Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

16 Δεκεμβρίου 2003: πεθαίνει ο Κώστας Μπάκας, ηθοποιός και σκηνοθέτης



Γεννήθηκε το 1926 στην Καλαμάτα.Τελείωσε την Δραματική Σχολή του «Θεάτρου Τέχνης» και υπήρξε βασικό ιδρυτικό στέλεχός του στο υπόγειο του Ορφέα.
Συνεργάστηκε με τον Κάρολο Κουν ως βασικό στέλεχος, ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα που ανέβασε το «Θέατρο Τέχνης». Δίδαξε στις δραματικές σχολές του «Θεάτρου Τέχνης» και του Εθνικού Θεάτρου, υποκριτική και αυτοσχεδιασμό.Στο αποκαλούμενο Ελεύθερο Θέατρο, συνεργάστηκε με τους θιάσους των: Κατερίνας, Λαμπέτη, Φέρτη, Καρρά, Μιχαλακόπουλου, Καρακατσάνη, Μυλωνά και το Θέατρο Εξαρχείων. Έχει σκηνοθετήσει συνολικά πάνω από 200 θεατρικά έργα, όλων των θεατρικών ειδών. Ειδικότερα έχει σκηνοθετήσει έργα όλων των τραγικών συγγραφέων, Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη και σχεδόν όλα τα έργα του Αριστοφάνη. Έχει ανεβάσει πάνω από 20 έργα στην Επίδαυρο και το Ηρώδειο. Επίσης, έχει σκηνοθετήσει έργα των Σαίξπηρ, Μολιέρου, Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Γκόρκυ, Πιραντέλο, Μπρεχτ, Λόρκα, Ο'Κέϊζι, Ιονέσκο, Μίλλερ, Ουϊλιαμς, Πίντερ καθώς και των Χουρμούζη, Φώσκολου κλπ. Είχεμακρόχρονη συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο και το Κ.Θ.Β.Ε και έχει συνεργαστεί με όλα τα Δημοτικά Θέατρα, πολλά από τα οποία έχουν ξεκινήσει την δραστηριότητά τους με δικές του παραστάσεις. Πέθανε στις 16 Δεκενβρίου 2003 μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο στον «Ευαγγελισμό» και κηδεύτηκε στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών με δαπάνη του υπουργείου πολιτισμού. Ήταν παντρεμένος μα την επισης ηθοποιό Άννα Βενέτη.

Φιλμογραφία
Κορίτσια στον ήλιο (1968) [ενωμοτάρχης]
Επί Εσχάτη Προδοσία (1968)
Καταραμένη Αγάπη (1968) [Νικολής]
Οι Σφαίρες δεν Γυρίζουν Πίσω (1967)
Βοήθεια ο Βέγγος φανερός πράκτωρ 000 (1967)
Η 7η ημέρα της δημιουργίας (1966) [δικηγόρος Θεοφάνους]
Επιτάφιος για εχθρούς και φίλους (1965)
Το μπλόκο (1965) [κουμπάρος]
Χωρίς Γονείς και Αδέλφια (1964) [Βαγγέλης]
Αυτό το κάτι άλλο! (1963) [(διαμαρτυρόμενος γείτονας)]
Για σένα την αγάπη μου (1960)
Θύελλα στο Φάρο (1950)
ΑΠΟ ΤΟ http://lefobserver.blogspot.com/

16 Δεκεμβρίου 1770: Γεννιέται ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, Γερμανός μουσικός και συνθέτης.


Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, προφορά στα γερμανικά: Λούντβιχ φαν Μπέτχοφεν, Βόννη, 16 Δεκεμβρίου 1770 — Βιέννη, 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός μουσικός και συνθέτης.

Αποτέλεσε μία από τις κεντρικότερες μορφές της κλασικής μουσικής και συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στους ευρύτερα αποδεκτούς συνθέτες όλων των μουσικών περιόδων και τους πλέον γνωστούς όλων των εποχών. Ο Μπετόβεν αν και ανήκει περισσότερο στην κλασική περίοδο, συνδέθηκε με το κίνημα του ρομαντισμού που ακολούθησε και τα τελευταία του έργα διακρίνονται από έντονα ρομαντικά στοιχεία. Οι συμφωνίες και τα κοντσέρτα για πιάνο που συνέθεσε αποτελούν τα πιο δημοφιλή έργα του. Από πολλούς αναγνωρίζεται ως μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης για όλους τους μεταγενέστερους συνθέτες.

