Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

17 Νοεμβρίου 1861: γεννιέται ο Σπύρος Σαμάρας, κερκυραίος μουσουργός, που μελοποίησε τον «Ολυμπιακό Ύμνο» σε ποίηση Κωστή Παλαμά.


Ο Σπυρίδων - Φιλίσκος Σαμάρας (1861 - 1917), υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας.

Η περίοδος 1861-1882
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου / 29 Νοεμβρίου 1861. Γιος του γεννημένου στη Βιέννη, αλλά με καταγωγή από τη Σιάτιστα, "γραμματέα υποπρόξενου" του Ελληνικού Βασιλικού Προξενείου, Σκαρλάτου Σαμάρα, και της γεννημένης στην Κωνσταντινούπολη Φαννής Ελάου. Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο επίσης Κερκυραίος μουσουργός Σπυρίδων Ξύνδας, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει στο Ωδείο Αθήνων. Τελικά το 1874 ενεγράφη στο Ωδείο Αθηνών και παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα από το 1875. Δάσκαλοί του ήταν ο Φρειδερίκος Βολωνίτης (βιολί), ο Άγγελος Μασκερόνι και ο Ερρίκος Στανκαμπιάνο (θεωρητικά, ενορχήστρωση και πιάνο).

Η περίοδος 1882-1911
Τον Δεκέμβριο του 1881 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Σημαντικότερος καθηγητής του στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού υπήρξε ο Λεό Ντελίμπ. Στο παρισινό Ωδείο εκτελέστηκαν μερικές συνθέσεις του, όπως η "Κιταράτα", η οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ.

Στη συνέχεια (γύρω στο 1885) μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του καριέρα. Ωστόσο, διατηρούσε για πολλά χρόνια μόνιμη κατοικία στο Παρίσι. Στις 16 Μαϊου του 1886 ανεβάστηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα "Φλόρα Μιράμπιλις", θριάμβευσε όμως με το ανέβασμα της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887, με πρωταγωνίστρια την Εμμα Καλβέ. Με επιτυχία στέφθηκε και η εκτέλεση της τετράπρακτης όπερας "Μετζέ" το Δεκέμβριο του 1888 στο θέατρο Kostanzi της Ρώμης παρουσία υψηλών προσώπων.

Ο Σαμάρας ποτέ δεν αποξενώθηκε από την Ελλάδα η οποία παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι το 1889 ανεβάστηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η "Φλόρα Μιράμπιλις" ως "Θαυμαστή Ανθώ".

Την αποτυχία της όπερας "Λιονέλλα" στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891, ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας "La Martire" (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη το Μάιο του 1894. Τοτε ακριβώς ο συνθέτης κατατάχθηκε από τους κριτικούς στη σχολή του βερισμού, της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, πλάι στους Λεονκαβάλλο, Μασκάνι και Πουτσίνι.

Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως "Η Δαμασμένη Μαινάδα" (La Furia Damata) το 1895, βασισμένη στο έργο του Σαίξπηρ "Το Ημέρωμα της Στρίγγλας", "Storia d'Amore" 1903 (αργότερα ανεβάστηκε και στη Γερμανία με τον τίτλο La Biontinetta (Η Ξανθούλα) και "Mademoiselle de Belle-Isle", το 1905.

Το 1895 ανατέθηκε από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή στον Σαμάρα η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της πραγματοποίησης στην Αθήνα των Πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958 στο Τόκυο, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια «πρώτη» του και σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη του.

Αποκορύφωμα της συνθετικής του καριέρας ήταν το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας "Rhea" (Ρέα) τον Απρίλιο του 1908 στο θέατρο "Verdi" της Φλωρεντίας. Τον Σαμάρα συγχαίρουν για τη μουσική του σημαντικοί Ιταλοί συνθέτες όπως ο Πουτσίνι και ο Μασκάνι, αναδεικνύοντάς τον ως ομότιμό τους. Κατόπιν το έργο ανεβάστηκε στο Βερολίνο, ενώ στην Αθήνα πρωτοπαίχτηκε το 1911.

Η περίοδος 1911-1917
Το 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Λεωτσάκο (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), ο επαναπατρισμός του ίσως συνδέεται με σκέψεις του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ να τον κάνει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, κάτι που τελικά δεν τελεσφόρησε. Ένας ακόμη λόγος που τον ανάγκασε να παραμείνει στην Ελλάδα, παρόλο που οι συνθήκες καλλιτεχνικά ήταν αντίξοες, θεωρείται και γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου (1914). Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται ότι εγκλώβισε οριστικά το Σαμάρα στην Ελλάδα. Ο συνθέτης για να επιβιώσει αναγκάστηκε να στραφεί σε ελαφρότερο μελοδραματικό είδος, την οπερέτα, αλλά και να εμπλουτίσει το έντεχνο ελληνόφωνο τραγούδι.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου  1917, σε ηλικία 56 ετών από τη νόσο του Bright (χρονία νεφρίτις).

17 Νοεμβρίου 1974: στις πρώτες ελεύθερες εκλογές που γίνονται στην Ελλάδα μετά το 1964, πρώτο κόμμα αναδεικνύεται η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή με ποσοστό 54,37%


Οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, οι πρώτες μετά την Δικτατορία που διεξήχθησαν από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κ. Καραμανλή κερδήθηκαν από την Νέα Δημοκρατία με αρχηγό τον ίδιο με ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και με μοναδικό στην ελληνική πολιτική ιστορία ποσοστό ψήφων. Οι εκλογές διεξήχθησαν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής του Π.Δ. 65/1974 που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση λίγο πριν τις εκλογές.

