο 1534-1541, όταν ανέλαβε να ζωγραφίσει την Δευτέρα Παρουσία στην Καπέλα Σιξτίνα. Στα τελευταία χρόνια της εξουσίας του πάπα Παύλου Γ', ανέλαβε επίσης μία σειρά από αρχιτεκτονικά έργα, με σημαντικότερα ίσως αυτά που αφορούσαν την αναμόρφωση της πλατείας του Καπιτωλίου και το Παλάτσο Φαρνέζε. Το 1546, διορίστηκε υπεύθυνος αρχιτέκτονας για την ολοκλήρωση της κατασκευής της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Τα σχέδια που ακολουθήθηκαν ανήκαν στον Ντονάτο Μπραμάντε, ωστόσο ο Μιχαήλ Άγγελος σχεδίασε το θόλο της, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε πριν το θάνατό του, αν και η τοποθέτησή του έλαβε χώρα μεταγενέστερα.

Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Σύμφωνα με τον Βαζάρι, διατύπωσε τη διαθήκη του λέγοντας πως αφήνει "την ψυχή του στο Θεό, το σώμα του στη γη και τα υλικά αγαθά στους πιο κοντινούς συγγενείς". Η σορός του εναποτέθηκε σε μία σαρκοφάγο στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη, αλλά μετά από λίγες ημέρες, ο ανηψιός του, Λιονάρντο Μπουανόρι, ενορχήστρωσε την κλοπή της, μεταφέροντας το λείψανο στην Βασιλική του Αγίου Σταυρού (Santa Croce) της Φλωρεντίας, εκπληρώνοντας σχετική επιθυμία του ίδιου του Μιχαήλ Άγγελου.

06 Μαρτίου 1994: Πεθαίνει η Μελίνα Μερκούρη, ηθοποιός και πολιτικός. Είχε γεννηθεί 18 Οκτωβρίου του 1920


Η Μελίνα Μερκούρη (Μαρία Αμαλία Μερκούρη) (Αθήνα, 18 Οκτωβρίου 1920 – Νέα Υόρκη, 6 Μαρτίου 1994) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός και πολιτικός. Καταγόταν από σπουδαία οικογένεια πολιτικών. Μεγάλη ηθοποιός βραβευμένη με διεθνή βραβεία και παγκόσμιας ακτινοβολίας προσωπικότητα διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού όλων των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ (όπως τόνισε και ο Ανδρέας Παπανδρέου "άντεξε" και στους 16 ανασχηματισμούς κυβέρνησης που έκανε), από το 1981-1989 και 1993-1994. Ο παππούς της, Σπυρίδων Μερκούρης, είχε διατελέσει για πολλά χρόνια δήμαρχος Αθηναίων και ο πατέρας της, Σταμάτης Μερκούρης χρημάτισε βουλευτής.

Θεατρική πορεία 

Το Σεπτέμβρη του 1938 γίνεται δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με συμμαθητές, μεταξύ άλλων, τη Δέσπω Διαμαντίδου, την Αλέκα Παΐζη, τον Ανδρέα Φιλιππίδη, τον Αλέξη Δαμιανό κ.ά. Το χειμώνα του 1939 παντρεύεται τον Παναγή Χαροκόπο. Πρωτοεμφανίζεται στη θεατρική σκηνή το 1944 στο Θέατρο Βρετάνια με το θίασο του Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, με το έργο του Αλέξη Σολομού "Το μονοπάτι της Λευτεριάς" και ακολουθεί το έργο του Laszlo Bus-Fekete "H κόμισσα και ο καμαριέρης". Ακολουθούν: 1945-1946 "Μις Μπα", "Θα σε παντρευτώ Τέρας", "Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα", "Πωλείται Κέφι", "Η Μπόρα Πέρασε", "Επικίνδυνη Στροφή", "Ο Άνθρωπος και τα Όπλα", "Φαύλος Κύκλος", "Της Νύχτας τα Καμώματα", "Ένας Φίλος θα ‘ρθει απόψε" 1946 "Τρισεύγενη", "Ανατολικά του Σουέζ", "Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ", "Δεν θα τα πάρεις μαζί σου", 1947 "Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος", "Γαμήλιο Εμβατήριο", "Ο Βασιλικός", "Το τραγούδι της Κούνιας", 1949 "Λεωφορείον ο Πόθος" που αποτέλεσε μια από τις παραστάσεις σταθμούς στην καριέρα της ( παράσταση για την οποία γράφτηκε το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι "Χάρτινο το Φεγγαράκι") καθώς το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν για τους ηθοποιούς του Εθνικού ήταν "απαγορευμένο", "Το μικρό Καλύβι","Το χαμόγελο της Τζοκόντας","Ο Θάνατος του Εμποράκου", "Bolero", 1950 "Άννα Δουκάτσα", "Η Άννα των Χιλίων Ημερών" ( Ιστορική παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μυράτ), 1951 "Το Επάγγελμα της Κυρίας Ουόρεν", "Η Μεγάλη Παρένθεση".

Από το 1951 αρχίζει να πρωταγωνιστεί παράλληλα και στην Γαλλική θεατρική σκηνή, όπου έγινε μούσα ενός από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, του Μαρσέλ Ασάρ. Συνεχίζει την παράλληλη πορεία της και στις δύο σκηνές, την αθηναϊκή και την παριζιάνικη. Το 1960 παίζει με το θέατρο Τέχνης το "Γλυκό Πουλί της Νιότης" με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Γιάννη Φέρτη. Επόμενος σημαντικός σταθμός στην θεατρική της καριέρα είναι το "Illya Darling" που ανεβάζει, με προπωλημένα όλα τα εισιτήρια των παραστάσεων και με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στο Broadway στις ΗΠΑ, ενώ είχε ήδη κάνει περιοδεία σε ολόκληρες της Ηνωμένες Πολιτείες. Το έργο είναι η θεατρική διασκευή του κινηματογραφικού έργου "Never on Sunday" (Ποτέ την Κυριακή), που της είχε χαρίσει παγκόσμια αναγνώριση. Κατά τα έτη 1967-1974, τα χρόνια της δικτατορίας, από τη στιγμή που τελείωσε τις παραστάσεις του "Illya Darling" έπαιξε μόνο την Λυσιστράτη το 1972.

Το 1975 και ενώ έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, ανεβάζει στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την "Όπερα της πεντάρας", το 1976 την "Μήδεια" με το Κ.Θ.Β.Ε., ενώ το 1978 το "Συντροφιά με το Μπρεχτ" από το Ελληνικό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από το Θάνο Μικρούτσικο το "Άννα μην κλαις" για να τραγουδηθεί από τη Μελίνα Μερκούρη και τον Γιάννη Κούτρα. Τέλος το 1980 ξανανέβασε το "Γλυκό πουλί της Νιότης" με τον Γιάννη Φέρτη και έκλεισε ουσιαστικά την θεατρική της καριέρα με το "Ορέστεια" στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου από το Θέατρο Τέχνης. Το 1992 κάνει μια τελευταία, έκτακτη, εμφάνιση στην όπερα Πυλάδης, σε βιντεοσκοπημένη σκηνή, στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας, που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Κινηματογράφος 

Αρκετά σημαντική ήταν και η πορεία της στον διεθνή και ελληνικό κινηματογράφο. Της χάρισε αρκετά βραβεία με κορυφαίο το βραβείο πρώτης γυναικείας ερμηνείας του Φεστιβάλ των Καννών και επίσης μία υποψηφιότητα για Όσκαρ γιά το Ποτέ την Κυριακή (Never on Sunday) το οποίο έχασε απ'την Ελίζαμπεθ Τέιλορ το 1960.

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έγινε με ένα θεατρικό έργο που είχε γραφτεί από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη ειδικά για τη Μελίνα Μερκούρη, το "Στέλλα με τα κόκκινα γάντια", που στην ταινία είχε τον τίτλο "Στέλλα" (1955). Η ταινία αυτή ήταν η μόνη που έκανε η Μελίνα Μερκούρη με ελληνική παραγωγή (Καραγιάννης Καρατζόπουλος).

Ερμηνεύτρια 

Παράλληλα είχε σπουδαία πορεία στη δισκογραφία καθώς έχουν κυκλοφορήσει πάνω από δεκαπέντε δίσκοι της, πέρα από soundtrack ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Έχει τραγουδήσει μεγάλους Έλληνες συνθέτες, Μάνο Χατζιδάκι (με τον οποίο τους συνέδεε προσωπική φιλία), Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και κορυφαία ερμηνεία μουσικών έργων των Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ. Εμφανίσεις έκανε και στην τηλεόραση, σε σειρά ντοκιμαντέρ του BBC σε επεισόδιο με τίτλο "Η Ελλάδα της Μελίνας", από όπου και ο ομώνυμος δίσκος του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως και σε σήριαλ και εκπομπές στη Γαλλική και τη Γερμανική τηλεόραση. Επίσης έγραψε και ένα βιογραφικό βιβλίο με τίτλο "Γεννήθηκα Ελληνίδα", του οποίου τα έσοδα από τις πωλήσεις διατέθηκαν για τον αντιδικτατορικό αγώνα (η έκδοσή του στα ελληνικά δεν είναι νόμιμη). Ο τίτλος του βιβλίου της είναι η απάντηση που έδωσε στους δημοσιογράφους όταν της ζήτησαν να κάνει μία δήλωση για την αφαίρεση της υπηκοότητάς της από τους συνταγματάρχες: "Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα".

Πολιτική σταδιοδρομία 

Κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974) πολέμησε σφοδρά τη Χούντα, χρησιμοποιώντας τη φήμη και τη λάμψη που είχε αποκτήσει, με συνέπεια να της αφαιρεθεί η ελληνική υπηκοότητα. Έδωσε αρκετές συναυλίες και διοργάνωσε αρκετά μεγάλο αριθμό πορειών αντιδικτατορικού χαρακτήρα. Επεδίωξε και συναντήθηκε με πολιτικούς αλλά και με πνευματικές προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους, με σκοπό να τους ευαισθητοποίησει ενάντια στη χούντα. Κατά την διάρκεια των αγώνων της έγιναν εναντίον της απόπειρες δολοφονίας, μία από τις οποίες παραλίγο να της στερήσει τη ζωή.

Με την πτώση της χούντας επιστρέφει στην Ελλάδα όπου και εγκαθίστανται μόνιμα πλέον και συνεργαζόμενη με στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης Π.Α.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου ιδρύουν το Πανελλήνιον Σοσιαλιστικόν Κίνημα αργότερα [Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα]. Κατεβαίνει υποψήφια στη Β` Πειραιά το 1974 αλλά δεν καταφέρνει να εκλεγεί βουλευτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνει το 1977. Διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού κατά τα χρονικά διαστήματα 1981-1989 και 1993-1994, θέση η οποία της έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει εκστρατεία για την επιστροφή των κλεμμένων μαρμάρων της Ακρόπολης από τον Λόρδο Έλγιν, τα οποία βρίσκονται στις προθήκες του Βρετανικού Μουσείου, να δημιουργήσει το θεσμό των δημοτικών περιφερειακών θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985. Το 1990 διεκδίκησε την δημαρχία της Αθήνας, χωρίς όμως επιτυχία.