Η ζωή του
Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Καταγόταν από μουσική οικογένεια, αν και κανένας από τους προγόνους του δεν διακρίθηκε στη σύνθεση. Ο παππούς του ήταν φλαμανδικής καταγωγής και διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Ο πατέρας του, Johann van Beethoven, εργάστηκε ως επαγγελματίας τενόρος στην ίδια χορωδία ενώ παρέδιδε και μαθήματα πιάνου και τραγουδιού. Παράλληλα αποτέλεσε τον πρώτο δάσκαλο μουσικής του Λούντβιχ, ωστόσο η σχέση τους ήταν μάλλον κακή, καθώς ο πατέρας του τον καταπίεζε διαρκώς και προσπαθούσε να τον εκμεταλλευτεί παρουσιάζοντας τον ως παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ. Αργότερα, ο Κρίστιαν Νέεφε (Christian Neefe) ανέλαβε το έργο της μουσικής του εκπαίδευσης.
Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για τον νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ. Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Γιόζεφ Χάυντν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να αναλάβει τη διδασκαλία του. Η εκπαίδευσή του στο πλευρό του Χάυντν διήρκεσε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Γιόχαν Γκέοργκ Αλμπρεχτσμπέργκερ (Johann Georg Allbrehtsberger) και φωνητική σύνθεση με τον Αντόνιο Σαλιέρι (Antonio Salieri). Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστας αλλά αργότερα και ως συνθέτης. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, ο Μπετόβεν δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας και έργα κατά παραγγελία. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωση του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο.

Μουσικό έργο
Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη αρχίζει από τις πρώτες δημιουργίες του μέχρι το 1802 που δημιουργεί τελικά ένα προσωπικό ύφος. Η δεύτερη περίοδος διαρκεί περίπου μέχρι το 1816 και ο Μπετόβεν είναι ήδη ένας αναγνωρισμένος συνθέτης. Η τελευταία περίοδος διακρίνεται από την παρουσία του ρομαντικού στοιχείου στις συνθέσεις του.

Πρώτη περίοδος 
Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε, ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάυντν, που αποτέλεσε και τον σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται και από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάυντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η "Παθητική" (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Μούτσιο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800 ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα την 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από περισσότερες καινοτομίες, κυρίως ως προς τη δομή της. Τα πρώτα έργα του Μπετόβεν διακρίνονται γενικά από συχνές εναλλαγές στη δυναμική και έντονες αντιθέσεις ή εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.

Δεύτερη περίοδος 
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημιουργικής περιόδου του, ο Μπετόβεν έχει αναγνωριστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη ως συνθέτης και πιανίστας. Παράλληλα αναπτύσσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται συχνά ως "ηρωικό". Η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η Συμφωνία (ή Ηρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στην Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια περίοδο ο Μπετόβεν συνθέτει και την μοναδική του όπερα Φιντέλιο. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή. Η όπερα παραπέμπει επίσης στην Γαλλική Επανάσταση, με την Λεονόρα να ενσαρκώνει τα ιδανικά της. Η πρώτη παράσταση της όπερας δόθηκε το 1805 αλλά ακολούθησαν άλλες δύο εκδοχές της, το 1806 και το 1814.
Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την 4η, την 5η και την 6η Συμφωνία (ή Ποιμενική), ενώ το 1812 γράφτηκε η 7η και η 8η Συμφωνία. Στην δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appasionata.

Τρίτη περίοδος
Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν, αναγκάζει τον συνθέτη να αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην ένατη συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής αν και, σε ορισμένα σημεία, ο συνθέτης έχει (πιθανόν λόγω της κώφωσής του) γράψει για ορισμένα όργανα (όπως το κόρνο) νότες που δεν τις διαθέτουν. Άλλα έργα που ανήκουν στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής

16 Δεκεμβρίου 1985: Ψηφίζεται από τη Βουλή ο πρώτος νόμος για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ).

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) θεσμοθετήθηκε το 1982 από τον Γεώργιο Γεννηματά της Κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου στα πλαίσια μεταρρύθμισης και αναβάθμισης της δημόσιας υγείας και της λειτουργικής ενοποίησης των δημόσιων υποδομών περίθλαψης. Σκοπός του είναι η ιατροφαρμακευτική και νοσηλευτική κάλυψη των αναγκών του ελληνικού πληθυσμού και όσων διαμένουν στην Ελλάδα, μέσω της παροχής δωρεάν υπηρεσιών. Αιχμή του συστήματος ήταν η δημιουργία Κέντρων Υγείας, περιφερειακών και νομαρχιακών Νοσοκομείων στην Ελλάδα.
Η μεταρρύθμιση αυτή εισήχθη με το νόμο 1397/83.

Μονάδες Υγείας:

  • Κέντρα Υγείας: Μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με σκοπό την πρόληψη, θεραπεία και αποκατάσταση.
  • Νοσοκομεία: δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια φροντίδα υγείας, με σκοπό την ενδονοσοκομειακή περίθαλψη.