Αποτελέσματα
Εγγεγραμμένοι 6.241.066
Ψήφισαν 4.963.558
Εκλογικά τμήματα 12.518
Αποχή 20,47%

Νέα Δημοκρατία Κωνσταντίνος Καραμανλής  54,37% - 219 έδρες
Ένωσις Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ.) Γεώργιος Μαύρος  20,42% - 60 έδρες
Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) Ανδρέας Παπανδρέου  13,58% - 13 έδρες
Ενωμένη Αριστερά (Ε.Α.) Ηλίας Ηλιού  9,47% - 8 έδρες
Εθνική Δημοκρατική Ένωσις (Ε.Δ.Ε.) Πέτρος Γαρουφαλιάς  1,08% - 0 έδρες
Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (Δ.Ε.Κ.) Ιωάννης Ζίγδης  0,17% - 0 έδρες
Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας (ΕΚΚΕ)  0,03% - 0 έδρες
Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση - Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΦΔΕ-ΣΚΕ) 0,02% - 0 έδρες
Άλλοι  0,44%
Έγκυρες ψήφοι 4.908.974 100,00 300
Άκυρα και λευκά 54.584

17 Νοεμβρίου 1993: πεθαίνει ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης μας, Γιώργος Μητσάκης, σε ηλικία 72 ετών


Ο Γιώργος Μητσάκης (Κωνσταντινούπολη, 1921- Αθήνα,17 Νοεμβρίου 1993) ήταν συνθέτης και στιχουργός πολυάριθμων ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών, γνωστός και με το προσωνύμιο "ο δάσκαλος"

Ήρθε με την οικογένεια του στην Καβάλα το 1935 και αργότερα έμειναν σε ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Ο Μητσάκης πρωτοέρχεται σε επαφή με τη λαϊκή μουσική στη Μαγνησία αλλά σύντομα θα αναζητήσει την τύχη του στη Θεσσαλονίκη. Γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Χατζηχρήστο και καταλήγει στον Πειραιά, την πόλη που θα αγαπήσει, το 1939. «Γράφαμε για τον καημό, το γλέντι, το μεράκι του λαϊκού ανθρώπου», έλεγε. «Εδινα την ερώτηση και αμέσως την απάντηση. Τότε παίζαμε εμείς οι ίδιοι τα τραγούδια μας. Τραγουδούσα σόλο, πρίμα, έπαιζα μπουζούκι, κιθάρα ο γέρος Καρίπης, μπαγλαμά ο τυφλός ο Χρυσίνης και εγώ μπροστά στο μικρόφωνο κι ο κόσμος άκουγε. Και όταν κανένας φώναζε, Μητσάκη δάσκαλε παίξε μου ένα "βασανισμένο", του έκανα το χατίρι..."Απόψε άρχισε να ψιλοβρέχει κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει...". Αυτά τραγουδούσα, τα βάσανα και τις ελπίδες του λαϊκού ανθρώπου. Αυτόν τον κόσμο αντιπροσώπευα στα τραγούδια μου, πέντε χιλιάδες το σύνολο. Εκεί έπιανε το τραγούδι. Τον εφοπλιστή τι να τον συγκινήσει αυτό το είδος; Δε θα το καταλάβει, όσο σπουδαγμένος και να είναι...»

17 Νοεμβρίου 1968: ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάζεται δις εις θάνατο για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου.



Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Όπως σημειώνει η Οριάνα Φαλάτσι στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του, η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρει τον Α. Παναγούλη ως εξής: Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο

Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάζεται δις εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.), όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος Από εκεί δραπετεύει στις 5 Ιουνίου 1969, συλλαμβάνεται όμως εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο στου Γουδή για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.

Ο Α. Παναγούλης σύμφωνα με ορισμένους αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 – μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.

17 Νοεμβρίου 1944: γεννιέται ο Αμερικανός κωμικός ηθοποιός Ντάνι Ντε Βίτο στο Νιου Τζέρσεϋ.


Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου το 1944 στο Ashbury Park στο Νew Jersey. Ξεκίνησε την καριέρα του ως αισθητικός στο κέντρο ομορφιάς της αδερφής του. Στη συνέχεια γράφτηκε
στο New York's American Academy of Dramatic Arts για να τελειοποιήσει την τεχνική του ως αισθητικός. Εκεί όμως αποφάσισε να γίνει ηθοποιός και έκανε το ντεμπούτο το 1968 με το Dreams of Glass

Οι πιο διάσημες ερμηνείες του είναι στις κωμωδίες
Romancingthe Stone (1984)
Jewel of the Nile
Ruthless People (1986)
Throw Momma from the Train (1987),
Twins (1988)
 The War of the Roses (1989).

17 Νοεμβρίου 1942: γεννιέται στη Νέα Υόρκη ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορτσέζε.


