Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

24 Ιουνίου 1991: Η οικογένεια Χρυσαφίδη βρίσκεται δολοφονημένη μέσα στη βίλα τους στο Ψυχικό, από τσεκούρι. Για τον φόνο κατηγορείται ο μπάτλερ τους, Πράσερ Σερτουασάνα

Ο Ταϊλανδός Μπάτλερ
Η οικογένεια Χρυσαφίδη είχε βρεθεί στις 24 Ιουνίου του 1991 δολοφονημένη μέσα στη βίλα τους, στο Ψυχικό από συγγενή της οικογένειας τον Αλέξανδρο Μακρίδη. Σημειώνεται ότι τόσο ο άτυχος βιομήχανος, ο 48χρονος Μιχάλης Χρυσαφίδης καθώς και η σύζυγός του Ελίζαμπεθ, 43 χρόνων και τα παιδιά τους Αλέξανδρος 16 και Γιώργος 18 είχαν βασανιστεί άγρια πριν δολοφονηθούν, ενώ από το σπίτι δεν έλειπαν χρήματα ή άλλα πολύτιμα τιμαλφή και κοσμήματα που να δικαιολογούν το κίνητρο της δολοφονίας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι παρά τις έρευνες της αστυνομίας δεν βρέθηκε
φάκελος του επιχειρηματία ο οποίος περιείχε μπλοκ επιταγών και διάφορα άλλα πολύτιμα έγγραφα.

Αμφιβολίες
Σύμφωνα δε με τις εκτιμήσεις του ιατροδικαστή τα μέλη της άτυχης οικογένειας δεν πέθαναν μαζί αλλά σταδιακά αφού οι ή ο βασανιστής τους τους σκότωναν από την Πέμπτη μέχρι την Κυριακή 24 Ιουνίου 1991. Χαρακτηριστικό είναι πως πρώτα βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν οι
άνδρες της οικογένειας και τελευταία η σύζυγος του επιχειρηματία, η 43χρονη Ελίζαμπεθ Χρυσαφίδη. Η αστυνομία εκφράζει την υπόνοια ότι πιθανώς οι άγνωστοι που ευθύνονται για τη δολοφονία της οικογένειας ήθελαν να αποσπάσουν κάποιο μυστικό πιθανώς το οποίο γνώριζε ο επιχειρηματίας. 
Επίσης ερωτηματικά προκαλεί ο χρόνος κατά τον οποίο τελέστηκαν οι  πράξεις σε σχέση με το χρόνο αναχώρησης του Ταϋλανδού μπάτλερ από τη χώρα μας προς την πατρίδα του, αφού σύμφωνα με εκτιμήσεις της αστυνομίας τόσο ο Ταϋλανδός όσο και η σύζυγός του η οποία εργαζόταν σ' άλλο σπίτι έφυγαν την Παρασκευή 22 Ιουνίου 1991 για τη χώρα τους, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ιατροδικαστή το τελευταίο θύμα, δηλαδή ο σύζυγος του επιχειρηματία Ελίζαμπεθ πέθανε στις 24 Ιουνίου, δηλαδή δύο ημέρες μετά. Η αστυνομία θεωρεί πως είτε ο Ταϋλανδός δεν έχει άμεση σχέση
με την υπόθεση είτε είχε κάποιους συνεργούς οι οποίοι αποτέλειωσαν το αποτρόπαιο έργο του.
Σημειώνεται πως ο Μιχάλης Χρυσαφίδης ήταν γνωστός βιομήχανος, ήταν ιδιοκτήτης έξι εταιριών οι οποίες είχαν συνολικό τζίρο 600.000.000 δραχμών ετησίως
Η τραγική ιστορία της φριχτής δολοφονίας και βασανισμού της οικογένειας Χρυσαφίδη αναβίωσε στα δικαστήρια της Σχολής Ευελπίδων τον Δεκέμβριο του 1995, όταν ο αρμόδιος ανακριτής που διερευνούσε την υπόθεση δέχθηκε την επίσκεψη δεκαμελούς επιτροπής των αρχών της Ταϋλάνδης οι
οποίοι είχαν εντοπίσει τα ίχνη του Ταϋλανδού "μπάτλερ" Μπρασέτ Σερντουασάν.Η επιτροπή η οποία απαρτιζόταν από οχτώ ανώτερους αξιωματικούς της αστυνομίας της Ταϋλάνδης και δύο ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς συνάντησε τον 18ο τακτικό ανακριτή από τον οποίο ζήτησε και έλαβε
αντίγραφο της πολυσέλιδης δικογραφίας της υπόθεσης προκειμένου να τη μελετήσει και να αποφασίσει αν τελικά ο 28χρονος "μπάτλερ" ο οποίος ζει στην Ταϋλάνδη, θα έπρεπε να διωχθεί ποινικά και θα παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη.
Σημειώνεται πως η χώρα μας δεν έχει υπογράψει συμφωνία δικαστικής συνδρομής με την Ταϋλάνδη και επομένως δεν ήταν δυνατή η έκδοση του Ταϋλανδού μπάτλερ στη χώρα μας προκειμένου να δικαστεί για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Ωστόσο πυκνή ομίχλη εξακολουθεί να καλύπτει ακόμη την υπόθεση αυτή που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη τον Ιούνιο του 1991, αφού παρά το γεγονός ότι όλες οι υποψίες των διωκτικών αρχών στρέφονται σε βάρος του 28χρονου Ταϋλανδού, ο οποίος εργαζόταν στο σπίτι ως οικονόμος, εν τούτοις τα στοιχεία χαρακτηρίζονται ανεπαρκή για να του αποδοθούν ποινικές ευθύνες.

Το σπίτι έμεινε στοιχειωμένο και κανένας δεν το αγόρασε ώσπου το πήρε ο δημοσιογράφος Γιώργος Τράγκα.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

21 Ιουνίου 1975: Η ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» κάνει πρεμιέρα στους αμερικανικούς κινηματογράφους.


Τα σαγόνια του καρχαρία (αγγλικά: Jaws) είναι ο τίτλος αμερικανικού περιπετειώδους θρίλερ παραγωγής 1975 σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ. Πρωταγωνιστούν οι Ρόι Σάιντερ, Ρίτσαρντ Ντρέιφους και Ρόμπερτ Σο.

Πλοκή 
Όλα κυλούν ήρεμα σε ένα νησί με κύριο εισόδημα τον τουρισμό, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας καρχαρίας που επιτίθεται σε ανθρώπους. Αν και ο αρχηγός της αστυνομίας επιμένει να κλείσουν οι παραλίες, ο δήμαρχος αρνείται. Όταν ο αριθμός των θυμάτων αρχίζει να αυξάνεται, ο αρχηγός, ένας ειδικός για τους καρχαρίες και ένας έμπειρος καπετάνιος αναχωρούν για να σκοτώσουν τον καρχαρία, πρωτού προκαλέσει κι άλλα προβλήματα.

Ηθοποιοί και Χαρακτήρες 
Ρόι Σάιντερ στο ρόλο του Μάρτιν Μπρόντι
Ρίτσαρντ Ντρέιφους στο ρόλο του Ματ Χούπερ
Ρόμπερτ Σο στο ρόλο του Σαμ Κουίντ
Λορέιν Γκάρι στο ρόλο της Έλεν Μπρόντι
Μάρεϊ Χάμιλτον στο ρόλο του Λάρι Βον
Τζέφρεϊ Κρέιμερ στο ρόλο του Χέντρικς

Box Office 
Προϋπολογισμός: 7.000.000 δολάρια
Θέση ανοίγματος: 1η
Πρεμιέρα (άνοιγμα τριημέρου): 7.000.000 δολάρια
Εισπράξεις στην Αμερική: 260.000.000 δολάρια
Παγκόσμιες εισπράξεις: 470.600.000 δολάρια

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

20 Ιουνίου 1962: Το ΚΚΕ αποκαθιστά τον Άρη Βελουχιώτη, τον οποίο είχε «καταδικάσει» το 1945.


O Άρης Βελουχιώτης (Λαμία, 27 Αυγούστου 1905 - Μεσούντα Άρτης, 16 Ιουνίου 1945) (πραγματικό όνομα Αθανάσιος Κλάρας ) ήταν καπετάνιος και ηγετικό στέλεχος του ΕΛΑΣ και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Ήταν ηγετική, αλλά και αμφιλεγόμενη μορφή της Εθνικής Αντίστασης κατά την περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής της Ελλάδας, ιδρυτής του ΕΛΑΣ και στέλεχος του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, από τους πιο επίμονους υπέρμαχους για τον αντιστασιακό αγώνα και την ελεύθερη διενέργεια δημοψηφίσματος μετά την απελευθέρωση, που θα αποφάσιζε για την επιστροφή του βασιλιά και τον τύπο του πολιτεύματος. Υπήρξε ο ουσιαστικός αρχηγός του ΕΛΑΣ και μία τραγική φιγούρα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Κυνηγήθηκε γιατί ήταν κομμουνιστής και δημιουργός και αρχηγός ενός μεγάλου εθελοντικού στρατού με διαφορετική άποψη για τον ορισμό της έννοιας "καλό":
- Η ηγεσία του ΚΚΕ έλεγε: "Ό,τι είναι καλό για το κόμμα, είναι καλό και για το λαό".
- Ο Άρης Βελουχιώτης έλεγε: "Ό,τι είναι καλό για το λαό, είναι καλό και για το κόμμα".


Βιογραφία 
O Αθανάσιος Κλάρας γεννήθηκε στη Λαμία σε εύπορη και ευυπόληπτη οικογένεια της ρουμελιώτικης αυτής πόλης. O πατέρας του ήταν δικηγόρος. Σπούδασε στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή της Λάρισας. Μετά την αποφοίτησή του, το 1922 και με τις φροντίδες του πατέρα του διορίζεται σαν Γεωπόνος, στη Γεωργική Υπηρεσία. Υπηρετεί πρώτα στη Δράμα και το 1923 στα Τρίκαλα. Και στις δύο υπηρεσίες έρχεται σε σύγκρουση με τους προϊσταμένους του και τελικά παραιτείται. Από το 1924 και μετά κατεβαίνει στην Αθήνα, έρχεται σε επαφή με τον κομμουνιστή συμπατριώτη του απ' τη Λαμία, Τάκη Φίτσιο. Μετά από μια περίοδο δοκιμής εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία και αφοσιώθηκε στον αγώνα για τη διάδοση των αρχών του κομμουνισμού. Το 1925 κατατάσσεται στο στρατό και γίνεται Δεκανέας Πυροβολικού, αλλά μόλις γίνεται αντιληπτή η κομμουνιστική του δράση καθαιρείται από δεκανέας και στέλνεται στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου. Απολύεται το 1927 απ' το στρατό και κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα ο οποίος πλέον χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο "Μιζέριας". Ο ίδιος διάλεξε το ψευδώνυμο αυτό επειδή ήθελε να ταυτιστεί με το φτωχό λαό, αλλά κι επειδή έτσι τον αποκαλούσαν οι φίλοι του λόγω της μεγάλης ευταξίας του ακόμα και στα απλούστερα πράγματα που χρησιμοποιούσε.. Από τότε και στο εξής η ζωή του είναι ταυτισμένη με τον κομμουνιστικό αγώνα και τις πολιτικές διώξεις. Στο Ριζοσπάστη της 9/9/1931 ο Κλάρας απαντάει στους κατακριτές του για κλοπές την περίοδο πριν το 1924, αρθρογραφώντας με τίτλο: "ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΛΩΠΟΔΥΤΩΝ ΕΙΣΤΕ ΕΣΕΙΣ. ΤΟ ΚΚ ΕΙΝΑΙ ΚΟΜΜΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ." Και υπότιτλο απ' την ίδια την εφημερίδα ΕΝΑ ΡΑΠΙΣΜΑ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ ΜΑΣ σ. ΚΛΑΡΑΣ.