Για τους ασφαλισμένους σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης προβλέπεται η παροχή υπηρεσιών υγείας και από τους κλάδους υγείας των ταμείων τους ή τον νεοσύστατο Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ).

Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας
Το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ) έχει σκοπό την αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού στον τόπο ενός εκτάκτου συμβάντος για την παροχή άμεσης βοήθειας και διακομιδής πασχόντων ατόμων προς τους πλησιέστερους υγειονομικούς σχηματισμού (νοσοκομεία, κέντρα υγείας). Το κυριότερο μέσο διακομιδής είναι το ασθενοφόρο, ωστόσο διατίθενται επίσης ειδικές κινητές Μονάδες Επείγουσας Προνοσοκομειακής Ιατρικής, μοτοσυκλέτες και ελικόπτερα.

Τηλέφωνο: 166

16 Δεκεμβρίου 1923: Οι εκλογές στην Ελλάδα εξελίσσονται σε θρίαμβο του Ελευθερίου Βενιζέλου, εξαιτίας της αποχής των αντιβενιζελικών δυνάμεων. Είναι οι τελευταίες εκλογές που διεξάγονται με σφαιρίδιο.


Η Επαναστατική κυβέρνηση των Πλαστήρα - Γονατά θα προκηρύξει εκλογές στις 16 Δεκεμβρίου 1923 για την ανάδειξη της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης η οποία και θα αποφασίσει για το πολίτευμα της Ελλάδας. Οι εκλογές αυτές ήταν οι τελευταίες που έγιναν με σφαιρίδιο. Η Συντακτική Συνέλευση συνέρχεται στις 2 Ιανουαρίου 1924 και στις 4 Ιανουαρίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος σχηματίζει κυβέρνηση. Στις 6 Φεβρουαρίου ο Βενιζέλος παραιτείται και τη θέση του παίρνει ο Γεώργιος Καφαντάρης. Στις 24 Μαρτίου 1924 ανακηρύσσεται νέα κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.

16 Δεκεμβρίου 1974: πεθαίνει, σε ηλικία 90 ετών, ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Βάρναλης.


‎ O Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884- Αθήνα 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Βιογραφία 
Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Παναγιώτης Βάρναλιεβ πολέμησε στους αγώνες εθνικής ενοποίησης της Βουλγαρίας το 1912-1913 και 1915-1918 όπου τραυματίστηκε, ύστερα μετοίκησε από τον Πύργο στη Σωζούπολη όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως βούλγαρος. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.

Καλλιτεχνική αναγνώριση & πολιτική δράση 
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.

Έργο 
Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_kostas_varnalis.html

16 Δεκεμβρίου 1899: ιδρύεται στο Μιλάνο της Ιταλίας η ομάδα της Milan AC


Η Μίλαν (ιταλικά: Associazione Calcio Milan, ψευδώνυμο "οι Ροσονέρι"), είναι ιταλικός ποδοσφαιρικός σύλλογος που εδρεύει στο Μιλάνο της Λομβαρδίας, από τους πιο επιτυχημένους και δημοφιλείς. Η εντός Ιταλίας συγκομιδή της ομάδας περιλαμβάνει δεκαοκτώ πρωταθλήματα, πέντε Κύπελλα και έξι Σούπερ Καπ. Συνολικά, μετρά είκοσι εννέα επίσημους τίτλους στη χώρα της. Εκτός συνόρων, πρόκειται ίσως για τη σπουδαιότερη ιταλική ομάδα. Έχει κερδίσει το Πρωταθλητριών (νυν Τσάμπιονς Λιγκ) επτά φορές, επίτευγμα που μόνον η Ρεάλ Μαδρίτης υπερβαίνει με εννέα κατακτήσεις και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ πέντε, επίδοση που αποτελεί ρεκόρ. Επίσης, έχει κατακτήσει δύο Κύπελλα Κυπελλούχων Ευρώπης.

Όσον αφορά τις ομάδες με τους περισσότερους αναγνωρισμένους διεθνείς τίτλους, η Μίλαν είναι πρώτη μαζί με τη Μπόκα Τζούνιορς, αφού αμφότερες έχουν από δεκαοκτώ. Οι Ροσονέρι όμως έχουν αναδειχθεί τέσσερις φορές Παγκόσμιοι Πρωταθλητές Συλλόγων (μία ως νικητές του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων που διοργανώνει η FIFA και τρεις ντε φάκτο, ως τροπαιούχοι του Διηπειρωτικού), έναντι τριών της ομάδας από το Μπουένος Άιρες. Η Μίλαν ανήκει στους ιδρυτές του G-14, ενός πανευρωπαϊκού ομίλου που περιελάμβανε τις κορυφαίες ομάδες της ηπείρου, καθώς και του διάδοχου σχήματος ECA (Σύνδεσμος Ευρωπαϊκών Συλλόγων).