Στη δεύτερη θητεία της στο υπουργείο πολιτισμού δίνει μεγάλη σημασία στην εισαγωγή του πολιτισμού και της θεατρικής αγωγής στα σχολεία, αλλά καταβεβλημένη από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης, την Κυριακή 6 Μαρτίου του 1994.

Η σορός της έφτασε στην Ελλάδα στις 8 Μαρτίου του 1994 και τέθηκε σε διήμερο λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Την Πέμπτη 10 Μαρτίου του 1994 ψάλλεται η νεκρώσιμος ακολουθία στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών και αμέσως μετά εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι τη συνοδεύουν ως το Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους. Ενταφιάστηκε σε οικογενειακό τάφο.

Ο θάνατός της προκάλεσε εκδηλώσεις συγκίνησης σε όλο τον κόσμο. Πολλοί πολιτικοί ηγέτες στέλνουν συλλυπητήρια μηνύματα στην οικογένειά της και στην Ελλάδα. Την ώρα της κηδείας της τα θέατρα και τα μαγαζιά στο Μπρόντγουεϊ παραμένουν κλειστά.

Επίσης έχει ιδρυθεί, σύμφωνα με επιθυμία της, από το σύζυγό της Ζυλ Ντασέν και με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων παγκόσμιας ακτινοβολίας, όπως ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο Γάλλος πολιτικός Ζακ Λανγκ κ.ά. το Πολιτιστικό Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, το οποίο έχει ως στόχο την επιστροφή των κλαπέντων μαρμάρων της Ακρόπολης.

06 Μαρτίου 1990: Η Ελευθεροτυπία αποκαλύπτει την Υπόθεση Κιάπε, που συγκλονίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο.



Tην Tρίτη 06/03/1990 η εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" προκάλεσε αναταραχή με την αποκάλυψη οτι είχε αποσταλλεί στη FIFA έγγραφη καταγγελία εν ενεργεία Έλληνα διαιτητή, που ανέφερε για "ύπαρξη κυκλωμάτων που ρυθμίζουν αποτελέσματα του Ελληνικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος". Tην ύπαρξη της επιστολής είχε αποκαλύψει κάποιος λεβέντης ονόματι Kωνσταντίνος Kιάππε, - τότε - υπάλληλος της EΠΟ με ειδικότητα επί των διεθνών σχέσεων της ομοσπονδίας. Την ύπαρξη της επιστολής και την επιβεβαίωσε ο - τότε - αντιπρόεδρος της EΠΟ, Νίκος Zουμπογιώργος.

Τη Δευτέρα 12/03/1990, ο Κιάππε παρέδωσε στον - τότε - συντάκτη της "Ελευθεροτυπίας", Κ. Γεωργιάδη, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, ισχυριζόμενος ότι του το διαβίβασε μέσω fax η ιδιαιτέρα του γενικού γραμματέα της FIFA, Γιόζεφ Mπλάτερ (ε, ρε μεγαλεία)...

Tην επομένη, Τρίτη και 13 (03/1990) η "Ελευθεροτυπία" δημοσίευσε το περιεχόμενο της επιστολής, η οποία έφερε την υπογραφή του διαιτητή Κωνσταντίνου Δημητριάδη. H επιστολή, γραμμένη στα Γαλλικά, αναφερόταν στους τότε διαιτητές Γερμανάκο, Kολοκυθά, Kουκουλάκη, καθώς και σε άλλα ονόματα παραγόντων, διαιτητών και ποδοσφαιριστών, οι οποίοι - σύμφωνα με την επιστολή - "αποτελούσαν κύκλωμα διαμόρφωσης αγώνων του Ελληνικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος". Eπίσης γινόταν αναφορά σε προσυνεννοημένα, μεταξύ των προέδρων Σαλιαρέλη - Γιδόπουλου, ματς Ολυμπιακού - AEK με διαιτητή τον ίδιο τον Δημητριάδη.

Σάλος ξέσπασε στο χώρο του ποδοσφαίρου απ'την ύπαρξη του "κυκλώματος". Τα ρεπορτάζ διαδέχονταν το ένα το άλλο και λίγες ημέρες αργότερα, κατά την επίσκεψη επιτροπής της EΠΟ στη FIFA αποκαλύφθηκε ότι η επίμαχη επιστολή είχε φτάσει στα γραφεία της παγκόσμιας ομοσπονδίας μόλις τη Δευτέρα 12 Mαρτίου! Ακολουθούν διαψεύσεις, καυγάδες, τηλεοπτικές λογομαχίες και μηνύσεις εκατέρωθεν.

Στις 16/03/1990 αποκαλύπτεται τελικώς οτι την υπογραφή στην επιστολή την είχε βάλει... γυναίκα! Tο γεγονός στάθηκε αιτία να αποκαλυφθεί ο ιδιαίτερος ρόλος του Kιάππε στην υπόθεση. Θαυμάστε :

Τρείς ημέρες αργότερα (19/03/1990) ξεσκεπάζεται η μεγάλη απάτη : Την επιστολή στη FIFA την έστειλε ο... ίδιος ο Κωνσταντίνος Κιάππε, μια επιστολή την οποία είχε υπογράψει η μητέρα του (!) και είχε δακτυλογραφήσει η μνηστή του, "πιεζόμενος από αγνώστους" όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ενώπιον της Δικαιοσύνης! Ο Κ.Κιάππε ομολόγησε στον ανακριτή πως την εντολή για τη σύνταξη και αποστολή της επιστολής στη FIFA την έλαβε από κάποιον "Θαλή από το Ρέθυμνο", που ήταν - όπως έλεγε - ένας πανίσχυρος άνθρωπος του ποδοσφαίρου, χωρίς όμως να τον κατονομάσει και είναι άγνωστο γιατί δεν απαιτήθηκε απ'τη Δικαιοσύνη να το κάνει!

Οι αρχικές καταθέσεις του Κιάππε είχαν αφήσει κενά και εύλογα ερωτηματικά :
- Ποιός έχει όφελος απ'την εμπλοκή Ολυμπιακού και ΑΕΚ σε τέτοια ιστορία;
- Ποιός είναι ο "Θαλής από το Ρέθυμνο", ο "ισχυρός ανήρ του ποδοσφαίρου" και γιατί δεν αποκαλύπτεται η ταυτότητα του; Ο φουκαράς Σαλιαρέλης, τα χρόνια εκείνα ήταν ο καρπαζοεισπράκτορας της Α' Εθνικής και ο Ολυμπιακός είχε μικρύνει επικίνδυνα επί των ημερών του. Το ιδανικό προφίλ δηλαδή του... αντίθετου απ'αυτό που λέμε "ισχυρός ανήρ". Ο Γιδόπουλος, απ'την άλλη, ήταν ένα βήμα ήδη απ'την παραχώρηση της διοίκησης στους Μελισσανίδη - Καρρά. Ποιός είναι, άραγε, ο "Θαλής";

H υπόθεση έλαβε μυθιστορηματικές διαστάσεις, όταν κάποιο πρωί ο Kιάππε εν μέσω ανακρίσεων και δικαστηρίων, διέφυγε... αεροπορικώς στη Zυρίχη (όπου, όπως παρατηρούσε σχετική εισαγγελική πρόταση, εδρεύουν οι Eλβετικές Tράπεζες) για να σώσει, όπως ισχυρίστηκε, τη ζωή του!

Ο Κιάππε επέστρεψε στην Ελλάδα εντός 24 ωρών με το ιδιωτικό αεροπλάνο που του παραχωρήθηκε από τηλεοπτικό σταθμό, προς τον οποίο έκανε αλλεπάλληλες δηλώσεις. Πριν μπεί στο αεροπλάνο της επιστροφής, όμως, είπε τα εξής εκπληκτικά : "Παρακαλώ τον κ. Bαρδινογιάννη, ο οποίος είναι καλός άνθρωπος, να με βοηθήσει, γιατί δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω ένα δικηγόρο σαν τον κ. Λυκουρέζο". Σημειωτέον ότι ο Λυκουρέζος, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε καμιά εμπλοκή στην όλη υπόθεση. Προς γενική κατάπληξη, όμως, υποδέχθηκε τον Kιάππε στο αεροδρόμιο - προσφωνώντας μάλιστα τον Κιάππε ώς "ο πελάτης μου" - και έκτοτε ήταν ο συνήγορός του μέχρι τη δικαστική αποπεράτωση της υπόθεσης!

Ο Κιάππε ανακρινόμενος εκ νέου στις 25/03/1990, θα καταγγείλει τον Νίκο Ζουμπογιώργο για ουσιαστική ανάμιξη στην ιστορία. H όλη συμπεριφορά του Kιάππε δημιουργούσε την εντύπωση ότι είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας μια διατεταγμένη υπηρεσία. Ο σάλος που προκλήθηκε εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν κατά του Zουμπογιώργου είχαν συνέπεια την ανατροπή τής τότε διοίκησης της EΠΟ και την αναρρίχηση του Kωνσταντίνου Tριβέλλα στη θέση του προέδρου. Ταυτόχρονα, η ΕΠΟ απέστειλλε επιστολή στη FIFA βεβαιώνοντας οτι επρόκειτο περί παρεξηγήσεως. Η FIFA αποδέχθηκε τις Ελληνικές εξηγήσεις και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.

Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας τι απέγιναν;

* Ο Κωνσταντίνος Κιάππε καταδικάστηκε σε 10μηνη φυλάκιση την οποία είχε εκτίσει κατά την προφυλάκισή του.
* H μνηστή του αρχικά φυλακίστηκε (όπου και αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει) και στη συνέχεια απαλλάχθηκε με βούλευμα.
* Η μητέρα του δεν άντεξε όλο αυτό το γαϊτανάκι που στήθηκε γύρω της χωρίς να φταίει και απεβίωσε πρίν αρχίσει η δίκη.
* Ο Nίκος Zουμπογιώργος αθωώθηκε από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας.
* Ο διαιτητής Δημητριάδης συνέχισε να διαιτητεύει χωρίς πρόβλημα και ολοκλήρωσε την καριέρα του έχοντας ξεπεράσει μάλιστα το επιτρεπτό όριο.
* Οι διαιτητές Γερμανάκος και Κολοκυθάς συνέχισαν να διαιτητεύουν επίσης, χωρίς πρόβλημα. Ειδικά ο Γερμανάκος έφτασε μέχρι να γίνει και πρόεδρος της επιτροπής διαιτησίας. Ο διαιτητής Κουκουλάκης ήταν το εξιλαστήριο θύμα, καθώς "φαγώθηκε" απ'τους πίνακες.