«Στους ληστές και δολοφόνους του εργαζόμενου λαού, σ' αυτούς που βρωμάν ανηθικότητα δεν οφείλω καμιάν εξήγηση. Μιαν εξήγηση όμως ντόμπρη, σταράτη οφείλω στις εργαζόμενες μάζες της Ελλάδας. Καταδικάστηκα για κλοπή το 1924; Έκανα κλοπή το 1924; Ναι! Και έκανα την κλοπή και καταδικάστηκα! Γιατί έκλεψα; Γεννημένος μέσα στο καθεστώς αυτό της ληστείας, της διαφθοράς, του πνευματικού σκότους και της διαστρέβλωσης της πνευματικής, έχοντας για σύμβουλο τον διεφθαρμένο αστικό πολιτισμό, έφτασα στο σημείο να κλέψω. Όχι αυτό μόνο. Ρωτήστε τον τόπο της καταγωγής μου: Θα μάθετε πως στα μικρά μου χρόνια χαρτόπαιζα, μεθούσα, πιστόλιζα για το τίποτε και τον τυχόντα μέσα στα καφενεία. Αυτά ως το 1924, ακόμα και το '25 σχεδόν, όταν επί τέλους άρχισα με τη βοήθεια κομμουνιστών εργατών και διανοουμένων να βλέπω όχι θολά, μα με κάποια καθαρότητα. Έφτασε λίγος καιρός να απαλλαγώ απ' την επίδραση του διεφθαρμένου αστικού πολιτισμού. Ήμουνα πια στους κόλπους του Κομμουνιστικού κόμματος. Αν στη ζωή μου υπάρχει ένα σημείο που με συγκίνηση και με υπερηφάνεια αφάνταστη από καιρού σε καιρό γυρίζω και βλέπω, είναι ακριβώς η εποχή που μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Διαπαιδαγωγήθηκα ταξικά, έμαθα το συμφέρο μου, πέταξα τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό στα μούτρα της λωποδύτριας μπουρζουαζίας και ρίχτηκα με πίστη, με θέληση, με ηρωισμό στον αγώνα για τις εργαζόμενες μάζες. Έκτοτε δεν έχω στο ενεργητικό μου παρά φυλακίσεις για πάλη επαναστατική. Μιλάν τα γεγονότα, μιλάει αυτή η αλήθεια. Ούτε ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ. Είναι αυτό σε βάρος μου; Είναι αυτό στοιχείο ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα; ΤΙΜΗ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ότι γλίτωσα απ' τη διαφθορά της συνείδησης, στην οποία με οδηγούσε το ληστρικό αστικό καθεστώς και κόσμησα τον Κλάρα που φερόντανε τροχάδην στον γκρεμό με ΑΓΝΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ στοιχεία και μόνο με τέτοια »

Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου θα συλληφθεί αρκετές φορές και θα εξορισθεί στην Γαύδο. Τον Ιούνιο του 1939 βρέθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας,μαζί με τον ηγέτη του Κ.Κ.Ε Νίκο Ζαχαριάδη. Όπως πολλά μέλη του κόμματος εκείνη την εποχή είχε ένα σκληρό δίλημμα: να υπογράψει μια δήλωση μετανοίας με την οποία θα αποποιείτο τον Κομμουνισμό και να αφεθεί ελεύθερος ή να αρνηθεί και να μείνει στη φυλακή. Τελικά υπέγραψε δήλωση.Φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές ως το 1940. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο πολέμησε ως λοχίας πυροβολικού. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, άρχισε την παράνομη αντιστασιακή δράση του. Αντικατέστησε με το ψευδώνυμο Βελουχιώτης από τον Νοέμβριο του 1941 όταν, ως στέλεχος του ΕΑΜ προετοίμαζε τον ένοπλο αγώνα στη Ρούμελη εναντίον των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών. Στις 15/5/1941 ο Κλάρας διοργανώνει σύσκεψη στο δάσος της Καισαριανής με θέμα την οργάνωση της αντίστασης. Έλεγε :

«Ακόμα και τα καριοφίλια των προγόνων μας του '21 θα ξεθάψουμε! Μην αμφιβάλλετε, πως γρήγορα θα το σκάσουν τα παλικάρια του κόμματος απ' τις φυλακές και τα ξερονήσια για να βρεθούν στις πρώτες γραμμές του εθνικολαϊκού αγώνα»

Τον Ιανουάριο του 1942, σε συνεννόηση με το ΚΚΕ, ανέβηκε στο βουνό για τη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων. Υπήρξε ηγέτης του ΕΛΑΣ (του αντάρτικου σώματος του ΕΑΜ) κατά τον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τις απαρχές του Εμφυλίου που ακολούθησε ανάμεσα στους κομμουνιστές αντιστασιακούς και τον αστικό πολιτικό κόσμο. Το Φεβρουάριο του 1942 είχε συγκροτήσει ένοπλη ομάδα από 15 άνδρες και άρχισε τον αγώνα από το χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας. Με την αύξηση της δύναμης του ΕΛΑΣ ο Βελουχιώτης ανέλαβε ηγετική θέση και η φήμη του εδραιώθηκε μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου τη νύχτα 25-26 Νοεμβρίου 1942, που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία ανταρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη, του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και Άγγλων αξιωματικών.

Ακολούθησε τον Δεκέμβριο του 1942 η επιτυχία του κατά τη σύγκρουση του με ιταλικό σύνταγμα στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας και σειρά άλλων επιχειρήσεων. Μετά την επιτυχία που είχε η συνεργασία των ανταρτικών ομάδων στην ανατίναξη του Γοργοπόταμου, καταβλήθηκε προσπάθεια για την εδραίωση της συνεργασίας των αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων. Οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν και η αποτυχία επισφραγίστηκε ύστερα από μια άκαρπη συνάντηση του Αρη Βελουχιώτη με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον υπαρχηγό της βρετανικής αποστολής, Κρις Γούντχαουζ στη Ροβελίστα της Ηπείρου (Δεκέμβριος του 1942). Η αποτυχία αυτή είχε ως επακόλουθο την ένταση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών ομάδων, αποκορύφωμα των οποίων ήταν η δολοφονία του συνταγματάρχη της ΕΚΚΑ Δημήτριου Ψαρρού από στέλεχος του ΕΛΑΣ. Για το έγκλημα αυτό θεωρήθηκε υπεύθυνος και εντολοδόχος ο Βελουχιώτης, αν και ο ίδιος δεν ήταν παρών στη δολοφονία. Από τη Ρούμελη ο Βελουχιώτης στάλθηκε στην Πελοπόννησο και πολέμησε επικεφαλής του ΕΛΑΣ της περιοχής εναντίον των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, που αποτελούσαν τις δυνάμεις ασφαλείας των κατοχικών κυβερνήσεων. Ιδιαίτερα αιματηρές για τα Τάγματα Ασφάλειας, αλλά και για τον ΕΛΑΣ, ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου μετά τον Σεπτέμβριο του 1944 όταν άρχισαν να αποχωρούν οι Γερμανοί. Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1944, ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του υπουργού της εξόριστης κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και έφυγε για τη Ρούμελη τον επόμενο μήνα, τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα. Τον Νοέμβριο του 1944 σε σύσκεψη καπετάνιων του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ για την αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους:

«Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει.»

Αντικρούστηκε όμως από τον καπετάνιο της Ομάδας Μεραρχιών της Μακεδονίας, Μάρκο Βαφειάδη και τελικά ο Άρης Βελουχιώτης δεν έλαβε μέρος στα Δεκεμβριανά. Η υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας από το ΚΚΕ στις αρχές του 1945, οδήγησε στην παράδοση μεγάλου αριθμού όπλων και τη διάλυση του ΕΛΑΣ και σήμανε την έναρξη διώξεων και αντεκδικήσεων εναντίον των κομμουνιστών. Ο Άρης Βελουχιώτης ήρθε τότε σε ανοιχτή σύγκρουση και ρήξη με το ΚΚΕ εξαιτίας της άρνησής του να παραδώσει τα όπλα μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Βελουχιώτης και ύστερα από την σύναψη της συμφωνίας της Βάρκιζας συνέχισε την αγωνιστική δράση του, ιδρύοντας το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ) και τον νέο ΕΛΑΣ με στόχο τον αγώνα εναντίον των Άγγλων και της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Ο Βελουχιώτης, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945) υπέγραψε με τον στρατιωτικό αρχηγό του ΕΛΑΣ, Στέφανο Σαράφη, την αποστράτευση των ανταρτικών ομάδων, κατηγόρησε όμως με δριμύτητα την πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ για την εσφαλμένη τακτική της, που, κατά την άποψη του, οδηγούσε στην εγκαθίδρυση των Άγγλων στην Ελλάδα και στη δίωξη των αγωνιστών του ΕΑΜ. Στις 24/3/1945 στέλνει γράμμα στα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ :

Η «διαφώτιση» του λαού, των οπαδών του ΕΑΜ και των οπαδών και μελών του ΚΚΕ επί της «αναγκαιότητας» της πολιτικής της Βάρκιζας είναι αστεία κυριολεκτικά και κανένα μέλος του ΚΚΕ δεν την πιστεύει. Μα και τι διαφώτιση να γίνει; Κατά ποιο ταχυδακτυλουργικό τρόπο θα μπορούσε το άσπρο να γίνει μαύρο;

Τελικά στο Γαρδίκι, παρά την αρχική αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον του νέου ζυγού, η ενέργειά του όμως αυτή προκάλεσε την αντίδραση όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της ηγεσίας του ΚΚΕ, που τον αποκήρυξε.

Το ΚΚΕ τον κατήγγειλε ανοιχτά με κατηγορίες όπως "τυχοδιωκτικό και ύποπτο στοιχείο" βγάζοντας απόφαση με σύνθημα "ούτε φαϊ, ούτε νερό στον Μιζέρια" (προπολεμικό παρατσούκλι του Άρη). Στο τέλος το ΚΚΕ τον διέγραψε και από μέλος του. Η απόφαση του ΚΚΕ για διαγραφή του Βελουχιώτη ανακοινώθηκε την ίδια μέρα με την αυτοκτονία του στη Μεσούντα (περιοχή του Αχελλώου) δηλαδή στις 16 Ιουνίου 1945..
Το τέλος του Άρη Βελουχιώτη (1945) 
Στις 15 Ιουνίου 1945 ο Άρης Βελουχιώτης είχε κυκλωθεί στη Χαράδρα του Φάγκου (Αχελώος Ποταμός) στο χωριό Μεσούντα του Ν. Άρτας, δυτικά από ομάδες της "Εθνοφυλακής", που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Βόιδαρο (120 άτομα), και ανατολικά τον καταδίωκε τμήμα του Ελληνικού Στρατού, ειδικά επιλεγμένο από μέλη του ΚΚΕ, στο οποίο συμμετείχε ο Ρίζος Μπόκοτας. Μέχρι το 2004, στην επίσημη ιστοριογραφία υπήρχαν διχογνωμίες αν ο Άρης Βελουχιώτης αυτοκτόνησε ή αν εκτελέστηκε από το απόσπασμα καταδίωξης. Η μοναδική υπάρχουσα μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Άγγελου Λύκκα από την Ελάτη Άρτας, για τον θάνατο του Άρη Βελουχιώτη, καταγράφηκε το έτος 1982 σε συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γκούβα και έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο του ΓΓ του ΕΑΜ, Νίκου Αποστόλου . Σύμφωνα λοιπόν μ' αυτή, ο Άρης και ο Τζαβέλας αυτοκτόνησαν με χειροβομβίδα στην κοιλιά και κατόπιν το τάγμα εθνοφυλάκων καταδιώξής των, αποκεφάλισε τα πτώματά τους. Μάλιστα βάλανε τον αιχμάλωτο αντάρτη του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Δράκο να κάνει τους αποκεφαλισμούς.

Η βεβήλωση του πτώματος 
Τα κεφάλια Άρη Βελουχιώτη και του «Τζαβέλλα» μετά τη Μεσούντα Άρτας τα μετέφεραν και τα επέδειξαν με γλέντια σε κατοίκους πρώτα στο χωριό Μυρόφυλλο και κατόπιν τα πήγαν στα Τρίκαλα.. Εκεί κρεμάστηκαν σε κεντρικό φανοστάτη της πλατείας Ρήγα Φεραίου. «Το κρέμασμα των κεφαλιών ακολουθεί μια γιορτή ζούγκλας που διαρκεί ως το ξημέρωμα της άλλης μέρας, με πίπιζες, νταούλια, ζουρνάδες, βασιλικά θούρια και με το "Ζέρβα μ', σε θέλει ο βασιλιάς..."» . Στη συνέχεια ήρθε στα Τρίκαλα ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης Ναπολέων Ζέρβας (ξυρισμένος πλέον, χωρίς μούσι) για να επιβεβαιώσει την ταυτότητα (είχαν μακρινή συγγένεια), και στη συνέχεια τα κεφάλια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και είναι άγνωστο τι απέγιναν. Για το γεγονός αυτό πέραν της φωτογραφίας που είναι διαθέσιμη, κάνει αναφορά με ειδική σκηνή ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος στην ταινία του «Ο Θίασος» (1976). Υπήρχαν πληροφορίες ότι τα ταριχευμένα κεφάλια μεταφέρθηκαν στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών και αργότερα στο Εγκληματολογικό Μουσείο Αθηνών, το οποίο στεγάζεται στην Έδρα Ιστολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Γουδί. Όμως σε επιτόπια επίσκεψη του Χαράλαμπου Γκούβα το 1981 στο εν λόγω Μουσείο (κλειστό για το κοινό) δεν υπήρχε εκεί κεφάλι Άρη Βελουχιώτη ή Τζαβέλα, ενώ υπήρχαν τα κεφάλια των ληστών Γιαγκούλα, Νταβέλη κ.λπ. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του δεν ήταν γνωστές μέχρι το 2004. Η Εθνοφυλακή διέταξε τον Δράκο και αποκεφάλισε το πτώμα του και κρέμασε το κεφάλι του στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων την μεθεπόμενη ημέρα. Το όνομα του Βελουχιώτη έγινε συνώνυμο με τη δράση του ΕΛΑΣ και οι απόψεις για τη δράση του υπήρξαν ποικίλες και συχνά αντιφατικές. Πολλά επίσης υπήρξαν τα δημοσιεύματα για τον Βελουχιώτη, εκτός από την αναφορά σε γενικά έργα.

Διαγραφή από το ΚΚΕ
Την ίδια ημέρα του θανάτου του Άρη Βελουχιώτη, η εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσίευσε την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τη διαγραφή του Βελουχιώτη από το κόμμα. Το κείμενο έχει ως εξής: «Το ΠΓ ενέκρινε τη δημοσίευση στο "Ριζοσπάστη", της απόφασης της 1ης Ολομέλειας της ΚΕ για τον Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια). Ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ γιατό λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη, ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να ξανα...στρώσει με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ του έδωσε τη δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίδει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη δράση του που μονάχα τον εχθρό ευνοεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας οσοδήποτε ψηλά κι αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος κι αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία».