Από την ίδρυση στο χρυσό άστρο 
Η Μίλαν ιδρύθηκε ως σύλλογος φούτμπολ και κρίκετ το 1899 από πρωτοβουλία του Χέρμπερτ Κίλπιν, Βρετανού εκπατρισθέντος από το Νότινγχαμ. Προς τιμήν του η ομάδα έχει κρατήσει την αγγλική γραφή του ονόματος, με ιταλική όμως προφορά (Μίιλαν - τονισμός στην "προπαραλήγουσα"). Η ομάδα κερδίζει το πρώτο της πρωτάθλημα το 1901 και αρχίζει να δημιουργεί μια ισχυρή βάση φιλάθλων. Το 1908 εσωτερικές διαμάχες σε διοικητικό επίπεδο, οδηγούν σε διάσπαση και στην ίδρυση του άλλου μεγάλου συλλόγου με έδρα το Μιλάνο, της Ίντερ. Kατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και ως το τέλος της δεκαετίας του 1940, η ομάδα εκινείτο στη μετριότητα, χωρίς να κερδίσει κάποιον αξιόλογο τίτλο, είχε δε υποχρεωθεί να αλλάξει το όνομά της σε "Mιλάνο". Στους άξιους αναφοράς παίκτες συγκαταλέγονται οι Άλντο Μπόφι και Ρικάρντο Καραπελέζε.

Με αρχή το πρωτάθλημα του 1951 κι έχοντας ως βάση την περίφημη σουηδική επιθετική τριπλέτα των Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Νόρνταλ και Νιλς Λίντχολμ (γνωστή ως Γκρε-Νο-Λι), αλλά και τη σιγουριά που της πρόσφερε κάτω από τα γκολπόστ η παρουσία του Λορέντσο Μπουφόν, η ομάδα εισέρχεται σε μακρά περίοδο διακρίσεων. Υπό την καθοδήγηση του εμβληματικού Νερέο Ρόκο, το 1963 στέφεται για πρώτη φορά Πρωταθλήτρια Ευρώπης κόντρα στη μεγάλη Μπενφίκα του Εουσέμπιο που βρισκόταν για τρίτη συνεχόμενη φορά στον τελικό, έχοντας πάρει το τρόπαιο τις δύο προηγούμενες. Εκείνη την περίοδο ξεχωρίζει με την εκτελεστική του δεινότητα ο Χοσέ Αλταφίνι και αρχίζει να αναδεικνύεται ο βιρτουόζος μεσοεπιθετικός Τζιάνι Ριβέρα.
Ακολουθεί το 1969 το δεύτερο Κύπελλο Πρωταθλητριών κόντρα στον Άγιαξ του μικρού σε ηλικία τότε Γιόχαν Κρόιφ, καθώς και το πρώτο Διηπειρωτικό (η εικόνα του από το αντιαθλητικό παιχνίδι των Αργεντινών της Εστουδιάντες αιμόφυρτου αλλά νικητή τελικά Νέστορ Κομπίν, θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό των παλαιότερων τουλάχιστον φίλων της ομάδας). Έχοντας στη σύνθεσή της παίκτες όπως οι Άλντο Μαλντέρα και Βάλτερ Νοβελίνο, η Μίλαν κατακτά το πρωτάθλημα του 1979, ξορκίζοντας την τραυματική ανάμνηση της Φατάλ Βερόνα (1973) όταν και απώλεσε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική και τοποθετεί επιτέλους στη φανέλα της το χρυσό άστρο (σύμβολο συμπλήρωσης δέκα πρωταθλημάτων). Ο Τζιάνι Ριβέρα, ποδοσφαιριστής-σημαία της, αποσύρεται από την ενεργό δράση.

