Παροιμίες - Φράσεις

  • "Υπερέβη τα εσκαμμένα"
    Η φράση έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα και υπάρχουν δύο ενναλακτικές ερμηνείες (παρόμοιες) .
    Η πρώτη αναφέρετε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 664 π.Χ. όπου στο "άλμα εις μήκος" ή "σκάμα" όπως λέγοταν τότε, ο Σπαρτιάτης Χιόνις κατάφερε να πραγματοποίησει άλμα μεγαλύτερο των 16μ (το οποίο ήταν το μήκος του σκάματος) "ξεπερνώντας τα όρια".
    Παρόμοια είναι και η άλλη ερμηνεία η οποια θέλει τον Φάυλλο με καταγωγή από Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας, στους αθλητικούς αγώνες που διοργανώνονταν στους Δελφούς (τα Πύθια) να έχει πραγματοποίησει και πάλι άλμα μεγαλύτερο από το οριοθετημένο μήκος του σκάματος.
    Η φράση «υπερέβη τα εσκαμμένα» σήμερα χρησιμοποιείται όταν ο θέλουμε να πούμε ότι κάποιος ξεπέρασε τα προκαθορισμένα όρια.

    • "Χαιρέτα μου τον πλάτανο"
    Για την εν λόγω φράση υπάρχουν λοιπόν τρεις ερμηνείες:
    1) Τη χρησιμοποιούσαν οι ξενιτεμένοι χωρικοί της πατρίδας, όταν θυμούνταν τον πλάτανο του χωριού τους. Έλεγαν λοιπόν στους συμπατριώτες που συναντούσαν στην ξενιτιά «χαιρέτα μου τον πλάτανο» (σαν γυρίσεις στο χωριό). ..
    Έτσι επικράτησε η φράση να σημαίνει «δεν θα γίνει ποτέ» (== δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ).
    2) Λέγεται ότι την 25η Μαρτίου 1821, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έδωσε το σύνθημα της εθνικής εξέγερσης, κρέμασε το λάβαρο της επανάστασης σ’ έναν μεγάλο πλάτανο στον περίβολο της μονής Αγίας Λαύρας κάτω από το οποίο περνούσαν οι αγωνιστές για να κοινωνήσουν. Από τότε, όταν κάποιος από αυτούς επισκεπτόταν τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, οι συντροφοί του τού παρήγγελναν: «χαιρέτα μας τον πλάτανο», εννοώντας τον δεσπότη.
    3) Κατά άλλους λέγεται ότι ο Κατσαντώνης είχε θάψει κάτω από έναν πλάτανο τους θησαυρούς του Αλή Πασά, οι οποίοι κατά την παράδοση δεν βρέθηκαν ποτέ. Ο ήρωας όταν ξεψυχούσε, είπε στους συντρόφους του: «πείτε στη γυναίκα και στον γιο μου να μου χαιρετάν τον πλάτανο».

       
    • "Ψώνισε από σβέρκο"
    Η συγκεκριμένη έκφραση σημαίνει ότι κάποιος έκανε τη χειρότερη δυνατή επιλογή. Η φράση έχει τις ρίζες της στην εποχή όπου η γεωργία στηρίζονταν στην χρήση των ζώων. Το δέρμα στο σβέρκο των ζώων, λόγω της συνεχούς τριβής με το αλέτρι, γινόταν ιδιαίτερα σκληρό και δύσκολο στην κατεργασία, δεν ήταν λοιπόν καλή επιλογή για οτιδήποτε άλλο παρά μόνο για την κατασκευή υποδημάτων.

      • "Θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι"
      Η φράση προέρχεται από τον τίτλο γελοιογραφίας του Φωκίωνα Δημητριάδη η οποία δημοσιεύτηκε το 1945 στην εφημερίδα τα «Νέα» και σατίριζε τον πολιτικό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη με ένα κατσίκι με γραμμοσκιάσεις που ονομάστηκε «παρδαλό»


      • "Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι..." 
      Η φράση αυτή γεννήθηκε προέρχεται από τα ελληνικά γήπεδα και χρονολογείται γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 20. Ο Ανέστης Μάης ήταν αμυντικός της ομάδας του Ντροπαλού Ελευσίνας, γνωστός εκτός από την μεγάλη ποδοσφαιρική του αξία και για την πρωτοφανή αγριότητα που τον διέκρινε όταν μάρκαρε τους αντιπάλους του. Κάποιες φορές μετά τον αγώνα έστηνε καρτέρι έξω από τα γήπεδα ή από τα αποδυτήρια των αντίπαλων ομάδων με σκοπό να επιτεθεί είτε σε συγκεκριμένους αντιπάλους ή ακόμα και σε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα.
      Ο Ανέστης Μάης ήταν πολύ μεγαλόσωμος αθλητής, με διαστάσεις γίγαντα αναλογικά με εκείνη την εποχή, αλλά το κύριο όπλο του ήταν η οδοντοστοιχία του, που τη χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί όσους αντιπάλους τον εξόργιζαν. Κάποτε μάλιστα είχε εξουδετερώσει ολόκληρη την ομάδα του Ατέρμονου Βόλου, δαγκώνοντας προπονητή και παίκτες σε άγριο καβγά μετά το ματς.
      Κάποια στιγμή η ομάδα του Μάη είχε κληρωθεί να παίξει στο κύπελλο Ελλάδος του 1928 με τον Παναθηναϊκό, που ως γνωστό έχει σήμα το τριφύλλι. Ο Μάης όμως ήταν βαριά άρρωστος από μαλάρια εκείνη την περίοδο και διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο να πεθάνει. Οι συμπαίκτες του, σε μια επίσκεψή τους στο σπίτι του ετοιμοθάνατου Ανέστη Μάη, αμέσως μετά την κλήρωση του κυπέλλου, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν το μεγαλόσωμο αμυντικό με την φράση "Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι", ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αρρώστια και να παίξει στον ιστορικό αγώνα, μια που χωρίς αυτόν ήταν σίγουρο ότι δε θα τα κατάφερναν.