Αποκατάσταση από ΚΚΕ 
Το ΚΚΕ αποφάσισε να αποκαταστήσει πολιτικά τον Βελουχιώτη, κατά την πανελλαδική συνδιάσκεψη που έγινε στις 16 Ιουλίου 2011. Ενώ στην απόφαση τονίζεται ότι ο Βελουχιώτης "είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας", ωστόσο δεν αποκαταστάθηκε η κομματική του ιδιότητα. Η κομματική του ιδιότητα δεν αποκαταστάθηκε διότι, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ίδια Πανελλαδική Συνδιάσκεψη-παραβίασε την κομματική πειθαρχία, καθώς και ότι αξιοποίησε τη φήμη και τον σεβασμό που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας. Η επίσημη τελετή πραγματοποιήθηκε στη Λαμία, στις 9 Οκτωβρίου 2011.

20 Ιουνίου 1840: Ο Σάμουελ Μορς πατεντάρει τον τηλέγραφο.


Το διάσημο τηλεγράφημα που έστειλε το 1844 ο Σάμιουελ Μορς στον Alfred Vail από την Κάπιτολ της Ουάσιγκτον στη Βαλτιμόρη: "What hath God wrought"

Ο ηλεκτρικός τηλέγραφος είναι μια διάταξη με την οποία γραπτά σημεία μεταδίδονται από τον ένα σταθμό στον άλλο με τη βοήθεια του ηλεκτρικού ρεύματος.

Κάθε τηλεγραφικό σύστημα αποτελείται από:
την πηγή της ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι ηλεκτρική στήλη, γεννήτρια ή συσσωρευτής,
το μηχάνημα - πομπό για την παραγωγή διακοπτόμενου ηλεκτρικού ρεύματος,
τη γραμμή για τη μεταβίβαση του ρεύματος από τον ένα σταθμό στον άλλο και
το μηχάνημα - δέκτη για τη λήψη των διακοπτόμενων ρευμάτων και τη μετατροπή τους σε γραπτά, ηχητικά ή οπτικά σημεία.
Η πρώτη τηλεγραφική μηχανή εφευρέθηκε από τον Σάμιουελ Μορς το 1838. Ο Μορς σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να διαβιβάσει με δύο σύρματα ηλεκτρικό ρεύμα με διακοπές. Οι διακοπές θα αντιπροσώπευαν τα γράμματα του αλφαβήτου. Έτσι επινόησε ένα αλφάβητο, που αποτελείται από ρεύμα μικρής και μεγάλης διάρκειας (στιγμές και γραμμές ή παύλες). Ο συνδυασμός στιγμών και γραμμών δίνει όλο το αλφάβητο και τους αριθμούς 0 ως 9.

Το σύστημα Μορς τέθηκε σε εφαρμογή. Η πρώτη σπουδαία τηλεγραφική επικοινωνία έγινε μεταξύ Ουάσιγκτον και Βαλτιμόρης στις Η.Π.Α. Αργότερα η ενσύρματη τηλεπικοινωνία τελειοποιήθηκε. Στην αρχή τα σήματα Μορς τα κατέγραφε η συσκευή λήψης πάνω σε ταινία. Κατόπιν χρησιμοποιήθηκαν ηχεία και η λήψη γινόταν κύρια με το αφτί. Σήμερα σχεδόν παντού χρησιμοποιούνται συσκευές που μετατρέπουν αυτόματα τα σήματα Μορς σε αλφάβητο.

Με την εφεύρεση του ασύρματου, το αλφάβητο Μορς χρησιμοποιήθηκε και στην ασύρματη τηλεπικοινωνία. Έτσι, όλα τα πλοία και όλα τα απομονωμένα από τον κόσμο εργοστάσια ή ακόμη και αεροπλάνα ή αυτοκίνητα μπορούν να επικοινωνούν και να συνεννοούνται με όλο τον κόσμο.

Ο ενσύρματος τηλέγραφος αποτελείται από ένα διακόπτη, από έναν ηλεκτρονόμο, από μια μπαταρία και τις γραμμές σύνδεσης. Μαζί με αυτά υπάρχει και ένας ωρολογιακός μηχανισμός, που ξετυλίγει μια χάρτινη κορδέλα, πάνω στην οποία γίνεται η εγγραφή σημάτων του Μορς που εκπέμπει ο ανταποκριτής. Γράφονται δηλαδή αυτόματα κατά τη λήψη των σημάτων οι στιγμές και οι γραμμές που αποτελούν τα γράμματα των λέξεων.

Το πρόβλημα που παρουσιάστηκε με την εφεύρεση του ενσύρματου τηλέγραφου ήταν η σύνδεση με υποβρύχια καλώδια. Έτσι το 1842 έχουμε την πρώτη υποβρύχια σύνδεση μεταξύ Νέας Υόρκης και του Νησιού των Κυβερνητών.

Από τότε η τηλεγραφία αναπτύχθηκε και συνεχώς τελειοποιείται.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

19 Ιουνίου 2010: πεθαίνει ο Μανούτε Μπολ, σουδανέζος μπασκετμπολίστας με θητεία στο ΝΒΑ, ένας από τους ψηλότερους στην ιστορία του αθλήματος (2,30 μ.)

«Όταν λες σε εμάς στο Σουδάν τη λέξη ‘Μανούτε’, σκεφτόμαστε όλα τα πράγματα που έκανε για να βοηθήσει τον κόσμο… δεν σκεφτόμαστε για το μπάσκετ, παρά μόνο αργότερα. Όλα όσα έκανε και δεν είχε ανάγκη να τα κάνει. Δεν θα ήταν χαρούμενος αν δεν βοηθούσε όλον αυτόν τον κόσμο» (Λούολ Ντενγκ). Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Μανούτε Μπολ, που δεν ήταν απλά ένας παίκτης του NBA, ήταν ένας τεράστιος άνθρωπος, με το μεγαλείο της ψυχής του να ξεπερνά το ύψος του.

Με ύψος 2.31 μέτρα, ο Μανούτε Μπολ άφησε τη δική του ιστορία στο NBA. Αλλά πάνω και πέρα απ’ όλα άφησε το στίγμα του στη χώρα του, βοηθώντας πάρα πολύ κόσμο. Το όνομά του σημαίνει «ξεχωριστή ευλογία» και πράγματι ο Μπολ ήταν ευλογία για το Σουδάν. Δυστυχώς, η ζωή του τελείωσε πολύ γρήγορα, στα 48 του χρόνια, πολύ πριν προλάβει να τελειώσει το ανθρωπιστικό του έργο.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Τα δημοσιεύματα για την καταληκτική πάθηση του Μανούτε Μπολ είναι λίγο συγκεχυμένα και δε μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα τη νόσο που αποτέλεσε την αιτία θανάτου του. Ας προσπαθήσουμε να τα ξεδιαλύνουμε.

Οι πηγές μιλούν περί συνδρόμου Stevens-Johnson και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Το σύνδρομο Stevens-Johnson είναι μια σχετικά σπάνια (περίπου 25000 νέες περιπτώσεις ανά έτος) δερματολογική νόσος που μπορεί να προκαλέσει διαταραχές από ποικίλα όργανα του σώματος, όπως και οι νεφροί. Η αιτιολογία του συνδρόμου δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένη, αλλά φαίνεται ότι αρκετά φάρμακα (ορισμένα από τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως) σχετίζονται με την εμφάνισή του. Ορισμένα φάρμακα που εμπλέκονται στην αιτιολογία του Stevens-Johnson μπορεί να χρησιμοποιούνται στη θεραπεία νεφρικών παθήσεων.

Συνεπώς, δεν είναι ασφαλές το τι να υποθέσουμε, αφού οι δημοσιεύσεις αναφέρουν ότι τα φάρμακα που έπαιρνε για μια νεφρική νόσο από την οποία έπασχε του προκάλεσαν το σύνδρομο Stevens-Johnson, αλλά και το τελευταίο μπορεί να καταλήξει σε νεφρική ανεπάρκεια (και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα). Οπότε, η προέλευση της νεφρικής του νόσου είναι ασαφής.

Επιπλέον, γράφτηκε ότι ο Μπολ είχε χάσει μεγάλες επιφάνειες από το δέρμα του λόγω του συνδρόμου. Στην πραγματικότητα, το Stevens-Johnson προκαλεί αποκόλληση της επιδερμίδας σε λιγότερο από το 10% της επιφάνειας του δέρματος, σχετίζεται με λήψη φαρμάκων σε ποσοστό 50%, ενώ είναι θανατηφόρο σε λιγότερο από το 5% των ασθενών. Άρα, αν θελήσουμε να επιχειρήσουμε μία ιατρική υπόθεση, βασισμένοι στα (έστω λιγοστά) υπάρχοντα δεδομένα, ο Μανούτε Μπολ είναι πιθανότερο να έπασχε από Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση, μια δερματολογική διαταραχή του τύπου του Stevens-Johnson αλλά βαρύτερη, η οποία προκαλεί αποκόλληση δερματικών εστιών σε ποσοστό άνω του 30%, σχετίζεται με φάρμακα στο 80% των περιπτώσεων, ενώ έχει βαρύτερη εξέλιξη και μεγαλύτερη θνητότητα από το τυπικό Stevens-Johnson.

Σε κάθε περίπτωση, η βαρύτητα της δερματολογικής κατάστασής του, η επιπλοκή της με νεφρική προσβολή και η πλημμελής αντιμετώπισή της (οι συγγενείς του προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να τον μεταφέρουν σε μία πλήρη μονάδα εγκαυμάτων, όπου πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτοί οι ασθενείς) οδήγησαν στο μοιραίο.


Η ΑΡΧΗ
Ο Μανούτε Μπολ γεννήθηκε ως γιος του αρχηγού της φυλής των Dinka στο Σουδάν και ως παιδί πρόσεχε τα ζώα της οικογένειας, σκοτώνοντας μάλιστα κάποια στιγμή ένα λιοντάρι που επιτέθηκε στο κοπάδι με ακόντιο, όπως ο ίδιος έχει επαναλάβει πολλές φορές σε συνεντεύξεις του.

Το μπάσκετ το ξεκίνησε το 1978, σε ηλικία 16 ετών, και έπαιξε αρκετά χρόνια σε ομάδες του Σουδάν. Ένας προπονητής πανεπιστημίου της περιοχής τον έπεισε να ταξιδέψει στις Η.Π.Α. για να παίξει μπάσκετ. Εκεί, το 1983 ο Μανούτε Μπολ επιλέχθηκε από τους Σαν Ντιέγκο Κλίπερς στον 5ο γύρο του ντραφτ. Όμως, το NBA ακύρωσε την επιλογή, κρίνοντας ότι ο Μπολ δεν είχε δικαίωμα να μπει στο ντραφτ. Μετά τον κάλεσε το κολέγιο Κλίβελαντ Στέιτ, όμως εκεί δεν έπαιξε ποτέ, καθώς το μπασκετικό πρόγραμμα του κολεγίου τέθηκε υπό επιτήρηση για δύο χρόνια, επειδή βοήθησε οικονομικά τον Μπολ και άλλους δύο αφρικανούς παίκτες. Τελικά, έπαιξε τη σεζόν 1984-85 στο κολέγιο 2ης κατηγορίας του Μπρίτζπορτ.

ΤΟ NBA
Το 1985 ο Μπολ επιλέχθηκε στο νούμερο 31 του ντραφτ από τους Ουάσινγκτον Μπούλετς. Έπαιξε 10 χρόνια στο NBA προτού ένας σοβαρός τραυματισμός τον αναγκάσει να αποσυρθεί σε ηλικία 33 ετών το 1995. Έπαιξε σε Μπουλετς, Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς, Φιλαντάλφια Σίξερς και Μαϊάμι Χιτ.

Ο Μπολ ήταν υπερβολικά αδύνατος και πολλές φορές αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στην άμυνα με δυνατούς σέντερ. Όμως, ήταν ο άνθρωπος που ανήγαγε τις… τάπες σε άλλο επίπεδο, τρομοκρατώντας αντιπάλους για 10 χρόνια στο NBA. Επίσης, κατά τη διάρκεια της καριέρας του βελτίωσε πολύ το… σουτ τριών πόντων, τόσο ώστε να έχει 31% στην τελευταία «γεμάτη» σεζόν του.

Ρεκόρ του τα 6/12 τρίποντα (όλα στο 2ο ημίχρονο) εναντίον των Σανς το 1993 με τη Φιλαντέλφια. Στην τελευταία του σεζόν με τους Ουόριορς είχε 3/3 τρίποντα, εναντίον των Τίμπεργουλβς όλα περίπου από τα 8.5-9 μέτρα!

Ο Μπολ είχε μετρηθεί 2.31 χωρίς παπούτσια και ήταν τότε ο ψηλότερος παίκτης που είχε παίξει στο NBA. Πλέον, είναι ο 2ος ψηλότερος πίσω από τον Γκιόργκε Μουρεσάν. Όμως, παραμένει ο παίκτης με το μεγαλύτερο άνοιγμα χεριών στην ιστορία του NBA, αφού το άνοιγμα των χεριών του έφτανε στα 2.59 μέτρα!