Κάθοδος και αναγέννηση
Έκτοτε η ομάδα ακολουθεί πτωτική πορεία. Το 1980 ξεσπά το σκάνδαλο Τοτονέρο και οι Ροσονέρι τιμωρούνται με υποβιβασμό στη Σέριε Μπι για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Η υπόθεση είχε σχέση με πληρωμές παικτών και παραγόντων, προκειμένου να "στηθούν" διάφορα παιχνίδια. Η Μίλαν επέστρεψε αμέσως στην πρώτη κατηγορία, όμως το 1982 ξαναϋποβιβάζεται για αγωνιστικούς αυτή τη φορά λόγους. Το τρωθέν κύρος του συλλόγου αναλαμβάνει να αποκαταστήσει το 1986 (έτος-ορόσημο για την ιστορία του) ο δικηγόρος και μεγαλοεπιχειρηματίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αγοράζει την ομάδα και αποφασίζει να επενδύσει πολλά χρήματα σε αυτήν. Προσλαμβάνει ως προπονητή τον Αρίγκο Σάκι, μία ιδιαιτέρως χαρισματική ποδοσφαιρική φυσιογνωμία. Επίσης φέρνει στο Μιλάνο τον Μάρκο φαν Μπάστεν, πιθανώς τον καλύτερο επιθετικό στην ιστορία μαζί με τον Βραζιλιάνο Ρονάλντο.
Εκτός από τον ταλαντούχο Ολλανδό, κάτοικοι Σαν Σίρο γίνονται και οι Ρούουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρτ, οι οποίοι μαζί με τους Φράνκο Μπαρέζι, Πάολο Μαλντίνι, Ρομπέρτο Ντοναντόνι και άλλους που συνολικά έμειναν γνωστοί στην αθλητική ιστορία ως «οι αθάνατοι» (Gli Immortali), συγκροτούν μια από τις σπουδαιότερες ομάδες όλων των εποχών, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας νέος κύκλος σπουδαίων αποτελεσμάτων. Η Μίλαν ζει τις πιο ένδοξες στιγμές της, με τη σκυτάλη των επιτυχιών να παραλαμβάνει «η ομάδα των αήττητων» (Gli Invincibili) του Φάμπιο Καπέλο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 θα κατακτήσει επτά ακόμη πρωταθλήματα, τέσσερα Κύπελλα Πρωταθλητριών (Τσάμπιονς Λιγκ), καθώς και άλλους εγχώριους και διεθνείς τίτλους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων υπό την τεχνική ηγεσία του παλαιού της αστέρα Κάρλο Αντσελότι και με αρχισκόρερ το διεθνή Ουκρανό Αντρέι Σεβτσένκο.
Νέα σύννεφα εμφανίζονται στον ορίζοντα το 2006, όταν η ομάδα φάνηκε αναμειγμένη στο Καλτσιόπολι, ακόμη ένα σκάνδαλο σχετικό με προκαθορισμένου αποτελέσματος αγώνες. Ξεκινά το πρωτάθλημα με -15 βαθμούς και δεν προκρίνεται στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης χρονιάς. Ασκεί έφεση, η ποινή μειώνεται σε αφαίρεση μόνο 8 βαθμών κι έτσι της δίνεται η δυνατότητα να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ του 2007. Στον τελικό της ευοίωνης γι' αυτήν Αθήνας (στην ίδια πόλη έχει κερδίσει το τρόπαιο και το 1994), χάρις στα γκολ του Φίλιπο Ιντζάγκι και την πολύτιμη συμβολή ποδοσφαιριστών σαν τον Κλάρενς Ζέεντορφ, τον Αντρέα Πίρλο και τον Τζενάρο Γκατούζο, νικά με 2-1 τη Λίβερπουλ του Ράφα Μπενίτεθ και κατακτά το έβδομο ευρωπαϊκό της πρωτάθλημα.

Χρώματα, σήματα, ύμνος 
Η αυθεντική φανέλα της Μίλαν, ήταν ανέκαθεν κόκκινη και μαύρη. Σύμφωνα με τον εκ των ιδρυτών της Κίλπιν, ο συγκεκριμένος συνδυασμός επιλέχθηκε για να υποδηλώσει την πρόθεση δημιουργίας φόβου στον αντίπαλο. Στην παραπάνω σημειολογία οφείλονται τα παρωνύμια "Ροσονέρι" (Κοκκινόμαυροι) και "Διάβολος" (προφανής η χρωματική αντιστοιχία). Για τους εκτός έδρας αγώνες έχει επιλεγεί το άσπρο. Η "δεύτερη" εμφάνιση θεωρείται τυχερή από πολλούς οπαδούς της ομάδας, καθώς μ' αυτήν σε οκτώ τελικούς έχουν κατακτηθεί έξι κύπελλα πρωταθλητριών και χαθεί μόλις δύο (το 1995 στη Βιέννη από τον Άγιαξ χάρη σε γκολ του Πάτρικ Κλάιφερτ στο 89' και το 2005 στον αλησμόνητο τελικό της Κωνσταντινούπολης όταν η Λίβερπουλ επιβλήθηκε στα πέναλτυ). Απ' την άλλη, σε τρεις τελικούς που χρησιμοποιήθηκαν οι εντός έδρας εμφανίσεις, υπήρξε μόλις μία επιτυχία.
Για αρκετά χρόνια, το σήμα της Μίλαν είχε ως έμπνευση το έμβλημα της πόλης του Μιλάνου (κόκκινος σταυρός σε άσπρο φόντο). Ενίοτε, έχει χρησιμοποιηθεί και μια εικόνα διαβόλου. Bασισμένο στην παράδοση, το τωρινό σήμα της ομάδας είναι ωοειδές με χρυσό άστρο στην κορυφή. Στο μέσο του υπάρχει εφαπτόμενος κύκλος που χωρίζεται κάθετα σε δύο ημικύκλια εκ των οποίων το αριστερό φέρει εναλλάξ κόκκινες και μαύρες κάθετες ρίγες και το δεξιό το έμβλημα του Μιλάνου. Πάνω από αυτόν υπάρχουν τα αρχικά "ACM" (Associazione Calcio Milan) και κάτω η χρονολογία ίδρυσης του συλλόγου (1899).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη φανέλα της η Μίλαν, εκτός από το άστρο της κατάκτησης δέκα πρωταθλημάτων (για να τοποθετηθεί και δεύτερο θα πρέπει σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Ιταλία να συμπληρωθούν είκοσι τίτλοι κ.ο.κ.), όταν αγωνίζεται στο Τσάμπιονς Λιγκ, έχει επιπλέον το "διακριτικό του πολυνίκη" της ανωτέρω διοργάνωσης. Αυτό φέρεται στο αριστερό μανίκι και έχει την εικόνα του αντίστοιχου κυπέλλου, πάνω από το οποίο αναγράφεται ο αριθμός των κατακτήσεων (7). Με βάση τον κανονισμό της ΟΥΕΦΑ, το συγκεκριμένο έμβλημα δικαιούνται να χρησιμοποιούν μόλις πέντε ομάδες, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μίλαν και η Λίβερπουλ επειδή έχουν πέντε κατακτήσεις του τροπαίου και άνω, καθώς επίσης και ο Άγιαξ με την Μπάγερν, λόγω του ότι το έχουν κερδίσει τρεις συνεχόμενες φορές.

