Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

29 Μαρτίου 2011: πεθαίνει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, έλληνας θεατρικός συγγραφέας. (Γεν. 2/12/1922)

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης του Στεφάνου (2 Δεκεμβρίου 1921 – 29 Μαρτίου 2011) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός.

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921. Το 1935 η οικογένειά του έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα. Εργάζεται το πρωί και το βράδυ σπουδάζει τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Τεχνική Σχολή. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.
Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον συναρπάζουν... «εκεί ανακάλυψα τον εαυτό μου και τον προορισμό μου». Θα προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν θα γίνει αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο. Έτσι αφοσιώνεται στο γράψιμο. Τον Καμπανέλλη ανακάλυψε ο Αδαμάντιος Λεμός. Το πρώτο θεατρικό έργο του ήταν ο Χορός πάνω στα στάχυα, που παρουσιάστηκε τη θερινή θεατρική περίοδο 1950 από τον θίασο Λεμού στο Θέατρο «Διονύσια» της Καλλιθέας.
Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.
Από τα θεατρικά του έργα τα πλέον γνωστά είναι Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια, Έβδομη μέρα της δημιουργίας, Η Αυλή των θαυμάτων, Ηλικία της νύχτας, Παραμύθι χωρίς όνομα, Γειτονιά των Αγγέλων, Βίβα Ασπασία, Οδυσσέα γύρισε σπίτι, Αποικία των τιμωρημένων, Το μεγάλο μας τσίρκο, Ο εχθρός λαός και Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα.
Έγινε ακαδημαϊκός το 1999, στη νέα έδρα του Θεάτρου της Ακαδημίας Αθηνών. Του απονεμήθηκε το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του τάγματος του Φοίνικα.
Βρισκόταν νοσηλευόμενος σε μονάδα εντατικής θεραπείας μετά από επιπλοκή λόγω της νεφροπάθειας από την οποία έπασχε.
Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2011, λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του Νίκης.

Όλα τα έργα που παίχτηκαν

  • Χορός πάνω στα στάχυα - Θίασος Αδ. Λεμού, 1950
  • Έβδομη μέρα της δημιουργίας - Εθνικό Θέατρο, Β' Σκηνή, 1955-56
  • Αυτός και το παντελόνι του και Κρυφή ζωή (μονόπρακτα) - Βασ. Διαμαντόπουλος, 1957
  • Η Αυλή των Θαυμάτων - Θέατρο Τέχνης, 1957-58
  • Η ηλικία της νύχτας - Θέατρο Τέχνης, 1958-59
  • Ο Γορίλας και η Ορτανσία - Θίασος Ε. Βεργή, 1959
  • Παραμύθι χωρίς Όνομα - Νέο Θέατρο Βασ. Διαμαντόπουλου - Μαρ. Αλκαίου 1959-60
  • Γειτονιά των αγγέλων - Θίασος Καρέζη, 1963-64
  • Βίβα Ασπασία - Θίασος Καρέζη, 1966-67
  • Οδυσσέα γύρισε σπίτι - Θέατρο Τέχνης, 1966-67
  • Αποικία των τιμωρημένων - Πειραματικό Θέατρο Ριάλδη, 1970-71
  • Ασπασία - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1971-72
  • Το μεγάλο μας τσίρκο - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1972-73
  • Το κουκί και το ρεβύθι - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1974
  • Ο εχθρός λαός - Θίασος Καρέζη-Καζάκου, 1975
  • Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα - Θέατρο Τέχνης, 1976-77
  • Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού - Θέατρο Τέχνης, 1978-79
  • Ο μπαμπάς ο πόλεμος - Θέατρο Τέχνης, 1981
  • Ο αόρατος Θίασος - Εθνικό Θέατρο, 1988
  • Ο δρόμος περνά από μέσα - 1992
  • Τρεις σε μοναξιά (Ο πανηγυρικός, Αυτός και το παντελόνι του, Ο επικήδειος) - Θέατρο Στοά, 1992, Θανάσης Παπαγεωργίου.

Έγραψε επίσης σενάρια κινηματογραφικών ταινιών κυριότερα των οποίων είναι:

  • Στέλλα σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
  • Ο δράκος σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου.
  • Αρπαγή της Περσεφόνης σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου.
  • Το κανόνι και τ` αηδόνι σε σκηνοθεσία Ιάκωβου και Γιώργου Καμπανέλλη.
  • Κορίτσια στον ήλιο σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη.

Επίσης ο Ιάκωβος Καμπανέλλης συνέγραψε και το βιβλίο Μαουτχάουζεν, όπου εξιστορεί όσα έζησε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης από το 1943 ως το 1945. Η διήγηση γίνεται σε δύο χρόνους, καθώς ο αφηγητής αναφέρεται εναλλάξ στη ζωή στο απελευθερωμένο πλέον στρατόπεδο και στη ζωή κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας. Η αφήγηση, συνταρακτικά απλή και ανθρώπινη, παρέχει πληροφορίες για τις θηριωδίες που έλαβαν χώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ρίχνει φως και σε μία πιο άγνωστη πτυχή του δράματος: της επανάκτησης της ζωής από τους επιζήσαντες μέσα από την περιγραφή των αντικειμενικών συνθηκών αλλά και της ψυχολογικής κατάστασης των θυμάτων τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσής τους.
Έργα του Καμπανέλλη έχουν μεταφρασθεί και παιχτεί στην Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σουηδία. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Ελευθερία (1963-65), Ανένδοτος (1965-66) και από το 1975 στα Νέα. Υπήρξε επίσης μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.