Στη ρούκι σεζόν του είχε 5.0 τάπες ανά αγώνα (!) αριθμός που αποτελεί ρεκόρ NBA για ρούκι. Τα χέρια του και το ύψος του, αλλά βεβαίως και ο συγχρονισμός των κινήσεών του, τον καθιστούν πιθανότατα τον καλύτερο μπλοκέρ στην ιστορία του NBA. Έχει (σε ισοβαθμία) το ρεκόρ για τις περισσότερες τάπες σε ένα ημίχρονο (11), σε μια περίοδο (8, δύο φορές), ενώ σε ένα ματς (με τους Μάτζικ) έκανε 4 συνεχόμενες τάπες στη διάρκεια μιας άμυνας! Είναι 1ος στην ιστορία του NBA στις τάπες ανά 48 λεπτά (8.6 μέσο όρο) περίπου 50% πάνω απ’ τον 2ο, είναι 2ος σε μέσο όρο ταπών ανά αγώνα (3.34), 14ος σε σύνολο ταπών (2.086), ενώ είναι ο μόνος παίκτης στην ιστορία του NBA που έχει κάνει περισσότερες τάπες απ’ όσους πόντους έχει βάλει (1.599 πόντους).

Το 1993-94 στην Ουάσινγκτον υπέγραψε για να βοηθήσει στην μπασκετική εξέλιξη του Γκιόργκε Μουρεσάν, ενώ το ίδιο έκανε και αργότερα στην ίδια σεζόν στους Σίξερς με τον Σον Μπράντλεϊ.

ΜΕΤΑ ΤΟ NBA
«Ήταν το 1991 όταν για πρώτη φορά είδα το Σουδάν να αναφέρεται στην αμερικανική τηλεόραση, όταν η κυβέρνηση σκότωνε το λαό μου. Είπα ‘δεν μπορεί να είναι δίκαιο αυτό, πρέπει κάτι να κάνω’. Αποφάσισα να γίνω μαχητής. Ένιωσα ότι είχα βγάλει πολλά λεφτά και ότι έπρεπε να προσφέρω στους συνανθρώπους μου».

Η ζωή του Μανούτε Μπολ μετά το NBA είναι ένας διαρκής αγώνας να βοηθήσει τους συμπατριώτες του. Ίδρυσε το Ring True Foundation, όπου και δώρισε τα περισσότερα από τα χρήματα που είχε βγάλει στο NBA (υπολογίζεται περίπου 3.5 εκατομμύρια δολάρια), με σκοπό να βοηθάει τους χριστιανούς του Σουδάν, αλλά και τους πρόσφυγες με φάρμακα και τρόφιμα.

Το 2001 του πρόσφεραν τη θέση του Υπουργού Αθλητισμού στην κυβέρνηση, θέση που αρνήθηκε, καθώς προϋπόθεση γι’ αυτή ήταν να ασπαστεί το ισλαμ (ο Μπολ ήταν χριστιανός). Αργότερα του απαγορεύτηκε η έξοδος απ’ τη χώρα, καθώς κατηγορήθηκε ότι υποστήριζε τους χριστιανούς επαναστάτες (των οποίων ηγούνταν οι Dinka, η φυλή του), τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό του Σουδάν. Για να μπορέσει να πάρει βίζα, η κυβέρνηση του ζήτησε έξτρα λεφτά, τα οποία και μαζεύτηκαν με έρανο στις Η.Π.Α. από ανθρώπους που θαύμαζαν το φιλανθρωπικό του έργο, με αποτέλεσμα ο Μπολ και η οικογένειά του να μπορέσουν μετά από 6 μήνες να διαφύγουν στην Αίγυπτο. Από εκεί μετέβησαν στις Η.Π.Α. όπου θεωρήθηκαν θρησκευτικοί πρόσφυγες.

Πέραν του Οργανισμού που ίδρυσε, ο Μπολ έλαβε μέρος και σε αναρίθμητες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, όπως ο Sudan Freedom Walk (Περίπατος της Ελευθερίας του Σουδάν) το 2006, που είναι παρέλαση τριών εβδομάδων από το κτίριο του Ο.Η.Ε. στη Νέα Υόρκη μέχρι το Καπιτώλιο στην Ουάσινγκτον. Συμμετείχε σε αγώνα μποξ, έκανε τον τζόκεϊ σε κούρσα, έπαιξε χόκεï στον πάγο, χωρίς να έχει ξανανέβει σε πατίνια πάγου, όλα αυτά για να στείλει τα χρήματα από τις εκδηλώσεις στη χώρα του και τους συνανθρώπους του. Ποτέ δεν δίστασε να κάνει κάτι, όσο γελοίο κι αν ακουγόταν, γιατί τα προβλήματα της πατρίδας του ξεπερνούσαν κατά πολύ την όποια ανάγκη για… επιφανειακή αξιοπρέπεια είχε. Γιατί όποιος τον έβλεπε πάνω στο άλογο ή με πατίνια ποτέ δεν σκεφτόταν τον «κλόουν», αλλά πάντα την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που τα έδωσε όλα για τους συνανθρώπους του.

Όσο ήταν στην Αίγυπτο ο Μπολ διηύθυνε ένα μπασκετικό σχολείο στο Κάιρο και εκεί βοήθησε πολύ έναν 7χρονο τότε Σουδανό πρόσφυγα και μαθητή στο σχολείο, να κυνηγήσει το όνειρό του στο μπάσκετ. Προφανώς, αναφέρομαι στον Λούολ Ντενγκ, με τον οποίο κράτησε στενή σχέση ως το τέλος της ζωής του. «Αυτός μας έμαθε τα βασικά του μπάσκετ, τους κανόνες, πώς να παίζουμε το παιχνίδι. Αν ο Μανούτε δεν αγαπούσε τόσο πολύ τους συνανθρώπους του και δεν προσπαθούσε πάντα τόσο πολύ να βοηθάει τους άλλους, εγώ μάλλον δεν θα ήμουν τώρα εδώ», έχει πει ο Ντενγκ.

Ο πρόεδρος των Σίξερς, Εντ Στεφάνσκι, είπε για τον Μπολ: «Η επιρροή του στην πόλη μας, την ομάδα μας και το μπάσκετ δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Πάντα έδινε κομμάτια του εαυτού του με την γενναιοδωρία του και τις ανθρωπιστικές του προσπάθειες να κάνει τον κόσμο γύρω του ένα αρκετά καλύτερο μέρος. Και γι’ αυτό θα τον θυμόμαστε για πάντα».

Έτσι ήταν. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Μπολ μαχόταν καθημερινά για ενά καλύτερο Σουδάν, χωρίς διαφθορά και με συμφιλιωμένα τα αντίπαλα στρατόπεδα, μέσω του οργανισμού Sudan Sunrise. Σε αυτό το πλαίσιο είχε ξεκινήσει να χτίζει ένα σχολείο στο χωριό του, ενώ είχε στόχο να χτίσει άλλα 40 σε όλο το Σουδάν. Παρότι άρρωστος, έμεινε πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε στη χώρα για να βοηθήσει εναντίον της διαφθοράς, με αποτέλεσμα να χειροτερέψει πολύ, με τα άλλα μέλη του οργανισμού να λένε ότι από την αρρώστια έμεινε μέχρι και 11 συνεχόμενες μέρες νηστικός λόγω πληγών στο στόμα του. Μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή πάλευε για το Σουδάν και τους συνανθρώπους του, χωρίς ούτε για μια στιγμή να σκεφτεί τον εαυτό του. Ο Μανούτε Μπολ ήταν κάτι παραπάνω από «ένας αληθινός ανθρωπιστής, ένας πρεσβευτής του αθλήματος του μπάσκετ» (Τεντ Λεόνσις, Ουίζαρντς). Ο Μανούτε Μπολ ήταν ένας σύγχρονος ήρωας. Και ως τέτοιον θα πρέπει να τον θυμόμαστε.


πηγή: http://www.ageofbasketball.net/

19 Ιουνίου 1951: πεθαίνει ο Άγγελος Σικελιανός, ποιητής. (Γεν. 15/3/1884)


Ο Άγγελος Σικελιανός (15 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.

Βιογραφία 
Γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο. Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση και το θέατρο. Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού αποτέλεσε ο γάμος του, το 1907, με την Αμερικανίδα Eva Palmer, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία. Ο γάμος τους τελέστηκε στην Αμερική, ενώ εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Ακολούθησε μια περίοδος έντονης αναζήτησης. που καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ο Πρόλογος στη Ζωή ολοκληρώθηκε αργότερα με τη Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας. Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ Θεού, της περιόδου 1917 - 1920, καθώς και διάφορες συνεργασίες του με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.

Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά το Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του Παλαμά το 1943.

Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ. Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνώ

19 Ιουνίου 1989: Ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησής του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Χρήστο Σαρτζετάκη, μετά την ήττα του στις βουλευτικές εκλογές.


Αποτελέσματα των εκλογών της 18 Ιουνίου 1989


Οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 που διεξήχθησαν από την κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου κερδήθηκαν από τον Κ. Μητσοτάκη, αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι εκλογές διεξήχθησαν με το σύστημα του Νόμου 1847/1989 (παραλλαγή της απλής αναλογικής) που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση λίγο πριν τις εκλογές.

Η ΝΔ με 44,3% των ψήφων κατέλαβε 145 έδρες, το ΠΑΣΟΚ με 39,1% 125 έδρες, ο Συνασπισμός με 13,1% 28 έδρες και από 1 έδρα κατέλαβαν η ΔΗΑΝΑ με 1% και ο ανεξάρτητος Μουσουλμάνος με 0,5%.

19 Ιουνίου 1984: Οι Σικάγο Μπουλς επιλέγουν από τα ντραφτ τον Μάικλ Τζόρνταν, ο οποίος φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και είχε καταλάβει την τρίτη θέση μετά τον Χακίμ Ολάζοουν και τον Σαμ Μπόουι.


Ο Μάικλ Τζέφρι Τζόρνταν (Michael Jeffrey Jordan, γεννημένος στις 17 Φεβρουαρίου 1963) είναι Αμερικανός παλαίμαχος καλαθοσφαιριστής. Θεωρείται ευρέως ως ο καλύτερος καλαθοσφαιριστής όλων των εποχών. Έχει παίξει στους Σικάγο Μπουλς και στους Ουάσινγκτον Ουίζαρντς (Wasington Wizards) και τερμάτισε την καριέρα του το 2003.

Μεγαλούργησε τη δεκαετία του 1990 κυρίως φορώντας τη φανέλα των Σικάγο Μπουλς με το νούμερο 23. Υπήρξε επίσης μέλος της Εθνικής ομάδας των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της λαμπρής καριέρας του κατέκτησε μεγάλο αριθμό τίτλων και προσωπικών βραβείων. Βοήθησε μάλιστα τους Σικάγο Μπουλς να κατακτήσουν 6 πρωταθλήματα ΝΒΑ και την Εθνική Αμερικής για 2 χρυσά μετάλλια. Αυτός, ο Μπάρκλεϊ, ο Μάτζικ Τζόνσον, ο Λάρρυ Μπερντ, ο Ντέιβιντ Ρόμπινσον και άλλοι, αποτελούσαν την dream team της Εθνικής Αμερικής.

Συγκαταλέγεται στους πιο αναγνωρίσιμους αθλητές παγκοσμίως, όλων των εποχών και από όλα τα αθλήματα. Το όνομά του είναι ένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα στο χώρο του μπάσκετ και συνδυάστηκε με τεράστια εμπορική επιτυχία για τις εταιρίες με τις οποίες συνεργάστηκε. Μέχρι και ο αντίπαλος του, Λάρρυ Μπέρντ (Larry Bird), παραδέχτηκε ότι ποτέ το μπάσκετ δεν γνώρισε καλύτερο παίκτη από τον Τζόρνταν.

Σήμερα είναι ενεργός επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης της ομάδας του NBA, Charlotte Bobcats.

19 Ιουνίου 1827: Περίπτωση Νενέκου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απειλεί όσους Έλληνες προσκυνούν τον Μωάμεθ.


Ο Δημήτριος Νενέκος ήταν οπλαρχηγός της Επαρχίας Πατρών κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν αρβανίτικης καταγωγήςαπό το χωριό Ζουμπάτα (σήμερα Πηγή). Κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης αγωνίστηκε πιστά και με ανδρεία τόσο στις μάχες στην Πελοπόννησο, όσο και στην Δυτική Στερεά Ελλάδα. Κατά την εκστρατεία όμως του Ιμπραήμ πασά το 1825, δελεάστηκε από υλικά ανταλλάγματα και μετατράπηκε σε συνειδητό προδότη της Επανάστασης. Έμεινε πιστός μέχρι τέλους στη συμμαχία του με τον Ιμπραήμ με συνέπεια το όνομά του να γίνει συνώνυμο του προδότη και του προσκυνημένου.

