Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

28 Φεβρουαρίου 1943: «Ηχήστε σάλπιγγες...» απαγγέλλει ο Άγγελος Σικελιανός στην κηδεία του σπουδαίου έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά στο Α’ Νεκροταφείο, η οποία εξελίσσεται στην κορυφαία -ίσως- αντιστασιακή εκδήλωση κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής


Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 έφευγε από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, ο σπουδαίος έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ήταν βαριά άρρωστος όταν τον συνάντησε ο χάρος στο σπίτι του, στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, είχε πάρει τη γυναίκα του Μαρία.

Το νέο του θανάτου του επιφανέστερου ποιητή της γενιάς του 1880 κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Από νωρίς το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου πλήθος λαού άρχισε να συγκεντρώνεται στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας για να αποτίσει το ύστατο χαίρε στον μεγάλο ποιητή, αλλά και για να εκφράσει τα αντικατοχικά του αισθήματα.

Στις 11 το πρωί άρχισε η νεκρώσιμος ακολουθία, χοροσταντούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού. Ο πνευματικός κόσμος της χώρας έδωσε βροντερό «παρών»: Σπύρος Μελάς, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Σικελιανός, Ηλίας Βενέζης, Ιωάννα Τσάτσου, Γιώργος Κατσίμπαλης, κ.ά.

Οι επίσημες αρχές, προσπαθώντας να περιορίσουν το νόημα της παλλαϊκής συγκέντρωσης, εκπροσωπήθηκαν στην κηδεία από τον ίδιο τον δοτό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και από εκπροσώπους των γερμανικών και ιταλικών κατοχικών δυνάμεων.

Αυτό δεν απέτρεψε τη μετατροπή της κηδείας σε εκδήλωση πατριωτικής έξαρσης. «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είπε εύστοχα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), δίνοντας το πνεύμα ομόθυμης παρουσίας του λαού στην κηδεία. Και «με μια φωνή όσο ποτέ δυνατή» απήγγειλε το ποίημα Παλαμάς, που είχε γράψει τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή:
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! 
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα; 
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη ! 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα ! 
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. 
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει. 
Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Στην συνέχεια ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης (1881-1952) από τους τελευταίους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, απήγγειλε συγκλονιστικά το ποίημα του Στον Κωστή Παλαμά.
Μέσ' από τα κάγκελλα τ' αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.
Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται
απ' τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα,
ήρωα, ποιητή του Αιώνα.
Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές,
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.
Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν
έναν - ένα,
σαν ξυπνήσουν απ' τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ' αναρίθμητες καρδιές.
Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ' Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.
Όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, ο Σπύρος Μελάς, ο Άγγελος Σικελιανός και νέα παιδιά σήκωσαν το φέρετρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο της ταφής. Την ώρα που θα εναπόθεταν το φέρετρο μέσα στη γη, πλησίασε ο αντιπρόσωπος του κατακτητή να καταθέσει στεφάνι. Τότε ο λογοτέχνης Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη...». Ακολούθησε το συγκεντρωμένο πλήθος, «πρώτα δειλά –περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος– ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε “Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος”. Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε “Ζήτω η Ελευθερία”»!

phgh: http://www.sansimera.gr/articles/495

28 Φεβρουαρίου 1904: Ιδρύεται στη Λισαβόνα η Μπενφίκα, η πιο διάσημη ποδοσφαιρική ομάδα της Πορτογαλίας.


Η Μπενφίκα Λισσαβόνας (pt:Sport Lisboa e Benfica ή S.L. Benfica) είναι ένας από τους μεγαλύτερους αθλητικούς συλλόγους της Πορτογαλίας. Πιο γνωστή είναι η ποδοσφαιρική της ομάδα. Όμως, ο σύλλογος καλλιεργεί πολλά άλλα σπορ.

Ιδρύθηκε το 1904 κι έχει χρώματα κόκκινο και άσπρο. Έμβλημα έχει τον αετό, από τον οποίο προέκυψε και το παρατσούκλι: "Αετοί της Λισσαβόνας" (As Águias). Άλλα παρατσούκλια είναι: "Οι Κόκκινοι" (Encarnados), "Η Ένδοξη" (O Glorioso) και "Κόκκινοι Διάβολοι"» (Diabos Vermelhos). Το μότο του συλλόγου είναι "E Pluribus Unum", δηλαδή "Από το πλήθος ο ένας". Γήπεδό της είναι το Στάδιο Ντα Λουθ (Estádio da Luz ή Estádio do Sport Lisboa e Benfica), χωρητικότητας 65.647 θεατών. Πριν από κάθε αγώνα ένας αετός, που ονομάζεται Νίκη (Vitória) πετά από το ένα πέταλο του σταδίου στο άλλο. Τον επίσημο ύμνο της ομάδας τραγουδάει ένας τενόρος, ο Luís Piçarra, κάτι ίσως μοναδικό παγκοσμίως, ενώ για την επέτειο των 100 ετών του συλλόγου ο μουσικός Antonio Vitorino d'Almeida συνέθεσε μια συμφωνία.