29 Μαρτίου 1979: πεθαίνει ο Νίκος Πεντζαρόπουλος, διεθνής ποδοσφαιριστής του Πανιωνίου, για πολλούς ο κορυφαίος έλληνας τερματοφύλακας, ο επονομαστείς και «Ήρωας του Τάμπερε». (Γεν. 17/1/1927)

Ο Νίκος Πεντζαρόπουλος (Ιούλιος 1927 - 29 Μαρτίου 1979) ήταν κορυφαίος Έλληνας διεθνής τερματοφύλακας και προπονητής τερματοφυλάκων. Αγωνίστηκε κυρίως στον Πανιώνιο.
Έμεινε στην ποδοσφαιρική ιστορία με το προσωνύμιο «ήρωας του Τάμπερε», έπειτα από την θρυλική του απόδοση σε αγώνα της εθνικής ολυμπιακής ομάδας που διεξήχθη στην πόλη Τάμπερε της Φινλανδίας κατά τη διάρκεια της Ολυμπιάδας του 1952. Ήταν 11 φορές διεθνής.

Ξεκίνημα και καταξίωση
Ο Νίκος Πεντζαρόπουλος, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1927 στην Καλλιθέα, όπου ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο το 1940 στον τοπικό Κεραυνό. Το 1943 εντάχθηκε στον Πανιώνιο σε ηλικία 16 ετών. Τον ανακάλυψε, ο τότε τερματοφύλακας και προπονητής των «κυανέρυθρων» Γιώργος Ρουσσόπουλος, ο οποίος απ’ την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι πρόκειται για σπάνιο ταλέντο. Σύντομα ο μικρός Νίκος, πέρασε απ’ τα τσικό στην πρώτη ομάδα, καθιερώθηκε και το 1948 κλήθηκε στην εθνική ομάδα.
Κάθε Κυριακή έδινε ρεσιτάλ με τα εξαιρετικά ρεφλέξ του, την ικανότητα του στις εξόδους, τις «πτήσεις» του και τις επιτυχείς επεμβάσεις του στα πέναλτι, κάνοντας τους φιλάθλους να παραληρούν. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό από ένα αγώνα στο Στάδιο Καραϊσκάκη με αντίπαλο τον Ολυμπιακό. Ο Πεντζαρόπουλος σουτάρει το ελεύθερο απ’ το ύψος της μεγάλης περιοχής, αλλά η μπάλα λόγω του αντίθετου ανέμου φθάνει ως το κέντρο. Ο Ανδρέας Μουράτης του Ολυμπιακού, που φημιζόταν για το δυνατό του σουτ, εξαπολύει έναν «κεραυνό» στέλνοντας την μπάλα με δύναμη προς την εστία του Πανιωνίου. Ο Πεντζαρόπουλος κάνει βήματα με την πλάτη προς την εστία. Στο ύψος της μικρής περιοχής βλέποντας ότι η μπάλα τον ξεπερνά, σηκώνεται στον αέρα, γυρίζει το σώμα του 90 μοίρες, τεντώνεται, και την διώχνει με την γροθιά πέφτοντας μέσα στα δίχτυα. Οι φίλαθλοι τον αποθεώνουν για την εκπληκτική απόκρουση κι ο Μουράτης τρέχει, τον σηκώνει και τον φιλάει.

Στην Εθνική
Ο Πεντζαρόπουλος αγωνίστηκε σε 11 ματς με την εθνική ομάδα, ενώ έπαιξε σε τρία ακόμα ματς στα οποία η εθνική αγωνίστηκε με την Τουρκία ως Μικτή Επιλέκτων (1/12/48, 2/3/52 και 18/5/52). Για πρώτη φορά χρίστηκε διεθνής στις 28/11/1948 σε φιλικό αγώνα κατά της Τουρκίας, μπαίνοντας ως αλλαγή στο β΄ ημίχρονο κι ενώ είχε διαμορφωθεί το τελικό σκορ (ήττα 1-2). Ακολούθησαν άλλα οκτώ ματς τα έτη 1949 ως 1952, όλα για το Κύπελλο Φιλίας Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο γινόταν τότε, με αντιπάλους ομάδες, όπως η Αίγυπτος (1-3), Β΄ Ιταλίας (2-3, 0-3), Β΄ Γαλλίας (0-1), Συρία (8-0) και Τουρκία (1-2, 3-1, 1-0).
Στη συνέχεια μετείχε με την ομάδα στην Ολυμπιάδα του Ελσίνκι στη Φινλανδία το 1952, όπου έδωσε το συγκλονιστικότερο αγώνα του στο Τάμπερε. Τελευταίος αγώνας του με την εθνική ήταν ένας διεθνής φιλικός που έδωσε η ομάδα στις 25/7/1952 μετά τον αποκλεισμό της από τη συνέχεια του ολυμπιακού τουρνουά, με τη Μεγάλη Βρετανία, σε φινλανδικό γήπεδο. Ήταν νικηφόρος με 4-2.

Ήρωας του Τάμπερε
Η 15η Ιουλίου του 1952 ήταν η ημερομηνία -ορόσημο στην καριέρα του. Αγωνίζεται για δέκατη φορά με την εθνική ομάδα εναντίον της πανίσχυρης τότε Δανίας, στην πόλη Τάμπερε της Φινλανδίας για το ολυμπιακό τουρνουά της Ολυμπιάδας του Ελσίνκι. Παρουσία 7.000 θεατών στις κερκίδες, ο Πεντζαρόπουλος κάνει το παιχνίδι της ζωής του.
Εκτινάσσεται σαν αίλουρος, πραγματοποιώντας πολλές εξαιρετικές και συνάμα σωτήριες επεμβάσεις, απέναντι στους Δανούς διεθνείς που σφυροκοπούν την εστία μας. Αποσοβεί μια σίγουρη συντριβή. Τελικά, η εθνική Ελλάδος χάνει με σκορ 2-1 αλλά εκείνος αποθεώνεται απ’ τους φιλάθλους.
Ο Νίκος Πεντζαρόπουλος αποκαλείται «ήρωας του Τάμπερε» από τους Έλληνες δημοσιογράφους, που του αφιερώνουν για μέρες διθυραμβικά κείμενα και πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες. Ο διεθνής τύπος ήταν ανάλογα εγκωμιαστικός. «Γεννήθηκε ο νέος Ζαμόρα», έγραψαν οι ευρωπαϊκές εφημερίδες μετά τον αγώνα, παρομοιάζοντας τον, με τον κορυφαίο μέχρι τότε, παγκοσμίως, Ισπανό τερματοφύλακα.