Οι υπεύθυνοι της "Eλευθεροτυπίας", που προς στιγμήν κατηγορήθηκαν για χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το όφελος, απαλλάχθηκαν με βούλευμα και μόνο αργότερα ο προϊστάμενος του αθλητικού τμήματος, Φίλιππος Συρίγος, καταδικάστηκε σε 8μηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή, για συκοφαντική δυσφήμηση των Γιδόπουλου, Γερμανάκου, Kολοκυθά, λόγω της δημοσίευσης της επίμαχης επιστολής.

Ο "φάκελος Κιάππε" θα κλείσει οριστικά το Δεκέμβριο του 1995 χωρίς περαιτέρω ανακρίσεις, χωρίς τιμωρίες, χωρίς αποκάλυψη της ταυτότητας του "Θαλή από το Ρέθυμνο".

06 Μαρτίου 1946: γεννιέται ο κιθαρίστας των Pink Floyd Ντέιβιντ Γκίλμορ


Ο Ντέιβιντ Γκίλμορ (David John Gilmour), (γεννημένος στις 6 Μαρτίου 1946 στο Κέμπριτζ) είναι Βρετανός κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης ο οποίος έγινε γνωστός ως μέλος του συγκροτήματος Pink Floyd, στους οποίους εντάχθηκε στα τέλη του 1967 ως αναπληρωματικός κιθαρίστας του Σιντ Μπάρετ. Λίγο αργότερα, όταν ο Μπάρετ εγκατέλειψε την μπάντα λόγω των προβλημάτων που είχε με το LSD, ο Γκίλμορ έγινε ο βασικός κιθαρίστας και βοηθός του Ρότζερ Γουότερς στα φωνητικά. Πολλοί πιστεύουν πως το ταλέντο του ως συνθέτη βοήθησε τους Pink Floyd να γίνουν παγκοσμίως γνωστοί (ιδιαίτερα με το άλμπουμ Dark Side of the Moon). Από το1987 είναι αρχηγός των Pink Floyd, μετά και την αποχώρηση του Ρότζερ Γουότερς.

Έχει συνεργαστεί με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο πρώην bandmate του Syd Barrett, την Kate Bush, Grace Jones, Tom Jones, Elton John, B.B. King, Paul McCartney, John Lennon, Sam Brown, Jools Holland, Bob Dylan, Pete Townshend, The Who, Supertramp, Levon Helm, Robbie Robertson, Alan Parsons, καθώς και με διάφορα προσωρινά συγκροτήματα που έδωσαν φιλανθρωπικές συναυλίες. Έχει εκδώσει 3 προσωπικά άλμπουμ και η αγαπημένη του κιθάρα είναι η (σπάνια) Fender Stratocaster #0001. Τέλος,θεωρείται από τους σημαντικότερους κιθαρίστες του 20ού αιώνα, και έχει γράψει και εκτελέσει ένα από τα καλύτερα ηλεκτρικά σόλο κιθάρας (για πολλούς το καλύτερο ροκ σόλο κιθάρας),εκείνο του Comfortably Numb, τραγουδιού τού συγκροτήματος στο οποίο ήταν βασικό μέλος, των Pink Floyd.

06 Μαρτίου: Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού

Η 6η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από το Υπουργείο Παιδείας ως Πανελλήνια Ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού.

Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (school bullying) χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση, κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου.

Σύμφωνα με έρευνα που έγινε σε σχολεία της χώρας, την οποία επικαλείται ο υπουργός Παιδείας, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, σε έγγραφό του που διαβιβάστηκε στη Βουλή (26/1/2014), το 10% του συνόλου των μαθητών πέφτουν θύματα ενδοσχολικής βίας από συνομηλίκους τους ή παιδιά διαφορετικών ηλικιών. Το ποσοστό των θυτών ανέρχεται στο 5% του μαθητικού πληθυσμού και η αναλογία των εμπλεκομένων σε περιστατικά βίας, αγοριών-κοριτσιών, είναι 3 προς 1, με τα αγόρια να υπερτερούν σε περιστατικά σωματικής βίας και τα κορίτσια σε περιστατικά λεκτικής.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

06 Μαρτίου 1910: με προτροπή των μεγαλοτσιφλικάδων, ο στρατός ανοίγει πυρ και σκοτώνει στο χωριό Κιλελέρ δύο αγρότες έπειτα από επεισόδια με τους σιδηροδρομικούς.


Στις 6 Μαρτίου του 1910, τα αιματηρά επεισόδια που ξεκίνησαν από το χωριό Κιλελέρ και εξαπλώθηκαν σε άλλες πόλεις της Θεσσαλίας, αποτέλεσαν την κορυφαία εξέγερση της ελληνικής αγροτιάς ενάντια στην εκμετάλλευση των τσιφλικάδων. Μία εξέγερση που προκάλεσε τη συμπάθεια όλου του λαού και οδήγησε σταδιακά στη λύση του αγροτικού ζητήματος.


Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία ξεκίνησε με την ένταξή της περιοχής στην ελληνική επικράτεια το 1881. Η ελλειμματική παραγωγή του νεοσύστατου κράτους σε σιτηρά αδυνατούσε να θρέψει τον πληθυσμό και να επιτρέψει την εκβιομηχάνιση της χώρας, επομένως ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα με την προσάρτηση της σιτοπαραγωγού Θεσσαλίας.

Επί Τουρκοκρατίας οι κολίγοι της Θεσσαλίας είχαν τη νομή της γης που καλλιεργούσαν, των οικιών και τον βοσκότοπων και δεν επιτρεπόταν να εκδιωχθούν από αυτή, ενώ σε αντάλλαγμα οι τσιφλικάδες είχαν δικαίωμα εισπράξεως των προσόδων επί των μεγάλων εκτάσεων.

Εν όψει της προσάρτησης, οι Τούρκοι φεουδάρχες πούλησαν τις εκτάσεις σε Έλληνες εμπόρους της Κωνσταντινούπολης ή των παροικιών, οι οποίοι αποδείχθηκαν χειρότεροι δυνάστες. Σε αντίθεση με το οθωμανικό, το αστικό νομοθετικό πλαίσιο του ελληνικού κράτους στερούσε από τις καλλιεργητικές συμβάσεις τον ισόβιο και κληρονομικό χαρακτήρα τους και επέτρεπε τον εκδίωξή των αγροτών.

Πλέον οι κολίγοι είχαν ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές υποχρεώσεις. Έπρεπε να δίνουν στο τσιφλικά το 1/3 ή το 1/2 της παραγωγής καθώς και άλλα προϊόντα, ενοίκιο για τη βοσκή των ζώων τους και να στέλνουν μια γυναίκα για ζύμωμα. Υφίσταντο ταπεινώσεις όπως το μαστίγωμα ή ο βιασμός των γυναικών τους, ενώ διέμεναν σε τρώγλες.

Οι αγρότες αντέδρασαν έντονα, απαιτώντας είτε την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος είτε τη δυνατότητα απαλλοτριώσεων. Η αρνητική στάση του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος δεν ήθελε να απαλλοτριώσει τη γη χάνοντας τους ξένους επενδυτές, οδήγησε σύντομα σε πιο οργανωμένες δράσεις.

Στην αυγή του 20ού αιώνα δημιουργήθηκαν οι πρώτοι αγροτικοί σύλλογοι σε Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα και ξεκίνησαν κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια, ψηφίσματα σε Κυβέρνηση, Βουλή και Βασιλιά κλπ. Η δύναμη του κινήματος ενισχύθηκε από τη δολοφονία του αγροτιστή Μαρίνου Αντύπα από όργανο των τσιφλικάδων το 1907, τις απεργίες των Βολιωτών καπνεργατών, το κίνημα στο Γουδί και τις παλαιότερες αγροτικές εξεγέρσεις επί σταφιδικής κρίσης.

Το 1910 το κίνημα έφτασε στο αποκορύφωμά του, όταν το προγραμματισμένο πανθεσσαλικό συλλαλητήριο της Λάρισας εξελίχθηκε σε αιματηρή εξέγερση. Όλα ξεκίνησαν από το χωριό Κιλελέρ, όπου 200 χωρικοί θέλησαν να επιβιβασθούν σε τρένο χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο για να μεταβούν στη Λάρισα. Μετά την άρνηση του επιβαίνοντος διευθυντή των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, οι αγρότες ξεκίνησαν να λιθοβολούν το συρμό καθώς απομακρυνόταν.

Ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, ομάδα 800 χωρικών σταμάτησε το τρένο. Στις συμπλοκές που ακολούθησαν, στρατιωτικοί που επέβαιναν στο συρμό πυροβόλησαν τον όχλο, σκοτώνοντας 2-4 αγρότες και τραυματίζοντας άλλους. Τα επεισόδια συνεχίστηκαν στο χωριό Τουλάρ με 2 νεκρούς και 15 τραυματίες, ενώ όταν τα νέα έφτασαν στη Λάρισα οι συμπλοκές μεταξύ διαδηλωτών και στρατού επεκτάθηκαν με 2 ακόμα νεκρούς μετά την επέμβαση του ιππικού.

Αργότερα πραγματοποιήθηκε ειρηνικά το συλλαλητήριο και διαβάστηκε το ψήφισμα της συγκέντρωσης, με το οποίο οι αγρότες ζητούσαν άμεση υποβολή και ψήφιση του νομοσχεδίου για την απαλλοτρίωση, την αύξηση των κονδυλίων του Γεωργικού Ταμείου και εξέφρασαν την οδύνη τους «για την άδικον επίθεσιν κατά του φιλήσυχου και νομοταγούς λαού, ής θύματα υπήρξαν άοπλοι και αθώοι λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας».

Πολλοί ήταν οι συλληφθέντες και προφυλακιστέοι διαδηλωτές, όλοι όμως αθωώθηκαν στις 23 Ιουνίου του ίδιου έτους. Η εξέγερση κέρδισε τη συμπάθεια του ελληνικού λαού, εντείνοντας τις πιέσεις για επίλυση του ζητήματος και φουντώνοντας το αγροτικό κίνημα σε ολόκληρη τη χώρα.

Μετά τα πρώτα νομοθετικά μέτρα που έλαβε ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέρ των κολίγων το 1911 ακολούθησαν και άλλες κινητοποιήσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τις πιέσεις των αστών και τις διεκδικήσεις των μικρασιατών προσφύγων οδήγησαν στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1917-1922, με τις πρώτες απαλλοτριώσεις από την κυβέρνηση Πλαστήρα.