Ο Νενέκος υπαγόταν στρατιωτικά στον προεστό της Αχαΐας Θάνο Κανακάρη και στον γιο του Μπενιζέλο Ρούφο και είχε περισσότερους στρατιώτες από τον εξάδελφό του Αθανάσιο Σαγιά, ο οποίος άνηκε στη σφαίρα επιρροής του Κολοκοτρώνη[2]. Και οι δύο στρατολογούσαν στην επικράτεια των Ζουμπατοχωρίων και τα πρώτα χρόνια ο Νενέκος αποδείχθηκε επίσημος και ικανός καπετάνιος αποκτώντας ισχύ μεταξύ των συγχωριανών του. Αναφέρεται ότι ο Νενέκος για να αποκτήσει την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των οπλαρχηγών του Μπενιζέλου Ρούφου, δολοφόνησε τους αντιζήλους του Σπανοκυριάκο και Σαγιά (αδελφό του Αθανασίου). Τον Μάρτιο του 1822, εξεστράτευσε με εντολή της Επαρχίας Πατρών στην Δυτική Στερεά Ελλάδα με 70 άνδρες υπό τον στρατηγό Κανέλλο Δεληγιάννη. Αρχικά χρησίμευσε ως οδηγός του σώματος του Γενναίου Κολοκοτρώνη, ενώ στην συνέχεια μετακινήθηκε στο Μακρυνόρος και ακολούθησε τον Ανδρέα Ίσκο. Αναδείχθηκε σε έναν από τους γενναιότερους καπεταναίους της περιοχής του και έγινε γνωστός επίσης από την πολιορκία των Πατρών, ενώ εξεστράτευσε μαζί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Οι χωρικοί της Επαρχίας Πατρών είχαν πάντοτε προβλήματα λόγω της συνεχούς παρουσίας Οθωμανών στην περιοχή τους που μετακινούνταν από και προς το φρούριο της Πάτρας, τα οποία επιδεινώθηκαν περισσότερο μετά την εισβολή του Ιμπραήμ. Ο Ιμπραήμ Πασάς και ο Δελή Αχμέτ Πασάς προσέλκυσε τους χωρικούς των Ζουμπατοχωρίων με το προσκύνημα, εκμεταλλευόμενος την άθλια κατάστασή τους και τις καλές σχέσεις που ανέπτυξαν αυτοί με τους επίσης ομιλούντες την αλβανική γλώσσα έγκλειστους στην Πάτρα μωαμεθανούς του Λάλα. Άρχισαν οι χωρικοί να έρχονται ελεύθερα σε εμπορικές και φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους της Πάτρας, χωρίς να τους ενοχλεί κανείς κατόπιν εντολών των πασάδων. Με την απλή προϋπόθεση της υποταγής (προσκυνήματος). Πρωταγωνιστής σε αυτήν την διαδικασία υπήρξε ο Νενέκος από τον οποίον ἤγοντο καὶ ἐφέροντο όλοι οι Αρβανίτες των χωριών της Πάτρας, όπως ισχυρίζεται ο Φωτάκος. Ο Ιμπραήμ συμπάθησε πολύ τον Νενέκο στον οποίο χάρισε χρήματα, άλογα, του υποσχέθηκε γαίες και ασυδοσία προς αυτόν και όλη τη γενεά του κληρονομικώς και εκτός των άλλων προκάλεσε και σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο ονομάστηκε Μπέης Νενέκος. Ο Νενέκος οργάνωσε με τους επίσης προσκυνημένους οπλαρχηγούς 2,000 ενόπλους της περιοχής του που ακολουθούσαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, σαν οπισθοφυλακή με αρκετές συμμετοχές σε συγκρούσεις με τους επαναστάτες. Όπως αναφέρει ο Φωτάκος γρήγορα οι υπόλοιποι αρχικά σύντροφοι του Νενέκου στο προσκύνημα, οπλαρχηγοί Κοντογεωργακαίοι, Σταμάτης Μποτιώτης, Χαρμπίλας, Γκολφίνος Λουμπεστιάνος, Τσετσεβίτες, Κώστας Γκερμπεσιώτης, οι Αγιοβλασίτες αδελφοί Οικονομόπουλοι αποσπάστηκαν αμέσως από τους προδότες χωρίς να έλθουν σε επαφή με τους Τούρκους, αλλά τα αποτελέσματα δεν άλλαξαν πολύ, αφού τα πλήθη των χωρικών ακολουθούσαν τυφλά τον Νενέκο. Ο Χαρμπίλας και ο Σαγιάς κατόπιν οδηγιών του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη[7] επιχείρησαν μάταια να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους προς απομάκρυνση των κατοίκων των Ζουμπατοχωρίων απο τον Νενέκο και τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Το γεγονός που εξόργισε τον Κολοκοτρώνη ήταν ότι ο Νενέκος είχε την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει ή να εξοντώσει τον Ιμπραήμ και δεν το έπραξε. Σημειωτέον ότι ο Ιμπραήμ χρησιμοποιούσε κάθε είδους μέσο, τρομοκρατία και βαρβαρότητες, ακόμα και απόπειρες δολοφονίας κατά του Κολοκοτρώνη για να σβήσει την Επανάσταση. Το περιστατικό περιγράφεται από τον Φωτάκο[8] Ο Ιμπραήμ βρέθηκε στο έλεος του Νενέκου, όταν χάθηκε μόνος του σε δάσος, αλλά ο Νενέκος πιστός στην συμφωνία τους τον περιποιήθηκε και τον οδήγησε ασφαλή στο στρατό του.

 Εἰς δὲ τὸν Ἰμβραὴμ ἐρχόμενον, ὡς εἴπαμεν, ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς τὰ Καλάβρυτα συνέβη τὸ ἀκόλουθον συμβάν. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἐκεῖ ἐπαραδρόμησε, καὶ χωρισθεὶς ἀπὸ τὴν φρουράν του ἐπλανᾶτο ἐμβὰς μέσα εἰς τὸ πλησίον δάσος. Ἀφοῦ δὲ ἐπλανήθη ἕως ἕνα διάστημα, ἐννοήσας τὴν παραδρομήν, ἐπέστρεφε πάλιν ὀπίσω, καὶ κατὰ τύχην ἔπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Τουρκοπροσκυνημένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαταγήν του παρηκολούθουν τὸν στρατόν του ὡς ὀπισθοφύλακες. Ὁ Πασᾶς ἦτο μόνον καὶ ἀκολούθει αὐτὸν μόνον ἕνας Τοῦρκος τσιμπουκοδότης. Ὁλόκληρος δὲ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐβάδιζε μὲ τὸν Νενέκον, καὶ ἐφρουρεῖτο ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς Ἕλληνας. Ἀπὸ δὲ τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἕως τὸ Λιβάδι τῆς Σάλμενας, ὅπου ἐστρατοπέδευσε τὸ διάστημα εἶναι ὀκτὼ περίπου ὡρῶν. Καθ᾿ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ἐκοιμήθη πολλὴν ὥραν ἀπὸ κάτω εἰς ἕνα δένδρον ἕως ὅτου ἡ ζέστα ἐπέρασεν. Ἔπειτα δὲ ἀφοῦ ἐξύπνησεν, οἱ Ἕλληνες τοῦ ἔδωκαν τροφὴν καὶ ἔφαγε, καὶ μετὰ ταῦτα συνώδευσαν αὐτὸν ἕως τὸ βράδυ καὶ τὸν ὡδήγησαν ἀσφαλῶς εἰς τὸ στρατόπεδον. Φθάσας δὲ ὁ Ἰμβραὴμ εἰς τὸ στρατόπεδον ἐθύμωσε καὶ ἐμάλωσε ὅλους τοὺς σωματάρχας του. Ἔπειτα ἐπαίνεσε τὸν Νενέκον διὰ τὴν πίστιν του, καὶ παρησίᾳ μάλιστα τὸν ἐχάϊδευσε μὲ τὰ χέρια του ἐνώπιον τῶν ἐπισήμων Τούρκων. Ἔπειτα δὲ ἔγραψε καὶ ἐσύστησε πρὸς τὸν Σουλτάνον τὸν Νενέκον διὰ τὴν τοιαύτην πίστιν καὶ εὐεργεσία πρὸς αὐτόν, καὶ ὁ Σουλτάνος τὸν ὠνόμασε Μπέην καὶ τοῦ ἐχάρισε πολλὰς γαίας, καὶ οὕτως ἔκτοτε ὁ Νενέκος ἐλέγετο Μπέης ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ δὲ Νενέκος τότε ἐλάμβανεν αἰχμάλωτον τὸν Ἰμβραὴμ, ἐὰν ἤθελε. Μάλιστα δὲ ἐκεῖ πλησίον ἦτο τὸ μοναστῆρι τῆς Μακελαριᾶς ὀνομαζόμενον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπόρθητον. Πλησίον δὲ ἦτο ἐπίσης καὶ ἀσφαλέστερον ἐκείνου τὸ Μέγα Σπήλαιον· οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν θὰ ἐγνώριζαν τὶ ἔγεινεν ὁ ἀρχηγός των· ἀλλ᾿ ὁ ἀσυνείδητος αὐτὸς ἄνθρωπος ἐφύλαξε τὴν πίστιν του πρὸς τοὺς Τούρκους. Ὅλα δὲ ταῦτα ἔμαθεν ὁ Γενικὸς Ἀρχηγός, καὶ ἀγανακτήσας ὡρκίσθη παρρησία ἡμῶν εἰς τὸν Μεγάλον Θεὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ εἶπεν, ὄτι ἐπιθυμεῖ τὸν φόνον τοῦ Νενέκου, καὶ ἂν τὸν εὕρισκε πουθενὰ μὲ τὰ ἴδιά του χέρια τὸν ἐφόνευε· (πρᾶγμα πολὺ παράξενον καὶ πρωτάκουστον ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ ὁμιλῇ περὶ φόνου, καὶ ὅτι μόνος του θέλει νὰ τὸν κάμῃ). Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Ἀθανάσιος Σαγιᾶς ἐφόνευσε τὸν Νενέκον.

Ο ϊδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης περιγράφει λακωνικά στα απομνημονεύματά του την οριστική εντολή του για την εκτέλεση του Νενέκου, που παρέμενε πιστός στους Τούρκους ακόμα και όταν έφτασε ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδος.

Ο εκτελεστής του Νενέκου, ήταν ο Αθανάσιος Σαγιάς, κατά μία εκδοχή ήταν γυναικαδελφός και πρωτοπαλήκαρο του Νενέκου. Ο Φωτάκος τον αναφέρει σαν εξάδελφό του. Κατά την οικογενειακή παράδοση που αναφέρει ο Πέτρος Μπαλιώτης, από το χωριό Αγία Σωτήρα (Πέρα) Μεσσηνίας, ο Σαγιάς ήταν πρόγονός του και η ιστορία του διασώθηκε γραπτώς. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή ο Σαγιάς, αρχικά δέχθηκε να πραγματοποιήσει την εκτέλεση αλλά σύντομα μετάνιωσε και μετακινήθηκε στη Μεσσηνία. Τελικά τον βρήκαν οι άνθρωποι του Κολοκοτρώνη και τον υποχρέωσαν να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Λόγω του τίτλου του Μπέη που έφερε ο Νενέκος, υπήρξε επίσημη διαμαρτυρία στην Ελληνική Πολιτεία απο την Οθωμανική Πύλη.

Φαίνεται όμως ότι ο Νενέκος εξακολουθούσε να έχει αρκετή υπόληψη ανάμεσα στους κατοίκους των Ζουμπατοχωρίων, όπως φαίνεται από θρηνητικά τραγούδια της περιοχής τους που διέσωσε ο συμβολαιογράφος Δημήτριος Ζαλογγίτης στα τέλη 19ου αιώνα

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

18 Ιουνίου 1901: Ένας λαμπτήρας από φυσητό γυαλί και νήμα άνθρακα, ανάβει για πρώτη φορά στον Πυροσβεστικό Σταθμό του Σέλμορ στις ΗΠΑ. Δεν θα σβήσει ποτέ από τότε και το 1972 θα μπει στο Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες. Συνεχίζει να γράφει ιστορία με την ονομασία Εκατονταετής Γλόμπος.

Κάποιος ξέχασε να κλείσει το διακόπτη: σε έναν σταθμό της πυροσβεστικής στην Καλιφόρνια, μια λάμπα παραμένει αδιαλείπτως αναμμένη εδώ και 110 χρόνια.

Είναι ο μακροβιότερος αναμμένος γλόμπος, ο οποίος έχει το δικό του δικτυακό τόπο (http://www.centennialbulb.org/) , το δικό του προφίλ στο Facebook (https://www.facebook.com/livermorecentenniallightbulb) και παρακολουθείται διαρκώς με κάμερα.

Ο λεγόμενος «Εκατονταετής Γλόμπος» λάμπει στον Πυροσβεστικό Σταθμό 6 του Λίβερμορ από τις 18 Ιουνίου του 1901 -έντεκα χρόνια πριν από το ναυάγιο του Τιτανικού.

Το 1972 κέρδισε μια θέση στο Βιβλίο των Ρεκόρ Guiness ως το «μακροβιότερο φως του κόσμου».

Κατασκευασμένος από φυσητό γυαλί και νήμα από άνθρακα, ο λαμπτήρας, μοντέλο της εταιρείας Shelby Electric Company, έχει ισχύ μόλις 4 Watt

18 Ιουνίου 1815: Η Μάχη του Βατερλό. Οι ενωμένες δυνάμεις Βρετανών και Πρώσων, υπό τους στρατηγούς Ουέλινγκτον και Μπλίχερ αντίστοιχα, συντρίβουν τις γαλλικές δυνάμεις, των οποίων ηγείται ο αυτοκράτορας Ναπολέων Βοναπάρτης.