Στην Ίντερ
Η μεγαλειώδης αυτή εμφάνιση του δεν περνάει απαρατήρητη. Ο προπονητής της Ίντερ Αλμπέρτο Φόνι, που βρίσκεται στο γήπεδο, εντυπωσιάζεται και του προτείνει να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο στην ιταλική ομάδα. Σε μια εποχή που το ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν τελείως ερασιτεχνικό και οι ποδοσφαιριστές δεν είχαν οικονομικές απολαβές, η προοπτική του επαγγελματισμού και οι μυθικές οικονομικές απολαβές που του πρότειναν από την Ίντερ «ζάλισαν» τον Νίκο Πεντζαρόπουλο. Άλλωστε δεν προερχόταν από εύπορη οικογένεια και με δυσκολία εξασφάλιζε τα προς το ζην.
Το όνειρο μιας επαγγελματικής καριέρας, σ’ έναν απ’ τους κορυφαίους συλλόγους της Ευρώπης, τον ώθησαν να φύγει ξαφνικά για το Μιλάνο τον Αύγουστο του 1952. Υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο με την Ίντερ και ξεκίνησε προπονήσεις, ελπίζοντας ότι η διοίκηση του Πανιωνίου θα του έδινε την ελευθέρας του. Όμως, η τότε διοίκηση των «κυανέρυθρων» αντιμετώπισε αρνητικά την απρόσμενη αποχώρηση του και δεν ενέδωσε στα χρηματικά ανταλλάγματα που πρόσφεραν οι Ιταλοί. Η πολυπόθητη μεταγραφή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αν και έμεινε ένα περίπου χρόνο στην Ιταλία.
Στα φιλικά παιχνίδια που αγωνίστηκε με την Ίντερ ήταν επίσης εντυπωσιακός. Ενδεικτικό του θαυμασμού των Ιταλών για την αξία του, είναι ένα δημοσίευμα ιταλικής εφημερίδας με μεγάλη φωτογραφία, που απεικονίζει τον Πεντζαρόπουλο σε μια εκπληκτική εκτίναξη να μπλοκάρει την μπάλα και να είναι κυριολεκτικά οριζοντιωμένος λίγο κάτω απ’ το οριζόντιο δοκάρι. Το άρθρο είχε τίτλο: «Ο ιπτάμενος τερματοφύλακας» και η λεζάντα της φωτογραφίας έγραφε: «Ο Πεντζαρόπουλος πετάει…».

Η επιστροφή
Ο Νίκος Πεντζαρόπουλος επέστρεψε απογοητευμένος και πικραμένος στην Ελλάδα το 1953. Όπως περιγράφει ο τύπος της εποχής, του επιφυλάχθηκε εντυπωσιακή υποδοχή στον σταθμό Λαρίσης και λίγο καιρό μετά επανήλθε στον Πανιώνιο, όπου έπαιξε για δύο ακόμη χρόνια. Δεν θύμιζε όμως σε τίποτε τον παλιό καλό Πεντζαρόπουλο, τον ιπτάμενο τερματοφύλακα που λάτρεψαν όλοι οι Έλληνες φίλαθλοι και απογοητευμένος εγκατέλειψε την ενεργό δράση σχετικά νέος, σε ηλικία 28 ετών.
Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την προπονητική και στη συνέχεια με τις εφηβικές ομάδες του Πανιωνίου. Όνειρό του ήταν αν ιδρύσει μια σχολή τερματοφυλάκων. Λίγο πριν φύγει απ’ την ζωή, δίδαξε τα μυστικά της θέσης και την τεχνική του στις αποκρούσεις των πέναλτι, στον φέρελπι τότε Αντώνη Μανίκα, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα μνημόνευσε το δάσκαλο του, όταν απέκρουσε περί τα 15 πέναλτι σε μια τριετία στον Πανιώνιο και χρίστηκε διεθνής με την εθνική ομάδα.

Το τέλος
Η αυλαία για τον Νίκο Πεντζαρόπουλο, έπεσε στις 29 Μαρτίου του 1979. Έφυγε απ’ την ζωή σε ηλικία 52 ετών, χτυπημένος απ’ την επάρατο νόσο, χωρίς να προλάβει να δει τον αγαπημένο του Πανιώνιο να κατακτά λίγους μήνες αργότερα το Κύπελλο Ελλάδος.
Η θλιβερή είδηση έγινε πρώτο θέμα στον αθλητικό τύπο που φιλοξένησε εκτενή αφιερώματα στον «ήρωα του Τάμπερε». Τον έκλαψε όλη η φίλαθλη Ελλάδα…

29 Μαρτίου 2005: πεθαίνει ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. (Γεν. 29/7/1919)

Ο Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.

