Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

12 Μαΐου 1930: Ιδρύεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η πρώτη οργάνωση
Το 1833, δηλαδή μόλις ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, η αρμοδιότητα της πυρασφάλειας ανατέθηκε στους νομάρχες (Διάταγμα 26/4-8/5/1833). Επίσης, οι Δήμοι όφειλαν να διαθέτουν προσωπικό -τους "Ειρηνοφύλακες"- και τα μέσα για την κατάσβεση πυρκαγιών. Τέλος, για τα δημόσια κτίρια την αρμοδιότητα είχαν οι λόχοι Σκαπανέων του Στρατού.
Το 1854 στην Αθήνα ιδρύθηκε ο "Λόχος Πυροσβεστών" με δύναμη 92 ανδρών.
Το 1861 ο Λόχος διευρύνθηκε σε "Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών", ο οποίος εκτός από την πυρόσβεση εκτελούσε και έργα οδοποιίας. Στο πυροσβεστικό έργο βοηθούσαν επίσης η Χωροφυλακή και το Φρουραρχείο. Το 1909 η Διλοχία κλήθηκε να κατασβέσει μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα ανάκτορα χωρίς επιτυχία.
Το 1910 συγκροτήθηκε η "Πυροσβεστική Μοίρα", με εθελοντές και κληρωτούς τριετούς θητείας. Στις 16 Αυγούστου 1910 στη προσπάθεια κατάσβεσης μεγάλης πυρκαγιάς στο Γενικό Χημείο του Κράτους σκοτώθηκαν τρεις πυροσβέστες και πολλοί τραυματίστηκαν.
Η Μοίρα Υπαγόταν στο Υπ. Στρατιωτικών και το 1914 μετονομάστηκε σε "Λόχο Πυροσβεστών". Κάλυπτε μόνο τις πόλεις Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Στις υπόλοιπες την αρμοδιότητα είχαν οι Δήμοι.

Το Πυροσβεστικό Σώμα
Στις 26 Απριλίου 1926 σχηματίστηκε ένα "Πυροσβεστικό Σώμα", εντελώς ανεξάρτητο από το υπόλοιπο στράτευμα. Όμως, αποδείχτηκε επίσης αναποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των καταστροφικών πυρκαγιών που ξέσπασαν. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ανησύχησαν και έθεσαν θέμα αναδιοργάνωσης της πυροσβεστικής υπηρεσίας.
Στις 30 Αυγούστου 1929 ανατέθηκε από την κυβέρνηση στο χημικό μηχανικό Αλκιβιάδη Κοκκινάκη, Έλληνα πρόσφυγα από τη Ρωσία και πρώην Διοικητή της Πυρ/κής Υπηρεσίας Πετρούπολης, η μελέτη και οργάνωση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στην Ελλάδα.
Με το Νόμο 4661/1930 "περί διοργανώσεως Πυροσβεστικού Σώματος" που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 153 τ.Α΄ (12 Μαΐου 1930), ιδρύθηκε ανεξάρτητο Π.Σ. ως Ν.Π.Δ.Δ. που υπαγόταν στο Υπ. Εσωτερικών, με δικούς του νόμους και αυτοδιοίκηση. Η ίδρυση Πυρ/κών Σταθμών οριζόταν ότι θα γινόταν με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών με βάση τον πληθυσμό, την εμπορική και βιομηχανική σημασία του Δήμου και των τοπικών γενικότερα συνθηκών και με κάποιες υποχρεώσεις του Δήμου. Από το 1968 με τον Α.Ν. 360 το Π.Σ. υπάγεται στα Σώματα Ασφαλείας. Με το Νόμο 1590/86 επιτρέπεται η ίδρυση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και σε Κοινότητες με βιομηχανική περιοχή ή συγκοινωνιακό κόμβο μεγάλης σημασίας ή οπουδήποτε αλλού κριθεί σκόπιμο και χωρίς υποχρέωση της τοπικής αρχής.
Οι πόλεις στις οποίες ιδρύθηκαν και λειτούργησαν Πυροσβεστικές Υπηρεσίες (Πυροσβεστικοί Σταθμοί) την πρώτη δεκαετία μετά την ψήφιση του ιδρυτικού του Σώματος Νόμου και μέχρι και την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ήσαν:

  • 1932: Αθήνα, Πειραιάς και Θεσσαλονίκη (Μάιος).
  • 1933: Πάτρα.
  • 1935: Ηράκλειο και Καβάλα.
  • 1937: Βόλος.
  • 1938: Λάρισα, Χανιά και Ξάνθη.
  • 1940: Ελευσίνα, Καλαμάτα, Γιάννενα, Πρέβεζα, Κέρκυρα, Φλώρινα, Κοζάνη, Δράμα, Μυτιλήνη, Σέρρες και Αγρίνιο.