Η Μάχη του Βατερλώ διεξήχθη την Κυριακή 18 Ιουνίου 1815 κοντά στο Βατερλώ (Waterloo) της Φλαμανδίας, στο σημερινό Βέλγιο. Ο Αυτοκρατορικός Γαλλικός Στρατός υπό τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Βοναπάρτη ηττήθηκε από την Στρατιά του Εβδόμου Συνασπισμού, μια Συμμαχική Στρατιά Άγγλων υπό τον Δούκα του Ουέλινγκτον και Πρώσων υπό τον Γκέμπχαρντ Λέμπερεχτ φον Μπλύχερ. Η ήττα του Ναπολέοντα σηματοδότησε το τέλος του αξιώματός του ως Αυτοκράτορα και την εξορία του στην Νήσο της Αγίας Ελένης.

Με την επιστροφή του Ναπολέοντα στην εξουσία το 1815, πολλά κράτη δυσαρεστήθηκαν και άρχισαν να δημιουργούν στρατούς κατά του Ναπολέοντα, δημιουργώντας τον Έβδομο Συνασπισμό. Δύο δυνάμεις υπό τον Ουέλινγκτον και τον Φον Μπλύχερ δημιουργούνταν σιγά-σιγά στη ανατολική Γαλλία. Ο Ναπολέων επέλεξε να επιτεθεί με την ελπίδα να καταστρέψει τον Έβδομο Συνασπισμό προτού τον καταστρέψει εκείνος.

Ο Ναπολέων καθυστέρησε τη Μάχη του Βατερλώ μέχρι το μεσημέρι της 18ης Ιουνίου για να επιτρέψει στο έδαφος να στεγνώσει. Ο Στρατός του Ουέλινγκτον τοποθετήθηκε στον δρόμο των Βρυξελλών, στο Όρος Αγίας Ιωάννας, και αντιστάθηκε σε δεκάδες γαλλικές επιθέσεις μέχρι το βράδυ, ώσπου ήρθε ο Πρωσικός Στρατός και διέλυσε τα πλευρά του Γαλλικού Στρατού. Εκείνη τη στιγμή, ο Δούκας του Ουέλινγκτον αντεπιτέθηκε προκαλώντας πανικό και σύγχυση στον Αυτοκρατορικό Στρατό. Επιδίωξη του Εβδόμου Συνασπισμού ήταν η άνοδος του Λουδοβίκου του 17ου στον θρόνο. Ο Ναπολέων παραιτήθηκε, παραδόθηκε στους Βρετανούς και εξορίστηκε στην Αγία Ελένη, όπου και πέθανε το 1821.

Το πεδίο μάχης είναι στο σημερινό Βέλγιο, περίπου οκτώ μίλια (12 χλμ.) από τις Βρυξέλλες, και περίπου ένα μίλι (1,6 χλμ.) από την πόλη του Βατερλώ. Στο πεδίο της μάχης σήμερα κυριαρχεί ένα μεγάλο μνημείο, το Λιοντάρι του Αναχώματος.

Προσχεδιασμός 
Στις 13 Μαρτίου 1815, έξι ημέρες πριν να φτάσει ο Ναπολέοντας στο Παρίσι είχαν δηλωθεί οι εξουσίες του Συνεδρίου της Βιέννης. Τέσσερις μέρες αργότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσική Αυτοκρατορία, η Αυτοκρατορία των Αψβούργων και η Πρωσία είχαν κινητοποιήσει τεράστιες στρατιές εναντίον της Γαλλίας. Ο Ναπολέων ήξερε ότι έπρεπε να καταστρέψει μία τουλάχιστον δύναμη και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν ο Γαλλικός Θρόνος. Πίστευε ότι αν μπορούσε να καταστρέψει την υπάρχουσα συμμαχική δύναμη στα νότια των Βρυξελλών προτού ενισχυθούν, θα μπορούσε να οδηγήσει τους Βρετανούς πίσω στη θάλασσα και έτσι να βγουν οι Πρώσοι έξω από τον πόλεμο. Επίσης ήταν θετικό το γεγονός ότι στο Βέλγιο, η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Γαλλόφωνη.


Τα σχέδια της Εκστρατείας του Βατερλώ
Τα σχέδια του Ουέλινγκτον για την αντιμετώπιση του Γαλλικού Στρατού είχαν σκοπό να κινηθεί ο στρατός μέσω Μονς, στις Νοτιοδυτικές Βρυξέλλες. Ο Ναπολέων διαίρεσε τον στρατό του. Έδωσε την αριστερή και την δεξιά πλευρά στον Στρατηγό Νέυ και ο Βοναπάρτης έθεσε υπό την διοίκησή του ένα αποθεματικό στράτευμα. Τα τρία στρατεύματα έμειναν κοντά μεταξύ τους για να υποστηρίξουν το ένα μεταξύ τους. Διέσχισαν τα σύνορα κοντά στο Σαρλουά πριν την αυγή στις 15 Ιουνίου, οι Γάλλοι κατέλαβαν τα φυλάκια του Συνασπισμού εξασφαλίζοντας την ιδανική θέση του Ναπολέοντα, μεταξύ Ουέλινγκτον και Μπλύχερ.

Το βράδυ της 15ης Ιουνίου ο Ουέλινγκτον ήταν βέβαιος ότι η επίθεση στο Σαρλουά ήταν η κύρια επίθεση των Γάλλων. Τις πρώτες πρωινές ώρες, η Δούκισσα του Ρίτσμοντ έλαβε μία επιστολή από τον Πρίγκιπα της Οράγγης και συγκλονίστηκε από την ταχύτητα του Ναπολέοντα. Διέταξε εσπευσμένα τον στρατό της να συγκεντρωθεί στο Κάτρ Μπρά, οπού ο Πρίγκιπας της Οράγγης με την ταξιαρχία του Βερνάρδου της Σαξ-Βαϊμάρης κρατούσε μία αδύναμη θέση κατά της αριστερής πλευράς του Νέυ.

Ο Βοναπάρτης κινήθηκε πρώτα κατά του Πρωσικού Στρατού με την δεξιά πλευρά και το εφεδρικό του στράτευμα και νίκησε τον Μπλύχερ στη Μάχη της Λινύ (Ligny). Ο Νέυ βρισκόταν στο σταυροδρόμι του Κάτρ Μπρά, οπού ο Πρίγκιπας της Οράγγης, παρότι είχε αποκρούσει με το στρατό του κύριες γαλλικές δυνάμεις, άρχιζε σταδιακά να υποχωρεί λόγω της συντριπτικής πλειοψηφίας των Γάλλων. Όμως ο Πρίγκηπας ενισχύθηκε από τον Ουέλινγκτον. Πήρε την διοίκηση στα χέρια του και απώθησε τον Νέυ, εξασφαλίζοντας το σταυροδρόμι νωρίς το απόγευμα, χωρίς όμως να υποστηρίξει τον Γκέμπχαρτ φον Μπλύχερ που ηττήθηκε.

Η υποχώρηση του Μπλύχερ δεν ήταν ουσιαστική. Η οπισθοφυλακή είχε μείνει στην θέση της, κάτι που αγνοήθηκε από τους Γάλλους. Αλλά, το σημαντικό είναι ότι υποχώρησαν προς την Γραμμή του Δούκα του Ουέλινγκτον, κι έτσι καθ όλη τη διάρκεια των μαχών υπήρχε μεταξύ τους υποστήριξη εξ αποστάσεως και επικοινωνία. Τα απομεινάρια του Στρατού του Γκέμπχαρτ φον Μπλύχερ δημιούργησαν το 4ο Πρωσικό Σώμα Μπλύχερ, το οποίο δεν βρισκόταν στη Λινύ αλλά σε ισχυρή θέση, νότια της Βαβρ.

Ο Ναπολέοντας, με τα αποθεματικά στρατεύματα έκανε μία καθυστερημένη επίθεση, στις 17 Ιουνίου, ενίσχυσε τον Στρατηγό του και επιτέθηκαν στις 13:00 στις θέσεις του Ουέλινγκτον αλλά τις βρήκαν κενές. Οι Γάλλοι απωθήθηκαν από τον Ουέλινγκτον, όμως υπήρξε μόνο μία μικρή σύγκρουση μεταξύ του ιππικού, λόγω των καταρρακτωδών βροχών που υπήρχαν το βράδυ. Ο Ναπολέων διέταξε με 33.000 άνδρες να δώσει συνέχεια στην υποχώρηση των Πρώσων. Με την καθυστερημένη έναρξη του Βοναπάρτη, υπήρχε αβεβαιότητα, καθώς η ασάφεια των εντολών του Ναπολέοντα είχε κάνει να αποτραπεί η απώθηση του Πρωσικού Στρατού, φθάνοντας στην Βαβρ, απ όπου θα μπορούσε να υποστηρίξει την πορεία του Αγγλοολλανδικού Στρατού. Μέχρι το τέλος της 17ης Ιουνίου, ο στρατός του Ουέλινγκτον είχε φθάσει στη θέση του στο Βατερλώ, με το κυρίως σώμα του Ναπολέοντα να ακολουθεί, και τον Μπλύχερ να είναι στην Βαβρ, περίπου οκτώ μίλια (13 χλμ.) από τα ανατολικά της πόλης.

Στρατοί 
Τρεις Στρατοί συμμετείχαν στην μάχη, στην οποία ηττήθηκε η Armée du Nord, ο Στρατός του Ναπολέοντα. Ο Αυτοκρατορικός Στρατός αριθμούσε 72.000 άνδρες. Αποτελείτο από 50.000 στρατιώτες πεζικού, 14.000 στρατιώτες ιππικού, 7.000 στρατιώτες πυροβολικού και 250 πυροβόλα. Ο Ναπολέων, για να καλύψει τις ανάγκες των Εκστρατειών του, είχε κηρύξει γενική επιστράτευση, αλλά στην Εκστρατεία του Βατερλώ δεν χρησιμοποίησε εφέδρους στρατιώτες. Τα περισσότερα στρατεύματά του συμμετείχαν σε όλη τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Το ιππικό ήταν τεράστιο και περιλάμβανε 14 συντάγματα τεθωρακισμένου βαρύ ιππικού. Ο Στρατός του Συνασπισμού δεν είχε τεθωρακισμένο ιππικό και ο Ουέλινγκτον είχε μόνο μια χούφτα από ελαφρύ ιππικό.

Τα στρατεύματα του Ουέλινγκτον αποτελούνταν από 67.000 άνδρες: 50.000 πεζούς, 11.000 ιππείς, 6.000 πυροβολητές και 150 πυροβόλα. Από αυτούς οι 24.000 ήταν Βρετανοί και 6.000 από την Λεγεώνα του Βασιλιά Γερμανού. Όλα τα στρατεύματα του Βρετανικού Στρατού ήταν τακτικοί στρατιώτες και 7.000 από αυτούς ήταν Βετεράνου του Πολέμου της Χερσονήσου. Υπήρχαν επίσης 17.000 βελγικά και ολλανδικά στρατεύματα,11.000 από το Ανόβερο, 6.000 από το Μπράουνσβαϊγκ και 3.000 από το Ντεσάου.

Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες του Ουέλινγκτον είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Ναπολέοντα, στη Γαλλία ή σε άλλη περιοχή που είχε κατακτηθεί από τον Γαλλικό Στρατό, με εξαίρεση κάποιους από το Ανόβερο και το Μπράουνσβαϊγκ που είχαν πολεμήσει με τους Βρετανούς στον Πόλεμο της Χερσονήσου. Πολλά από τα στρατεύματά του ήταν άπειρη Πολιτοφυλακή. Επίσης είχε 7 βρετανικά και 3 ολλανδικά συντάγματα βαρίου ιππικού. Ο Δούκας της Υόρκης έστειλε πολλούς αξιωματικούς στον Ουέλινγκτον, ακόμη και τον δεύτερο στην διαδοχή του αξιώματος Κόμη Όξμπριτζ. Ο Όξμπριτζ διέταξε το ιππικό να σταλεί στον Ουέλινγκτον. Επίσης είχαν σταλεί 17.000 στρατιώτες προς τον Συνασπισμό στο Χωλλ. Σύμφωνα με τον Ουέλινγκτον θα αποτελούσαν την οπισθοφυλακή. Αποτελούνταν από ολλανδικά στρατεύματα υπό τον Πρίγκιπα της Οράγγης, τον νεότερο αδερφό του Πρίγκιπα Φρειδερίκου των Κάτω Χωρών.

Ο Πρωσικός Στρατός ήταν σε πλήρη αναδιοργάνωση. Το 1815, τα πρώην Συντάγματα Έφεδροι, Λεγεώνες και Φράικορπς ήταν εθελοντές από τους πολέμους του 1813-14, απορροφήθηκαν μαζί με πολλά συντάγματα Πολιτοφυλακής (Λάντβερ). Το περισσότερο μέρος της Πολιτοφυλακής ήταν ανεκπαίδευτο όταν ήρθε στο Βέλγιο. Το Πρωσικό Ιππικό βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση. Το πυροβολικό ήταν στην ίδια κατάσταση και από τη αρχή είχε δώσει την εντύπωση ότι δεν θα δώσει το βέλτιστο. Αντιστάθμισε όμως το γεγονός ότι το Γενικό Επιτελείο του Πρωσικού Στρατού κατείχε άριστη και επαγγελματική ηγεσία. Το αντίθετο ήταν το Γενικό Επιτελείο της Γαλλίας, από όπου δίνονταν ασαφείς εντολές. Το σύστημα του Πρωσικού στρατού ήταν να ενημερώνονται οι στρατιώτες 24 ώρες πριν την διεξαγωγή μάχης. 48.000 στρατιώτες, δηλαδή 2 ταξιαρχίες, υπό τον Φρειδερίκο Φον Μπύλοβ, Διοικητή του 4ου Σώματος, επιτέθηκαν στο Λομπέ στις 16:30,ενώ το 1ο και 2ο Σώμα Στρατού, υπό τον Γεώργιο Φον Πίρς βρισκόταν στο Ζίττεν στις 18:00.