Γεννήθηκε στην κλινική Λούρου στην Αθήνα και ήταν γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους, Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα. Από το γένος του πατέρα του καταγόταν από την Υδραϊκή οικογένεια των Σαχτούρηδων και ήταν εγγονός του αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυμάχου του '21 Γιώργη Σαχτούρη.
Όταν ήταν πέντε ετών η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Με την επίμονη προτροπή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον Επαμεινώνδα Γονατά. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του. Μερικά χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Την βιβλιοθήκη του πατέρα του, με τα νομικού περιεχομένου βιβλία, την πούλησε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι. Την εποχή του Εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό.


Πρωτοέγραψε ποίηση την άνοιξη του 1941. Το 1943 γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Η Λησμονημένη». Για την συλλογή αυτή ο Σαχτούρης ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα: «το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα». Το 1948 εξέδωσε τις «Παραλογαίς». Ακολούθησαν πολλές, ακόμη συλλογές με αποκορύφωμα την συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), που εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του.
Πήρε κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από τους εκπροσώπους της γενιάς του '30 και ιδιαίτερα από τους Άλκη Θρύλο, Παλαιολόγο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Πέτρο Χάρη κ.α., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 οι κριτικοί άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα του Σαχτούρη. Πρώτα ο Αλέξανδρος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Δ. Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.ά.
Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία: Το 1956 με το Α΄ Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό (ενσωμάτωσε ευρηματικά πολλά στοιχεία από τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό υπερρεαλισμό) δεν αφομοιώθηκε απ' αυτόν. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίησή του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, είναι ένας πρωτοποριακός ποιητής, με αντοχή στο χρόνο.
Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες όπως Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Ισπανικά, Πολωνέζικα. Ποιήματα του διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έτεινε προς τον Αριστερό χώρο, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αριστερός, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του.

Δεν παντρεύτηκε, διατηρούσε όμως δεσμό από το 1960 μέχρι τον θανατό του με την σύντροφό του και ζωγράφο Γιάννα Περσάκη που συχνά έκανε την εικαστική επιμέλεια στα ποιήματά του. Της είχε αφιερώσει πολλές συλλογές όπως "Το Σκέυος" (1971) καθώς και συγκεκριμένα ποιήματα όπως "Τα Ρολόγια που Αναποδογυρίσαν Ανάποδα" (1998).

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα. Ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Το Υπουργείο Πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.
Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη αφήνωντας πίσω την σύντροφο του Γιάννα Περσάκη, την κόρη της και τις εγγονές της. Για τον θάνατό του ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε: «Ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της μεγάλης γενιάς της νέας ελληνικής ποίησης. Η τολμηρή, ασυμβίβαστη γραφή του, η διαρκής αναζήτηση της ελευθερίας στην τέχνη και τη ζωή, συνόδευσαν μια ολόκληρη εποχή περιπετειών και αγώνων. Ανέδειξαν το έργο του πέρα και πάνω από τους περιορισμούς του χρόνου. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια», ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεώργιος Παπανδρέου: «ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της σύγχρονης Ελλάδας. Υπηρέτησε τα ελληνικά γράμματα με πίστη, με σεμνότητα και ήθος. Η οικουμενικότητα των μηνυμάτων του πάντα ζωντανή και έντονη, μένει σε μας διαχρονική κληρονομιά. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια» ενώ ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, εξέφρασε τα συλλυπητήρια του για τον θάνατο του Μίλτου Σαχτούρη, «του ποιητή που άνοιξε τους δικούς του υψηλούς ορίζοντες, με τη διεθνή του αναγνώριση, στην ελληνική ποίηση».

29 Μαρτίου 1870: γεννιέται ο Παύλος Μελάς, στρατιωτικός, από τους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα. (Θαν. 13/10/1904)

Ο Παύλος Μελάς (29 Μαρτίου 1870 – 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού. Ήταν γιος του Μιχαήλ Μελά και γαμπρός του Στέφανου Δραγούμη. Στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα και πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην περιοχή της Μακεδονίας. Στην Ελλάδα θεωρείται ηρωϊκή φιγούρα και έχουν ονομαστεί προς τιμή του το χωριό Μελάς της Καστοριάς και ο Δήμος Παύλου Μελά στην κεντρική Μακεδονία.

Βιογραφία
Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας στις 29 Μαρτίου του 1870. Ηταν ένα από τα επτά παιδιά του ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδυσσό. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμα σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου.
Η οικογένεια του μετακινήθηκε στην Αθήνα το 1874.
Την εποχή εκείνη το κύριο εθνικό και πολιτικό ιδεολογικό ρεύμα στην Ελλάδα ήταν η Μεγάλη Ιδέα, η διεύρυνση των ελληνικών συνόρων για να συμπεριλάβουν ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία. Ο πατέρας του Μελά συμμεριζόταν αυτό το όραμα και δαπάνησε σημαντικό μέρος της προσωπικής του περιουσίας για την πραγμάτωση του. Ασχολήθηκε με την πολιτική, έγινε κατά περιόδους δήμαρχος Αθηναίων και βουλευτής Αττικής ενώ το 1896 θα γινόταν πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής εθνικιστικής οργάνωσης της οποίας μέλος ήταν και ο Παύλος. Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό κλίμα ανατράφηκε ο νεαρός Μελάς.

Το 1885 ο Μελάς τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον επόμενο χρόνο εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ' όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1891. Παράλληλα γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μέλλοντα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδερφή του Ίωνα Δραγούμη. Ο Στέφανος Δραγούμης ήταν επίσης φλογερός εθνικιστής και είχε εμφυσήσει στα παιδιά του αντίστοιχα ιδανικά. Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892 και απέκτησαν δύο παιδιά: Τον Μιχάλη (χαϊδευτικά Μίκης) το 1895 και τη Ζωή (χαϊδευτικά Ζέζα) το 1897.