Γεννήθηκε στο Φλάσινγκ (Μικρή Ιταλία) της Νέας Υόρκης στις 17 Νοεμβρίου 1942. Είναι γιος Σικελών μεταναστών ηθοποιοί στο επάγγελμα, του Charles και της Cathryn, που συχνά έχουν ρόλους στις ταινίες του. Η μητέρα του μάλιστα συνηθίζει να μαγειρεύει για όλους τους συντελεστές κατά τα γυρίσματα! Ο Μάρτιν Λουτσιάνο Σκορτσέζε πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων στο σπίτι εξαιτίας του άσθματος που τον ταλαιπωρούσε ήδη από τότε. Ωστόσο, στα παιδικά του χρόνια αναπτύχθηκε και η αγάπη του για τον κινηματογράφο η οποία υπερίσχυσε της αρχικής του επιθυμίας να ακολουθήσει το επάγγελμα του ιερέα. Την τριετία 1964-67 αρακολούθησε μαθήματα στο πανεπιστήμιο κινηματογράφου της Νέας Υόρκης, ενώ στο τέλος των σπουδών του γύρισε την πρώτη του ταινία με τον συμφοιτητή του, Χάρβεϊ Καϊτέλ. Η ταινία αυτή με τον τίτλο «Who's That Knocking at my Door» έδωσε τα πρώτα σημάδια του σκηνοθετικού στυλ που θα χαρακτήριζε τον Σκορτσέζε στο μέλλον: Μία αίσθηση ιταλο-αμερικανικού τρόπου ζωής με γρήγορη δράση, έντονη ηχητική επένδυση και έναν προβληματισμένο πρωταγωνιστή. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο που αποφοίτησε, στους μαθητές του συγκαταλέγονται ο Όλιβερ Στόουν και ο Σπάικ Λη.

Τη δεκαετία του 1970 ο Σκορτσέζε γνωρίζεται με τον Φράνσις Φόρντ Κόπολα, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, μετέπειτα συνεργάτη του σε πολλές ταινίες που σκηνοθέτησε. Η πρώτη τους συνεργασία πραγματοποιείται το 1972 με την ταινία «Mean Streets» στην οποία συμπρωταγωνίστησε ο Χάρβεϊ Καϊτέλ.

Το 1976 ο Σκορτσέζε σκηνοθετεί τον «Ταξιτζή», μία από τις ταινίες που άφησαν εποχή στον παγκόσμιο κινηματογράφο, όχι μόνο εξαιτίας της θαυμάσιας σκηνοθεσίας της, αλλά και της συγκλονιστικής ερμηνείας του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ερμηνεία που σήμερα διδάσκεται στις δραματικές σχολές. Η ταινία επανέρχεται στο προσκήνιο πέντε χρόνια μετά, όταν ο Τζον Χίκλει, κατηγορούμενος για την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ, δήλωσε ότι επηρεάστηκε από ένα χαρακτήρα της ταινίας ο οποίος επιχείρησε αντίστοιχη απόπειρα εναντίον ενός γερουσιαστή. Ο «Ταξιτζής» κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1976, ενώ προτάθηκε για τέσσερις ακόμη διακρίσεις στα Όσκαρ, χωρίς ωστόσο να κερδίσει κάποιο.

Η επιτυχία του «Ταξιτζή» δίνει θάρρος στον Σκορτσέζε να γυρίσει την πρώτη του ταινία μεγάλου προϋπολογισμού, το μιούζικαλ «New York, New York», σηματοδοτώντας την τρίτη του συνεργασία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ωστόσο, οι αρνητικές κριτικές που απέσπασε η ταινία οδήγησαν τον Σκορτσέζε σε κατάθλιψη ενώ είχε ήδη αρχίσει χρήση κοκαΐνης.

Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια και η συμπαράσταση του Ντε Νίρο που βοήθησε τον Σκορτσέζε να απεξαρτηθεί μέχρι να γυρίσει την καλύτερη, για πολλούς κριτικούς, ταινία του. Στην ταινία «Οργισμένο είδωλο» του 1980 ο Σκορτσέζε διοχετεύει όλη του την ενέργεια, πεπεισμένος ότι αυτή θα είναι η τελευταία του. Η ιστορία του πυγμάχου Τζέικ Λα Μότα και το τελικό σκηνοθετικό αποτέλεσμα τοποθετούν την ταινία στα κινηματογραφικά αριστουργήματα ενώ ψηφίστηκε ως ταινία της χρονιάς από βρετανικό γνωστό περιοδικό του χώρου. Επίσης, προτάθηκε για οκτώ Όσκαρ. Ο Ντε Νίρο απονεμήθηκε με το Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού, ωστόσο του Όσκαρ σκηνοθεσίας πήγε στον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Μετά από μία περίοδο μεικτών σκηνοθετικών αποτελεσμάτων, η ταινία «Τα Καλά Παιδιά» το 1990 σηματοδοτεί την επιστροφή του Σκορτσέζε από την εποχή του «Οργισμένου ειδώλου». Η ταινία χαρακτηρίζεται ως η καλύτερη δουλειά του σκηνοθέτη και του εξασφαλίζει ακόμη μία υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το οποίο αυτή το φορά χάνει από τον Κέβιν Κόστνερ.

Τον Φεβρουάριο του 2003 κερδίζει την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα με την ταινία «Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης» και αποκτα και το δικό του αστέρι στη λεωφόρο του Χόλιγουντ.

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Σκορτσέζε στις ταινίες εγκλήματος και μυστηρίου γίνεται με την ταινία «Ο Πληροφοριοδότης», βασισμένη στο αστυνομικό δράμα του Χονγκ Κονγκ «Εσωτερικές Υποθέσεις». Η ταινία είναι η τρίτη συνεχόμενη συνεργασία του Σκορτσέζε με τον Ντι Κάπριο. Οι κριτικές της ταινίας ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές για την ταινία, μάλιστα πολλοί την τοποθέτησαν πλάι στα «Καλά Παιδιά» του 1990. Οι εισπράξεις άγγιξαν τα 130 εκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την ως την πιο κερδοφόρα ταινία που γύρισε ο σκηνοθέτης. Ο Σκορτσέζε βραβεύτηκε για τη συγκεκριμένη ταινία με την δεύτερη Χρυσή Σφαίρα της καριέρας του αλλά και το πρώτο Όσκαρ σκηνοθεσίας μετά από έξι υποψηφιότητες.