      • "Έφαγε χυλόπιτα"
      Η φράση «έφαγε χυλόπιτα» χρησιμοποιείται στην αργκό για να υποδηλώσει την ερωτική απόρριψη. Η προέλευση της φράσης εντοπίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα και όσο κι αν μοιάζει περίεργο, έχει κυριολεκτική σημασία. Την περίοδο εκείνη η ιατρική επιστήμη δεν ήταν διαδεδομένη και κυριαρχούσε η πρακτική ιατρική. Πολλοί, που εμφανίζονταν ως σωτήρες ήταν στην ουσία απατεώνες ή αλλιώς κομπογιαννίτες. Όπως ο Παρθένης Νένιμος από τα Γιάννενα. Η περιοχή των Ιωαννίνων «γέννησε» άλλωστε και τον όρο κομπογιαννίτης. Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από τη συνένωση των λέξεων (κομπώνω, που σημαίνει δένω με μάγια και Ιωαννίτης. Οι πρακτικοί θεραπευτές που δρούσαν γύρω από τη χαράδρα του Βίκου χρησιμοποιούσαν κόμβους, δηλαδή ρίζες για τα γιατροσόφια τους και έδεναν τα βότανα που αποξήραιναν σε μαντήλια σε σχήμα πουγκιού, δηλαδή κόμβου. Έτσι από τους κόμπους, ονομάστηκαν κομπογιαννίτες. Αργότερα ο όρος διαδόθηκε και χρησιμοποιήθηκε για όλους τους εμπειρικούς «γιατρούς». Ο κομπογιαννίτης Νένιμος, εκτός από τους βαριά αρρώστους, θεράπευε και τους βαριά ερωτευμένους. Ιδιαίτερα εκείνους που δεν είχαν ανταπόκριση και ήταν «πονεμένοι». Το «φάρμακο» ήταν ένας χυλός από σιτάρι, με μπαχαρικά ψημένος στον φούρνο, τον οποίο έπρεπε οι «παθόντες» να καταναλώσουν τρία συνεχόμενα πρωινά, όντας νηστικοί. Έτσι καθιερώθηκε να λέγεται πως όποιος ερωτευόταν χωρίς ανταπόκριση είχε «φάει χυλόπιτα» για να του περάσει ο πόνος του έρωτα

      • "Βλάκας με περικεφαλαία"
      Η φράση έχει τις ρίζες της στην Γαλλία και ανήκει στον Μεγάλο Ναπολέοντα ο οποίος κάποτε είπε "Διακρίνουμε δύο τύπους στρατιωτών: τους μαχητές, που είναι έξυπνοι και δραστήριοι και τους στρατιώτες, που τους χρησιμοποιούν για τις παρελάσεις και που πρέπει να είναι βλάκες, για να μπορούν να στέκουν ώρες ολόκληρες στους δρόμους και στις πλατείες, σαν τα αγάλματα!" Στην δεύτερη περίπτωση ανήκαν στρατιώτες οι οποίοι φορούσαν θώρακα και περικεφαλαίες με ένα λοφίο με θύσσανο και που τους αποκαλούσαν "θωρακοφόρους βλάκες". Στην Ελλάδα όμως, επειδή δεν είχαμε στρατιώτες με θώρακα ο Κωλέτης που άκουσε την φράση την διαμόρφωσε και την έκανε: "είναι βλάκας με λοφίο" ή "βλάκας με περικεφαλαία". Τη φράση αυτή τη μεταχειριζόμαστε σε περίπτωση που βλέπουμε ανθρώπους πολύ καθυστερημένους στο μυαλό.

      • "Αρτζιμπούρτζι και λουλάς"
      Προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον, κι αυτό από το αρμενικό arats-havoth = μηνυτής, αγελιαφόρος. Αναφέρεται στην πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, στη διάρκεια της οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούν αυστηρότατη νηστεία Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν με εχθρότητα αυτή τη συνήθεια, μάλιστα η μονή Μάμαντος επέμενε στην κατανάλωση αυγών και τυριού κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, για να διαχωριστεί από την αίρεση των Αρτζιβουρίων. Η λέξη κατέληξε να γίνει συνώνυμη με την αταξία και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση. Αργότερα στο αρτζιμπούρτζι προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί εκφραστικά η σύγχυση.


      • "Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα"
      Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: "Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν' έλα'', που σημαίνει: έρχομαι από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή. Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο συνάντησης τους την κορυφή του λόφου.

      • "Τον έπιασα στα πράσα"
      Η φράση «τον έπιασα στα πράσα» που σημαίνει ότι κάποιος συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να διαπράττει ένα αδίκημα, έχει τις ρίζες της στην Αθήνα του 19ου αιώνα. Την περίοδο που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, μαζί με την ανάπτυξη της πόλης, πολλαπλασιάστηκαν οι κλοπές και οι ληστείες. Μια από τις γνωστές συμμορίες, που δρούσαν στην πόλη ήταν αυτή του περιβόητου λήσταρχου Καρρά, που είχε γίνει φόβος και τρόμος για τους κατοίκους. Παρόλο που η φήμη των ληστών είχε εξαπλωθεί, οι αρχές δεν είχαν καταφέρει να τους συλλάβουν. Ένας από τους στόχους της συμμορίας ήταν το σπίτι του παπά- Μελέτη, που βρισκόταν στην περιοχή της Κολοκυνθούς. Οι ληστές είχαν ακούσει πως ο παπάς έκρυβε εκεί τσουβάλια με φλουριά και ένα βράδυ προσπάθησαν να κάνουν έφοδο. Εκτός από τη φήμη του πλούσιου, ο παπάς ήταν πολύ δυνατός και ατρόμητος άνθρωπος. Την ώρα που ο Καρράς και οι άντρες του είχαν μπει στον κήπο, ο παπά- Μελέτης άκουσε ένα θόρυβο και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, βγήκε να δει τι συνέβη. Ακριβώς στο σημείο όπου είχε φυτέψει πράσα, ο παπάς είδε μια σκιά και χωρίς να διστάσει επιτέθηκε στον ληστή και τον συνέλαβε. Αργότερα συνελήφθησαν και τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας. Ο παπάς όταν περιέγραφε στους αστυνομικούς πώς έγινε η σύλληψη ανέφερε «τον έπιασα στα πράσα», δηλαδή στο συγκεκριμένο σημείο του κήπου. Έκτοτε καθιερώθηκε η φράση για όλες τις επ’ αυτοφώρω συλλήψεις. Κι ας μην υπάρχει καν κήπος…...