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1897 o Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού. Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης. Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη μέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία του, υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα. Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία, οργανωμένων από την Εθνική Εταιρεία, στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε για την κήρυξη πολέμου. Στις 18 Απριλίου έγινε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη του πολέμου. Ο Μελάς στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών, όμως η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας τον απογοήτευσαν. Στις 18 Μαΐου με την είδηση της ανακωχής με τηλεγράφημα από τον πατέρα του αρρώστησε με υψηλό πυρετό και ο γιατρός τον έστειλε στη Λαμία και στη συνέχεια στο πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία όπου υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγος του Ναταλία. Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα όπου ανάρρωσε για μία εβδομάδα και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία. Θα επέστρεφε σύντομα ξανά στην Αθήνα λόγω της ασθένειας του πατέρα του, ο οποίος πέθανε στις 17 Ιουνίου.

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900 Μακεδονικό Κομιτάτο για την προώθηση της ελληνικής επιρροής στην περιοχή της Μακεδονίας, ως αντίδραση στη δράση των Βούλγαρων κομιτατζήδων. Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της κατάστασης. Αποτυγχάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα «Πέτρος Δέδες». Μετά από 20ήμερη παραμονή συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα. Ύστερα από παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης ο Μελάς ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς.

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, με ένοπλο σώμα 35 ανδρών,που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα). Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς. Τις επόμενες μέρες το σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών όπου αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.
Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Σρέμπερνο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμα έναν καταζητούμενο εξαρχικό. Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη. Στις 17 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Άιτος καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών όμως η απροθυμία συνεργασίας του ντόπιου συνεργάτη του του άλλαξε τα σχέδια και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή). Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Για να γίνει πιστευτή η απειλή του πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό παπά, τους οποίους οι συνεργάτες του εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό. Η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης μέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή. Νωρίς το βράδυ το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος). Την επόμενη μέρα όμως τα σχέδια τους ανατράπησαν όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά Θανάσης Καπετανόπουλος. Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής θα οδηγούσε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Καλλέργη. Ύστερα από το επεισόδιο αυτό το σώμα του Μελά κράτησε χαμηλό προφίλ και για αρκετές μέρες έμεινε στη Νεγοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο).

Ο θάνατός του
Στις 12 Οκτωβρίου, ύστερα από αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, ο Μελάς και η ομάδα του κατευθύνθηκαν στα Στάτιστα (σημερινός Μελάς), χωριό τότε πλειοψηφικά σλαβόφωνο. Στο χωριό, ο ντόπιος συνεργάτης του Μελά Ντίνας Στεργίου μοίρασε τους άνδρες της ομάδας σε πέντε σπίτια. Στο χωριό όμως υπήρχε οργανωμένος βουλγαρικός πυρήνας, μέλος του οποίου ειδοποίησε τον οθωμανικό στρατό για την παρουσία του ελληνικού σώματος. Στις 13 Οκτωβρίου το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών. Κάποια στιγμή το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρυσφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί. Οι περισσότερες αφηγήσεις συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς ύστερα από τον τραυματισμό του απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει, ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα. Φαίνεται να ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς. Σύμφωνα με μια αφήγηση των συμβάντων που διαδόθηκε από τις εφημερίδες της εποχής πέθανε στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη και η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει». Η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνεται από καμία μαρτυρία.

Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστή στους Οθωμανούς η ταυτότητα και το στρατιωτικό αξίωμα του νεκρού, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση. Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα ενώ οι Οθωμανοί δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η εκεί Οθωμανική πρεσβεία ειδοποίησε τις αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν σαν απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε. Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Οθωμανοί πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα «κάποιου Ζέζα» που ήταν Έλληνας. Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς..
Ο θάνατος του Μελά, γόνου μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες, πήρε μεγάλη δημοσιότητα και συγκλόνισε την κοινή γνώμη της εποχής. Υπό την πίεση των γεγονότων η ελληνική κυβέρνηση ωθήθηκε να συμμετάσχει πιο ενεργά στον μακεδονικό αγώνα ενώ αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εθελοντών.

Υστεροφημία
Ο Παύλος Μελάς, παρά τη μικρή του συμβολή στο στρατιωτικό σκέλος των ελληνικών επιχειρήσεων στη Μακεδονία, χάρη στη στάση του και την εκτεταμένη δημοσιότητα που απέκτησε ο θάνατος του αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της πατρίδας στην ελληνική ιστορία. Στην Ελλάδα θεωρείται σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα, και πολλά προσωπικά του αντικείμενα εκτίθενται τώρα στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης και στο μουσείο Παύλος Μελάς στην Καστοριά.
Σήμερα, το όνομα του φέρει προς τιμή του το χωριό Στάτιστα ενώ πλήθος προτομών του στολίζουν πλατείες πόλεων μεταξύ των οποίων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, την Κοζάνη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Στη Θεσσαλονίκη, μετά το πρόγραμμα Καλλικράτης, οι δήμοι Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας ενώθηκαν σε ένα δήμο με την ονομασία Παύλος Μελάς.

29 Μαρτίου 1984: γεννιέται ο Μοχάμετ Μπουαζιζί, τυνήσιος μικροπωλητής, ο θάνατος του οποίου προκάλεσε την Τυνησιακή Επανάσταση και κατ’ επέκταση την Αραβική Άνοιξη.