Στις 31.12.1950, εκτός των παραπάνω Πυροσβεστική Υπηρεσία διέθεταν οι πόλεις: Ρέθυμνο, Λαμία, Αίγιο, Δράμα, Λευκάδα, Πύργος, Ρόδος, Χαλκίδα και Καρδίτσα. Αργότερα ακολούθησε η ίδρυση και λειτουργία Πυροσβεστικών Σταθμών και σε άλλες πόλεις: π.χ. Άμφισσα το 1953, Ναύπλιο το 1954 κλπ. Ο ρυθμός γίνεται καταιγιστικός από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και εφεξής:

  • 1968: Λιβαδειά.
  • 1970: Άργος, Αλεξανδρούπολη, Αμαλιάδα, Βέροια, Κατερίνη και Μεσολόγγι.
  • 1971: Έδεσσα.
  • 1972: Πολύγυρος.
  • 1973: Ηγουμενίτσα.
  • 1975: Κοζάνη και Ναύπακτος.
  • 1976: Ελευσίνα (2ος), Καστοριά, Λαύριο και Ορεστιάδα.
  • 1977: Θήβα και Άγιος Νικόλαος.
  • 1978: Γιαννιτσά και Καρπενήσι.
  • 1979: Κιλκίς, Ζάκυνθος, Πάργα και Νάουσα.
  • 1980: Θεσπρωτικό, Λεχαινά και Γρεβενά.
  • 1981: Γαργαλιάνοι.
  • 1983: Ελευθερούπολη.
  • 1984: Αργοστόλι.
  • 1987: Σάμος.

Σήμερα υπάρχουν 300 Πυροσβεστικές Υπηρεσίες, σε όλες τις πρωτεύουσες νομών καθώς και στις πόλεις εθνικής σημασίας, όπως η Ορεστιάδα, η Ιεράπετρα, το Διδυμότειχο, η Μύρινα Λήμνου. Σε μεγάλες δε πόλεις που παρουσιάζουν αυξημένο πυροσβεστικό ενδιαφέρον ιδρύθηκαν και λειτούργησαν περισσότεροι του ενός Πυροσβεστικοί Σταθμοί, όπως: Αθήνα, Πειραιά, Θεσ/νίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χανιά, Κέρκυρα (ο 2ος το 1978), Γιάννενα (ο 2ος το 1978), Ελευσίνα, Καβάλα, Καλαμάτα, Λάρισα, Ρόδο (ο 2ος το 1978) και Κω.
Τα πρώτα χρόνια το Πυροσβεστικό Σώμα διοικούνταν από αξιωματικούς που μετατάσσονταν από την Αστυνομία Πόλεων ή από τη Χωροφυλακή. Αυτή η κατάσταση άλλαξε άρδην στα τέλη του 1975, όταν το Σώμα απέκτησε Αρχηγό που προερχόταν για πρώτη φορά από τις τάξεις του, τον Κων/νο. Γκίκα.