      • " Οποίος πηδάει πολλά παλούκια ένα θα μπει στον ..."
      Σήμερα με αυτή τη φράση εννοούμε τον ριψοκίνδυνο ή τον αμφιβόλου ηθικής άνθρωπο ο οποίος έπεσε θύμα των ίδιων του των ενεργειών. Ποιες είναι όμως οι ρίζες του περίεργου αυτού ρητού;
      Σύμφωνα με τον έγκριτο συγγραφέα Τάκη Νατσούλη ο αυτοκράτορας Νέρωνας είχε εμπνευστεί, ανάμεσα στα άλλα, ένα απάνθρωπο και επικίνδυνο παιχνίδι για να διασκεδάζει στην αρένα. Το παιχνίδι ονομαζόταν «πήδημα των λογχών». Μια σειρά από λόγχες καρφώνονταν βαθιά στο έδαφος με την αιχμή προς τα πάνω. Οι άτυχοι συμμετέχοντες, οι λεγόμενοι «λογχισταί» ήταν υποχρεωμένοι να τις πηδούν χωρίς να τις αγγίζουν. Όσοι όμως παρέσυραν τις λόγχες, τότε οι παρατηρητές που ήταν κάτι σαν κριτές, τους κάρφωναν με τις λόγχες. Το θανατηφόρο αυτό «άθλημα» μεταφέρθηκε αργότερα και στο Βυζάντιο, με την ονομασία «πάλοι» δηλαδή παλούκια. Με τον καιρό όμως η συμμετοχή έγινε εκούσια. Ωστόσο ο κίνδυνος σοβαρού ή και θανάσιμου τραυματισμού ήταν πολύ σοβαρός, καθώς οι λόγχες αντικαταστάθηκαν από πυκνές σειρές μυτερών παλουκιών. Ένας λάθος υπολογισμός μπορούσε πολύ εύκολα να αποβεί μοιραίος. Όπως κάθε άθλημα ανά τους αιώνες έτσι και αυτό έγινε αντικείμενο στοιχηματισμού. Τα ποσά τα οποία πονταρίζονταν σε κάθε αγώνα ήταν τεράστια. Επί εποχής του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου, τρεις ήταν οι διάσημοι αθλητές, ο Αμάραντος, ο Λαγόνης και ο Φρύλιχος. Είχαν συμμετάσχει σε εκατοντάδες αγώνες χωρίς να τους συμβεί το παραμικρό. Ωστόσο, σκοτώθηκαν και οι τρεις σε αγώνες που διεξήχθησαν μπροστά στον αυτοκράτορα. Είχαν πηδήσει πολλούς «πάλους», αλλά κάποιος απέβη μοιραίος….

      • "Αυγά σου καθαρίζουν"
      Η πασίγνωστη φράση «αυγά σου καθαρίζουν», που σήμερα χρησιμοποιούμε όταν κάποιος γελάει ακατάπαυστα και χωρίς λόγο, έχει τις ρίζες της στη ρωμαϊκή εποχή. Οι Ρωμαίοι κάθε χρόνο στις 15 Μαΐου διοργάνωναν μια γιορτή προς τιμήν της θεάς Αφροδίτης και του θεού Διόνυσου. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού οι συμμετέχοντες μεταξύ άλλων πετούσαν αυγά ο ένας στον άλλον.
      Ο αυγοπόλεμος διαρκούσε μία ολόκληρη ημέρα και ήταν τόσο διασκεδαστικός που χάριζε το γέλιο σε όσους είχαν λάβει μέρος για βδομάδες. Στο γεγονός αυτό λάμβαναν μέρος πολίτες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, διασκεδάζοντας και ξεχνώντας τις διαφορές τους. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ευγενείς, αλλά και δούλοι απαγορευόταν να συμμετάσχουν, ωστόσο η πρώτη εκδοχή φαίνεται να είναι η επικρατέστερη. Το σίγουρο είναι ότι η παράξενη αυτή γιορτή συγκινούσε ιδιαίτερα τον αυτοκράτορα Νέρωνα, ο οποίος επιδιδόταν σε αυγοπόλεμο κατά των αξιωματούχων του, ξεχνώντας για λίγο τη θέση του. Λέγεται μάλιστα ότι το έθιμο με τα αυγά τον διασκέδαζε τόσο, που δεν μπορούσε να περιμένει τον επόμενο Μάιο και το συνέχιζε καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, ανάλογα με τη διάθεσή του. Το πέταγμα των αυγών ήταν μια τόσο αστεία διαδικασία που ακόμα και η ανάμνησή της σκορπούσε το γέλιο. Γι’ αυτό οι άνθρωποι έμοιαζαν να γελούσαν χωρίς λόγο, αλλά η αιτία ήταν… τα αυγά! Έτσι, καθιερώθηκε η φράση «Αυγά σου καθαρίζουν;»

      • "Καρφί δεν του καίγεται"
      Η γνωστή φράση «δεν του καίγεται καρφί», που σήμερα χρησιμοποιείται για κάποιον που είναι αδιάφορος για κάτι, έχει τις ρίζες της στον Μυστρά.
      Την περίοδο που οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι Βυζαντινοί ασχολήθηκαν με την οχύρωση της Πελοποννήσου ώστε να έχουν εξασφαλισμένο καταφύγιο σε περίπτωση επίθεσης. Μία από τις περιοχές που «πρόσεξαν» οι Βυζαντινοί ήταν ο Μυστράς, ο οποίος λόγω των αλλεπάλληλων επιδρομών και πολέμων, είχε σχεδόν καταστραφεί.
      Λέγεται μάλιστα ότι οι κάτοικοι της περιοχής φοβόντουσαν τόσο που δεν κυκλοφορούσαν χωρίς να οπλοφορούν. Σε αυτή την κατάσταση βρήκαν το Μυστρά οι Παλαιολόγοι, αλλά κατάφεραν να βελτιώσουν την κατάσταση και να ανεβάσουν το ηθικό των Ελλήνων. Οι εντάσεις είχαν καταλαγιάσει όταν ανέλαβε τη θέση του γενικού τοποτηρητή ένας «ταχυδακτυλουργός» της εποχής, ο Δημήτριος Παντεχνής. Ένα από τα κόλπα του ήταν ότι «άγγιζε» κοσμήματα και τα νομίσματα και τα εξαφάνιζε, κατηγορώντας κάποιους ότι τα έκλεβαν. Ο θαυματοποιός χαρακτηρίστηκε απατεώνας και η φήμη του εξαπλώθηκε αμέσως. Ο κόσμος ήταν εξαγριωμένος με τον Παντεχνή και ζητούσε την παραδειγματική του τιμωρία. Η ποινή που αποφασίστηκε ήταν η παραμόρφωση του προσώπου του με ένα πυρακτωμένο καρφί. Όταν όμως ακουμπούσαν το καρφί στο πρόσωπό του, εκείνο κρύωνε και δεν του άφηνε κανένα σημάδι. Το πλήθος τρόμαξε από το περίεργο αυτό θέαμα και άρχισε να φωνάζει «το καρφί δεν του καίγεται»! Από τότε η φράση έμεινε στην καθημερινή ζωή για να δηλώσει την απάθεια κάποιου για ένα σημαντικό γεγονός. π.χ: «δεν πάει να χαλάει ο κόσμος καρφί δεν του καίγεται»