17 Νοεμβρίου 1936: πεθαίνει ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου, πρωτεργάτης της αγροτικής μεταρρύθμισης, που απέδωσε τα τσιφλίκια στους καλλιεργητές.


Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1876 - 1936) ήταν Έλληνας κοινωνιολόγος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε και πρωθυπουργός.

Η ζωή του
Γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1876 στο Λεβίδι Αρκαδίας. Ήταν γιος του Παναγιώτη Παπαναστασίου και της Μαριγώς Ρογάρη - Αποστολοπούλου. Σπούδασε Νομικά και κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και τη Φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, του Βερολίνου, του Λονδίνου και των Παρισίων. Την εποχή που σπούδαζε στη Γερμανία, επικρατούσαν εκεί σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες επηρεάστηκε και ο τρόπος σκέψης του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τα θεωρητικά προβλήματα του συνεργατισμού και διαμόρφωσε μέσα του έντονες συνεταιριστικές αντιλήψεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1907 και την επόμενη χρονιά ίδρυσε την "Κοινωνιολογική Εταιρία" και ήταν συνιδρυτής (μαζί με τον Δελμούζο και τον Πετιμεζά) της "Ομάδας των Κοινωνιολόγων".

Το 1910, μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρίας ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Παπαναστασίου εκλέχτηκε βουλευτής. Έδωσε έντονες μάχες για την παραχώρηση των τσιφλικιών στους ακτήμονες της Θεσσαλίας Το 1916, ως βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και αντιπροσώπευσε την Επαναστατική Κυβέρνηση των Ιονίων Νήσων. Το Μάρτιο του 1917 του ανατέθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης η Γενική Διοίκηση των Ιονίων Νήσων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής (1910, 1915, 1923, 1926, 1928, 1932, 1933 και 1936). Από το 1917 ως το 1920 ήταν Υπουργός Συγκοινωνιών και προσωρινά Υπουργός περιθάλψεως και Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1922 προσυπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καταγγέλθηκε η πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό. Για την πράξη αυτή συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Το Μάρτιο του 1924 σχημάτισε κυβέρνηση με τη στήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, η οποία κατέθεσε στις 25 Μαρτίου του 1924 ψήφισμα στη Δ΄ Συντακτική Συνέλευση για την ανακήρυξη αβασίλευτης Δημοκρατίας, κηρύσσοντας έκπτωτη τη μοναρχία. Το ψήφισμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου 1924. Σημαντικά νομοθετήματα της πρωθυπουργίας του θεωρείται η ίδρυση Πανεπιστήμιου στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας κ.ά. Από το 1926 έως το 1928 διετέλεσε Υπουργός Γεωργίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζαΐμη. Εκεί εφάρμοσε κάποιες από τις συνεταιριστικές του ιδέες και φρόντισε το θέμα των ακτημόνων κ.ά. Στις 26 Μαΐου 1932 πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία ορκίστηκε αλλά παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως, στις 3 Ιουνίου 1932. Από τον Ιανουάριο έως το Μάρτιο του 1933 ήταν υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο, αλλά απαλλάχθηκε.

Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της βαλκανικής ειρήνης και συνεργασίας και ίδρυσε την οργάνωση "Βαλκανική Ένωση" για το σκοπό αυτό. Αντιτάχθηκε στις δικτατορίες του Πάγκαλου και του Μεταξά. Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά τον έθεσε σε κατ' οίκον περιορισμό.

Απεβίωσε ξαφνικά στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδιάς στην Εκάλη. Σήμερα, στο Λεβίδι της Αρκαδίας υπάρχει Μουσείο προς τιμήν της μνήμης του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, το οποίο στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρχείου. Μάλιστα, πέραν των προσωπικών αντικειμένων του, φυλάσσεται και ο εγκέφαλος του Αρκά πολιτικού σε ειδικό χημικό υγρό.

17 Νοεμβρίου 1869: Η Διώρυγα του Σουέζ παραδίδεται στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα όπου και πραγματοποιούνται τα επίσημα εγκαίνια.


Η διώρυγα του Σουέζ είναι η μεγαλύτερη διώρυγα του κόσμου, συνολικού μήκους 168 χλμ. που, προσθέτοντας τα σημεία αγκυροβολίων και το μήκος της ενδιάμεσης λίμνης, φθάνει τα 190 χλμ.. Έχει μέγιστο πλάτος, σε ορισμένα σημεία, 160-200 μ. και βάθος 11,60 μ. Διατρέχει κατά διεύθυνση Βορρά - Νότο τον ισθμό του Σουέζ ,ενώνοντας τη Μεσόγειο θάλασσα με την Ερυθρά θάλασσα. Αρχίζει από το Πορτ Σάιντ, λιμένα εισόδου στη Μεσόγειο και καταλήγει στον λιμένα Σουέζ που βρίσκεται στο μυχό του ομώνυμου κόλπου της Ερυθράς.

Υπ΄ όψη ότι η Μεσόγειος και η Ερυθρά θάλασσα δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους υψομετρική διαφορά. Επίσης, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η διώρυγα είναι πλεύσιμη κατά μία κατεύθυνση.