Το 1991 το Πυροσβεστικό Σώμα ήταν η πρώτη κρατική υπηρεσία που επίσημα υιοθέτησε την έννοια του εθελοντισμού στην Ελλάδα δημιουργώντας τον Θεσμό του Εθελοντή Πυροσβέστη (ν. 1951/91), μια πρωτοπόρα πρωτοβουλία για τα μέχρι τότε δεδομένα της χώρας, επιτρέποντας έτσι την νόμιμη συμμετοχή του εκπαιδευμένου και πιστοποιημένου από το σώμα ενεργού πολίτη στην αποστολή του σώματος.
Από το καλοκαίρι του 1998 με τον Νόμο 2612, το Πυροσβεστικό Σώμα ανέλαβε και την ευθύνη συντονισμού και κατάσβεσης σε δασικές πυρκαγιές, την οποία μέχρι τότε είχε η Δασική Υπηρεσία. Το Σώμα ενισχύθηκε σε υλικό και προσωπικό που μετατάχθηκε από την Δασική Υπηρεσία, χωρίς όμως να καλύψει τις ελλείψεις. Μεγάλη ενίσχυση σε υλικό είχε και λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, αλλά παρ' όλα αυτά το 19% των οχημάτων παραμένει ηλικίας πέραν της 15ετίας. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στης επαρχιακές υπηρεσίες, αφού ο εξοπλισμός που αγοράστηκε με κονδύλια των Ολυμπιακών Αγώνων προοριζόταν μόνο για τις πόλεις που φιλοξενούσαν αγώνες. Αυτή την στιγμή λειτουργεί έχοντας σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, αφού χρειάζονται ακόμη 4500 πυροσβέστες (οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις είναι 12.000 [1]. Στην έλλειψη συνέτεινε η μη πρόσληψη νέων πυροσβεστών για πολλά χρόνια, με την παράλληλη συνταξιοδότηση παλιών υπαλλήλων (περίπου 800 κάθε χρόνο). Η αύξηση όμως των αρμοδιοτήτων έφερε πρόσθετο όγκο εργασίας. Χωρίς ανθρώπινους και υλικούς πόρους υπάρχει πρόβλημα δυσλειτουργίας.
Στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν σήμερα 15.000 πυροσβέστες (8.000 μόνιμοι, 5.500 εποχιακοί και 1.500 εθελοντές).
Το Πυροσβεστικό Σώμα έχει χάσει 47 πυροσβέστες εν ώρα υπηρεσίας από το 1930 ως σήμερα.
Έως το 1995 στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούσαν μόνο άνδρες σε όλους του βαθμούς. Στις 31 Οκτωβρίου 1995, με την 3η σειρά Πτυχιούχων (ειδική διαδικασία κατάταξης Διπλωματούχων κυρίως Μηχανικών των Πολυτεχνείων απευθείας στο βαθμό του Ανθυποπυραγού) κατατάχθηκαν οι δύο πρώτες γυναίκες στην ιστορία του Πυροσβεστικού Σώματος. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη, η οποία είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Μηχανολόγων Αεροναυπηγών του Πανεπιστημίου Πατρών και η Αδελαΐδα Φιλιππίδου, Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός του ΕΜΠ. Η Δρ Καλλιόπη Σαΐνη είναι η πρώτη γυναίκα του Πυροσβεστικού Σώματος, Γενικών Καθηκόντων που διετέλεσε μάχιμος αξιωματικός, Τμηματάρχης και Διευθύντρια Διεύθυνσης, ενώ τον Ιανουάριο του 2009 έγινε η πρώτη γυναίκα Ανώτερη Αξιωματικός Γενικών Καθηκόντων. Σήμερα στο Πυροσβεστικό Σώμα υπηρετούν περισσότερες από 300 γυναίκες σε όλους τους βαθμούς (Πυροσβέστες, Υπαξιωματικοί και Αξιωματικοί).

πηγη: el.wikipedia.org

12 Μαΐου 1947: Εγκαινιάζεται το στρατόπεδο Μακρονήσου, το οποίο προορίζεται κυρίως για τον εγκλεισμό «ύποπτων στρατιωτικών».

Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947.
Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: "Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού".
Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι "σκαπανείς" που θα υλοποιούσαν το έργο και την "προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος" με διαφόρους "επωφελείς εργασίας". Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.
Ο υπουργός στρατιωτικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Γεώργιος Στράτος της κυβέρνησης Δημητρίου Μαξίμου. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «εθνική κολυμβήθρα» και «νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».
Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.
Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ένας παράδοξος για την εποχή θεσμός, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.
Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές "δηλώσεις μετανοίας" τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο "ανανήψας" και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του "εαμοσλαβισμού" κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σαν στόχο την πλήρη καταρράκωση του "μεταμεληθέντος", ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).
Η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον "ανανήψαντα" προς τους "αμετανόητους" πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων "γενιτσάρων" (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε "εθνικά αναβαπτισμένοι" στο μέτωπο.

12 Μαΐου: Ευρωπαϊκή Ημέρα Περιοδοντολογίας

Διοργανώνεται κάθε χρόνο στις 12 Μαΐου, με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Περιοδοντολογίας (EFP), μέλος της οποίας είναι και η Ελληνική Περιοδοντολογική Εταιρεία.