      • "Και ο μήνας έχει εννιά"
      Η φράση “ο μήνας έχει εννιά” χρησιμοποιείται για να εκφράσει ανεμελιά και ξεγνοιασιά. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές για την προέλευσή της. Η επικρατέστερη προέρχεται από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του νέου ελληνικού κράτους, όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν την ένατη ημέρα του μήνα. Η μέρα μισθοδoσίας προκαλούσε αισθήματα χαράς στους εργαζόμενους. Δεν ήταν και λίγο για κάποιους να έχουν σταθερή μισθοδοσία όσο κρατούσε ο διορισμός, σε μια εποχή σκληρής φτώχιας. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρεται σε ένα αρχαιότερο γεγονός. Λίγο πριν από τη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ, οι Αθηναίοι έστειλαν αγγελιαφόρο στους Σπαρτιάτες και τους ζήτησαν να τους βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον των Περσών. Οι Σπαρτιάτες ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά έπρεπε να υπακούσουν σε νόμο που τους απαγόρευε να πολεμήσουν πριν από τη γέμιση του φεγγαριού. Η απάντηση που έδωσαν στον αγγελιαφόρο ήταν η εξής: “Είναι εννέα του μηνός και το φεγγάρι δεν είναι γιομάτο”. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν πράγματι στρατό, μετά την πανσέληνο, αλλά η μάχη είχε ήδη τελειώσει με τη θριαμβευτική νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Η φράση «και ο μήνας έχει εννιά», δήλωσε πλέον την αποχή, την ασφάλεια, την καλοπέραση μακριά από τις πολεμικές κακουχίες, Η τρίτη εκδοχή αφορά στη γιορτή του ραμαζανίου στην Τουρκία. Σύμφωνα με το μουσουλμανικό ημερολόγιο, το ραμαζάνι γιορτάζεται τον ένατο μήνα του έτους. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, οι Μουσουλμάνοι νηστεύουν έως τη δύση του ηλίου και έπειτα τρώνε και πίνουν ελεύθερα. Λογικά μάλλον αυτή είναι και η πλέον αδύναμη εκδοχή

      • "Έπιασε τον Πάπα από τα αρχίδια"
        Η φράση έπιασε τον Πάπα από τα αρχίδια χρησιμοποιείται για κάποιον που θεωρεί πως έχει κάνει κάτι σημαντικό, ενώ στην πραγματικότητα απλά είναι αλαζονικός και υπερόπτης. Επίσης, χρησιμοποιείται ειρωνικά για όποιον πιστεύει ότι έχει προνόμια και αξία ανώτερη των υπολοίπων. Αν η φράση χρησιμοποιηθεί για το σωστό πρόσωπο τότε είναι ακριβής, γιατί και η κυριολεκτική της έννοια, όντως περιγράφει ένα πραγματικό προνόμιο, το οποίο όμως δεν έχει καμία ουσιαστική αξία. Η ιστορία γύρω από την προέλευση της φράσης αγγίζει τα όρια του μύθου, καθώς αναφέρεται στην ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Σύμφωνα με τον μεσαιωνικό θρύλο, μιας γυναίκα κατάφερε να βρεθεί στο θρόνο του Βατικανού και να αποκτήσει τον τίτλο του πάπα, την περίοδο 855-858 μ.Χ. Η «πάπισσα» που είχε όλα τα θεολογικά προσόντα και την ευφυΐα, είχε μεταμφιεστεί σε άντρα, καταφέρνοντας έτσι να βρεθεί κοντά στην Αγία Έδρα και να κάνει μια καταπληκτική εκκλησιαστική καριέρα. Τελικά, όταν πέθανε ο Πάπας κατάφερε να ξεγελάσει και το κονκλάβιο το οποίο την εξέλεξε στη θέση του Ποντίφικα. Όταν μετά από χρόνια ανακαλύφθηκε η απάτη, η Ιωάννα θανατώθηκε. Έκτοτε για να μην ξανασυμβεί παρόμοια απάτη, καθιερώθηκε η τακτική που περιγράφει η φράση. Αμέσως μετά την εκλογή του νέου Πάπα, ο Καμεράριος, δηλαδή ο έμπιστός του, έπρεπε να ψηλαφίσει τα γεννητικά όργανα του ποντίφικα για να βεβαιωθεί ότι είναι γένους αρσενικού. Μάλιστα για τη διαδικασία αυτή, υπάρχει ένας ειδικός θρόνος με ένα κενό στη θέση του καθίσματος ώστε να γίνεται πιο εύκολα η ψηλάφηση. Ο θρόνος όπου γινόταν η διαδικασία της ψηλάφησης. Φυσικά σήμερα ουδείς πιάνει τον Πάπα στο συγκεκριμένο σημείο Το «έπιασε τον πάπα από τα αρχίδια…» αναφέρεται λοιπόν στον Καμεράριο, που είχε αυτό το μοναδικό και σίγουρα άνευ ουσίας «προνόμιο». Η διαδικασία έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια, η φράση όμως καλά κρατεί....