06 Μαρτίου 1902: ιδρύεται η Ρεάλ Μαδρίτης από μια ομάδα ποδοσφαιρόφιλων με επικεφαλής τον Χουάν Πάντρος


Η Ρεάλ Μαδρίτης (ισπανικά:Real Madrid Club de Fútbol) είναι ισπανικό ποδοσφαιρικό σωματείο που εδρεύει στη Μαδρίτη και ιδρύθηκε το 1902. Η Ρεάλ κατέχει το ρεκόρ των 32 τίτλων στη Λα Λίγκα ή Πριμέρα Ντιβιζιόν, ενώ έχει κατακτήσει και 18 Κύπελλα Ισπανίας. Ο σύλλογος επίσης διατηρεί δεύτερη ποδοσφαιρική ομάδα, τη Ρεάλ Μαδρίτης Β.

Έδρα της ομάδας είναι το Σαντιάγκο Μπερναμπέου στη Μαδρίτη. Ιδιαιτερότητα της Ρεάλ είναι πως, σε αντίθεση με τα περισσότερα ποδοσφαιρικά σωματεία, ανήκει και διοικείται αποκλειστικά από τα μέλη της (socios), από το 1902. Στις 23 Δεκεμβρίου 2000, η Ρεάλ τιμήθηκε από τη ΦΙΦΑ ως "Ο μεγαλύτερος σύλλογος του 20ου αιώνα". Η ισπανική ομάδα είναι επίσης ο πιο επιτυχημένος σύλλογος στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχοντας κατακτήσει συνολικά 11 τρόπαια, 9 Κύπελλα Πρωταθλητριών, αριθμό ρεκόρ, και 2 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ. Η τεράστια και διαχρονική επιτυχία της, της έχουν χαρίσει το χαρακτηρισμό "Βασίλισσα της Ευρώπης". Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παραμένει τα τελευταία χρόνια στην κορυφή των πιο πλούσιων συλλόγων του κόσμου με συνολικά έσοδα το 2007-08 ύψους 289,6 εκατ. ευρώ.

Ιστορία 

Το ποδόσφαιρο εισήχθη στη Μαδρίτη από τους καθηγητές και μαθητές του Institución Libre de Enseñanzada, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και αρκετοί απόφοιτοι των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ. Εν έτει 1895 ίδρυσαν την ομάδα Football Sky (ουρανός του ποδοσφαίρου), που αγωνιζόταν τα κυριακάτικα πρωινά στη Μονκλόα. Το 1900 η ομάδα χωρίστηκε σε δύο διαφορετικούς συλλόγους, τη New Foot-Ball de Madrid και την Español de Madrid. Πρόεδρος της δεύτερης ήταν ο Julián Palacios. Το 1902 η Español de Madrid χωρίστηκε και πάλι, με αποτέλεσμα το σχηματισμό της Sociedad Madrid FC στις 6 Μαρτίου 1902. Πρώτος της πρόεδρος υπήρξε ο Juan Padrós Rubió, ενώ πρώτος γραμματέας ο Manuel Mendía. Λίγο αργότερα τον Juan Padrós Rubió θα διαδεχόταν ο αδελφός του Carlos Padrós. Τρία μόλις χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Madrid FC κατέκτησε τον πρώτο της τίτλο, το πρώτο από τα τέσσερα συνεχόμενα Κύπελλα Ισπανίας. Το όνομα Real (=βασιλική), της αποδόθηκε από τον Βασιλιά Αλφόνσο 13ο στις 29 Ιουνίου 1927. Έκτοτε η ομάδα αναφέρεται ως Real Madrid (Ρεάλ Μαδρίτης), αλλά οι οπαδοί της συνηθίζουν να την αποκαλούν και ωςMadrid (Μαδρίτη). Το χρώμα της φανέλας της (λευκό), είναι δανεισμένο απο τα χρώματα της θρυλικής ερασιτεχνικής ομάδας "Κορίνθιανς", που αγωνιζόταν τον καιρό της ίδρυσης της Ρεαλ στην Αγγλία.

Γήπεδο 

Το γήπεδο της Ρεάλ Μαδρίτης είναι το Σαντιάγκο Μπερναμπέου, ένα από τα θρυλικότερα γήπεδα της Ευρώπης και μια από τις έδρες - φόβητρα. Κατασκευάστηκε το 1947, στο χώρο που βρισκόταν το τότε γήπεδο της Ρεάλ, το Στάδιο Σαμαρτίν. Το όνομα Σαμαρτίν, το διατήρησε μέχρι το 1955, οπότε στις 4 Ιανουαρίου του έτους αυτού πήρε τη σημερινή του ονομασία, προς τιμήν του προέδρου της ομάδας, Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Σήμερα έχει χωρητικότητα 80.400 θέσεις, ενώ το 1953 η χωρητικότητά του έφτανε τις 120.000.

Προσωνύμια 

Στη διάρκεια της ιστορίας του, ο σύλλογος απέκτησε διάφορα προσωνύμια. Από τα πρώτα υπήρξαν το los merengues, που αναφέρεται στο γνωστό γλυκό μαρέγκα και το los blancos, ήτοι οι λευκοί. Βάση και των δύο υπήρξε η θρυλική κατάλευκη φανέλα της ομάδας, ενώ και τα δύο χρησιμοποιούνται έως και τις μέρες μας. Στη δεκαετία του 1970 έγινε δημοφιλές και το παρατσούκλι los vikingos δηλαδή οι Βίκινγκς, ενδεχομένως λόγω της απόκτησης την εποχή εκείνη αρκετών Βορειο-ευρωπαίων ποδοσφαιριστών. Πιο πρόσφατα, οι εφημερίδες της απέδωσαν το χαρακτηρισμό los galácticos (οι γαλαξιακοί), εξαιτίας της απόφασης της τότε διοίκησης της ομάδας να φέρει στη Μαδρίτη ορισμένους από τους μεγαλύτερους και ακριβότερους ποδοσφαιριστές της αγοράς.

Σαντιάγκο Μπερναμπέου 

Πριν γίνει πρόεδρος το 1945 ο Σαντιάγκο Μπερναμπέου είχε περάσει ήδη από τη θέση του ποδοσφαιριστή, αρχηγού της ομάδας, μάνατζερ και τεχνικού διευθυντή. Ως πρόεδρος ανέλαβε να ανοικοδομήσει τον σύλλογο μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο και ήταν αυτός, επί της προεδρίας του οποίου, κτίστηκαν το ομώνυμο γήπεδο της Ρεάλ καθώς και ολόκληρο το αθλητικό της κέντρο, η περίφημη Ciudad Deportiva. Είναι ο πρόεδρος στον οποίο αποδίδουν οι φίλοι της Ρεάλ τη μετάβαση από έναν μικρομεσαίο σύλλογο της Ισπανίας στον αδιαμφισβήτητο ηγεμόνα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Οργάνωσε το σύλλογο σε όλα τα επίπεδα, δημιουργώντας την απόλυτη διοικητική ιεραρχία που αποτελεί πλέον κανόνα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο και αποδίδοντας σε κάθε επίπεδο και τμήμα του συλλόγου ανεξάρτητη δομή και οργάνωση, στρατολογώντας για αυτό πρόσωπα, όπως ο περίφημος Raimundo Saporta. Μετά από όλα αυτά, στις αρχές του 1953, έβαλε σε εφαρμογή το όραμά του για απόκτηση παικτών παγκόσμιας κλάσης από το εξωτερικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Αλφρέντο Ντι Στέφανο, δημιουργώντας για πρώτη φορά μια πραγματικά πολυεθνική δύναμη. Στη διάρκεια της προεδρίας του Μπερναμπέου πολλά μεγάλα ονόματα, πλην του Ντι Στέφανο, φόρεσαν τη φανέλα της Ρεάλ, όπως οι Francisco Gento, Luis Molowny, Miguel Muñoz, Raymond Kopa, Héctor Rial, Amancio, Carlos Alonso González ή Santillana, Juan Gómez González ή Juanito, Uli Stielike, Vicente Del Bosque, José Antonio Camacho και ο Φέρεντς Πούσκας.

Το 1955, κατόπιν μιας ιδέας του Gabriel Hanot, δημοσιογράφου της γαλλικής αθλητικής εφημερίδας L'Equipe (Εκίπ), βασισμένης πάνω στο τότε υπάρχον Copa Latina (μια διοργάνωση με συλλόγους από Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, και Ιταλία), ο Μπερναμπέου συναντήθηκε στο Ambassador Hotel του Παρισίου με τους Bedrignan και Gustav Sebes και αποφάσισαν τη δημιουργία ενός Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης, αυτού που είναι πλέον γνωστό ως Τσάμπιονς Λιγκ.

Ο Μπερναμπέου έμεινε στο τιμόνι της Ρεάλ για 35 χρόνια. Μέχρι το θάνατό του το 1978 η ομάδα είχε κατακτήσει 1 διηπειρωτικό κύπελλο, 6 ευρωπαϊκούς τίτλους, 16 πρωταθλήματα Ισπανίας και 6 Κύπελλα Ισπανίας.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

05 Μαρτίου 1953: πεθαίνει σε ηλικία 73 ετών στη Μόσχα από εγκεφαλική αιμορραγία ο Ιωσήφ Στάλιν.

Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν , ψευδώνυμο του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι ήταν ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Στάλιν έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (Κ.Κ.Σ.Ε) το 1922. Πολύ σύντομα όμως δημιούργησε ένα πολύ άσχημο κλίμα εξαιτίας του άξεστου και αυταρχικού του χαρακτήρα με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Λένιν να προτείνει την αντικατάστασή του από κάποιο άλλο στέλεχος των μπολσεβίκων. Την περίοδο αυτή ο Λένιν είναι βαριά άρρωστος και η πρότασή του αυτή δεν γνωστοποιήθηκε στο κόμμα των μπολσεβίκων, με ευθύνη πρώτα και κύρια του Στάλιν που ήδη ως Γραμματέας συγκέντρωνε στα χέρια του τον μηχανισμό του κόμματος.

Μετά το θάνατο του Βλαντιμίρ Λένιν, επεκράτησε του Λέοντα Τρότσκι σε μια πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 που όμως λύθηκε με διοικητικά μέτρα (διαγραφές, καθαιρέσεις, εξορίες κλπ).

Στη δεκαετία του '30 ο Στάλιν εξάλειψε την ενεργό πολιτική αντιπολίτευση μέσω ενός συστήματος εσωτερικής εξορίας και παγίωσε την αρχή του την εποχή της Μεγάλης Εκκαθάρισης(1936-1938), μια περίοδο σκληρής καταστολής (διαγραφές, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, δολοφονίες) απέναντι τόσο σε πάρα πολλούς κομμουνιστές που διαφωνούσαν με τις επιλογές και τη νοοτροπία της κυρίαρχης τάσης (σταλινισμός) στο Κομμουνιστικό κόμμα της ΕΣΣΔ, όσο και χιλιάδες άλλους πολίτες που κατηγορούντο για πολιτικά εγκλήματα.