Το στάδιο Σαν Σίρο 
Κατασκευασμένο το 1926, το στάδιο της ομάδας είναι χωρητικότητας 80.018 θέσεων. Εκτός από το όνομα Σαν Σίρο, το οποίο οφείλεται στην ομώνυμη συνοικία όπου και βρίσκεται, έχει και το όνομα Τζουζέπε Μεάτσα, προς τιμή του παίκτη που φόρεσε τη φανέλα τόσο της Μίλαν όσο και (περισσότερο) της Ίντερ, παρέχει δε τη δυνατότητα δημιουργίας πολύ καλής ατμόσφαιρας, καθώς οι κερκίδες είναι κοντά στον αγωνιστικό χώρο. Αρνητικό στοιχείο της εγγύτητας αυτής είναι η αυξημένη πιθανότητα πρόκλησης επεισοδίων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι με τη δημιουργία του το Σαν Σίρο αποτέλεσε έδρα αποκλειστικά για τους Ροσονέρι (οι Νερατζούρι που προγενέστερα χρησιμοποιούσαν το ελιτίστικο Αρένα Τσίβικα στο κέντρο της πόλης, μετακόμισαν στο τωρινό τους σπίτι μεταπολεμικά).
Στις 19 Δεκεμβρίου του 2005 ο αντιπρόεδρος της Μίλαν, Αντριάνο Γκαλιάνι, δήλωσε πως στη Μίλαν σκέφτονται σοβαρά να μετακινηθούν από το Σαν Σίρο. Το νέο γήπεδο θα βασίζεται αρκετά στο γήπεδο της Σάλκε (Φέλτινς Αρένα), ενώ θα προσφέρεται μόνο για ποδόσφαιρο. Επίσης, θα φέρει το όνομα κάποιου χορηγού. Μένει να δούμε αν τελικά κάτι τέτοιο θα υλοποιηθεί ή αν όσα είπε ο Γκαλιάνι αποτελούν μοχλό πίεσης στην πολιτεία του Μιλάνου, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της στο Σαν Σίρο, να πουλήσει το στάδιο στη Μίλαν ώστε η ομάδα να προχωρήσει σε ανανέωσή του. Διάφορα έχουν ακουστεί και από τον Μάσιμο Μοράτι για αλλαγή έδρας και από την πλευρά της Ίντερ.
Προπονητήριο για την ομάδα αποτελεί το αθλητικό κέντρο Μιλανέλο, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1963 και βρίσκεται στην περιοχή του Βαρέζε.

Οπαδική βάση 
H οργανωμένη έκφραση των οπαδών του συλλόγου υφίσταται από το 1967, υπό τη μορφή ενός "Δικτύου των Κλαμπ της Μίλαν" (ΑIMC/MCiR).[9] Διακριτή υποκατηγορία αποτελούν οι ultras, οι οποίοι χαρακτηρίζονται μεταξύ άλλων από το νεαρό της ηλικίας τους και την υπέρμετρη αφοσίωσή τους στην ομάδα. Οι σημαντικότεροι πυρήνες ultras της Μίλαν (σε παρένθεση το έτος ίδρυσης) υπήρξαν κατά σειρά σπουδαιότητας οι: Fossa dei Leoni (1968), Brigate Rossonere (1975) και Commandos Tigre (1967). Mετά το 2010, ο κύριος όγκος τους εκπροσωπείται από τη συλλογικότητα Curva Sud Milano.