        • "Τρώει τα νύχια του για καυγά" 
        Η φράση «τρώει τα νύχια του για καυγά» ή «ξύνει τα νύχια του για καυγά», που σήμερα χρησιμοποιείται για κάποιον που ετοιμάζεται να τσακωθεί ή προκαλεί καυγά, έχει τις ρίζες της στη ρωμαϊκή εποχή. Η φράση έχει κυριολεκτική σημασία και αφορούσε στους παλαιστές. Οι παλαιστές ήταν τις περισσότερες φορές σκλάβοι που έπαιρναν μέρος στους αγώνες, με την ελπίδα να νικήσουν και μετά από μια πετυχημένη καριέρα να απελευθερωθούν, όπως όριζαν οι νόμοι. Οι κανόνες της ελεύθερης πάλης ήταν απλοί. Οι αθλητές μπορούσαν να κάνουν όποια λαβή ήθελαν και να χτυπήσουν τον αντίπαλο με όποια κίνηση επέλεγαν, εκτός βέβαια από το δάγκωμα. Φυσικά και το πνίξιμο ήταν επιτρεπτό. Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές με τα νύχια. Ο κανόνας ήταν πολύ αυστηρός, αλλά δύσκολο να τηρηθεί, καθώς οι παλαιστές και ιδιαίτερα οι σκλάβοι που ήταν συνηθισμένοι σε βαριές δουλειές, είχαν σκληρά και αιχμηρά νύχια. Πολλές φορές αρκετοί από αυτούς παραβίαζαν τον κανόνα και αποκλείονταν. Για να μην συμβαίνει αυτό, πριν τον αγώνα, έτρωγαν με τα δόντια τους τα νύχια ή τα έκοβαν ή τα έξυναν σε τραχιές επιφάνειες. Από αυτόν τον κανονισμό έμεινε και η φράση που προφανώς ισχύει ακόμη στην πάλη, αφού οι γρατσουνιές απαγορεύονται....

        • "Άλλος πλήρωσε την νύφη"
        Η γνωστή φράση «Άλλος πλήρωσε τη νύφη», που σήμερα χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος που δεν έχει ευθύνη για κάτι, χρεώνεται το φταίξιμο, έχει τις ρίζες της στην Αθήνα του 1800. Το 1843 είχε προγραμματιστεί ένας λαμπρός γάμος, μεταξύ των παιδιών δύο αρχοντικών οικογενειών. Του Γεωργίου Φλάμη, πατέρα της νύφης και του Σωτήρη Ταλιάνη, πατέρα του γαμπρού. Ο γάμος, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής ήταν αποτέλεσμα συνοικεσίου. Οι δύο πατεράδες αποφάσισαν να ενώσουν τις οικογένειες τους, αλλά λογάριαζαν χωρίς τη νύφη. Η ιστορία θα μπορούσε να έχει τίτλο «η νύφη το ‘σκασε», καθώς η κοπέλα δεν αγαπούσε τον υποψήφιο γαμπρό, αλλά κάποιον άλλο, τον οποίο αποφάσισε να ακολουθήσει κρυφά και μάλιστα την ημέρα του γάμου. Γαμπρός και καλεσμένοι την περίμεναν την προγραμματισμένη ημέρα και ώρα στην εκκλησία της Αγία Ειρήνης στην Πλάκα, αλλά εκείνη δεν εμφανίστηκε. Ο γαμπρός προσπάθησε να τη βρει και όταν διαπίστωσε τι είχε συμβεί ζήτησε να του επιστραφούν τα έξοδα του γάμου. Έξαλλος επισκέφτηκε τον παρ’ ολίγον πεθερό του και απαίτησε να του επιστρέψει τα δώρα που είχε κάνει στον ίδιο και τη μέλλουσα σύζυγό του, πριν από το γάμο. Ο πεθερός αποδείχτηκε σοφά προνοητικός, αφού στο προικοσύμφωνο που είχαν υπογράψει οι δύο οικογένειες, υπήρχε ο όρος ότι τίποτα δεν θα επιστρεφόταν σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δε γινόταν το ιερό μυστήριο. Συγκεκριμένα το συμφωνητικό έγραφε: «δέ θά ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες καί τα τζόβαιρα όπου αντάλλαξαν οι αρρεβωνιασμένοι». Κανείς δεν γνωρίζει αν ο πεθερός στάθηκε τυχερός ή αν ήξερε τις προθέσεις της κόρης του, πάντως ο νεαρός Ταλιάνης, «πλήρωσε τη νύφη» χωρίς να την παντρευτεί και το πάθημά του έγινε παροιμία.

        • "Σπάζω πλάκα"
        Όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους , άρχισαν να καταφθάνουν ένα σωρό αρχαιοκάπηλοι, που δημιουργούν ολόκληρα δίκτυα από πράκτορες πράκτορες αυτοί ήταν συνήθως Μαλτέζοι, που είχαν εγκατασταθεί γύρω από την Πύλη του Αδριάνου. Για να καλύπτουν, ωστόσο, την πραγματική τους δουλειά, έφερναν με ειδικά σκάφη στον Πειραιά τις γνωστές μαλτεζόπλακες, που χρησίμευαν για τα κράσπεδα των δρόμων και τις μονώσεις των “ταρατσών”.
        Κάποτε ένας, ο Ντομένικο Τσερούνια, πιάστηκε ¨στα πράσα¨ να μεταφέρει στο καράβι του μερικές αρχαιότητες σπάνια τέχνης, για να τις πάρει μαζί του και να τις πουλήσει. Αμέσως τότε μερικοί θερμόαιμοι φοιτητές, που τον πήραν είδηση, ανέβηκαν στο πλοίο του τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Κατάστρεψαν ακόμα κι αυτές τις μαλτεζόπλακες, που βρίσκονταν εκεί και που ο Τσερόνια δεν είχε προλάβει να τις ξεφορτώσει.

        • “Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα”
        Δεν είναι μόνο οι παραδόσεις και οι θρύλοι, αλλά και πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν πως, όταν αλώθηκε η πόλη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν παντρεμένος, είχε τρία αγόρια και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο τέταρτο.
        Την ημέρα ακριβώς που συντελέσθηκε το κοσμοϊστορικό εκείνο γεγονός, γέννησε κόρη, που πέθανε αμέσως. Ο θάνατος αυτός θεωρήθηκε κακό σημάδι κι από τότε βγήκε η γνωστή παροιμία: “Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα”, γιατί Τρίτη ήταν που έπεσε η Κωνσταντινούπολη και Σάββατο γιορτάζουν οι διώκτες του Χριστού.