Η πρωταρχική σκέψη διάνοιξης διώρυγας στη περιοχή ήταν εκείνη που φέρεται να σχεδιάστηκε επί Φαραώ Σέτη Α΄ ή Ραμσή Β΄ (σύμφωνα με κάποιο αρχαίο κείμενο) περί τον 13 αιώνα π.Χ. που θα ένωνε το δέλτα του ποταμού Νείλου με την Ερυθρά. Έπρεπε όμως να περάσουν1000 ακόμη χρόνια για να επανέλθει το θέμα περί τον 8ο αιώνα αλλά και πάλι το ενδιαφέρον αυτό ανακόπηκε. Έτσι το 1854 ο Γάλλος διπλωμάτης και μηχανικός Κόμης Φερδινάνδος Λεσσέψ που κέντρισε το ενδιαφέρον του Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Σαΐντ Πασά παίρνει την εντολή της κατασκευής (διάνοιξης) και ξεκινάει το έργο. Το 1858 η συσταθείσα κατασκευαστική εταιρεία καταφέρνει την συνυπογραφή συμβολαίου για 99 χρόνια εκμετάλλευσης και στη συνέχεια την παραχώρησή της στην Αίγυπτο. Και έτσι φθάνουμε στις 25 Απριλίου του 1869 όπου και ολοκληρώνεται η διάνοιξη και στις 17 Νοεμβρίου 1869 δίνεται ελεύθερη στην ναυσιπλοΐα όπου και πραγματοποιούνται τελικά τα επίσημα εγκαίνια. Το συνολικό κόστος της κατασκευής της έφθασε τα τότε 100 εκατομμύρια δολάρια. Στην κατασκευή της συμμετείχαν και Έλληνες Δωδεκανήσιοι από την Κάσο και το Καστελόριζο κάποιοι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή.

Η σημασία της στη Παγκόσμια Ναυσιπλοΐα είναι τεράστια. Ενώνοντας τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί μια πραγματικά εμπορική αρτηρία Ευρώπης - ΝΔ, Νότιας και ΝΑ Ασίας μέχρι Άπω Ανατολής.

17 Νοεμβρίου 1964: γεννιέται ο Κριστόφ Βαζέχα, Πολωνός ποδοσφαιριστής


Ο Κριστόφ Βαζέχα (πολωνικά: Krzysztof Warzycha, προφ. Κσιστόφ Βαζίχα, γενν. 17 Νοεμβρίου 1964) είναι Πολωνός πρώην ποδοσφαιριστής που διακρίθηκε ιδιαίτερα στα ελληνικά γήπεδα με τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Αποκτήθηκε από τον Παναθηναϊκό τη χειμερινή μεταγραφική περίοδο του 1989, από την Πολωνική Ρουχ Χουρζόφ και παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το τέλος της καριέρας του, το 2004, συνολικά για δεκαπέντε (15) χρόνια. Συνολικά στο πρωτάθλημα πέτυχε 244 γκολ σε 403 αγώνες και αναδείχθηκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ (1994, 1995, 1998), ενώ σε 63 ευρωπαϊκά ματς είχε 24 γκολ. Είχε 50 συμμετοχές στην Εθνική Πολωνίας με εννέα γκολ. Είναι ο κορυφαίος ξένος σκόρερ και δεύτερος όλων των εποχών στο ελληνικό πρωτάθλημα μετά τον Θωμά Μαύρο. Απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα το 1998. Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 2004, σε ηλικία 39 ετών. Ο Βαζέχα μπήκε στην καρδιά των Ελλήνων φιλάθλων, εκτός για την δεινότητά του στο σκοράρισμα και για το ήθος του ως ποδοσφαιρίστης και ως άνθρωπος. Το 2006 δώθηκε προς τιμήν του φιλικός αγώνας μεταξύ ομάδας παλαιμάχων του Παναθηναϊκού και της Ρουχ Χουρζόφ. Εδώ και μερικά χρόνια έχει ξεκινήσει μια νέα καριέρα, αυτή του προπονητή και από το καλοκαίρι του 2007 είναι τεχνικός διευθυντής της Arsenal Soccer School στην Ελλάδα. ,ενώ το 2008 έγινε και ένας από τους σκάουτερ του Παναθηναικού. Στις 8 Δεκεμβρίου 2009, μετά την λύση της συνεργασίας της ΠΑΕ Παναθηναϊκός με τον Χενκ τεν Κάτε, ο Κριστόφ Βαζέχα αναλαμβάνει βοηθός του νέου προπονητή της ομάδας και παλίου του συμπαίκτη, Νίκου Νιόπλια.

Διακρίσεις
Πρωταθλήματα Πολωνίας: 1989
Πρωταθλήματα Ελλάδας: 1990, 1991, 1995, 1996, 2004
Κύπελλα Ελλάδας: 1991, 1993, 1994, 1995, 2004
Σούπερ Καπ: 1993, 1994
Πρώτος σκόρερ του Πολωνικού πρωταθλήματος: 1989
Πρώτος σκόρερ του Ελληνικού πρωταθλήματος: 1994, 1995, 1998
Δεύτερο βραβείο ενεργού σκόρερ από την IFFHS (International Federation of Football History & Statistics): 2001

17 Νοεμβρίου 1983: γεννιέται ο Γιάννης Μπουρούσης, Έλληνας μπασκετμπολίστας


Ο Γιάννης Μπουρούσης, γεννημένος στις 17 Νοεμβρίου 1983 στην Καρδίτσα, είναι Έλληνας επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής, που αγωνίζεται στη θέση του σέντερ.