Ο Στάλιν συνέβαλλε στη διαμόρφωση των γνωρισμάτων που χαρακτήρισαν το νέο σοβιετικό καθεστώς αλλά και τα υπόλοιπα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, που συνολικά αντιπροσώπευσαν ένα πολιτικό σύστημα τον "υπαρκτό σοσιαλισμό". Πολλοί κομμουνιστές υποστηρίζουν δε, πως ο Στάλιν αποτέλεσε τον εκφραστή της ανερχόμενης κρατικής/κομματικής άρχουσας τάξης (της γραφειοκρατίας) και πως τελικά οι εκκαθαρίσεις που πραγματοποίησε το καθεστώς συνέβαλλαν στην εδραίωση της ηγεμονίας της γραφειοκρατίας σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Πρώιμη περίοδος 
Ο Ιωσήφ Στάλιν γεννήθηκε στην πόλη Γκόρι της Γεωργίας στις 18 Δεκεμβρίου του 1878. Ήταν το τέταρτο παιδί που γέννησε η μητέρα του σε λιγότερο από τέσσερα έτη. Τα πρώτα τρία πέθαναν και δεδομένου ότι ο Ιωσήφ ήταν φιλάσθενος η μητέρα του φοβόταν ότι και αυτός θα πέθαινε. Δικαιολογημένα, λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός, η μητέρα του ήταν υπερπροστατευτική απέναντί του.

Ο πατέρας του, Βησσαρίων Τζουγκασβίλι, ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Αικατερίνη Γκελάντζε, δούλευε ως πλύστρα. Ως παιδί, ο Στάλιν δοκίμασε την ένδεια, που οι περισσότεροι αγρότες έπρεπε να υπομείνουν στη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα. Το χαϊδευτικό του ήταν "Σόσο". Ο Βησσαρίων Ιβάνοβιτς Τζουγκασβίλι ήταν δουλοπάροικος που, όταν απελευθερώθηκε έγινε υποδηματοποιός. Άνοιξε δικό του κατάστημα, αλλά γρήγορα χρεοκόπησε και αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών στην Τιφλίδα. Σπάνια συναντούσε την οικογένειά του και έπινε πολύ, ενώ χτυπούσε συχνά τη σύζυγο και το μικρό γιο του. Ένας από τους παιδικούς φίλους του Στάλιν έγραψε, "εκείνοι οι άδικοι και φρικτοί ξυλοδαρμοί κατέστησαν το αγόρι τόσο σκληρό και άκαρδο όσο ο πατέρας του". Ο ίδιος φίλος επίσης έγραψε ότι δεν τον είδε ποτέ να κλαίει. Άλλος φίλος της παιδικής ηλικίας του, ο José Iremashvili, θεωρούσε ότι οι ξυλοδαρμοί από τον πατέρα του τον κατέστησαν εχθρικό προς την εξουσία. Επίσης σημείωσε ότι οποιοσδήποτε με δύναμη πάνω σε άλλους θύμιζε στο Στάλιν τη σκληρότητα του πατέρα του. Στην ηλικία των επτά έπαθε ευλογιά. Επέζησε αλλά το πρόσωπό του παρέμεινε σημαδεμένο για το υπόλοιπο της ζωής του, γενόμενος εξ αυτού αντικείμενο περιπαικτικών σχολίων από τους συνομηλίκους του.

Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους η Αικατερίνη έπλενε ήταν κάποιος Εβραίος του Γκόρι, ο Δαβίδ Παπισμέντοφ. Ο Παπισμέντοφ έδινε στον Ιωσήφ, που βοηθούσε τη μητέρα του, χρήματα και βιβλία του για να διαβάσει, και τον ενθάρρυνε. Δεκαετίες αργότερα ο Παπισμέντοφ ήρθε στο Κρεμλίνο για να μάθει τι είχε γίνει ο μικρός "Σόσο". Ο Στάλιν εξέπληξε τους συνεργάτες του όχι μόνο δεχόμενος τον ηλικιωμένο κύριο, αλλά κουβεντιάζοντας με μεγάλη χαρά μαζί του.

Το 1888, ο πατέρας του Στάλιν έφυγε για να ζήσει στην Τιφλίδα, αφήνοντας την οικογένειά του χωρίς καμία στήριξη. Φημολογείται πως πέθανε σε πάλη, εντούτοις άλλοι υποστήριζαν ότι εθεάθη στη Γεωργία γύρω στα 1931

Θεολογικές σπουδές και σοσιαλισμός
Η μητέρα του Ιωσήφ ήταν βαθιά θρησκευόμενη και το 1888 κατόρθωσε να του εξασφαλίσει μία θέση στην τοπική εκκλησιαστική σχολή. Παρά τα προβλήματα υγείας του, σημείωσε καλή πρόοδο στο σχολείο και κέρδισε τελικά υποτροφία στη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Ο Στάλιν και οι συμμαθητές του ήταν Γεωργιανοί και μιλούσαν μια από τις εβδομήντα καυκασιανές διαλέκτους. Στο σχολείο όμως αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τα ρωσικά.

Κατά τη φοίτησή του στη σχολή προσχώρησε σε μια μυστική οργάνωση αποκαλούμενη Messame Dassy. Τα μέλη της ήταν υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Γεωργίας από τη Ρωσία. Κάποιοι ήταν επίσης Σοσιαλεπαναστάτες και μέσω αυτών ο Στάλιν ήρθε αρχικά σε επαφή με τις ιδέες του Μαρξ.

Αν και αργότερα ο Στάλιν επεδίωξε να κρύψει την γεωργιανή καταγωγή του, κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας συναρπάστηκε από τη γεωργιανή λαογραφία. Οι ιστορίες που διάβαζε μιλούσαν για Γεωργιανούς ορεσίβιους που πάλεψαν γενναία για την ανεξαρτησία της χώρας τους. Ο αγαπημένος ήρωάς του αυτών των ιστοριών ήταν ένας θρυλικός πολεμιστής των βουνών που ονομαζόταν Koba. Έπεισε όλους συμμαθητές του να τον αποκαλούν Koba, και αυτό έγινε επίσης το πρώτο του επαναστατικό ψευδώνυμο.

Τον Μάιο, του 1899, ο Στάλιν αποβλήθηκε από τη θεολογική σχολή της Τιφλίδας. Διάφοροι λόγοι δόθηκαν για αυτήν την απόφαση συμπεριλαμβανομένης της ασέβειας έναντι των καθηγητών και την ανάγνωση απαγορευμένων βιβλίων. Ο Στάλιν επρόκειτο αργότερα να υποστηρίξει ότι ο πραγματικός λόγος ήταν ότι προσπαθούσε να μεταστρέψει τους συμφοιτητές του στο μαρξισμό.

Πορεία προς το μπολσεβικισμό 
Για αρκετούς μήνες μετά την αποβολή του ο Στάλιν παρέμεινε άνεργος. Βρήκε τελικά εργασία παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά της μέσης εκπαίδευσης. Αργότερα, εργάστηκε ως υπάλληλος στο παρατηρητήριο της Τιφλίδας. Άρχισε επίσης να γράφει άρθρα για τη σοσιαλιστική γεωργιανή εφημερίδα "Μπρτζολα Χμα Βλαντιμιρ".

Το 1901 ο Στάλιν προσχώρησε στο Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα και ενώ οι περισσότεροι από τους ηγέτες του ζούσαν εξόριστοι, αυτός παρέμεινε στη Ρωσία όπου βοήθησε να οργανώσει τη βιομηχανική αντίσταση στο τσαρικό καθεστώς. Στις 18 Απριλίου 1902 συνελήφθη αφότου συντόνισε απεργία στις μεγάλες εγκαταστάσεις Ρότσιλντ στο Μπατούμ. Μετά από αυτό πέρασε 18 μήνες εξόριστος στη Σιβηρία.

Στο δεύτερο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κόμματος στο Λονδίνο το 1903, υπήρξε μια διαφωνία μεταξύ των Βλαντίμιρ Λένιν και Γιούλι Μάρτοφ, δύο εκ των ηγετών του κόμματος. Ο Λένιν υποστήριξε ένα μικρό κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με μεγάλη βάση εξωκομματικών, ανεξάρτητων συμπαθούντων και υποστηρικτών. Ο Μάρτοφ διαφώνησε θεωρώντας ότι ήταν καλύτερο να υπάρξει ένα μεγάλο κόμμα ενεργών στελεχών.

Ο Γιούλι Μάρτοφ βάσιζε τις ιδέες του στα σοσιαλιστικά κόμματα που υπήρχαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως το βρετανικό εργατικό κόμμα. Ο Λένιν υποστήριξε ότι η κατάσταση ήταν διαφορετική στη Ρωσία όπου ήταν παράνομο να διαμορφωθούν σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα κάτω από την αυταρχική διακυβέρνηση του τσάρου. Στο τέλος της συζήτησης ο Μάρτοφ κέρδισε την ψηφοφορία με 28 ψήφους έναντι 23. Ο Λένιν απρόθυμος να δεχτεί το αποτέλεσμα διαμόρφωσε μια φράξια γνωστή ως Μπολσεβίκοι. Εκείνοι που παρέμειναν πιστοί στο Μάρτοφ έγιναν γνωστοί ως Μενσεβίκοι.

Ο Στάλιν, όπως οι Ζινόβιεφ, Λουνατσάρσκι, Λασέβιτς, Κρούπσκαια, Φρούνζε, Ρίκοφ, Σβερντλόφ, Κάμενεφ, Λιτβίνοφ, Αντόνοφ, Ντζερζίνσκι, Ορντζονικίντζε και Μπογκντάνοφ υπεστήριξε τους Μπολσεβίκους. Ενώ οι Πλεχάνοφ, Αξελρόντ, Ντεϊτς, Αντόνοφ-Οβσέενκο, Τρότσκι, Ζασούλιτς, Τσερετέλι, Ουρίτσκι, Ζορντανια, Βισίνσκι και Νταν υποστήριξαν τον Μάρτοφ .

Το 1904 ο Στάλιν δραπέτευσε από τη Σιβηρία και μέσα σε μερικούς μήνες ήταν πίσω οργανώνοντας διαδηλώσεις και απεργίες στην Τιφλίδα. Ο Λένιν εντυπωσιάστηκε με τα επιτεύγματα του Στάλιν και το 1905 κλήθηκε να τον συναντήσει στη Φινλανδία.
Ο Στάλιν επέστρεψε στη Ρωσία το 1905 και κατά τη διάρκεια των επόμενων οκτώ ετών συνελήφθη τέσσερεις φορές αλλά κάθε φορά κατόρθωνε να δραπετεύει. Το 1911 μετακόμισε στην Αγία Πετρούποληκαι το επόμενο έτος έγινε συντάκτης της "Πράβντα". Η πρακτική εμπειρία του τον κατέστησε χρήσιμο στο μπολσεβικικό κόμμα του Λένιν, έτσι κερδίζει μια θέση στην κεντρική Επιτροπή του τον Ιανουάριο του1912.