        • "Σ' αγαπάει η πεθερά σου"
        Ο Νικόλας Πολίτης δίνει την εξήγηση στην έκφραση αυτή. Λέει πως πριν παντρέψουν το κορίτσι τους , οι πεθερές , είναι ευγενικές και αγαπούν το μέλλοντα γαμπρό τους . Ο γαμπρός θα κάτσει στο καλύτερο μέρος του τραπεζιού , ο γαμπρός θα πάρει την καλύτερη .Ο γαμπρός πάντα βρίσκεται στην πρώτη και καλύτερη γραμμή για την πεθερά .Τον προσέχει πολύ και δεν αρχίζουν ποτέ να φάνε , αν δεν έρθει ο γαμπρός. Τον περιμένει πάντα η πεθερά και αυτό το έχει επιβάλλει και στους άλλους.
        Όταν , όμως , γίνει ο γάμος , η πεθερά δεν έχει κανένα λόγο να τον περιμένει. Δε βρίσκει, δηλαδή, ο γαμπρός τις χαρές που είχε, οταν ήταν αρραβωνιασμένος. Γι’ αυτό και σ’όποιον πάει σε κάποιο σπίτι, όταν αρχίζουν να τρώνε , λένε πως «τον αγαπάει η πεθερά του»

        • "Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς"
        Η φράση αποδίδεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος την απηύθυνε στον παπα-Λευτέρη, έναν κληρικό που είχε απαρνηθεί τα κληρικά του καθήκοντα για να αφιερωθεί στον αγώνα της απελευθέρωσης. Ήταν ένα βράδυ που ο παπα-Λευτέρης, σύμφωνα με την ιστορία, έφτασε αργά και λαχανιασμένος στο προκαθορισμένο σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσαν οι συναγωνιστές του για να στήσουν ενέδρα. Όταν ο Κολοκοτρώνης τον ρώτησε γιατί άργησε, εκείνος του απάντησε ότι καθώς περνούσε από το χωριό είδε τη «χήρα του κακομοίρη του Θανάση που σκοτώθηκε» να προσπαθεί να ζευγαρίσει το χωράφι της, τη λυπήθηκε και κάθισε να τη βοηθήσει. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς θα είσαι», πριν δώσει εντολή να ξεκινήσουν.

        • "Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει"
        Ο Γιάννης της παροιμίας ήταν υπαρκτό πρόσωπο: Ο Γιάννης Θυμιούλας, ένα από τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη από την Τρίπολη, για τον οποίο ο θρύλος λέει πως ήταν δυο μέτρα σε ύψος, τεράστιος σε διαστάσεις και φόβος και τρόμος για τον εχθρό σε κάθε μάχη. Ο Θυμιούλας με πέντε αρματολούς κάποια στιγμή βρέθηκαν πολιορκημένοι στη σπηλιά ενός βουνού. Μετά από μια ηρωική έξοδο –σχεδόν επιχείρηση αυτοκτονίας– που τρόμαξε τους πολιορκητές, ο Θυμιούλας κατέβηκε στο κοντινότερο χωριό και, μέρες νηστικός, έσφαξε και σούβλισε τρία αρνιά, τα οποία έφαγε μόνος του. Στη συνέχεια παρήγγειλε ένα βαρέλι κρασί, λίγο πριν φτάσει –πάνω στην ώρα– και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, που ρώτησε τον προεστό του χωριού τι συμβαίνει, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει».

        • " Όλα τα ‘χε η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε "
        Η παροιμία, αυτούσια, είναι η απάντηση που έδωσε ο Ιωάννης Κωλέττης όταν, σε μια από τις δεξιώσεις του Αντιβασιλιά, την εποχή του Όθωνα στην Αθήνα, κλήθηκε να σχολιάσει την στιλιστική επιλογή του αραχνοΰφαντου μαύρου βέλου της χήρας πλην τακτικής θαμώνος των κοσμικών συγκεντρώσεων Μαριορής – Ζαφειρίτσας Κοντολέοντος. Οι ελάχιστες κοσμικές δεξιώσεις εκείνη την εποχή δεν γίνονταν σε αυτό που λέμε «κλειστούς κύκλους», καθότι στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν υπήρχαν διακριτά διαμορφωμένες τάξεις –πράγμα που σημαίνει ότι τόσο οι ατυχείς στιλιστικές επιλογές όσο και τα καυστικά σχόλια έδιναν κι έπαιρναν.

        • “  Καρφί δεν του καίγεται  
        Όσο οι Τούρκοι έζωναν στενότερα την Κωνσταντινούπολη, τόσο οι Βυζαντινοί πρόσεχαν και οχύρωναν την Πελοπόννησο, για να την έχουν σαν καταφύγιο. Όταν ήρθε να καλογερέψει εδώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός, περιγράφει το Μυστρά «Σκυθίας ερημότερον». Οι επιδρομές των Σαρακηνών, οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Φράγκους της Αχαΐας και η αιώνια φαγωμάρα των τοπικών αρχόντων, είχαν καταστρέψει ολότελα τον τόπο. Κανείς δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του ούτε μέρα ούτε νύχτα, χωρίς να βαστά όπλα. Οι Παλαιολόγοι έβαλαν τάξη, ειρήνεψαν τα μέρη και με το Μυστρά, που έφτασε να ’χει σαράντα χιλιάδες κάτοικους, ζωντάνεψαν τον ελληνισμό εκείνους τους χρόνους. Παρ όλ' αυτά ολόκληρη η Πελοπόννησος κι ο Μυστράς μαζί, λίγο έλειψε να επαναστατήσουν, όταν τη θέση του γενικού τοποτηρητή πήρε ο Δημήτριος Παντεχνής, άνθρωπος που παρίστανε το θαυματοποιό. Πραγματικά, ο Παντεχνής φαίνεται πως γνώριζε την τέχνη του ταχυδακτυλουργού, γιατί πολλοί σύγχρονοι του αναφέρουν πως έκανε καταπληκτικά πράγματα. Κι ένα απ' όλα είναι, ότι εξαφάνιζε νομίσματα και χρυσαφικά μόλις τ άγγιζε και κατηγορούσε κατόπιν τους άλλους για κλέφτες. Επειδή έκανε πολλά τέτοια, ο λαός αποφάσισε να τον τιμωρήσει με την ποινή της παραμόρφωσης. Δηλαδή, μ ένα πυρακτωμένο καρφί, έκαναν στο πρόσωπο του τιμωρούμενου διάφορα σημάδια. Το καρφί, όμως, που έφεραν για να παραμορφώσουν τον Παντεχνή, παρόλο που το έβαλαν σε δυνατή φωτιά και το άφησαν εκεί πολλή ώρα, παρέμεινε τελείως κρύο. Το παράξενο αυτό φαινόμενο τόσο πολύ τρόμαξε το πλήθος, ώστε τον παράτησε κι έφυγε λέγοντας «το καρφί δεν του καίγεται», για να μείνει από τότε η παροιμιώδης φράση: «Καρφί δεν του καίγεται», που στην επέκταση της τη λέμε και για τα άτομα εκείνα που αδιαφορούν για τον πλησίον τους.