Στις 18 Δεκεμβρίου του 2010, στην πόλη Σιντί Μπουζίντ της Τυνησίας, ένας πλανόδιος πωλητής φρούτων και λαχανικών, ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, αυτοπυρπολήθηκε, διαμαρτυρόμενος για την κατάσχεση των προϊόντων του από την αστυνομία επειδή δεν είχε άδεια. Η ενέργεια αυτή του 27χρονου πωλητή, ο οποίος τελικά εξέπνευσε στις 4 Ιανουαρίου του 2011, είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσουν διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης αρχικά στη Σιντί Μπουζίντ και στη συνέχεια σε διάφορες πόλεις της Τυνησίας. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων αυτών τουλάχιστον 219 άνθρωποι φέρεται να έχουν σκοτωθεί. Ειδικότερα, σε ανακοίνωση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ αναφέρθηκε ότι 219 άτομα σκοτώθηκαν και 510 τραυματίστηκαν στη διάρκεια των βίαιων επεισοδίων που οδήγησαν στην πτώση του προέδρου Ζιν Ελ Αμπιντίν Μπεν Άλι στις 14 Ιανουαρίου 2011. Εξ αυτών οι 147 πέθαναν στο δρόμο και οι υπόλοιπο 72 στις φυλακές.
Στις 14 Ιανουαρίου του 2011 ο πρόεδρος της χώρας Μπεν Αλί εγκατέλειψε την Τυνησία και κατέφυγε στη Σαουδική Αραβία. Την εξουσία ανέλαβε ο μέχρι τότε πρωθυπουργός Μοχάμεντ Γκανουσί. Στις 28 Ιανουαρίου 2011 άρχισαν διαδηλώσεις με αίτημα και την παραίτηση του Γκανουσί.

29 Μαρτίου 1996: 1996: αποφυλακίζεται με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών της Πάτρας, ο ισοβίτης Νίκος Κοεμτζής, ο οποίος είχε εκτίσει 23 χρόνια κάθειρξης για τη δολοφονία τριών αστυνομικών, το 1973.

Ο Νίκος Κοεμτζής (Αιγίνιο Πιερίας, 17 Ιανουαρίου 1938 - Αθήνα, 23 Σεπτεμβρίου 2011) ήταν Έλληνας μικροκακοποιός, που το 1973, επί χούντας, σκότωσε με σουγιά τρεις ανθρώπους (ανάμεσά τους δύο αστυνομικούς) και τραυμάτισε άλλους οκτώ μέσα σε νυχτερινό κέντρο στα Σεπόλια, επειδή παρενόχλησαν τον μικρό αδελφό του την ώρα που χόρευε ένα τραγούδι που είχε ζητήσει παραγγελιά. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ σε ισόβια, ενώ έμεινε στη φυλακή για 23 χρόνια.

Βιογραφία
Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1938 στο Αιγίνιο Πιερίας και ήταν γιος του Παναγιώτη και της Αναστασίας Κοεμτζή, που λόγω της συμμετοχής τους στο ΕΑΜ επί Κατοχής, υπέστησαν πολλές ταλαιπωρίες από τις κρατικές αρχές κατά την μεταπολεμική περίοδο.
Το Φεβρουάριο του 1973 μόλις είχε αποφυλακιστεί, μετά από καταδίκη του για κλοπή. Το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 1973, πήγε με την παρέα του στο νυχτερινό κέντρο Νεράιδα στα Σεπόλια, όπου τραγουδούσε ο Καρουσάκης, για να διασκεδάσουν. Ο αδελφός του, ο Δημοσθένης, έκανε παραγγελιά τις Βεργούλες του Μάρκου Βαμβακάρη και σηκώθηκε να χορέψει. Ο τραγουδιστής (Αθανασιάδης) ενώ στην αρχή του προγράμματος είχε ζητήσει να μην υπάρξουν παραγγελιές, τελικά ανακοίνωσε από το μικρόφωνο πως το επόμενο τραγούδι που θα πει είναι παραγγελιά. Ενώ ο Δημοσθένης χόρευε, ξαφνικά σηκώθηκαν και δύο άλλα άτομα, αστυνομικοί που γνώριζαν τον Κοεμτζή.
Οι αστυνομικοί ήταν ο Δημήτριος Πεγιάς, που υπηρετούσε στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Υποδιευθύνσεως Γενικής Ασφαλείας Αθηνών της Αστυνομίας Πόλεων και ο Εμμανουήλ Χριστοδουλάκης που υπηρετούσε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Προαστείων Πρωτευούσης της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. Οι αστυνομικοί παρενόχλησαν επιδεικτικά το Δημοσθένη και ο Νίκος Κοεμτζής σηκώθηκε και σκότωσε με σουγιά τρεις ανθρώπους (τους δύο αστυνομικούς, Πεγιά και Χριστοδουλάκη, και άλλο ένα άτομο από την παρέα τους), τραυματίζοντας άλλους οκτώ. Στην ανάκριση υποστήριξε πως θόλωσε το μυαλό του γιατί νόμιζε ότι θα σκότωναν τον αδελφό του.

Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε κτήνος και συχνά αναφερόταν σε εγκληματίες ως κοεμτζήδες. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και οκτώ φορές σε ισόβια, για ανθρωποκτονίες από πρόθεση. Το 1977 η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια. Αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Πατρών στις 29 Μαρτίου του 1996 μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης.Λόγω της εποχής, των οικογενειακών του φρονημάτων και του ποινικού του ιστορικού αρχικά πέρασε πολύ άσχημα μέσα στη φυλακή, αλλά αργότερα ο γνωστός αρχιφύλακας του Κορυδαλλού Αντώνης Αραβαντινός δήλωσε πως ο Κοεμτζής ήταν «ο μεγάλος του δάσκαλος» στη φυλακή.
Μετά την αποφυλάκισή του πουλούσε την αυτοβιογραφία του έξω από τα δικαστήρια της Ευελπίδων και τις Κυριακές στο Μοναστηράκι υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα. Το βιβλίο ξεκινά με τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Αιγίνιο Πιερίας και την κακοποίηση που υπέστη ο πατέρας του απλώς επειδή ήταν κομμουνιστής, όπως και ο ανάπηρος βετεράνος παππούς του, από τους χωροφύλακες, προτού μιλήσει για τις δικές του περιπέτειες και τα σκληρά χρόνια της φυλακής.
Το 2009, μετά από μια βραδιά παρουσίασης του βιβλίου του, ο Δήμος Αθηναίων του έδωσε άδεια να το πουλάει στο κέντρο. Έγραψε επίσης ποιήματα από τα οποία φαίνεται, όπως και ο ίδιος είχε δηλώσει, ότι μετάνιωσε για την πράξη του. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 73 ετών. Ο θάνατός του προήλθε από έμφραγμα, που έπαθε την ώρα που πουλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του: οι διασώστες του ΕΚΑΒ, που έφτασαν με μοτοσικλέτες, ειδοποίησαν ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει στην Πολυκλινική. Οι γιατροί προσπάθησαν να τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ανακοπή.

Επιρροή
Το 1979 ο Διονύσης Σαββόπουλος στο δίσκο Ρεζέρβα συμπεριλαμβάνει ένα τραγούδι με τίτλο Το μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο. Το 1980 ο Παύλος Τάσιος σκηνοθετεί την ταινία Παραγγελιά με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Αντώνη Αντωνίου που είναι βασισμένη στο επεισόδιο. Στην ταινία η Κατερίνα Γώγου (πρώην σύζυγός του) απαγγέλλει στίχους από τα ποιήματά της.

29 Μαρτίου 1896: Ο Σπύρος Λούης κόβει το νήμα στο Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, με χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα.


Ο Μαραθώνιος δρόμος
Ο Παπαδιαμαντόπουλος έδωσε το σήμα εκκίνησης στον Μαραθώνα. Δεκατρείς δρομείς από την Ελλάδα και τέσσερις αθλητές από άλλα έθνη έλαβαν μέρος. Ο Γάλλος Αλμπέν Λερμιζιό (Albin Lermusiaux) που είχε πάρει και χάλκινο στα 1500 μέτρα μπήκε νωρίς μπροστά και προηγείτο. Στο Πικέρμι ο Λούης σταμάτησε σε ένα καφενείο και ζήτησε να πιει ένα ποτήρι κρασί, λέγοντας ότι θα τους φτάσει και θα τους προσπεράσει όλους πριν από το τέλος.

Μετά το 32ο χιλιόμετρο, ο Λερμιζιό κατέρρευσε από την εξάντληση. Το προβάδισμα ανέλαβε τώρα ο Αυστραλός Τέντι Φλακ που πρωτύτερα είχε πάρει μετάλλιο στα 800 και 1500 μέτρα. Ο Λούης άρχισε να ελαττώνει την απόσταση, μέχρι που και ο Αυστραλός, που δεν ήταν συνηθισμένος στις μεγάλες αποστάσεις, κατέρρευσε μερικά χιλιόμετρα αργότερα, αφήνοντας το τελικό προβάδισμα στον Λούη.

Εν τω μεταξύ, στο στάδιο, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, ειδικά επειδή ένας αγγελιοφόρος με το ποδήλατο είχε βιαστεί να φέρει την είδηση ότι ο Αυστραλός προηγείτο. Ξαφνικά έφτασε και ένας άλλος αγγελιοφόρος που τον είχε στείλει κάποιος αστυνόμος μόλις ο Λούης μπήκε μπροστά, και ανήγγειλε ότι ένας Έλληνας ήταν πρώτος στον αγώνα δρόμου. Οι χιλιάδες θεατές άρχισαν να πανηγυρίζουν και να τον παροτρύνουν φωνάζοντας «Έλλην, Έλλην!»

Ο Λούης μπήκε στο στάδιο, όπου τον υποδέχτηκε ο λαός μαζί με δυο πρίγκιπες, τον κατοπινό διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Γεώργιο και τον κερνάγανε κρασί, γάλα, μπύρα, αυγά πασχαλινά, πορτοκαλάδα και άλλα δώρα. Πολλοί του έταζαν από κοσμήματα ως τζάμπα ξύρισμα στο κουρείο για πάντα. Δεν ξέρουμε αν τελικά τα πήρε όλα αυτά τα δώρα. Ο βασιλιάς Γεώργιος ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, και εκείνος του απάντησε: «Ένα γαϊδουράκι να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό.»

Ο Λούης έτρεξε τον μαραθώνιο σε χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δεύτερα. Μετά τους Ολυμπιακούς γύρισε στο χωριό του και δεν πήρε μέρος σε κανέναν άλλο αγώνα δρόμου. Έζησε μια ζωή ήρεμη, εργαζόμενος ως αγρότης, και αργότερα ως τοπικός αστυνομικός.

29 Μαρτίου 2007: Λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα βόλεϊ γυναικών Παναθηναϊκός - Ολυμπιακός για το Κύπελλο Ελλάδος, σκοτώνεται στην Παιανία από μαχαίρι ο 25χρονος Μιχάλης Φιλόπουλος, κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων σε προγραμματισμένο ραντεβού «θανάτου» για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Την επόμενη ημέρα, η πολιτεία θα αποφασίσει την αναβολή όλων των αγώνων των ομαδικών αθλημάτων για δύο εβδομάδες.

Ο 25χρονος οπαδός των «πρασίνων» μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου από οπαδούς των «ερυθρολεύκων», κατά τη διάρκεια ενός προγραμματισμένου ραντεβού θανάτου ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων.

