Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

27 Νοεμβρίου 1942: γεννιέται ο Τζίμι Χέντριξ, αμερικανός ρόκερ. (Θαν. 18/9/1970)

O Τζίμι Χέντριξ (James Marshall "Jimi" Hendrix, 27 Νοεμβρίου 1942 – 18 Σεπτεμβρίου 1970), γεννημένος ως Τζώνυ Άλλεν Χέντριξ, ήταν Αμερικανός κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης.

Θεωρείται από πολλούς ως ο κορυφαίος κιθαρίστας στην ιστορία της ροκ μουσικής. Ξεκίνησε το 1961 να παίζει διάφορους ρυθμούς μπλουζ της εποχής. Το 1966, μετέβη στο Λονδίνο όπου και δημιούργησε ως Τζίμι Χέντριξ, μαζί με τους Μιτς Μίτσελ στα τύμπανα και τον Νόελ Ρέντινγκ στο μπάσο, το φημισμένο συγκρότημά του, The Jimi Hendrix Experience, που γνώρισε τεράστια επιτυχία ξεκινώντας τις μεγάλες του εμφανίσεις από τη Γαλλία συνεχίζοντας σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, με μεγάλες επιτυχίες τα τραγούδια "Hey, Joe'", "Purple Haze" και "The Wind Cries Mary'". Το 1968, το συγκρότημα διαλύθηκε και τον αμέσως επόμενο χρόνο, ο Χέντριξ συνέχισε με το συγκρότημα Band of Gypsys. Μια από τις πιο γνωστές του εμφανίσεις ήταν αυτή στο φεστιβάλ του Γούντστοκ στις 18 Αυγούστου του 1969, όπου, μεταξύ άλλων, παρουσίασε μια διασκευή του Εθνικού ύμνου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Τζίμι Χέντριξ χρησιμοποιώντας στο μέγιστο δυνατό τους ηλεκτρικούς ενισχυτές καθώς και τις δυνατότητες της μουσικής μίξης άνοιξε νέους ορίζοντες στο είδος αυτό της μουσικής με συνέπεια και να καθιερωθεί πολύ γρήγορα.

Βρέθηκε νεκρός στις 18 Σεπτεμβρίου 1970 στο ξενοδοχείο "Samarkand" στο Λονδίνο όπου διέμενε. Αν και ως αιτία θανάτου προσδιορίστηκε αναρρόφηση τροφών, οι συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατό του οφείλονταν σε υπερβολική λήψη βαρβιτουρικών. Ο τελευταίος άνθρωπος που ήταν μαζί του ήταν η Γερμανίδα σύντροφός του Μόνικα Ντάνεμαν.

27 Νοεμβρίου 1928: γεννιέται ο Αλέκος Αλεξανδράκης, έλληνας ηθοποιός. (Θαν. 8/11/2005)

«Επιτέλους ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο», θα γράψει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, στην «Καθημερινή» για τη πρώτη θεατρική παρουσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου του 1928. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και έτσι μπόρεσε να του δώσει μια πολύ καλή μόρφωση. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Αγάπησε την Τέχνη αλλά και τον αθλητισμό, μεγάλος έρωτάς του η ξιφασκία, στην οποία διακρίθηκε, αφού από 15 χρόνων ήταν μέλος της Εθνικής Ομάδας.
Μπαίνει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, θέλοντας να κάνει καριέρα σα ναυτικός, αλλά μια παράσταση με την Έλλη Λαμπέτη, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, του αλλάζει τη ζωή, ο «Γυάλινος κόσμος». Αποφασίζει να δώσει εξετάσεις στο Βασιλικό Θέατρο, μετέπειτα Εθνικό, και περνάει πρώτος. Την ίδια εποχή η Κατερίνα Ανδρεάδη ή Κατερίνα όπως είναι γνωστή στο θεατρικό κόσμο, έψαχνε για ένα νέο «ζεν πρεμιέ» για τις ανάγκες του θεατρικού έργου «Φθινοπωρινή παλίρροια», που θα ανέβαζε. Επέλεξε τον Αλεξανδράκη, ο οποίος, συνοδευόμενος από την Άννα Συνοδινού, πήγε στο σπίτι της με ένα μπουκέτο λουλούδια. Στις 9 Ιουλίου 1949 κάνει τα πρώτα βήματά του στο θεατρικό σανίδι, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο κοινό και στους κριτικούς.