        • “ Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι ”
        Όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διατηρούσαν στα παλάτια τους νάνους, για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσια τους. Οι «τζουτζέδες» αυτοί -όπως τους έλεγαν- ήταν σχεδόν παντοδύναμοι και μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο ή ν' ανεβάσουν στα ψηλότερα αξιώματα, όποιον ήθελαν: Οι αυτοκράτορες τους είχαν φοβερή αδυναμία και ποτέ δεν τους χαλούσαν το χατίρι, σε καμιά περίπτωση. Τους είχαν, ακόμη, ως μυστικοσυμβούλους και κατάσκοπους. Μόνον όταν έπεφταν σε βαρύ παράπτωμα τρεις φορές, τιμωρούνταν κι αυτοί με μια περίεργη τιμωρία. Τους έβαζαν τα δυο πόδια μέσα στο ίδιο υπόδημα και τους άφηναν να κυκλοφορούν, χοροπηδώντας. Η τιμωρία αυτή κρατούσε από τέσσερις μέχρι έξι μήνες. Στο τέλος, ο νάνος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το αφάνταστο αυτό μαρτύριο και έπεφτε στα πόδια του αυτοκράτορα, για να του ζητήσει έλεος. Έτσι, έμεινε η φράση: «Μου έβαλε ή του έβαλε τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι».

        • “ Άλλου παπά ευαγγέλιο ”
        Αυτή τη φράση την παίρνουμε από μια Κεφαλλονίτικη ιστορία. Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ' ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό. Ο παπάς όμως, στο δικό του Ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει. Εδώ όμως, στο ξένο Ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος. Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας, να λέει το Ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου. Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε! «Τι μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό Ευαγγέλιο...». - Εμ. Τι να κάνω; απάντησε αυτός. «Αυτό είναι άλλου παπά – Ευαγγέλιο». Και από τότε έμεινε η φράση!

        •  “  Κάνει την πάπια  ”
        Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομάζονταν Παπίας. «Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τάς εις το παλάτιον εισόδους». Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Ο Πάπιας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσια του. Κάποτε -όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β'- Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρι-νός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες -ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα- στον αυτοκράτορα. Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του ...βούρκωναν υποκριτικά. - «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;». Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι' αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν»... Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

        • “  Κροκοδείλια δάκρυα ”
        Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από κανένα βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να... κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κανένα παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν... Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και κάνει τη δουλειά του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος. Οι Φοίνικες, όμως, έμποροι, που έφταναν στα λιμάνια της Κορίνθου και του Πειραιά, μιλούσαν συχνά για τα διάφορα εξωτικά ζώα, τα πουλιά και τα ερπετά της πατρίδας τους, που άφηναν κατάπληκτους τους ανίδεους Έλληνες και τους γέμιζαν με τρόμο και θαυμασμό. Φαίνεται ωστόσο, ότι ο κροκόδειλος τους έκανε περισσότερη εντύπωση, κυρίως με το ψευτοκλάμα του, αφού ένας νεαρός ποιητής, ο Φερεκίδης, έγραψε κάποτε το παρακάτω επίγραμμα: «Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον». Παρόλο, λοιπόν, που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι' αυτούς που ψευτοκλαίνε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

        • “ Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα 
        Στα 1830, σ' ένα χωριουδάκι της Κυνουρίας, στο Άστρος, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος, που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο... Άγιος Παντελεήμονας, που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως ξέρουμε όλοι μας σχεδόν, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γιατρεύει, εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Ο άγνωστος, ωστόσο, του Άστρους δεν έκανε το παραμικρό θαύμα. Επειδή, όμως, δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία, τον άφηναν να λέει ό,τι θέλει. Παρ όλ' αυτά, η φήμη πως στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, απλώθηκε γρήγορα σε όλη την τότε Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αφτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, έλεγαν οι άλλοι που τους έβλεπαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα».

        • “ Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του ”
        Το κάτεργο ήταν ιστιοφόρο πολεμικό ή πειρατικό πλοίο, με δυο ή τρεις σειρές κουπιών (αργότερα παροπλισμένο και αχρηστευμένο πολεμικό σκάφος, άλλοτε μόνιμα ελλιμενισμένο που χρησίμευε ως φυλακή καταδίκων, κι άλλοτε ως πλωτός στρατώνας), επίσης η φυλακή και οι σκληρές καταναγκαστικές εργασίες των φυλακισμένων. Έτσι, στα μεσαιωνικά χρόνια που χρησιμοποιήθηκαν τα πλοία αυτά, «κατεργάρης» σήμαινε «κωπηλάτης σε κάτεργο», δηλαδή άνθρωπος που αποτελούσε το πλήρωμα αυτής της πλωτής φυλακής, κατάδικος συνήθως, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις απλά ο άνθρωπος που δούλευε σε κάτεργο. Όταν έπεφτε ο αέρας, αλλά το πλοίο έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του, η εντολή που ακουγόταν ήταν: «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», δηλαδή κάθε κρατούμενος να καθίσει στη θέση του, στους ξύλινους πάγκους του πλοίου, και να πιάσει τα κουπιά.
        Σήμερα βέβαια που δεν υπάρχουν αυτές οι πλωτές φυλακές, η φράση διατηρείται αλλά με άλλη σημασία και δηλώνει την επαναφορά στην αρχική τάξη και στην εργασία μετά από διακοπή ή διάλειμμα.

        • “ Μυρίζω τα νύχια μου ” 
        Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ' ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ' αυτό τον τρόπο έπεφταν σ' ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.