Εύρος 
Η Μίλαν είναι μία από τις ομάδες με τους περισσότερους οπαδούς. Σύμφωνα με έρευνες που διενήργησε το αξιόπιστο γερμανικό γραφείο δημοσκοπήσεων Sport+Markt, ο κοκκινόμαυρος σύλλογος της Λομβαρδίας καταλαμβάνει τη δεύτερη σε αριθμό φιλάθλων θέση στη χώρα του πίσω από τη Γιουβέντους, είναι ο πρώτος ιταλικός πανευρωπαϊκά και ο τρίτος ευρωπαϊκός μετά τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Μπαρσελόνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Σχέσεις 
O ποδοσφαιριστής της Μίλαν Μάσσιμο Αμπροζίνι, κατά τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ 2006 - 2007, κρατώντας σαρκαστικό πανό κατά της πρωταθλήτριας Ιταλίας εκείνης της χρονιάς Ίντερ
Κάθε χρόνο, η Mίλαν αναμετράται με την Ίντερ τουλάχιστον δύο φορές (στα πλαίσια του πρωταθλήματος) στο ντέρμπι του Μιλάνου. Το επιλεγόμενο και ντέρμπι της Μαντονίνα, ξεκίνησε στις 18-10-1908, στα πλαίσια του τελικού του Κόπα Κιάσο (οι Ροσονέρι είχαν κατακτήσει το τρόπαιο με νίκη 2-1 επί των ανταγωνιστών τους) και αποτελεί πιθανότατα τη σπουδαιότερη ποδοσφαιρική κόντρα στην Ιταλία. Η ονομασία του οφείλεται στο άγαλμα της "Παναγίτσας" που βρίσκεται εγκατεστημένο στην κορυφή του καθεδρικού ναού του Μιλάνου (Ντουόμο).
Ως προς τις ταξικές διαφορές, η Μίλαν υποστηρίζεται ιστορικά από τα εργατικά στρώματα της βιομηχανικής περιφέρειας (παρωνύμιο στην τοπική διάλεκτο "casciavit" ήτοι "κατσαβίδια"), ενώ η Ίντερ (παρωνύμιο "bauscia", σε ελεύθερη απόδοση "αλαζόνες") από τη μπουρζουαζία του κέντρου της πόλης. Κατά τον καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας και θεωρητικό της άκρας αριστεράς Αντόνιο Νέγκρι, η Μίλαν διέθετε γενικά προοδευτικό κοινό, σε αντίθεση με την Ίντερ της οποίας οι φίλοι διακρίνονταν για τις συντηρητικές τους πεποιθήσεις.
Προϊόντος του χρόνου οι βεβαιότητες κατέρρευσαν. Οι κοινωνικές αλλαγές και οι νέες γενιές που έκαναν την εμφάνιση τους στα ιταλικά γήπεδα, προκάλεσαν σειρά συγχύσεων και παραδοξοτήτων. Επιπλέον, η είσοδος του κεντροδεξιάς ιδεολογίας βαρόνου των ΜΜΕ και πρωθυπουργού της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι στα διοικητικά της Μίλαν, έτυχε υποδοχής μεσσία και "υπέστειλε" τις σημαίες με τον Τσε Γκεβάρα που παραδοσιακά κυμάτιζαν στην "Κούρβα Σουντ", χώρο συνάθροισης στο Σαν Σίρο των φανατικών οπαδών της. Την ίδια στιγμή οι απέναντι της Ίντερ, ελέγχονται από τον κεντροαριστερών θέσεων πετρελαιοβιομήχανο Μάσιμο Μοράτι.
Τα καπνογόνα, οι ιαχές και οι αναρτήσεις σκωπτικών συνθημάτων ("σκηνογραφίες") εκατέρωθεν, είναι σύνηθες φαινόμενο στη διάρκεια του ντέρμπι στο Σαν Σίρο δημιουργώντας εκπληκτική ατμόσφαιρα, χωρίς να λείπουν και οι ακραίες καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο επαναληπτικός προημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ της Μίλαν και της Ίντερ την περίοδο 2004-05, όταν ο τερματοφύλακας της πρώτης Ντίντα τραυματίστηκε από ρίψη καπνογόνου οπαδού της δεύτερης, με αποτέλεσμα τη διακοπή του αγώνα και την κατακύρωσή του υπέρ των Ροσονέρι.