Η μόνη σημαντική συμβολή του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας αυτή την περίοδο υπήρξε μια πραγματεία του, γραμμένη κατά τη σύντομη παραμονή του ως εξόριστου στη Βιέννη, "Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα". Παρουσιάζει μια ορθόδοξη μαρξιστική θέση σε αυτήν την σημαντική συζήτηση. Αυτή η πραγματεία ίσως να συνέβαλε στο διορισμό του ως Λαϊκού Κομισάριου για τις μειονοτικές υποθέσεις μετά την Επανάσταση.

Το 1913 υιοθέτησε το όνομα Στάλιν, το οποίο σημαίνει "σιδερένιος" στα ρωσικά.

Συνελήφθη πάλι το 1913 και εξορίστηκε ισόβια στη βόρεια Σιβηρία.

Κυρίαρχος της Σοβιετικής Ένωσης 
Μετά το θάνατο του Λένιν τον Ιανουάριο του 1924, την διοίκηση του κόμματος ανέλαβαν τα ισχυρότερα μέλη, τα οποία και αγωνίστηκαν για την προεδρία, δηλαδή οι Ιωσήφ Στάλιν, Λεβ Κάμενεφ, Γριγκόρι Ζινόβιεφ, Τρότσκι (στα αριστερά) και Μπουχάριν (στα δεξιά).

Στις αποφάσεις των Συνεδρίων του μπολσεβίκου κόμματος που έλαβαν μέρος ως το 1927, ο Τρότσκι και οι υποστηρικτές του ηττήθηκαν για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους. Ενώ ο Ζινόβιεφ και ο Καμένεφ ήταν υπέρ του Στάλιν, το 1925 στο Δέκατο πέμπτο Συνέδριο των μπολσεβίκων [μετέπειτα Πανρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα -ΠΚΚ (μπ)], στράφηκαν εναντίον του. Κατέκριναν την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) που αποτελούσε πολιτική επιλογή της "δεξιάς" τάσης (Μπουχάριν κλπ) του κόμματος, την σκληρή αντιμετώπιση απέναντι στους αγρότες και ζήτησαν να διεξαχθούν εκλογές σχετικά με την θέση του Στάλιν, λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του.

Το 1925 ο Στάλιν ήταν σε θέση να εκδιώξει τον Τρότσκι από την κυβέρνηση. Οι Ζινόβιεφ και Καμένεφ αποφάσισαν να λάβουν το μέρος του Τρότσκι και τον παρότρυναν να οργανώσουν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μόσχα. Ως Κομισάριος του πολέμου είχε τη δύναμη να το πραγματοποιήσει. Παρά ταύτα απέρριψε την ιδέα και παραιτήθηκε από τη θέση του.

Το 1928 ο Στάλιν και η σταλινική φράξια εντός του ΠΚΚ (μπ) αντιτάχθηκαν στην ΝΕΠ που μέχρι τότε υποστήριζαν και επιτέθηκαν στα "δεξιά" μέλη του Πολίτμπιρο. Τότε ο Στάλιν υιοθέτησε πλευρές της πολιτικής αντίληψης του Τρότσκι ο οποίος επιθυμούσε την άμεση εκβιομηχάνηση της χώρας. Ο Μπουχάριν αγωνίστηκε σκληρά για την υπεράσπιση της ΝΕΠ, αλλά κατέληξε να αποβληθεί από το κόμμα το 1929, μαζί με τους Ρύκοβ και Τόμσκυ που ήταν με το μέρος του. Τον ίδιο χρόνο ο Τρότσκι εξορίστηκε από τη χώρα. Έχοντας παροπλίσει τον Μπουχάριν και εξορίσει τον Τρότσκι, ο Στάλιν μπορεί να ειπωθεί, ότι αναδείχθηκε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 1929. Εντούτοις, η δημοτικότητα άλλων ηγετών όπως οι Σεργκέι Κίροφ και η αποκαλούμενη "Υπόθεση Ριούτιν" επρόκειτο να καταδείξουν πως δεν κατέκτησε την απόλυτη εξουσία μέχρι τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1936 – 1938.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και τα τελευταία έτη του Στάλιν

Σε όλες τις συνομιλίες του με τους δύο δυτικούς ηγέτες, τον Πρόεδρο των Η.Π.Α.Φραγκλίνο Ρούσβελτ και το Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστων Τσώρτσιλ, ο Στάλιν πίεζε για στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς τη Σοβιετική Ένωση, ενώ απαιτούσε να αναγνωρίσουν τη σοβιετική κυριαρχία στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Στη Διάσκεψη της Τεχεράνης, το 1943, και πάλι στη Διάσκεψη της Γιάλτας το Φεβρουάριο του 1945, τους πίεσε να επιτρέψουν την ύπαρξη ενός "σοβιετικού μπλόκ", εκτεινόμενου από τα κράτη της Βαλτικής σε ολόκληρη την Πολωνία και τη Γερμανία, και έπειτα νότια έως τη Γιουγκοσλαβία.

Με τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου πολέμου οι άνθρωποι που είχαν αντέξει τόσες πολλές κακουχίες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, τώρα ήλπιζαν ότι οι ζωές τους θα βελτιώνονταν. Στο μυαλό του Στάλιν, φυσικά, μια τέτοια σκέψη παρουσίαζε ένα κίνδυνο: Εάν οι άνθρωποι άρχιζαν να λαχταρούν κάτι καλύτερο, ίσως να επαναστατούσαν. Κατά συνέπεια άρχισε τώρα μια προσπάθεια διατήρησης του ελέγχου. Το περιβάλλον του αναδιαρθρώθηκε. Ο Λαυρέντι Μπέρια παρέμεινε στην εξουσία ως επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας, αλλά ο Μόλοτοφ άρχισε να εξασθενεί σε δύναμη και ο Μαλενκόβ, που είχε απολαύσει την εμπιστοσύνη του Στάλιν από την αρχή του πολέμου, αντικαταστάθηκε από Αντρέι Χανόι, ο οποίος οδήγησε μια ανανεωμένη ιδεολογική επίθεση. Οι στρατιώτες που είχαν δει πάρα πολύ την ακμάζουσα δύση τέθηκαν υπό περιορισμό στα στρατόπεδα για να τους αποτρέψουν από "τη μόλυνση" του πληθυσμού με ανατρεπτικές ιδέες. Υπήρξε μια νέα εκκαθάριση του στρατού, στον οποίο ακόμη και ο μεγάλος Ζούκοβ ανέλαβε μία ελάσσονα επαρχιακή διοίκηση και μια νέα πολιτιστική επίθεση προωθήθηκε ενάντια στις εφημερίδες και την υπόλοιπη λογοτεχνία που θεωρήθηκε απειλητική για το καθεστώς.

Φιλοσοβιετικές κυβερνήσεις εγκαθιδρύθηκαν στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τσεχοσλοβακία και κομμουνιστικά καθεστώτα επεκράτησαν στη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Η Φινλανδία διατήρησε την επίσημη ανεξαρτησία της, αλλά ήταν πολιτικά απομονωμένη και οικονομικά εξαρτώμενη από τη Σοβιετική Ένωση. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία είχαν ισχυρά (αν και στην περίπτωση της Ελλάδας μετά το 1948 παράνομο) κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία είχαν μέχρι ενός ορίου εξάρτηση ή φιλικές επαφές με τη Μόσχα. Ο Στάλιν ήλπισε ότι η απόσυρση των Αμερικανών από την Ευρώπη θα οδηγούσε στη σοβιετική ηγεμονία σε ολόκληρη την ήπειρο. Το ίδρυμα Trizonia και η αμερικανική βοήθεια προς την αντικομουνιστική πλευρά στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο άλλαξε την κατάσταση. Η Ανατολική Γερμανία πιστοποιήθηκε ως χωριστή χώρα το 1949, κυβερνώμενη από τους Γερμανούς κομμουνιστές. Επιπλέον, ο Στάλιν έλαβε την απόφαση να μεταπηδήσει στον άμεσο έλεγχο των δορυφόρων του στην κεντρική Ευρώπη: όλες οι χώρες επρόκειτο να κυβερνηθούν από τα τοπικά κομμουνιστικά κόμματα που προσπάθησαν να εφαρμόσουν το σοβιετικό πρότυπο τοπικά.

Ο Στάλιν είδε τη σταθεροποίηση της σοβιετικής δύναμης στην περιοχή ως απαραίτητο βήμα προκειμένου να προστατεύσει την ΕΣΣΔ με το να την περιβάλει με χώρες με φιλικές κυβερνήσεις, για να ενεργήσουν ως ενδιάμεση δομική ενότητα ενάντια σε πιθανούς εισβολείς (τα αποκαλούμενα από το παρελθόν κράτη - μαξιλάρια).

Οι σχέσεις μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και του πρώην συμμάχων της του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ψυχράνθηκαν σύντομα, και έδωσαν τόπο σε μια παρατεταμένη περίοδο έντασης και δυσπιστίας μεταξύ της ανατολής και της δύσης γνωστής ως Ψυχρός Πόλεμος. Στη χώρα του ο Στάλιν παρουσιάστηκε ως μεγάλος εν καιρώ πολέμου ηγέτης που είχε οδηγήσει την Ε.Σ.Σ.Δ. στη νίκη ενάντια στους Ναζί. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '40, ο ρωσικός εθνικισμός συνέχισε να αυξάνεται. Παραδείγματος χάριν, μερικές εφευρέσεις και επιστημονικές ανακαλύψεις αποδόθηκαν σε Ρώσους ερευνητές. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη μηχανή λεβήτων, που αποδόθηκε στους πατέρα και γιο Τσερεπάνοφ (1833-34), ο ηλεκτρικός λαμπτήρας στους Ιάμπλοτσκοφ (1875) και Λοντίγκιν (1874), το ραδιόφωνο στον Ποπόφ (1895), το αεροπλάνο στο Μοζάισκι (1882) κ.λ.π., ενώ ήδη από τη δεκαετία του '30 οι επιστήμες είχαν δεχτεί καίριο πλήγμα (και ιδιαίτερα η Βιολογία) με τις παρεμβάσεις εγκάθετων "επιστημόνων" όπως ο Λυσένκο .

Οι εσωτερικές κατασταλτικές πολιτικές του Στάλιν συνεχίστηκαν και εντάθηκαν (συμπεριλαμβάνοντας και τα προσφάτως προσαρτημένα εδάφη), αλλά δεν έφθασαν ποτέ στις ακρότητες της δεκαετίας του '30 Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, οι αντισημιτικές εκστρατείες του 1948 - 1953 ήταν μόνο οι πρόδρομοι μιας μεγαλύτερης επερχόμενης καταστολής, αλλά εάν τέτοια σχέδια πράγματι υπήρξαν, ο Στάλιν πέθανε προτού μπορέσει να τα εφαρμόσει.