Την ίδια χρονιά το βλέπει ο Φίνος και τον επιλέγει για την ταινία «Δύο κόσμοι», σε σκηνοθεσία Ιάσονα Νόβακ και Γιάννη Φιλίππου. Αρχίζει η κινηματογραφική του καριέρα η οποία θα συνεχιστεί για να τελειώσει, με μια μεγάλη διακοπή, πρόσφατα με το «Φως που σβήνει», του Βασίλη Ντούρου, όπου ο Αλεξανδράκης παίζει το γέρο φαροφύλακα ο οποίος προστατεύει ένα παιδάκι, ταλαντούχο βιολιστή. Είχε προλάβει, πάντως να παίξει σε λίγες ταινίες μικρού μήκους, τη δεκαετία του 1990, βοηθώντας έτσι τους νέους Έλληνες κινηματογραφιστές.

Στη γοητεία του πέφτει πρώτη η Έλλη Λαμπέτη. Κάνουν δεσμό, όμως δε θα κρατήσει πολύ αφού θα την αφήσει για να κάνει περιοδεία στο εξωτερικό με την Κατερίνα. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας, στο Σουδάν, θα γνωρίσει τη Μαρτζ Βάλβη, την οποία θα παντρευτεί λίγο αργότερα στην Αθήνα. Μετά από τρία χρόνια θα χωρίσουν, ο Αλεξανδράκης θα παντρευτεί την Κλοντ Σαμπαντού, από τη Γαλλία, με την οποία θα μείνει επίσης τρία χρόνια.

Ένας σημαντικός έρωτας της ζωής του θα είναι η Αλίκη Γεωργούλη. Θα την παντρευτεί το 1956. Θα μείνουν μαζί λίγα χρόνια και θα δημιουργήσουν σημαντικές παραστάσεις στο θέατρο σα θεατρικό ζευγάρι. Με τη Γεωργούλη θα έχει μια έντονη πνευματική συνεργασία και θα «βγάλει» τον αριστερό εαυτό του, η ταινία «Συνοικία το Όνειρο» (1961), στην οποία, εκτός από τη Γεωργούλη, θα παίξει η Αλέκα Παΐζη και ο Μάνος Κατράκης, είναι ένα δείγμα γραφής του Αλεξανδράκη. Τέσσερα χρόνια μετά, γεμάτα πνευματική δημιουργία και αριστερή αγωνιστική δράση, χωρίζουν, για να παντρευτεί την Ελβετίδα, Βερένα Γκάουερ, μια καλλονή με την οποία θα μείνει πέντε χρόνια και θα αποκτήσει δύο παιδιά.