Με σειρά εκδηλώσεων και δωρεάν εξετάσεις από εξειδικευμένους οδοντιάτρους, η Ευρωπαϊκή Ημέρα Περιοδοντολογίας (European Day of Periodontology) έχει ως στόχο να ενημερώσει τους ευρωπαίους πολίτες για την υγιεινή των ούλων, που αποτελεί το κύριο πεδίο της περιοδοντολογίας, και να τονίσει τη σημασία της πρόληψης των περιοδοντικών νόσων, λόγω της συσχέτισής τους με τη στοματική και τη γενική υγεία.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, εκτιμάται ότι οκτώ στους δέκα ευρωπαίους υποφέρουν από κάποιο πρόβλημα στα ούλα τους.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

12 Μαΐου: Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων

Η Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων γιορτάζεται κάθε χρόνο από το 1965 στις 12 Μαΐου, με πρωτοβουλία του Διεθνούς Συμβουλίου Αδελφών Νοσοκόμων.

Η γιορτή αυτή θέλει να θυμίσει σε όλους μας την ανεκτίμητη συνεισφορά των νοσοκόμων σε κάθε κοινωνία. Η νοσηλευτική, γενικώς, θεωρείται ένα από τα πιο υποεκτιμημένα και κακοπληρωμένα επαγγέλματα.

Η 12η Μαΐου καθιερώθηκε ως Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων για να τιμήσει τη γέννηση το 1820 της Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, της αγγλοϊταλίδας φιλανθρώπου που θεωρείται η ιδρύτρια της σύγχρονης νοσηλευτικής.

 ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ
International Council of Nurses


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

12 Μαΐου 1941: Παρουσίαση της Z3, πρώτης προγραμματίσιμης αυτόματης μηχανής από τον Κόνραντ Τσούζε στο Βερολίνο.

Η Z3 του Konrad Zuse ήταν ο πρώτος προγραμματιζόμενος υπολογιστής του κόσμου, και παρόλο που δεν διέθετε την εντολή διακλάδωσης υπό συνθήκη, πληροί τα κριτήρια ορισμού ενός υπολογιστή που είναι Τιούρινγκ-πλήρης (Turing complete).
Η Z3 κατασκευάστηκε με 2.200 ηλεκτρονόμους, είχε συχνότητα ρολογιού από 5 έως 10 Hz, και μήκος λέξης 22 bit. Οι υπολογισμοί γίνονταν σε δυαδική αριθμητική κινητής υποδιαστολής. Η μηχανή ολοκληρώθηκε το 1941 (στις 12 Μαΐου) του ίδιου χρόνου παρουσιάστηκε με επιτυχία σε κοινό επιστημόνων στο Βερολίνο.
Ο αυθεντικός Z3 καταστράφηκε το 1943 κατά τη διάρκεια συμμαχικού βομβαρδισμού στο Βερολίνο. Ένα πλήρες λειτουργικό αντίγραφο κατασκευάστηκε την δεκαετία του 1960 από την εταιρία του Κόνραντ Τσούζε και εκτίθεται στο Γερμανικό Μουσείο του Μονάχου και στο Γερμανικό Τεχνολογικό Μουσείο του Βερολίνου. Το 1998 αποδείχτηκε ότι η Z3 είναι »Turing complete«.

Αρχιτεκτονική Ζ3,Ζ1
Τα βασικά μέρη του Z3 ήταν:
η μνήμη, ικανή να αποθηκεύσει 64 αριθμούς κινητής υποδιαστολής σε δυαδική αναπαράσταση (των 22 μπιτ).
η κεντρική μονάδα επεξεργασίας
η μονάδα ελέγχου
οι συσκευές εισόδου/εξόδου

Σύνολο εντολών
Το πρόγραμμα ήταν αποθηκευμένο σε μια διάτρητη ταινία. Μια εντολή κωδικοποιείται με 8 μπιτ και καταλαμβάνει μια σειρά στην ταινία. Το σύνολο εντολών αποτελείται από εννιά εντολές (πίνακας 1). Υπάρχουν τρεις τύποι εντολών:
Εισόδου/εξόδου
Μνήμης
Αριθμητικές
Ο κωδικός λειτουργίας έχει μεταβλητό μήκος δύο ή πέντε μπιτ. Οι εντολές μνήμης κωδικοποιούν την διεύθυνση στην οποία αναφέρονται στα έξι λιγότερο σημαντικά μπιτ της εντολής. Αυτό σημαίνει ο χώρος διευθύνσεων έχει μέγιστο μέγεθος 64 λέξεων που είναι εξάλλου και το μέγεθος της μνήμης όπως προαναφέραμε.

πηγη: el.wikipedia.org