Μέσω μιας σειράς ανακοινώσεων, οι σοβιετικοί πολίτες ήταν ενήμεροι ότι ο Στάλιν ήταν σοβαρά άρρωστος. Στις τέσσερις το πρωί της 6ης Μαρτίου 1953, αναγγέλθηκε από τον κρατικό ραδιοσταθμό ότι: "Η καρδιά του συντρόφου ηγέτη και συνεχιστή της μεγαλοφυΐας του σκοπού του Λένιν, του σοφού ηγέτη και δασκάλου του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Σοβιετικής Ένωσης, έπαψε να χτυπά."

Ο Ιωσήφ Βησσαριώνοβιτς Τζουγκασβίλι, ο επονομαζόμενος Στάλιν, 73 ετών, είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και είχε πεθάνει στις 9:50 μ.μ. στις 5 Μαρτίου 1953.

Το σώμα του πλύθηκε από μια νοσοκόμα και μεταφέρθηκε έπειτα μέσα σε ένα άσπρο αυτοκίνητο στο νεκροτομείο του Κρεμλίνου. Εκεί έγινε η νεκροψία. Αφού ολοκληρώθηκε η νεκροψία, το σώμα του δόθηκε στους ταριχευτές ώστε να το προετοιμάσουν για το τριήμερο λαϊκό προσκύνημα.

05 Μαρτίου 1913: Ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α' πέφτει νεκρός στη Θεσσαλονίκη από τις σφαίρες του Αλέξανδρου Σχινά, στην 50η επέτειο από της αναρρήσεώς του στο θρόνο.


Στις 5 Μαρτίου 1913 ο Γεώργιος Α΄ θέλοντας να επισκεφτεί για εθιμοτυπικούς λόγους τον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν, κατέβηκε στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου. Μαζί του ήταν και ο υπασπιστής του ταγματάρχης Φραγκούδης.

Στην συμβολή της οδού Β. Όλγας, ο Αλέξανδρος Σχινάς πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε καίρια τον Γεώργιο Α΄. Έπειτα προσπάθησε να πυροβολήσει και τον υπασπιστή του αλλά εκείνος πρόλαβε και τον αφόπλισε. Ο Σχινάς συνελήφθη από δυο χωροφύλακες που βρίσκονταν σ εκείνο το σημείο.

Ο τραυματισμένος Γεώργιος μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο «Παπάφειο Ίδρυμα», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν καμία βοήθεια αφού ο Γεώργιος ήταν ήδη νεκρός. Αμέσως η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα καταστήματα έκλεισαν κι άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να χτυπούν πένθιμα.

Η σορός του Γεωργίου ταριχεύθηκε και για πολλές μέρες εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μεταφέρθηκε στον Πειραιά και στις 20 Μαρτίου και κηδεύτηκε στο βασιλικό ανάκτορο στο Τατόι.

05 Μαρτίου 1871: γεννιέται η κομουνίστρια πολιτικός και επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ. Δολοφονείται το 1919 στο Βερολίνο.


Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (5 Μαρτίου 1870 ή 1871 – 15 Ιανουαρίου 1919, στα Γερμανικά Rosa Luxemburg, στα Πολωνικά Róża Luksemburg) ήταν Γερμανοεβραία γεννημένη στην Πολωνία, μαρξίστρια πολιτική θεωρητικός, σοσιαλιστική φιλόσοφος και επαναστάτρια που ανήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και αργότερα στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας.

Ξεκίνησε τη δράση της με την εφημερίδα Η Κόκκινη Σημαία, όπου και συνίδρυσε το Σπάρτακουσμπουντ (Spartakusbund), μια μαρξιστική επαναστατική ομάδα από την οποία και δημιουργήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας με το οποίο έλαβε μέρος σε μια ανεπιτυχή επανάσταση στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 1919.

Η εξέγερση εκτελέστηκε ενάντια στις συμβουλές της Ρόζας και συνετρίβη από τα απομεινάρια του μοναρχικού στρατού και από ελεύθερες δεξιές πολιτοφυλακές που συλλογικά ονομάζονταν Φράικορπς (Freikorps), οι οποίες εστάλησαν από την κυβέρνηση. Η Λούξεμπουργκ και εκατοντάδες άλλοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γεννήθηκε ως Ροζαλία Λούξεμπουργκ στις 5 Μαρτίου του 1870 ή 1871 στο Ζάμος (Zamość) κοντά στο Λούμπλιν (Lublin) στην τότε ελεγχόμενη από τους Ρώσους Πολωνία. Γεννήθηκε σε μια Εβραϊκή οικογένεια. Οι πηγές διαφέρουν ως προς το έτος γέννησής της – έδωσε ως έτος γέννησης το 1871 στο βιογραφικό της σημείωμα για το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, αλλά το απολυτήριο Λυκείου της (Abitur) το 1887 αναγράφει πως ήταν 17, άρα γεννημένη το 1870. Ήταν το πέμπτο παιδί του Εβραίου εμπόρου ξυλείας Eliasz Luxemburg III και της συζύγου του Line (πατρικό όνομα: Löwenstein). Η Ρόζα είχε ελλιπή σωματική ανάπτυξη και αντιμετώπιζε σωματικές δυσκολίες σε ολόκληρη τη ζωή της.

Μετά την μετακόμιση της οικογένειάς της στη Βαρσοβία, η Ρόζα παρακολούθησε εκεί ένα Γυμνάσιο θηλέων από το 1880. Ακόμα και εκείνη την πρώιμη εποχή ήταν μέλος του «Προλεταριάτου», ενός αριστερού Πολιτικού κόμματος, από το 1886. Το Προλεταριάτο είχε ιδρυθεί το 1882, είκοσι χρόνια πριν από τα Ρωσικά εργατικά κόμματα, και ξεκίνησε με την οργάνωση μιας γενικής απεργίας. Ως αποτέλεσμα, πέντε από τους ηγέτες του εκτελέστηκαν και το κόμμα διαλύθηκε. Μερικά από τα μέλη του κατάφεραν να συναντώνται κρυφά. Η Ρόζα προσχώρησε σε ένα από αυτά

Αφού απομακρύνθηκε στην Ελβετία λόγω επικείμενης προφυλάκισης το 1889, παρακολούθησε το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, μαζί με άλλες σοσιαλιστικές μορφές όπως ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι και ο Leo Jogiches. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική, οικονομικά και μαθηματικά ταυτόχρονα. Τα θέματα εξειδίκευσής της ήταν η Staatswissenschaft (κατά λέξη επιστήμη κρατών, σήμερα λέγονται οικονομικά), ο Μεσαίωνας και οι οικονομικές και χρηματιστηριακές κρίσεις.

Το 1890 οι νόμοι του Μπίσμαρκ εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας ακυρώθηκαν και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) είχε τη νόμιμη ικανότητα να διεκδικήσει έδρες στο Ράιχσταγκ. Αλλά παρά την επαναστατική τους ρητορική, τα σοσιαλιστικά μέλη του κοινοβουλίου εστίασαν όλο και περισσότερο στην απόκτηση επιπλέον κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων και στον υλικό πλούτο.

Αντιθέτως, η Ρόζα Λούξεμπουρκ έμεινε πιστή στις επαναστατικές Μαρξιστικές της αρχές. Το 1893, μαζί με τους Leo Jogiches και Julian Marchlewski (άλλως γνωστός ως Julius Karski), ίδρυσε την εφημερίδα Sprawa Robotnicza (Εργατική Υπόθεση), σε αντιπολίτευση των εθνικιστικών πολιτικών του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η Λούξεμπουργκ πίστευε πως η ανεξαρτητοποίηση της Πολωνίας θα μπορούσε να έρθει μόνο μέσα από επαναστάσεις στη Γερμανία, την Αυστρία και τη Ρωσία. Υποστήριξε πως η μάχη θα έπρεπε να είναι ενάντια στον ίδιο τον καπιταλισμό, και όχι για μια ανεξάρτητη Πολωνία. Η Λούξεμπουργκ αρνήθηκε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης για τα έθνη που βρίσκονταν υπό καθεστώς σοσιαλισμού, πράγμα που αργότερα έφερε εντάσεις με τον Βλαντιμίρ Λένιν.

Μαζί με τον Leo Jogiches, συνίδρυσε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του Βασιλείου της Πολωνίας (SDKP), που αργότερα έγινε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του Βασιλείου της Πολωνίας και της Λιθουανίας (SDKPiL), αφού συνασπίστηκε με την σοσιαλδημοκρατική οργάνωση της Λιθουανίας. Παρόλο που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της στη Γερμανία, η Λούξεμπουργκ παρέμεινε η βασική θεωρητικός των Πολωνών Σοσιαλδημοκρατών, και οδήγησε το κόμμα σε συνεργασία με τον Jogiches, τον βασικό του οργανωτή.

Το 1898, η Λούξεμπουργκ απέκτησε Γερμανικά πολιτικά δικαιώματα μέσω του γάμου της με τον Gustav Lübeck, και μετακόμισε στο Βερολίνο. Δραστηριοποιήθηκε στο αριστερό ρεύμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), όπου όρισε με οξύτητα το όριο μεταξύ της ομάδας της και της Ρεβιζιονιστικής Θεωρίας του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, επιτιθέμενη του το 1899 σε μια μπροσούρα που τιτλοφορείτο «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;». Η ρητορική δεινότητα της Λούξεμπουργκ σύντομα την έκανε ηγετική εκπρόσωπο του κόμματος. Γενικά, κατήγγειλε την αυξανόμενα κομφορμιστική κοινοβουλευτική πορεία του SPD μπροστά στην αυξανόμενα φανερή πιθανότητα πολέμου. Η Λούξεμπουργκ επέμενε πως η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου και των εργατών θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο αν το προλεταριάτο αναλάμβανε την εξουσία και λάμβαναν χώρα επαναστατικές αλλαγές στο συνολικό περιβάλλον των παραγωγικών μεθόδων. Ήθελε να εγκαταλείψουν το SPD οι Ρεβιζιονιστές. Αυτό δεν συνέβη, αλλά τουλάχιστον η ηγεσία του κόμματος από τον Καρλ Κάουτσκυ κράτησε στο πρόγραμμα τον Μαρξισμό, ακόμα κι αν ο βασικός του στόχος ήταν να βελτιώσει τον αριθμό των εδρών που είχε το κόμμα στο Ράιχσταγκ.

Από το 1900 η Ρόζα Λούξεμπουργκ εξέφρασε τις γνώμες της για τα ισχύοντα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα σε διάφορα άρθρα σε εφημερίδες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι επιθέσεις της στον Γερμανικό μιλιταρισμό και ιμπεριαλισμό έγιναν ισχυρότερες καθώς προείδε την προσέγγιση του πολέμου, και προσπάθησε να πείσει το SPD να κατευθυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Η Λούξεμπουργκ ήθελε να οργανώσει μια γενική απεργία για να διεγείρει την αλληλεγγύη των εργατών και να εμποδίσει τον πόλεμο, αλλά η ηγεσία του κόμματος αρνήθηκε, και το 1910 διασπάστηκε από τον Κάουτσκυ.