Το 1969 ο Αλέκος Αλεξανδράκης θα ερωτευτεί τη Νόνικα Γαληνέα. Θα μείνουν μαζί 21 χρόνια, θα αγαπήσει ο ένας τον άλλο βαθιά, αλλά δε θα παντρευτούν ποτέ. Και εδώ έχουμε μια έντονη πνευματική δημιουργία, μέσα από αυτό το θυελλώδη έρωτα. Ηθοποιός, κατόπιν θιασάρχης, σκηνοθέτης στο θέατρο και στον κινηματογράφο, με δύο ταινίες, εκτός της προαναφερομένης, ο «Θρίαμβος» (1960), σε συν-σκηνοθεσία του Αριστείδη Καρύδη Φουκς, ήταν το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σα σκηνοθέτης. Πάντως με τη «Συνοικία το Όνειρο» βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το Βραβείο Φωτογραφίας, για το Δήμο Σακελλαρίου, το 1961, αλλά η ταινία λογοκρίθηκε και δε βγήκε στις αίθουσες.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης έπαιξε πολύ στην τηλεόραση, ιδίως μετά την πτώση της χούντας, συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τη Μελίνα Μερκούρη, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, το Μιχάλη Κακογιάννη, τη Ρένα Βλαχοπούλου, το Μίμη Φωτόπουλο, τον Κώστα Βρεττάκο, το Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ηλία Λογοθέτη κ.ά. Το θαυμάσαμε στο «Γιούγκερμαν», στον «Παράξενο ταξιδιώτη» και στους «Μυστικούς αρραβώνες», στην τηλεόραση.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δίδασκε, μαζί με το Βασίλη Διαμαντόπουλο, θέατρο στη θεατρική σχολή Ίασμος, δίπλα από το Πεδίο του Άρεος. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2005, μετά από μακροχρόνια πάλη με τον καρκίνο, σε ηλικία 77 ετών.

27 Νοεμβρίου 1978: Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν ιδρύει το PKK (ΠεΚαΚα) , που μάχεται για την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν.

Η σημαία του κόμματος
Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (κουρδικά: Partiya Karkerên Kurdistan, τουρκικά: Kürdistan İşçi Partisi), γνωστό με τα αρχικά του στα κουρδικά ως PKK (ΠεΚαΚα), είναι κουρδική στρατιωτική οργάνωση που εδρεύει στο τουρκικό και ιρακινό Κουρδιστάν. Το όνομα ΡΚΚ συνήθως χρησιμοποιείται για το ένοπλο τμήμα της οργάνωσης, τη Λαϊκή Αμυντική Δύναμη (HPG), της οποίας το επίσημο όνομα είναι Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός του Κουρδιστάν (ARGK).
Από το 1984 μέχρι το 2013, το ΡΚΚ διεξήγαγε ένοπλο αγώνα ενάντια στο τουρκικό κράτος για τα πολιτισμικά και πολιτικά δικαιώματα και του αυτοκαθορισμού των Κούρδων της Τουρκίας, οι οποίοι αποτελούν το 18% με 20% του πληθυσμού και ήταν υπό καθεστώς καταπίεσης για δεκαετίες. Η οργάνωση ιδρύθηκε το 1978 στο χωρίο Φις, κοντά στο Λίτζε, στην επαρχία Ντιγιαρμπακίρ, από ομάδα Κούρδων φοιτητών με αρχηγό τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Η ιδεολογία του ΡΚΚ αρχικά ήταν ένα μείγμα επαναστατικού σοσιαλισμού και κουρδικού εθνικισμού, και αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μαρξιστικού-Λενινιστικού κράτους στην περιοχή, το οποίο θα ονομαζόταν Κουρδιστάν.
Όμως, μετά τη σύλληψη και φυλάκιση το 1999 του αρχηγού του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, έχει εγκαταλείψει τον Μαρξιστικό-Λενινιστικό χαρακτήρα του και έχει υιοθετήσει τη νέα πολιτική πλατφόρμα του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού (επηρεασμένη από τον ελευθεριακό σοσιαλισμό) ενώ σταμάτησε τις επίσημες εκκλήσεις για δημιουργία ενός εντελώς ανεξάρτητου κράτους. Στις 21 Μαρτίου 2013, η οργάνωση κήρυξε επίσημη παύση του πυρός με τη Τουρκία. Στη συνέχεια συμμετείχε στις εχθροπραξίες ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, όπως στην πολιορκία του Κομπάνε. Όμως μετά από βομβαρδισμό θέσεών του από τη Τουρκία τον Ιούλιο του 2015, το ΡΚΚ άρχισε ξανά τις επιθέσεις εναντίων στόχων στην Τουρκία.
Το ΡΚΚ έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση από αρκετά κράτη και οργανώσεις, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ άλλες χώρες, όπως η Ινδία, η Κίνα, η Ρωσία, η Αίγυπτος και η Ελβετία όχι