Η Μπενφίκα είναι ιδρυτικό μέλος της Πορτογαλικής Λίγκας, το 1933 μαζί με την ΦΚ Πόρτο και την Σπόρτινγκ Λισσαβόνας. Δεν έχει υποβιβαστεί ποτέ από την ανώτερη κατηγορία (Primeira Divisão) και είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα της χώρας με ένα σύνολο 32 πρωταθλημάτων Λιγκας, 27 κυπέλλων, 2 Κυπέλλων Πρωταθλητριών και άλλων τίτλων.

Η ομάδα έχει τους περισσότερους οπαδούς, όχι μόνο στη χώρα αλλά παγκοσμίως. Οι υποστηρικτές της υπολογίζονται σε 14 εκατομμύρια. Είναι η ομάδα με τα περισσότερη μέλη παγκοσμίως. Το Νοέμβριο του 2006 αριθμούσε 160.398 μέλη, που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ για σύλλογο καταγραμμένο στο βιβλίο Γκίνες.

Εκτός από το ποδόσφαιρο σύλλογος καλλιεργεί με επιτυχία τμήματα στίβου, μπάσκετ, ποδηλασίας, ποδοσφαίρου σάλας, χάντμπολ, ρινκ χόκεϊ, ράγκμπι, βόλεϊ κ.ά., τα οποία έχουν κατακτήσει πολλούς διεθνείς τίτλους.


Ιστορία 
Στις 28 Φεβρουαρίου 1904, ο Cosme Damião, ο José Rosa Rodrigues και άλλα άτομα, 24 συνολικά, συγκεντρώθηκαν στην οδό Μπελέμ (Rua de Belém) και αποφάσισαν να ιδρύσουν έναν αθλητικό όμιλο, τον οποίο ονόμασαν "Grupo Sport Lisboa" (Αθλητικός Όμιλος Λισσαβόνας). Πρώτος πρόεδρος ανέλαβε ο J.R. Rodrigues.

Το 1908 πραγματοποιήθηκε συγχώνευση της Grupo Sport Lisboa με την Grupo Sport Benfica, και ο σύλλογος ονομάστηκε Sport Lisboa e Benfica. Αν και ο σύλλογος υπήρχε από τότε, εν τούτοις οι εθνικές διοργανώσεις ξεκίνησαν πολύ αργότερα τη δεκαετία του ’20. Η Μπενφίκα κέρδισε τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα τη δεκαετία του ’30 (1935 ως 1938) αλλά τη δεκαετία του ’40 γνώρισε μεγάλη αντίδραση από την Σπόρτιγκ Λισσαβόνας.

Το 1950 κατέκτησε το πρώτο διεθνές τρόπαιο στην ιστορία της νικώντας στον τελικό του Λατινικού Κυπέλλου (Latin Cup) τη Ζιροντέν Μπορντό. Είναι η μοναδική πορτογαλική ομάδα που κατέκτησε αυτό το τρόπαιο που διεξαγόταν τη δεκαετία του ’50.

Το 1954 η Μπενφίκα απέκτησε δικό της στάδιο, το Ντα Λουθ (Estádio da Luz), το οποίο σταδιακά έφτασε να έχει χωρητικότητα 120.000 ορθίων θεατών. Το ίδιο έτος κατέκτησε για τέταρτη συνεχόμενη φορά το Κύπελλο Πορτογαλίας, ένα ρεκόρ απλησίαστο μέχρι σήμερα. Τα επόμενα χρόνια κέρδισε τρία πρωταθλήματα και δύο κύπελλα. Με την αυγή της δεκαετίας του ’60 είχε μία από τις καλύτερες ευρωπαϊκές ομάδες.

Η Μπενφίκα υπήρξε η πρώτη ομάδα που διέκοψε το σερί της Ρεάλ Μαδρίτης στο Κύπελλο Πρωταθλητριών κερδίζοντάς το δύο συνεχόμενες φορές, το 1961 από την Μπαρτσελόνα και το 1962 από την ίδια τη Ρεάλ.

Τη δεκαετία αυτή έφτασε άλλες τρεις φορές στον τελικό χάνοντας από την Μίλαν (1963), την Ίντερ (1965) και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (1968). Παρά την ήττα της στον τελικό, το 1968 αναδείχθηκε καλύτερη ευρωπαϊκή ομάδα στο διαγωνισμό του περιοδικού Φρανς Φουτμπόλ (France Football). Ο ποδοσφαιριστής της Μπενφίκα που έκανε τη διαφορά εκείνη την εποχή, ήταν ο Εουσέμπιο, παίκτης παγκόσμιας κλάσης, νικητής της Χρυσής Μπάλας το 1965.