Πεδίο Μάχης 
Η θέση του Βατερλώ ήταν ισχυρή. Αποτελούνταν από μία μακριά κορυφογραμμή από την Ανατολή έως τη Δύση, η οποία χωρίζεται στα δύο, καθέτως προς τον δρόμο των Βρυξελλών. Κατά μήκος της κορυφής της κορυφογραμμής υπήρχε ο δρόμος Οχαίν, μία βαθιά χωρισμένη λωρίδα. Κοντά στη διασταύρωση με το δρόμο των Βρυξελλών υπήρχε μία μεγάλη φτελιά, η οποία ήταν περίπου στο κέντρο της Θέσης το Ουέλλινγκτον, όπου έστησε το Στρατηγείο του κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Ουέλλιμγκτον ανέπτυξε το πεζικό του σε μία γραμμή ακριβώς πίσω από την κορυφή της κορυφογραμμής μετά τον δρόμο Οχαίν. Χρησιμοποιώντας την αντίστροφη κλίση, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, ο Ουέλλινγκτον απέκρυψε τη δύναμή του από τους Γάλλους, με εξαίρεση τους Ακροβολιστές και το Πυροβολικό. Χρησιμοποιώντας την αντίστροφη κλίση, όπως ο ίδιος είχε πολλές φορές στο παρελθόν, Ουέλινγκτον απέκρυψε τη δύναμή του από τους Γάλλους, με εξαίρεση τις ακροβολιστές του και το πυροβολικό. Το μήκος της μπροστά από το πεδίο της μάχης ήταν σχετικά μικρή σε δύο και μισή μίλια ( 4 χιλιόμετρα). Αυτό επέτρεψε στον Ουέλινγκτον να συντάξει τις δυνάμεις του σε βάθος, κάτι που έπραξε στο κέντρο και δεξιά, σε όλη τη διαδρομή προς το χωριό Braine-l'Alleud, με την προσδοκία ότι οι Πρώσοι θα ενισχύσουν τα αριστερά του, κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Μπροστά από το περιβόλι, υπήρχαν τρεις θέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εμπλουτισθούν. Δεξιά υπήρχε ο πύργος, ο κήπος, το περιβόλι του χωριού Hougoumont, και δίπλα ένα μεγάλο καλοφτιαγμένο εξοχικό σπίτι, κρυμμένο στα δέντρα. Στην αριστερή του πλευρά υπήρχε ένα μικρό χωριουδάκι, το Papelotte. Τόσο το Hougoumont όσο και το Papelotte ήταν εξαιρετικά οχυρωμένες θέσεις και συνεπώς, ο Ουέλλινγκτον θα διέθετε τα πλευρά του για ασφάλεια. Στο Papelotte, στο δρόμο για την Βαβρ, διέταξε κάποιες από τις δυνάμεις του, ώστε να φυλάγουν αυτήν την οδό, όπου ο Πρωσικός Αυτοκρατορικός Στρατός να έστελνε ενισχύσεις στην θέση του Ουέλλινγκτον. Στη δυτική πλευρά του κεντρικό δρόμου, απέναντι ακριβώς από το υπόλοιπο της γραμμής του Ουέλλινγκτον, υπήρχε η αγροικία και το περιβόλι της La Haye Sainte, όπου ήταν παραταγμένοι οι άνδρες της Γερμανικής Λεγεώνος του Βασιλέως, με 400 στρατιώτες του πεζικού. Από την αντίθετη πλευρά του δρόμου, υπήρχε ένα ξεχασμένο λατομείο άμμου, όπου η 95η Τυφεκιοφόρων, παρατάχθηκαν ως σκοπευτές. Η θέση αυτό παρουσίαζε μεγάλη πρόκληση για τον οποιοδήποτε εισβολέα. Οποιαδήποτε προσπάθεια του Ουέλλινγκτον να στρίψει δεξιά θα συνεπαγόταν την άμεση εδραίωση των δυνάμεών του στο Hougoumont, ενώ μερικές μεραρχίες θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το λασπώδες έδαφος.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

15 Ιουνίου 1994: πεθαίνει ο Μάνος Χατζιδάκις, έλληνας συνθέτης. (Γεν. 23/10/1925)


Ο Εμμανουήλ (Μάνος) Χατζιδάκις (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις πολλές από τις οποίες αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικές.

Βιογραφία
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι, από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Σύμφωνα με τον ίδιο κληρονόμησε από τη μητέρα του «όλους τους γρίφους που από παιδί μ' απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα 'μουν ποιητής...». Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.

Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με τη μητέρα του, το 1932 και έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια και αναγκάζει τον Χατζιδάκι να εργαστεί από αρκετά νεαρή ηλικία.

Συγχρόνως επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Γκάτσος, οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης.

Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ με το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης . Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραφε και κείμενα, παιδικά ποιήματα και τραγούδια, που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Νέα Γενιά και σε άλλα έντυπα της ΕΠΟΝ. Μετά την Απελευθέρωση, μάλιστα έγραψε και τον ύμνο "ΕΠΟΝ, ΕΠΟΝ, είσαι ο εχθρός των φασιστών, καμάρι του λαού ΕΠΟΝ".

Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944 με τη συμμετοχή του στο έργο Τελευταίος Ασπροκόρακας του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον αποτρέψει. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια και αποφέρει μουσική για σημαντικό αριθμό έργων του σύγχρονου θεάτρου..

Το 1946 καταγράφεται και η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι και στα επόμενα χρόνια συνθέτει μουσική για πολλές ελληνικές ή ξένες ταινίες. Ειδικά για τη μουσική της ταινίας Το ποτάμι (1959) θα κερδίσει το μουσικό βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, Μαρσύας (1950), Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές (1951), Το Καταραμένο Φίδι (1951) και Ερημιά (1958).

Παράλληλα με το Ελληνικό Χορόδραμα, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις Χοηφόρες (1950) από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την αρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, μεταξύ των οποίων η Μήδεια (1956), ο Κύκλωπας (1959), οι Βάκχες (1962), οι Εκκλησιάζουσες (1956), η Λυσιστράτη (1957) και οι Όρνιθες (1959). Την ίδια εποχή, ο Χατζιδάκις συνεργάζεται και με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία του τραγωδία Ιπποκράτης.

Το 1961 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Τα παιδιά του Πειραιά, από την ταινία του Ζυλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, θεωρεί πως η ελαφρά μουσική του για τον κινηματογράφο του προσδίδει μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα» την οποία δεν αποδέχεται και φθάνει στο σημείο να αποκηρύξει μεγάλο μέρος της.

Σημαντικός σταθμός στο έργο του Χατζιδάκι για το θέατρο αποτελεί ακόμα η παράσταση Οδός Ονείρων (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν.

Την περίοδο 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -- και στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών.

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του Ποτέ την Κυριακή με τον τίτλο Illya Darling. Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών Reflections σε συνεργασία με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble. Παράλληλα ξεκινά τη σύνθεση λιμπρέτων για τρία μουσικά έργα (Μεταμορφώσεις, Όπερα για Πέντε, Ντελικανής) ενώ ηχογραφεί και το Χαμόγελο της Τζοκόντας, ένα από τα περισσότερο γνωστά έργα του.

Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού.

Με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και ίσως την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει και τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 - 1982 διοργανώνει επίσης τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα, ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή του στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Το Τέταρτο (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Παράλληλα, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος», η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα. Αυτή τη δεκαετία συνεργάζεται με τη Μαρία Φαραντούρη σε τρεις δίσκους του "Η εποχή της Μελισσάνθης" ( 1980 ),"Τα Παράλογα", ( 1976 ),"Σκοτεινή Μητέρα"( 1986 ) και στη "Ρωμαϊκή Αγορά"( 1986 ) .

Στα τέλη του 1989 ο Χατζιδάκις ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» με σκοπό να παρουσιάσει έργα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα μέχρι το τέλος της ζωής του δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας διοργανώνει επίσης τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 και ετάφη στην Παιανία.

15 Ιουνίου 1983: Αρχίζει στο Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης η δίκη του «δράκου» λοκατζή Κυριάκου Παπαχρόνη.


Κυριάκος Παπαχρόνης – Ο «δράκος» της Δράμας
«Το ‘ξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το παιδί. Πάντα έτρωγε πρώτα το γλυκό του και μετά το φαγητό του».Μ’ αυτήν την φράση, θέλησε η μάνα του Κυριάκου Παπαχρόνη να απεικονίσει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του γιου της και προσπαθώντας να δώσει την δική της εξήγηση στο κακό που ακολούθησε.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1960 και η ιστορία του ξεκινά στην ηλικία των 14 ετών. Σ’ αυτήν την τρυφερή ηλικία, ο Παπαχρόνης είχε μια τραυματική εμπειρία με μια ιερόδουλο, η οποία «πρόσβαλλε» και ειρωνεύτηκε τον ανδρισμό του, λέγοντάς τον «ανίκανο». Ο Κυριάκος Παπαχρόνης προφανώς και δεν λησμόνησε το γεγονός αυτό, που του δημιούργησε ένα αίσθημα κατωτερότητας απέναντι στις γυναίκες. Στο πίσω μέρος του μυαλού του, άρχισε να χτίζει ένα σχέδιο εκδίκησης. Οι γυναίκες γι’ αυτόν πλέον είχαν γίνει «κόκκινο πανί».
Στα 19 του, όντας δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (Δ.Ε.Α.) και υπηρετώντας στην 5η Μοίρα των ΛΟΚ στην Δράμα, αρχίζει την δράση του, κινούμενος μεταξύ Θεσσαλονίκης, Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης. Βιασμοί και δολοφονίες γυναικών, καθώς και βομβιστικές επιθέσεις θα του αποδώσουν το προσωνύμιο «Ο δράκος της Δράμας». Το σκοτάδι γίνεται ο καλύτερος σύμμαχός του.
Η δράση του τελείωσε όταν συνελήφθη στις 13 Δεκεμβρίου 1982 από την Ασφάλεια Δράμας και μετά από κινητοποίηση όλων των Αρχών της Ανατολικής Μακεδονίας.Αρχικά αρνήθηκε τα πάντα. Μετά από μαραθώνια ανάκριση, τελικά ο Παπαχρόνης ομολογεί:Τον βιασμό και την δολοφονία με στιλέτο στις 5-9-1981, της ιερόδουλης Γρ. Θεοχαρίδου, στην Δράμα.Την απόπειρα δολοφονίας στις 20-12-1981, της Μ. Ποστιάδου, στην Δράμα.Την απόπειρα βιασμού και δολοφονία στις 15-1-1982, της φοιτήτριας Ε. Παπαδοπούλου, στην Δράμα.Τον βιασμό και την άγρια δολοφονία στις 15-8-1982, της 20χρονης φοιτήτριας Αναστασίας Αλεξανδρίδου, στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης.Τις απόπειρες βιασμού και δολοφονίας κατά της 18χρονης Αγοραστής Τέζα και της 30χρονης νοσοκόμας Βασιλικής Λαζαρίδου, στην πόλη της Δράμας.Την απόπειρα βιασμού και δολοφονίας κατά της 23χρονης Δ. Πεχλιβανίδου.Δύο ακόμη απόπειρες βιασμού και δολοφονίας κατά μιας ιερόδουλης και μιας άλλης γυναίκας, στην Ξάνθη.Πέντε βομβιστικές επιθέσεις. Συγκεκριμένα, 2 ωρολογιακές βόμβες στις 12-3-1982 στο Ταχυδρομείο και την Εθνική Τράπεζα της Ξάνθης, άλλες 2 στις 13-3-1982 στην Τράπεζα Πίστεως κι σε ένα κατάστημα στην Καβάλα και μια πέμπτη στις 16-6-1982 στην είσοδο του στρατοπέδου της Δράμας.Έναν εμπρησμό στο Διεθνές Αεροδρόμιο Καβάλας.
Κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, η κοινή γνώμη συγκλονίζεται από τον κυνισμό και τις δηλώσεις του Παπαχρόνη. «Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφθανα στο μεγαλείο. Την χτυπούσα, τελείωνε…». Έλεγε πως τον τρέλαινε και τον ερέθιζε ο ήχος των τακουνιών. Απευθυνόμενος μάλιστα σε μια δημοσιογράφο της ΕΡΤ, της είπε «Εσένα σ’ αγαπάω γιατί έχεις ψηλά τακούνια»!
Στη δίκη που ξεκίνησε στις 15 Ιουνίου 1983 καταδικάστηκε δις εις θάνατον και σε κάθειρξη 23 ετών, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Όταν άκουσε την ποινή, σηκώθηκε και χειροκροτώντας είπε: «Ευχαριστώ» και στην συνέχεια «Τι βάζετε τέτοιες ποινές; Πόσα χρόνια θα ζήσουμε;». Δήλωνε αμετανόητος: «Στείλτε με στο απόσπασμα, γιατί αν βγω έξω, πάλι τα ίδια θα κάνω».Το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε για τις βομβιστικές επιθέσεις, σε 15 χρόνια φυλάκιση και 20ετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Παρά την προηγούμενη καταδίκη του, το δικαστήριο μετά από πρόταση του στρατιωτικού επιτρόπου, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό ότι «δεν κινούταν στις πράξεις του εκ ταπεινών ελατηρίων».
Από τους γνωστούς του και τους συναδέλφους του, ο Παπαχρόνης περιγράφονταν σαν άτομο βίαιο, με ιδιαίτερη σωματική δύναμη και μεγάλη «λόξα» με τα των στρατιωτικών. Οι ειδικοί έκαναν λόγο για ένα «μωσαϊκό παραλογισμού».Παραδόξως όμως, στην φυλακή ο Παπαχρόνης έγινε ίνδαλμα για πολλές γυναίκες, οι οποίες αλληλογραφούσαν μαζί του, εκφράζοντας μάλιστα την επιθυμία να τον γνωρίσουν κι…από κοντά! Αντίστοιχα, μετέπειτα επίδοξοι «δράκοι», «εμπνεύστηκαν» απ’ αυτόν και θέλησαν τον μιμηθούν.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης, μετά από 21 χρόνια και 6 μήνες στις φυλακές, έκανε αίτηση αποφυλάκισης και αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2004, σε ηλικία 44 ετών και με περιοριστικούς όρους. Ζει στη Λάρισα και δίνει το παρών σε αστυνομικό τμήμα της πόλης δύο φορές τον μήνα. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, κατά τις επισκέψεις του είναι ιδιαίτερα ευγενικός και μειλίχιος, ενώ πολλές φορές κερνάει καφέδες, γλυκά αλλά και λουλούδια τους αστυνομικούς.



Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

14 Ιουνίου 1928: γεννιέται Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, αργεντίνος γιατρός και επαναστάτης.


Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (Ernesto Guevara de la Serna) (14 Ιουνίου 1928 στο Ροζάριο, Αργεντινή; † 9 Οκτωβρίου 1967 στη Λα Ιγκέρα (La Higuera), Βολιβία), γνωστός ως Τσε Γκεβάρα, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής - Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου που πέτυχε την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος του Φουλχένσιο Μπατίστα στην Κούβα, αρχικά προσφέροντας τις ιατρικές γνώσεις του και αργότερα ως διοικητής των ανταρτών, ενώ υπήρξε μέλος της επαναστατικής κουβανικής κυβέρνησης προωθώντας ριζικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965, πιστός στη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία, όπου τραυματίστηκε, συνελήφθη και δολοφονήθηκε.
Όπως και ο Μάο Τσετούνγκ, ο Ερνέστο Γκεβάρα ανάπτυξε θεωρίες πάνω στη στρατηγική και την τακτική του μοντέρνου ανταρτοπολέμου και προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες στην πράξη.
Βιογραφία 
Παιδικά χρόνια και εφηβεία 
Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Ροζάριο της Αργεντινής, γιος της Σέλια ντε λα Σέρνα και του Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, το μεγαλύτερο από τα συνολικά πέντε παιδιά της οικογένειας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό γέννησής του, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1928. Κατά τον βιογράφο του, Τζον Λι Άντερσον, η πραγματική ημερομηνία γέννησής του τοποθετείται νωρίτερα, στις 14 Μαΐου του ίδιου έτους. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρία μίας αστρολόγου, στην οποία φέρεται να εξομολογήθηκε η μητέρα του πως ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκε τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς.
Η οικογένειά του ήταν μία από τις οικογένειες της αργεντινής ολιγαρχίας, με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές.. Παρ' όλα αυτά, οι γονείς του νεαρού Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας θεωρούσαν προκλητικό αυτόν τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες. O πατέρας του χαρακτηρίζεται ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές στην αρχιτεκτονική, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική, που όμως αργότερα μεταστράφηκε στον φιλελευθερισμό της αριστεράς.
Ο Ερνέστο ήταν μόλις δύο ετών όταν διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Η ασθένεια αυτή τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Αντί να προφυλάσσεται, προσπαθούσε να σκληραγωγηθεί μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία εννέα ετών παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο. Αρχικά, έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο, ολοκληρώνοντας κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη, παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπόλοιπων τάξεων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι.
Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητα του Γκεβάρα, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα ήταν παράλληλα σοβαρό και εσωστρεφές αγόρι, το οποίο από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από αρχαία ελληνική φιλοσοφία (Πολιτεία του Πλάτωνα, Αριστοτέλη) και ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Σαίξπηρ, Γκαίτε) μέχρι κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιουλίου Βερν και πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ. Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία.
To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντεάν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του ή κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής. Γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις. Η ασθένεια της γιαγιάς του, Άνας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Τόσο η δική της κατάσταση, που οδήγησε στο θάνατό της, όσο και η προσωπική του εμπειρία με το άσθμα τον επηρέασαν βαθιά, και πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την ιατρική.
Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτούταν προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε άδεια ώστε να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντινού στόλου. Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στη νότια και κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά τις κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες. Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον μαρξισμό.

Γουατεμάλα 
Μετά την αποφοίτησή του από την ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Βολιβία, το Περού, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων. Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χάκομπο Άρμπενς (Jacobo Albenz Guzmán), ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (Partido Guatemalteco de Trabajo) και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση.

Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του. Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός. Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα, επίσης καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.

Επανάσταση στην Κούβα 
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα. Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα. Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιντέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των "Moνκαντίστας", και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Μπατίστα. Την πρώτη συνάντησή τους ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης μίας επανάστασης ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν.
Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης, ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου (ισπ. Movimiento 26 de Julio, M-26-7), με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο. Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο, πληροφορούμαστε πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο, θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Τσε Γκεβάρα, ταξίδεψαν με το πλοιάριο Granma, από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ με προορισμό την Κούβα, στην οποία έφθασαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου. Κατά την απόβασή τους, δέχθηκαν επίθεση από τα στρατεύματα του καθεστώτος, από την οποία επέζησαν 15-20 αντάρτες που κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών. Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητες του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού (για λόγους παραλλαγής έφερε τον αριθμό 4), έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιντέλ Κάστρο ως ανώτερό του.

Η μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του Τσε Γκεβάρα υπήρξε η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου 1958, μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με την κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.

Μέλος της κυβέρνησης της Κούβας 
Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε διοικητής του φρουρίου Λα Καμπάνια, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των υποθέσεων των δύο Επαναστατικών Δικαστηρίων (Tribunales Revolucionarios, TR) που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς και αστυνομικούς ή πολίτες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε Γκεβάρα, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση.

Μαζί με τους Φιντέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σιενφουέγκος, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα δωρεάν σύστημα υγείας, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (μέχρι τότε κυρίως αναλφάβητα) σχολική μόρφωση. Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ' όσο ο Φιντέλ Κάστρο. Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας». Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης (Insituto Nacional de la Reforma Agragia, INRA), ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Λα Καμπάνια αλλά και αρχηγός του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων. Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Γκεβάρα απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Σαλβαδόρ Βιλασέκα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών.

Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας του INRA και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στα τέλη του έτους, και ενώ οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, άρχισε να διερευνά, σε συνεργασία με τον Φιντέλ Κάστρο και άλλους κομμουνιστές ηγέτες, το ενδεχόμενο της σοβιετικής στήριξης. Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Αναστάς Μικογιάν, μέλος του πολιτικού γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα, όπως άλλωστε ήταν αρχικά και ο ίδιος ο Τσε. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τσε Γκεβάρα σχολίασε τον αποκλεισμό, αναφερόμενος σε ελλείψεις που δεν θα ήταν δυνατό να καλυφθούν, αλλά και εκφράζοντας αισιοδοξία για την πορεία της κρατικοποιημένης πλέον βιομηχανίας. Παράλληλα, έκανε γνωστό πως δεν ήταν πλέον πρόεδρος της τράπεζας, αναλαμβάνοντας νέα καθήκοντα.

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1960, συμμετείχε ως επικεφαλής μίας διπλωματικής αποστολής, με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης του σοβιετικού μπλοκ, με τις κύριες διαπραγματεύσεις να πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση. Συναντήθηκε με τον Χρουστσόφ στη Μόσχα ενώ αργότερα επισκέφτηκε το Πεκίνο όπου συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ και έγινε γενικά θερμά δεκτός. H περιοδεία του περιλάμβανε ακόμα την Κορέα και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. H αποστολή εξασφάλισε τελικά ευνοϊκές συμφωνίες, για την εξαγωγή τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης, σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον εφοδιασμό της Κούβας με πετρέλαιο και αγορές βιομηχανικών μονάδων με ευέλικτες πιστώσεις. Στις 23 Φεβρουαρίου 1961 διορίστηκε υπουργός του νεοσύστατου Υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, σκοπός του οποίου ήταν η οργάνωση των πολυάριθμων βιομηχανικών μονάδων που είχαν αποκτηθεί, καθώς και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που υπάγονταν στο Τμήμα Βιομηχανίας του INRA.
Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων που θα υπερασπίζονταν την επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο, όπου σύμφωνα με ενδείξεις των μυστικών υπηρεσιών, αναμενόταν η πρώτη επίθεση. Χάρη στην αποτελεσματική αντίδραση της κουβανικής αεροπορίας και την αντίσταση της πολιτοφυλακής, η αμερικανική εισβολή απέτυχε, ενώ το στράτευμα του Γκεβάρα παρέμεινε σε αμυντική διάταξη και ανενεργό, καθώς η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στο Πινάρ ντελ Ρίο αποτέλεσε τελικά προσπάθεια αντιπερισπασμού.

Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία. Τον Αύγουστο του 1961 συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του Διαμερικανικού Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, καταψηφίζοντας το δεκαετές σχέδιο του Τζον Φ. Κένεντι «Συμμαχία για την Πρόοδο» (Alliance for Progress), το οποίο χαρακτήριζε ως μία προσπάθεια αναχαίτισης των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική και κατασκεύασμα κατά της Κούβας. Την ίδια περίπου περίοδο, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην απόφαση εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας τελικά στην Κρίση των πυραύλων, τον Οκτώβριο του 1962.

Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, ο Τσε Γκεβάρα ήταν αντίθετος στην αντιγραφή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου της «οικονομικής αυτοδιαχείρισης», καθώς θεωρούσε πως οι ιδιαίτερες συνθήκες της Κούβας απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές και υπερασπιζόταν το συγκεντρωτισμό στον τομέα της βιομηχανίας.

Απομάκρυνση από την Κούβα
Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχωρίζει η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που προτείνει για την Καραϊβική. Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία στο διεθνές προσκήνιο. Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Τον Μάρτιο του 1964, επέστρεψε στην Αβάνα.

Οι διαφορές του με τον Κάστρο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κούβας με την Σοβιετική Ένωση ή την οικονομική πολιτική πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του Τσε να εγκαταλείψει την Κούβα, σκοπεύοντας να μεταφέρει την επανάσταση σε όλον τον κόσμο. Την 1η Απριλίου συνέταξε το αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Φιντέλ Κάστρο.

Κονγκό 
Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπέλα, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης.

Στα τέλη του έτους, εγκατέλειψε το Κονγκό, μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας (έξι μέλη της είχαν πεθάνει σε μάχη) και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με την εμπειρία του στο Κονγκό, ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, φιλοσοφικών και οικονομικών σημειώσεων. Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα ενός νέου αντάρτικου στη Λατινική Αμερική, με αρχικό στόχο το Περού και αργότερα εστιάζοντας στη Βολιβία.

Βολιβία
Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Αβάνα, ο Γκεβάρα εγκαταστάθηκε στην Βολιβία και ειδικότερα στην ορεινή περιοχή Νιανκαουασού (Ñancahuazú), όπου επρόκειτο να οργανωθεί ο πυρήνας του αντάρτικου στρατού, του οποίου τα μέλη είχαν εκπαιδευτεί νωρίτερα στην Κούβα. Ο Τσε κατέγραψε τα βιώματά του εκείνο το διάστημα, στον ελεύθερο χρόνο που διέθετε, κρατώντας τις σημειώσεις που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο. Οι συγκρούσεις με τον βολιβιανό στρατό ήταν τακτικές. O Τσε Γκεβάρα και οι αντάρτες του δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τους φτωχούς Βολιβιανούς αγρότες και η προσπάθειά του να φέρει την επανάσταση και στην Βολιβία κατέληξε σε αποτυχία. Ένας σημαντικός λόγος για την αποτυχία αυτή ήταν το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας δεν τον υποστήριξε στην προσπάθειά του. Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η ενίσχυση του βολιβιανού στρατού από τις Ηνωμένες Πολιτείες
Στις 8 Οκτωβρίου, η ομάδα των ανταρτών καθοδηγούμενη από τον Τσε Γκεβάρα, περικυκλώθηκε. Κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης, στην περιοχή του φαραγγιού του Τσούρο, η ομάδα αναγκάστηκε να διασκορπιστεί και ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στη δεξιά κνήμη, ενώ συγχρόνως το όπλο του αχρηστεύτηκε από έναν πυροβολισμό. Τελικά συνελήφθη και αργότερα μεταφέρθηκε στον πλησιέστερο οικισμό Λα Ιγκέρα. Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροντρίγκεζ (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Ιγκέρα.

Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1.00 το μεσημέρι. Στην Κούβα, ο Φιντέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων.

Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.

Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν την σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίος ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.