        • “ Μάλλιασε η γλώσσα μου ” 
        Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : "μάλλιασε η γλώσσα μου", που τις λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.

        •  Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα  
        Η φράση προέρχεται από τον αισώπειο μύθο «Ανήρ Κομπαστής», σύμφωνα με τον οποίο, κάποιος αθλητής είχε πάει γιά αγώνες στη Ρόδο κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα, κόμπαζε στους φίλους του, ότι είχε πηδήξει πάρα πολλά μέτρα, κανείς όμως δεν τον πίστευε, μιας και όλοι ξέρανε τις περιορισμένες δυνατότητες του αθλητή.Καθώς εκείνος επέμενε, προκαλώντας τους να πάνε στη Ρόδο να ρωτήσουν τους θεατές που είδαν το κατόρθωμά του, ένας από τους φίλους του πήγε στο σκάμμα και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη Ρόδος. Μετά γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Γιατί να πάμε στην Ρόδο; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.». Οπότε και ο αθλητής... αναγκάστηκε να αλλάξει γειτονιά.

        • “Σε τρώει η μύτη σου, ξύλο θα φας”
        Έκφραση παροιμιακή, που ξεκινάει από πρόληψη & δεισιδαιμονία.Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρώει το χέρι μου θα πάρω λεφτά», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διάλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία…Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

        • “Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς”
        Στα χρόνια του Όθωνα, βρισκόταν σε κάποιο σοκκάκι στο Ναύπλιο η ταβέρνα της Μιχαλούς. Παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια, από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, είχε μια περιορισμένη πελατεία, που τους έκανε πιστωση για ένα χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του οποίου έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αλίμονο σε κείνον που δε θα ήταν συνεπής, η Μιχαλού, κυριολεκτικά τον εξευτέλιζε. Ανάμεσα σε αυτούς τους οφειλέτες ήταν και ένας ευσυνείδητος, που του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να την εξοφλήση, γιατί δεν είχε εκείνο τον καιρό δουλειά. Μέρα και νύχτα γύριζε ο άνθρωπος τους δρόμους παραμιλώντας. Όταν κάνεις ρωτούσε να μάθει τι είχε ο άνθρωπος αυτός, απαντούσαν : « αυτός χρωστάει της Μιχαλούς ». Από τότε έμεινε αυτή φράση.

        • “Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά”
        Οι Ενετοί, που άλλοτε κυριαρχούσαν στις θάλασσες, εγκαινίασαν πρώτοι τα ιστιοφόρα μεταγωγικά, όταν ήθελαν να μεταφέρουν το στρατό τους. Τα καράβια αυτά ήταν ξύλινα και πελώρια και είχαν σχήμα αχλαδιού. Έσερναν δε τις περισσότερες φορές πίσω τους ένα μικρό καραβάκι, που έβαζαν μέσα τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια, όπως ακόμα τρόφιμα και διάφορα πολεμικά σύνεργα. Οι Έλληνες τα είχαν βαφτίσει αχλάδες από το σχήμα τους. Έτσι όταν καμιά φορά στο πέλαγος παρουσιαζότανε κανένα άγνωστο καράβι, οι νησιώτες ( βιγλάτορες) ανέβαιναν πάνω στους βράχους και απ’εκεί παρακολουθούσαν με αγωνία τις κινήσεις του. Αν ήταν απλώς ιστιοφόρο, δεν ανησυχούσαν τόσο, γιατί υπήρχε πιθανότης να συνεχίσει αλλού τον δρόμο του. Αν όμως ήταν “Αχλάδα” τους έπιανε πανικός, γιατί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θ’άρχιζαν μάχες, πολιορκίες, πείνες και θάνατοι. Έφευγαν τότε για να πάνε να ετοιμάσουν την άμυνα τους. Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσε η φήμη ότι η “Αχλάδα” έχει πίσω την ουρά. Με την ουρά εννοούσαν το καραβάκι που έσερνε το μεταγωγικό. Άρα επίθεση. Και έλεγαν: “Πίσω έχει η Αχλάδα την ουρά”, τι θα γίνει;…

        • “Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του”
        Οι φόροι πριν από το 19ο αιώνα ήταν τόσοι πολλοί στην Ελλάδα, ώστε όσοι δεν είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό. Για τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «Οι επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι, αλλά καί άνισοι. Εκτός της δέκατης, του εγγείου και της διακατοχής των ιδιοκτησιών, έκαστη οικογένεια κατέβαλε χωριστά φόρον καπνού (εστίας), δασμόν γάμου, δούλου και δούλης καταλυμάτων, επαρχιακών εξόδων καφτανίων, καρφοπετάλλων και άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτο βαρείς καθ’ εαυτούς ήσαν οί επιβληθέντες φόροι, έτι βαρυτέρους και αφορήτους καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και η δυναστεία των αποσταλλομένων πρός τούτο υπαλλήλωνη εκμισθωτών. Φόρος ωσαύτως ετίθετο απί των ραγιάδων (υπόδουλος-τουρκ.raya) εκείνων οίτινες έτρεφον μακράν κόμην». Από το τελευταίο αυτό, έμεινε παροιμιώδης η φράση: «πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του».
        πηγη www.mixanitouxronou.gr, www.tisimainei.blogspot.gr

        8 σχόλια:

        1. Εξαιρετικη δουλεια ! Συγχαρητήρια ..,

          ΑπάντησηΔιαγραφή
        2. εχω την εντύπωση ότι σε τρώει η μύτη σου - ξύλο θα φας είχε βγει από τους κολίγους της Θεσσαλίας που δούλευαν στα σιτάρια. Όταν σταματούσαν τη δουλειά να ξυθούν από τη σκόνη του σιταριού τους έδερναν οι φύλακες. Πάντως πολύ ενδιαφέρουσα δουλεια. Μπράβο

          ΑπάντησηΔιαγραφή
        3. Θα ηθελα να μαθω αν υπαρχει βιβλιογραφια για το συγκεκριμενο θεμα.

          ΑπάντησηΔιαγραφή
        4. Υπάρχει αυτό το βιβλίο πολύ καλό: http://www.greekbooks.gr/books/kinonikes-epistimes/laografia/lexis-ke-frasis-parimiodis.product

          ΑπάντησηΔιαγραφή
        5. Ευχαριστώ πολύ, θα το κοιτάξω.

          ΑπάντησηΔιαγραφή