Η δεκαετία του ’60 παραμένει η πιο επιτυχημένη στην ιστορία του συλλόγου. Εκτός από τις ευρωπαϊκές επιτυχίες κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα, τρία κύπελλα Πορτογαλίας και τρία νταμπλ.

Κατά τη δεκαετία του ’70 η ομάδα δεν σημείωσε σπουδαίες διακρίσεις στην Ευρώπη αλλά συνέχισε να παίρνει τίτλους στο εσωτερικό: έξι πρωταθλήματα -τα τρία συνεχόμενα με προπονητή τον Τζίμι Χάγκαν-, δυο κύπελλα και ένα νταμπλ. Μάλιστα το 1972-73 κέρδισε τον τίτλο αήττητη, μοναδικό επίτευγμα στο πορτογαλικό πρωτάθλημα, παραχωρώντας μόλις δύο ισοπαλίες σε 30 ματς και σημειώνοντας 101 γκολ. Την ίδια σεζόν ο Εουσέμπιο αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη με 40 γκολ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της επόμενης είχε αγωνιστικά προβλήματα αλλά σύντομα επανήλθε στην κορυφή χάρις στην καθοδήγηση του Σβεν Γκόραν Έρικσον. Μαζί του κέρδισε δυο πρωταθλήματα, ένα κύπελλο κι έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ το 1983, χάνοντας από την Άντερλεχτ. Το 1987 ξανακέρδισε το νταμπλ για ένατη φορά στην ιστορία της.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 πραγματοποίησε ένα οικονομικό άνοιγμα για να επιτύχει κάποια ευρωπαϊκή διάκριση χωρίς αποτέλεσμα, αν και έφτασε δυο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Το 1998 ηττήθηκε από την Αϊντχόφεν και το 1990 από τη Μίλαν. Στο εσωτερικό κατέκτησε άλλα τρία πρωταθλήματα και ένα κύπελλο.

Μετά το 1994 ο σύλλογος αντιμετώπισε οικονομικά και αγωνιστικά προβλήματα. Η περίοδος 1994-2003 υπήρξε η χειρότερη στην εκατοντάχρονη ιστορία του παρά την παρουσία ακριβοπληρωμένων ποδοσφαιριστών. Κάθε σεζόν άλλαζε προπονητή. Κέρδισε μόλις ένα κύπελλο (1996) κι έφτασε να τερματίσει στην 6η θέση το 2001, κάτι πρωτοφανές.

Το 2004 με προπονητή τον Ισπανό Καμάτσο (Jose Antonio Camacho) κέρδισε έναν τίτλο έπειτα από οκτώ χρόνια. Ήταν το Κύπελλο Πορτογαλίας. Στον τελικό νίκησε την ΦΚ Πόρτο του Μουρίνιο με γκολ του Έλληνα διεθνή Τάκη Φύσσα. Το 2005 ξαναπήρε το πρωτάθλημα έπειτα από έντεκα χρόνια με προπονητή τον Τζιοβάνι Τραπατόνι.

Τα τελευταία χρόνια στην Μπενφίκα αγωνίστηκαν άλλοι δυο Έλληνες διεθνείς: ο Κώστας Κατσουράνης και ο Γιώργος Καραγκούνης.


Το Στάδιο Ντα Λους 
Στάδιο Ντα Λους (Estádio da Luz) σημαίνει "Στάδιο του Φωτός". Επίσημα ονομάζεται: Estádio do Sport Lisboa e Benfica. Είναι ποδοσφαιρικό γήπεδο οι οπαδοί της ομάδας το αποκαλούν "Ναό" (A Catedral). Η ονομασία "Luz", δηλαδή φως, έχει εκκλησιαστική προέλευση και οφείλεται στο ναό της "Κυρίας του Φωτός" (Igreja de Nossa Senhora da Luz), δηλαδή της Παναγίας.

Το γήπεδο φιλοξένησε ορισμένα ματς του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 2004, μεταξύ των οποίων και τον τελικό. Το αρχικό γήπεδο Ντα Λους είχε χωρητικότητα 120.000 ορθίων θεατών και ήταν από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως. Το νέο στάδιο που χτίστηκε για το 2004 έχει 65.400 θέσεις καθημένων.

Η Μπενφίκα έχει το μεγαλύτερο μέσο όρο θεατών μεταξύ των πορτογαλικών ομάδων, που ξεπερνά τις 39.000 άτομα ανά αγώνα.