Καριέρα
Η πρώτη ομάδα του Γιάννη Μπουρούση ήταν ο Γ.Σ. Καρδίτσας (Γ' Κατηγορία). Στη συνέχεια, μεταγράφηκε στην Α.Ε.Κ., όπου αγωνίστηκε τις χρονιές 2002-2006.
Στις 27 Ιουνίου 2006 ήρθε στον Ολυμπιακό, υπογράφοντας τετραετές (3+1 χρόνια) συμβόλαιο. Στην πρώτη του χρονιά στον Ολυμπιακό, φαινόταν να ήταν αρχικά η τελευταία λύση στους ψηλούς, όμως οι απουσίες στις θέσεις των ψηλών ανάγκασαν τον προπονητή του, Πίνι Γκέρσον, να τον χρησιμοποιήσει περισσότερο. Ο Μπουρούσης άδραξε την ευκαιρία αυτή που του δόθηκε. Η απόδοσή του βελτιώνεται από παιχνίδι σε παιχνίδι με αποτέλεσμα την ανάδειξή του ως δεύτερου πολυτιμότερου παίκτη της Α1 την 15η αγωνιστική (στο παιχνίδι εναντίον της Ολύμπιας Λάρισας) και αποκορύφωμα την ανάδειξή του ως καλύτερου παίκτη της Α1, τη 17η αγωνιστική στην εκτός έδρας νίκη του Ολυμπιακού επί του Παναθηναϊκού. Στις 30 Ιουνίου 2011 έλυσε κοινή συναινέσει το συμβόλαιό του με τον Ολυμπιακό, έπειτα από την δημοσιοποίηση διαλόγων του με τον Μάκη Ψωμιάδη, στα πλαίσια της υπόθεσης των στημένων αγώνων ποδοσφαίρου.

Ελληνική Εθνική Ομάδα
Ο Μπουρούσης ήταν μέλος της Εθνικής ομάδας Νέων, με την οποία κατέκτησε το 2002 το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ της Ρωσίας. Επίσης είναι μέλος της Εθνικής ομάδας Ανδρών, με την οποία κατέκτησε το χρυσό μετάλλειο στο Ευρωμπάσκετ 2005 της Σερβίας και το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ 2009 της Πολωνίας.

Περιστατικά στο γήπεδο
10 μέρες
Κατά τη διάρκεια της Euroleague Final 4 2009 στο Βερολίνο, μετά την ήττα της ομάδας του απέναντι στον Παναθηναϊκό στους ημιτελικούς, ο Μπουρούσης απευθυνόμενος στους οπαδούς του Παναθηναϊκού είπε "Τα λέμε σε 10 μέρες", εννοώντας τον τελικό του Ελληνικού Πρωταθλήματος 2009, στο οποίο η ομάδα του, Ολυμπιακός, ήταν αντιμέτωπη με τον Παναθηναϊκό στο δικό τους γήπεδο.
Καρέκλα στο κεφάλι
Κατά την διάρκεια ενός διεθνούς φιλικού αγώνα ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Σερβίας και της Ελλάδας στο Τουρνουά Ακρόπολις 2010, ο Σέρβος παίκτης Nenad Krstic, χτύπησε τον Μπουρούση με μια καρέκλα στο κεφάλι στη διάρκεια ενός καβγά που είχαν οι δυο ομάδες. Την επόμενη μέρα ο Krstic δήλωσε "Νόμιζα ότι μου επιτέθηκε ένας οπαδός. Ο Μπουρούσης του έκανε μήνυση, αλλά για διπλωματικούς λόγους η μήνυση αποσύρθηκε.

17 Νοεμβρίου 2006: πεθαίνει ο Φέρεντς Πούσκας, Ούγγρος ποδοσφαιριστής και προπονητής


Ο Φέρεντς Πούσκας Μπίρο (2 Απριλίου 1927 - 17 Νοεμβρίου 2006) ήταν ένας Ούγγρος ποδοσφαιριστής, μέλος της ομάδας της Ρεάλ Μαδρίτης του 1955-1967, της ομολογουμένως καλύτερης Εθνικής Ουγγαρίας που υπήρξε στο ποδοσφαιρο. Επίσης ως προπονητής οδήγησε το 1971 τον Παναθηναϊκό στην μεγαλύτερη επιτυχία που είχε ποτέ Ελληνικός σύλλογος στην Ευρώπη: στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών όπου ο ΠΑΟ ηττήθηκε 2-0 απο τον Άγιαξ του Ρίνους Μίχελς.

Ο Πούσκας ξεκίνησε την καριέρα του σε πολύ νεαρή ηλικία στην ουγγρική Κισπέστ-Χόνβεντ όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως προπονητής. Λέγεται πως σε ηλικία 12 ετων αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την πρώτη ομαδα με το ψευδώνυμο Μίκλος Κόβατς όπου συνάντησε και τον μετέπειτα συμπάικτη του Ζόσεφ Μπόκσιτς. Το 1949 όταν την ομάδα του (Χόνβεντ) την ανέλαβε διοικητικά ο Ουγγρικός Στρατός, ο Πούσκας απέκτησε στρατιωτικό βαθμό και συγκεκριμένα τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Από τότε εγινε γνωστός ως "Ο Καλπάζων Συνταγματάρχης".

Η (στρατιωτική πλέον) ομάδα της Χόνβεντ πήρε απο όλες τις άλλες ομάδες τους πιο ταλαντούχους παίκτες και έτσι ο Πούσκας έγινε συμπαίκτης με τα μετέπειτα μέλη της απίστευτης Εθνικής Ουγγαριας του '50, Ζόλταν Τσίμπορ και Σάντορ Κόκτσιτς. Με την Χόνβεντ κατέκτησε 5 πρωταθλήματα Ουγγαρίας και ανεδείχθη πρώτος σκορερ τα έτη 1947/48 (50 γκολ), 1949/50 (31 γκολ), 1950 (25 γκολ) και 1953 (27 γκολ). Το ρεκόρ του των 50 γκολ σε μια σεζόν το 1948 τον ανέδειξε επίσης πρώτο σκόρερ σε όλη την Ευρώπη.