Μεταξύ του 1904 και του 1906 η δουλειά της διακόπηκε από τρεις περιόδους φυλακής για πολιτικές δραστηριότητες.

Παρόλα αυτά, η Λούξεμπουργκ συνέχισε τις πολιτικές της δραστηριότητες. Το 1907 πήρε μέρος στην Πέμπτη Κομματική Μέρα των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών στο Λονδίνο, όπου συνάντησε τον Βλαντιμίρ Λένιν. Στο Δεύτερο Διεθνές (Σοσιαλιστικό) Συνέδριο στην Στουτγάρδη, πρότεινε μια απόφαση, που έγινε δεκτή, όλα τα Ευρωπαϊκά κόμματα εργατών να ενωθούν στις προσπάθειές τους να σταματήσουν τον πόλεμο.

Την περίοδο εκείνη η Λούξεμπουργκ άρχισε να διδάσκει Μαρξισμό και Οικονομικά στο κομματικό εκπαιδευτικό κέντρο του SPD στο Βερολίνο. Ένας από τους μαθητές της ήταν ο μετέπειτα ηγέτης του SPD, πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, Φρίντριχ Έμπερτ.

Το 1912 η θέση της ως εκπρόσωπος του SPD έφερε την Λούξεμπουργκ σε συνέδρια των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών όπως αυτό του Παρισιού. Μαζί με τον Γάλλο σοσιαλιστή Ζαν Ζωρές, διαβεβαίωσαν πως σε περίπτωση που ξεσπούσε πόλεμος, τα Ευρωπαϊκά κόμματα εργατών ήταν δεσμευμένα να προχωρήσουν σε γενική απεργία. Όταν έκανε την εμφάνισή της η κρίση στα Βαλκάνια το 1914, ο πόλεμος έμοιαζε περισσότερο αναπότρεπτος και η Λούξεμπουργκ οργάνωσε διαδηλώσεις (π.χ. στην Φρανκφούρτη) καλώντας σε αντίρρηση συνείδησης για στρατιωτικές υπηρεσίες και σε άρνηση εκτέλεσης οδηγιών. Εξαιτίας αυτού, κατηγορήθηκε για «παρακίνηση σε ανυπακοή εναντίον του "νόμου και τάξης" της εξουσίας» και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκισης. Η φυλάκισή της όμως δεν ξεκίνησε αμέσως και έτσι είχε τη δυνατότητα να πάρει μέρος σε μια συνάντηση του Σοσιαλιστικού Γραφείου τον Ιούλιο. Απογοητεύτηκε εκεί όταν είδε πως ο εθνικισμός των εργατικών «κομμάτων» ήταν δυνατότερος από την ταξική τους συνείδηση.

Στις 28 Ιουλίου ξεκίνησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος όταν η Αυστρο-Ουγγαρία κύρηξε τον πόλεμο στη Σερβία. Στις 3 Αυγούστου του 1914 η Γερμανική Αυτοκρατορία κύρηξε τον πόλεμο στη Ρωσία. Την επόμενη μέρα, το Ράιχσταγκ ομόφωνα συμφώνησε να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο με πολεμικά δάνεια. Όλοι οι εκπρόσωποι του SPD ψήφισαν υπέρ του λογαριασμού αυτού και επίσης το κόμμα συμφώνησε σε μια ανακωχή («Burgfrieden») με την κυβέρνηση, υποσχόμενο να απέχει από οποιαδήποτε απεργία στη διάρκεια του πολέμου. Για την Λούξεμπουργκ, αυτό ήταν μια προσωπική καταστροφή που την οδήγησε να σκεφτεί για λίγο ακόμα και την αυτοκτονία: Ο Ρεβιζιονισμός, εναντίον του οποίου είχε πολεμήσει από το 1899, είχε θριαμβεύσει και ο πόλεμος βρισκόταν εν εξελίξει.

Μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και μερικούς άλλους όπως οι Κλάρα Τσέτνικ και Φραντς Μέρινγκ, η Λούξεμπουργκ δημιούργησε την ομάδα Internationale στις 5 Αυγούστου 1914. Αυτή έγινε η Σπαρτακιστική Ομοσπονδία την 1 Ιανουαρίου 1916. Δημιούργησαν έναν αριθμό παρανόμων φυλλαδίων με την υπογραφή «Σπάρτακος» (Spartacus) από το όνομα του Θράκα μονομάχου που προσπάθησε να απελευθερώσει σκλάβους από τους Ρωμαίους. Η ίδια η Λούξεμπουργκ πήρε το όνομα «Junius» από τον Λούκιους Γιούνιους Βρούτους, πού λέγεται πως ίδρυσε την Ρωμαϊκή Δημοκρατία.

Η ομάδα απέρριψε την «παύση πυρός» του SPD με την Γερμανική κυβέρνηση υπό τον Κάιζερ Βίλχελμ ΙΙ στο ζήτημα της υποστήριξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και πολέμησε σφόδρα εναντίον του, προσπαθώντας να οδηγήσει μια γενική απεργία. Ως αποτέλεσμα, μέχρι τις 28 Ιουνίου του 1916 η Λούξεμπουργκ καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυόμιση ετών, περίπου την ίδια περίοδο όπως και ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη φυλακή μετατέθηκε δύο φορές, πρώτα στο Πόζναν και μετά στο Βρότσλαβ (Wrócław). Εκείνη την εποχή έγραψε αρκετά άρθρα, χρησιμοποιώντας το όνομα «Γιούνιους», τα οποία περνούσαν λαθραία έξω οι φίλοι της και τα εξέδιδαν παρανόμως. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονταν Η Ρώσικη Επανάσταση, που κριτίκαρε τους Μπολσεβίκους για μια σειρά αιτιών, και προνοητικά προειδοποιούσε για τον κίνδυνο ανάπτυξης δικτατορίας κάτω από την Μπολσεβίκικη εξουσία. (Παρόλα αυτά συνέχισε να καλεί σε μια «δικτατορία του προλεταριάτου» σύμφωνα με το Μπολσεβίκικο μοντέλο.) Σε αυτό το περιβάλλον έγραψε και το διάσημο «Freiheit ist immer die Freiheit des Andersdenkenden» (Η ελευθερία είναι πάντα και αποκλειστικά ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά). Μια άλλη έκδοση, τον Ιούνιο του 1916, ήταν το Die Krise der Sozialdemokratie (Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.)

Το 1917, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο, η Σπαρτακιστική Ομοσπονδία συνδέθηκε με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD), μια άλλη ομάδα αντιπολεμικών πρώην μελών του SPD, ιδρυμένη από τον Καρλ Κάουτσκυ. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 το USPD έφτασαν στην εξουσία ως ηγέτες της νέας δημοκρατίας μαζί με το SPD, μετά την παραίτηση του Κάιζερ. Αυτό ακολούθησε μια επανάσταση (η Γερμανική επανάσταση) που είχε ξεκινήσει στο Κίελο στις 4 Νοεμβρίου του 1918, όταν σαράντα χιλιάδες ναυτικοί και πεζοναύτες κατέλαβαν το λιμάνι ως διαμαρτυρία σε μια προτεινόμενη από την Γερμανική Ναυτική Διοίκηση συμπλοκή με το Βρετανικό Ναυτικό, παρά το γεγονός πως ήταν ξεκάθαρο πια πως ο πόλεμος είχε χαθεί. Μέχρι τις 8 Νοεμβρίου, Συμβούλια Εργατών και Στρατιωτών είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Γερμανίας, θέτοντας τα θεμέλια για την αποκαλούμενη Räterepublik («Δημοκρατία Συμβουλίων») βασισμένη στο σύστημα των Σοβιέτ που παρατηρήθηκαν στη Ρωσία στις επαναστάσεις του 1905 και του 1917.

Η Λούξεμπουργκ απελευθερώθηκε από την φυλακή στο Βρότσλαβ στις 8 Νοεμβρίου του 1918 και ο Λίμπκνεχτ είχε επίσης απελευθερωθεί πρόσφατα και αναδιοργανώσει την Ομοσπονδία Σπάρτακος. Μαζί έκαναν την εφημερίδα Die rote Fahne (η Κόκκινη Σημαία). Σ' ένα από τα πρώτα άρθρα που συνέγραψε, η Λούξεμπουργκ απαίτησε αμνηστία για όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και κάλεσε στον τερματισμό της θανατικής ποινής.

Ωστόσο, το ενωμένο μέτωπο διαχωρίστηκε στα τέλη του Δεκέμβρη του 1918 καθώς το USPD εγκατέλειψε τον συνασπισμό σε διαμαρτυρία για τους παρατηρούμενους συμβιβασμούς του SPD με το (καπιταλιστικό) στάτους κβο. Την 1 Ιανουαρίου του 1919 η Ομοσπονδία Σπάρτακος μαζί με άλλες σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ομάδες (συμπεριλαμβανομένων των Διεθνών Κομμουνιστών της Γερμανίας, IKD) δημιούργησαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD), πάνω απ' όλα με την πρωτοβουλία των Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η Λούξεμπουργκ υποστήριξε την συμμετοχή του KPD εθνική συνταγματική συνέλευση που τελικά θα ίδρυε την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά καταψηφίστηκε. Τον Ιανουάριο ένα δεύτερο επαναστατικό κύμα σάρωσε τη Γερμανία, το οποίο μερικοί από την ηγεσία του KPD, συμπεριλαμβανομένης και της Λούξεμπουργκ, ήταν διστακτικοί να το ενθαρρύνουν προβλέποντας το άσχημο τέλος του (αλλά άλλοι προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν). Σε απάντηση, ο Σοσιαλδημοκράτης ηγέτης, Φρίντριχ Έμπερτ χρησιμοποίησε εθνικιστικές πολιτοφυλακές, τα λεγόμενα Freikorps (Φράικορπς), για να καταστείλει την επανάσταση. Η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ συνελήφθησαν στο Βερολίνο από τα Φράικορπς στις 15 Ιανουαρίου του 1919 και δολοφονήθηκαν την ίδια μέρα. Η Λούξεμπουργκ σφυροκοπήθηκε μέχρι θανάτου με χτυπήματα τουφεκιών και ρίχτηκε σε ένα κοντινό ποτάμι και ο Λίμπκνεχτ πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και έπειτα τοποθετήθηκε ως άγνωστο σώμα σε κοντινό νεκροφυλάκιο. Εκατοντάδες μέλη του KPD εκτελέστηκαν με παρόμοιους τρόπους, και τα συμβούλια κατεστάλησαν.