Το... ραντεβού αυτό είχε κανονιστεί αρκετές μέρες πριν με αφορμή τον τελικό Κυπέλλου στο βόλεϊ γυναικών ανάμεσα στους δύο «αιώνιους» αντιπάλους, με την Πολιτεία να είναι «απών» όπως συνηθίζει...

Υπολογίζεται ότι περίπου 400 άνθρωποι ήταν εκείνοι που γνώριζαν για το προκαθορισμένο ραντεβού, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τα αποτελέσματα που θα είχε...

Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού συγκεντρώθηκαν στο Χαλάνδρι, εκείνοι του Ολυμπιακού στον Πειραιά, και ξεκίνησαν με κομβόι από μηχανές προς την Παιανία.

Στα επεισόδια που διαδραματίστηκαν εκεί, ο Μιχάλης Φιλόπουλος μαχαιρώθηκε και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, χωρίς έλεος, από τους οπαδούς του Ολυμπιακού, με το περιστατικό, μάλιστα, να καταγράφεται από κάμερα κινητού...

Η... απούσα Πολιτεία «εξαφάνισε» τη βία
Η Πολιτεία μετά το βροντερό... «απών» στο ραντεβού θανάτου, έβαλε -όπως πάντα- το μαχαίρι στο κόκκαλο και αποφάσισε τη διακοπή κάθε αθλητικής δραστηριότητας στη χώρα για δύο εβδομάδες! Στο επόμενο διάστημα πραγματοποιήθηκαν έφοδοι σε πολλούς συνδέσμους οργανωμένων, από τις οποίες προέκυψαν ευρήματα όπως όπλα, ναρκωτικά, μαχαίρια, ρόπαλα, μολότοφ και πάει λέγοντας...

Η... αποφασιστικότητα της Πολιτείας για να βάλει τέλος στην τυφλή οπαδική βία, είχε αποτέλεσμα καθώς βλέπουμε σήμερα τα γήπεδα γεμάτα, ειρήνη εκτός κι εντός αγωνιστικών χώρων και γενικά μία... ωραία ατμόσφαιρα!

Τέσσερις στη φυλακή
Για την υπόθεση αυτή, βρίσκονται στη φυλακή τέσσερα άτομα από τους -συνολικά- 27 κατηγορούμενους. Πρόκειται για τους Χρήστο Σακάτη, Βασίλη Ρουμπέτη, Νίκο Βαγιόπουλο και Βασίλη Ψυκάκο.

Ο Σακάτης καταδικάστηκε σε 16ετή κάθειρξη με μειωμένο καταλογισμό λόγω τοξικομανίας, ο Ρουμπέτης που πρωτόδικα είχε αθωωθεί (έχοντας εκτίσει 18 μήνες προφυλάκισης), καταδικάστηκε με 12ετή καθειρξη για απλή συνέργεια λόγω ελαφρυντικών, ενώ οι Βαγιόπουλος και Ψυκάκος καταδικάστηκαν με 10ετή κάθειρξη.

πηγη: http://www.sdna.gr/

29 Μαρτίου 2010: κάνουν την εμφάνισή τους οι ομάδες της δίκυκλης αστυνόμευσης «ΔΙΑΣ», που εξήγγηλε πριν από λίγο καιρό ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης

Οι ομάδες δίκυκλης αστυνόμευσης (ΔΙΑΣ) δημιουργήθηκαν το Μάρτιο του 2010 με σκοπό την πρόληψη, τον έλεγχο, την καταστολή βίαιων και εγκληματικών ενεργειών, όπως είναι οι ληστείες, οι βιασμοί, οι συμπλοκές, οι ανθρωποκτονίες. Αποτελούνται από δικυκλιστές, ιδιαίτερα από τη μονάδα των Ειδικών Φρουρών.

Γενικές πληροφορίες
Η πολιτική πρωτοβουλία για την δημιουργία της ΔΙΑΣ ανήκει στον τότε υπουργό Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ενώ ο αξιωματικός που ανέλαβε την δημιουργία της και την διοίκησή της ήταν ο Ταξίαρχος Γιώργος Σταύρακας (σήμερα είναι Υποστράτηγος εν αποστρατεία), που παλαιότερα είχε δημιουργήσει και την ομάδα ΔΕΛΤΑ (Δύναμη Ελέγχου Ταχείας Αντίδρασης), ενώ είχε διατελέσει και διοικητής της Ομάδας ΖΗΤΑ. Ο Γιώργος Σταύρακας είναι ανηψιός του Αντιστράτηγου Ιωάννη Σταύρακα που ήταν Αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. τη δεκαετία του 1980, ενώ στους άνδρες του ήταν πολύ αγαπητός και γνωστός ως ο θείος. Σημερινός διοικητής της ομάδας είναι ο Ταξίαρχος Σωτηρόπουλος.
Η ομάδα ΔΙΑΣ είναι εξοπλισμένη με σύγχρονες και γρήγορες μοτοσυκλέτες.

Εκπαίδευση
Οι αστυνομικοί που απαρτίζουν την ομάδα (ειδικοί φρουροί στη πλειοψηφία) ακολούθησαν εκπαίδευση, η οποία και θα επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματ με σκοπό να βελτιώνεται η ετοιμότητα και η επίδοσή τους.

Θύματα
Όπως όλες οι ομαδες της ΕΛ.ΑΣ, έτσι και η ΔΙΑΣ εχει θρηνήσει θύματα όπως στην περίπτωση των 2 αστυνομικών που σκοτώθηκαν στο Ρέντη με AK47 από κακοποιούς και άλλων απο τροχαια περιστατικα και δολοφονιες.