Το 1956 μετά τα γεγονότα στην Ουγγαρία και την εισβολή των σοβιετικών στην Βουδαπέστη εκπατρίστηκε παίζοντας αρχικά κάποια ανεπίσημα παιχνίδια με την Εσπανιόλ Βαρκελώνης και το 1958 υπέγραψε στην Ρεάλ Μαδρίτης αφού δεν κατάφερε να υπογράψει με την ομάδα του Εθνικού Πειραιώς αλλά και να βρει ομάδα στην Ιταλία.

Στη Μαδρίτη παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του το 1966, πετυχαίνοντας 156 τέρματα σε 180 αγώνες σαρώνοντας τους τίτλους τόσο στις εγχώριες όσο και στις διεθνείς διοργανώσεις (5 Πρωταθλήματα Ισπανίας,1 Κύπελλο Ισπανίας,3 Τσάμπιονς Λιγκ και 1 Διηπειρωτικό).

Με την Εθνική Ουγγαρίας είχε 85 συμμετοχές και 84 γκολ ενώ αγωνίστηκε και 4 φορές με την Εθνική Ισπανίας χωρίς να καταφέρει να σκοράρει.

Το 2000 γιατροί διέγνωσαν πως ο Πούσκας έπασε από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Διακομίστηκε σε νοσοκομείο της Βουδαπέστης τον Σεπτέμβριο του 2006. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου του 2006 από πνευμονία. Το φέρετρό του μεταφέρθηκε από το Στάδιο Φέρενς Πούσκας στην πλατεία Heroes' Square (Πλατεία Ηρώων) για στρατιωτικό χαιρετισμό. Ένας από τους δρόμους στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας κοντά στο στάδιο Bozsik, στη Βουδαπέστη, μετονομάστηκε σε "Οδός Φέρενς Πούσκας" ακριβώς ένα χρόνο μετά το θάνατό του.

17 Νοεμβρίου 1985: Δολοφονείται απο τα ΜΑΤ ο 15χρονος μαθητής Μιχάλης Καλτεζάς.


Ο Μιχάλης Καλτεζάς (1970 - 17 Νοεμβρίου 1985) ήταν μαθητής που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στην επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1985. Ο 27 χρόνος τότε αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας πυροβόλησε τον Μιχάλη Καλτεζά στο πίσω μέρος του κεφαλιού από απόσταση είκοσι μέτρων καθώς ο νεαρός έτρεχε μαζί με άλλους διαδηλωτές προς την πλατεία Εξαρχείων.

Η πορεία ξεκίνησε και τελείωσε ομαλά χωρίς κανένα επεισόδιο αφού η περιφρούρησή της από τους διοργανωτές ήταν επιτυχής. Μετά το τέλος της πορείας και ενώ οι διαδηλωτές διαλύονταν σε κάποια ψησταριά των Εξαρχείων σταματά για φαγητό μια ομάδα ΜΑΤ. Από το σημείο περνά μια παρέα αναρχικών που ειρωνεύονται τους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή καταφθάνουν συνάδελφοι των τελευταίων οι οποίοι περίμεναν σε σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ. Εν τω μεταξύ πολλαπλασιάζονται και οι αναρχικοί που αρχίζουν να καταδιώκουν τους αστυνομικούς, με τα επεισόδια να εξαπλώνονται στο κέντρο της Αθήνας. Κάποια στιγμή, ομάδα διαδηλωτών συμπεριλαμβανομένου του Καλτεζά, βάζουν φωτιά με βόμβες μολότοφ στην κλούβα των ΜΑΤ στην οποία ήταν μέσα και ο Μελίστας. Μετά από αυτή την πράξη και ενώ οι διαδηλωτές αποχωρούν τρέχοντας προς την Πλατεία Εξαρχείων, στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Μπόταση, ο αστυνομικός Μελίστας πυροβολεί και σκοτώνει από πίσω τον Καλτεζά. Ασθενοφόρο τον μεταφέρει στον Ευαγγελισμό όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Καλτεζά καταλαμβάνεται από αναρχικούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας το παλιό Χημείο στη Σόλωνος και το Πολυτεχνείο. Το πρωί της 18ης Νοεμβρίου δίνεται η άδεια από την Επιτροπή Πανεπιστημιακού Ασύλου, με πρόεδρο τον πρύτανη Μιχάλη Σταθόπουλο, να μπει η Αστυνομία στο Χημείο. Η εισβολή γίνεται με χρήση δακρυγόνων, για πρώτη φορά μετά το 1976, και οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν 37 άτομα τα οποία ξυλοκοπούν, ενώ λίγοι καταφέρνουν να φτάσουν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου από τους υπονόμους. Αυτή ήταν και η πρώτη άρση ασύλου από την επίσημη θεσμοποίησή του το 1982. Τα επεισόδια στην Αθήνα συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες.

Ύστερα από τα γεγονότα ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας υπέβαλλε την παραίτησή του, την οποία ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δεν έκανε δεκτή. Στις 26 Νοεμβρίου του 1985 η 17 Νοέμβρη, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Καλτεζά, επιτέθηκε με βόμβα σε κλούβα των ΜΑΤ κοντά στο Ξενοδοχείο Κάραβελ, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο αρχιφύλακας Νίκος Γεωργακόπουλος και να τραυματιστούν δεκατέσσερις συνάδελφοί του.

O Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 25/1/1990 από το Εφετείο, με δικηγόρο τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο καθώς του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το ότι ήταν «εν βρασμώ ψυχής». Η αθώωσή του προκάλεσε νέα σοβαρά επεισόδια με κατάληψη του Πολυτεχνείου από δυνάμεις της Αριστεράς και αναρχικούς.

17 Νοεμβρίου 1973: Εξέγερση του Πολυτεχνείου


Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική διαδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική επανάσταση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο αρμάτων μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου.

Η Ελλάδα βρισκόταν από τις 21 Απριλίου 1967 υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση του στρατού, ενός καθεστώτος που είχε καταργήσει τις ατομικές ελευθερίες, είχε διαλύσει τα πολιτικά κόμματα και είχε εξορίσει, φυλακίσει και βασανίσει πολιτικούς και πολίτες με κριτήριο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Το 1973 βρίσκει τον ηγέτη της δικτατορίας, Γεώργιο Παπαδόπουλο να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, η οποία συμπεριλάμβανε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την μερική άρση της λογοκρισίας, καθώς και υποσχέσεις για νέο σύνταγμα και εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974 για επιστροφή σε πολιτική διακυβέρνηση. Στελέχη της αντιπολίτευσης, μπόρεσαν έτσι να ξεκινήσουν πολιτική δράση ενάντια της χούντας.

Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια, στρατολογώντας υποχρεωτικά τους φοιτητές και επιβάλλοντας μη εκλεγμένους ηγέτες των φοιτητικών συλλόγων στην Eθνική Φοιτητική Ένωση Eλλάδας (ΕΦΕΕ). Αυτές οι ενέργειες όπως είναι φυσικό δημιούργησαν έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, όπως τον φοιτητή Γεωλογίας Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια το 1970 στην Γένοβα της Ιταλίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα. Με αυτή την εξαίρεση, η πρώτη μαζική δημόσια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα ήρθε από τους φοιτητές στις 21 Φεβρουαρίου 1973.

Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου γίνεται διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. 11 φοιτητές συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος, ζητώντας ανάκληση του νόμου 1347 που επέβαλε την στράτευση «αντιδραστικών νέων», καθώς 88 συμφοιτητές τους είχαν ήδη στρατολογηθεί με τη βία. Από την ταράτσα του κτιρίου απαγγέλλουν τον ακόλουθο όρκο: «Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στo όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β)του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων.» Η αστυνομία έλαβε εντολή να επέμβει και πολλοί φοιτητές σε γύρω δρόμους υπέστησαν αστυνομική βία, χωρίς όμως τελικά να παραβιαστεί το πανεπιστημιακό άσυλο. Τα γεγονότα στη Νομική αναφέρονται συχνά ως προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η εξέγερση των φοιτητών επηρεάστηκε επίσης σημαντικά και από τα νεανικά κινήματα της δεκαετίας του '60, και ειδικά από τα γεγονότα του Μάη του '68.

Τα γεγονότα
Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και άρχισαν διαδηλώσεις εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος. Καθώς οι αρχές παρακολουθούσαν αμέτοχες, οι φοιτητές που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». Εκφωνητές του σταθμού ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.

Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου αποφασίζεται από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα μάχης που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρεμίζει την κεντρική πύλη. Όπως φαίνεται και στο ιστορικό φιλμ που τράβηξε παράνομα Ολλανδός δημοσιογράφος, το άρμα μάχης AMX 30 έριξε την σιδερένια πύλη τη στιγμή που επάνω βρίσκονταν ακόμα φοιτητές. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε απο την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βια, εξω απο το Πολυτεχνείο, μεσω της πύλης της οδου Στουρνάρα. Οι αστυνομικές δυνάμεις που περιμένουν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρα επιτίθενται στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας ανοίγουν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδιώκουν τους εξεγερθέντες. Οι εκφωνητές του σταθμου του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν το ιστορικό μύνημα για 40 λεπτα μετά την έξοδο, οπότε συνελλήφθησαν.
Οι νεκροί του Πολυτεχνείου
Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους "βασίμως προκύπτοντες". Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας. Οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα.  Σύμφωνα με έρευνα του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 23, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.

Ο Χρήστος Λάζος υποστηρίζει ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός και ένα πεντάχρονο αγόρι που εγκλωβίστηκε σε ανταλλαγή πυρών στου Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες. 

Η δίκη για τα γεγονότα
Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 και μετά από ακροαματική διαδικασία διόμισυ μηνών και διάσκεψη 6 ημερών ενώπιον του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου το οποίο κήρυξε ένοχους τους 20 από τους 32 κατηγορούμενους, ενώ αθώωσε άλλους 12. Οι κύριες ποινές που επιβλήθησαν:
Δημήτριος Ιωαννίδης (αρχηγός της ΕΣΑ την περίοδο της εξέγερσης): 7 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 7 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Γεώργιος Παπαδόπουλος (εν ενεργεία δικτάτορας την περίοδο της εξέγερσης): 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Σταύρος Βαρνάβας (αντιστράτηγος Ε.Α.): 3 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 3 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Νικόλαος Ντερτιλής (ταξίαρχος Ε.Α.): Ισόβια κάθειρξη και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση του φοιτητή Μυρογιάννη.
Άλλοι τέσσερις ανώτατοι αξιωματικοί σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε συνολικά 12 ανθρωποκτονίες και 56 απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
Άλλοι 12 κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές, από 5 μήνες έως 10 χρόνια κάθειρξη για διάφορες κατηγορίες, κυρίως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Οι ποινές κάτω του ενός έτους, ήταν εξαγοράσιμες.