Μεγάλη αντιπαλότητα, παρά το γεγονός ότι παλαιότερα υπήρχε αδελφοποίηση μεταξύ τους, διατηρείται επίσης μεταξύ της Μίλαν και της Τζένοα, εξαιτίας μιας συμπλοκής μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων το 1995 που κατέληξε στο θάνατο ενός από αυτούς. Εχθρότητα σε επίπεδο φανατικών φιλάθλων υπάρχει και με τις Γιουβέντους, Βερόνα, Ρόμα, Λάτσιο, Νάπολι, Αταλάντα, Σαμπντόρια, Κάλιαρι. Στον αντίποδα, οι Ροσονέρι έχουν αναπτύξει φιλία με τις Μπολόνια (δεν ισχύει πλέον), Μπρέσια, Ρετζίνα και από το εξωτερικό με τη Σεβίγια.

Pεκόρ
Ο Πάολο Μαλντίνι είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών τόσο με τη Μίλαν, όσο και γενικά στο ιταλικό πρωτάθλημα. Αγωνίστηκε συνολικά 902 φορές, ενώ στο πρωτάθλημα έχει 645 συμμετοχές. Έχοντας αναδειχθεί πέντε αγωνιστικές περιόδους πρώτος σκόρερ στη Σέριε Α, ο Σουηδός Γκούναρ Νόρνταλ κατέχει το ρεκόρ στη σχετική λίστα. Με 221 τέρματα σε 268 αγώνες είναι επίσης ο αρχισκόρερ στην ιστορία της ομάδας και δεύτερος στη μεγάλη κατηγορία πίσω από τον Σίλβιο Πιόλα.
Ο Σεμπαστιάνο Ρόσι είναι ο τερματοφύλακας που παίζοντας με τη φανέλα της Μίλαν, διατήρησε την εστία του απαραβίαστη για το μεγαλύτερο διάστημα στην ιστορία της Σέριε Α (περίοδος 1993-94, 929 λεπτά). Σε παίκτη των Ροσονέρι ανήκει η τιμή της επίτευξης του πρώτου γκολ στην ιστορία της Εθνικής Ιταλίας (Πιέτρο Λάνα, 15-5-1910). Τέλος ο Τζιάνι Ριβέρα, ποδοσφαιριστής της Μίλαν ων, ήταν ο πρώτος Ιταλός που βραβεύτηκε με τη Χρυσή Μπάλα από το έγκριτο γαλλικό περιοδικό France Football (1969).

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Μίλαν κατέχει με τη Μπόκα Τζούνιορς το ρεκόρ των περισσότερων επίσημα αναγνωρισμένων διεθνών τίτλων (18). Επίσης είναι πρώτη στα Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων (4), στα Σούπερ Καπ Ευρώπης (5) και στα Σούπερ Καπ Ιταλίας (6). Ένα σημαντικό ρεκόρ για την ομάδα, είναι το πλασάρισμα για δύο (συνεχόμενες) χρονιές δικών της παικτών και στις τρεις βραβευόμενες θέσεις του θεσμού της Χρυσής Μπάλας (το 1988 ήταν οι Μάρκο φαν Μπάστεν, Ρούουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρτ, ενώ το 1989 οι Μάρκο φαν Μπάστεν, Φρανκ Ράικαρτ και Φράνκο Μπαρέζι).
Η μοναδική σεζόν κατά την οποία μια ιταλική ομάδα κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο παραμένοντας αήττητη καθόλη τη διάρκειά της, ήταν το 1991-92 κι αυτό το πέτυχε η Μίλαν. Το σερί ξεκίνησε από ισοπαλία 0-0 εκτός έδρας με την Πάρμα, ενώ τελείωσε στο ίδιο γήπεδο με την ίδια ομάδα, όπου οι Ροσονέρι ηττήθηκαν με σκορ 1-0, ύστερα από 58 συνεχή παιχνίδια, επίδοση που αποτελεί εγχώριο ρεκόρ, καθώς και την τρίτη καλύτερη στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου (η πρώτη θέση ανήκει στη Στεάουα Βουκουρεστίου που έπαιξε 104 συνεχόμενα παιχνίδια χωρίς να ηττηθεί, ενώ στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Σέλτικ που δεν ηττήθηκε για 68 συνεχείς αγώνες).
Ο σύλλογος έχει τους περισσότερους πρώτους σκόρερ (16) στην ιστορία της Σέριε Α, κατέχει το ρεκόρ εκτός έδρας νίκης (Τζένοα-Μίλαν 0-8, περίοδος 1954-55), καθώς και το ρεκόρ συγκομιδής πόντων (82), σε πρωτάθλημα δεκαοκτώ ομάδων με τη νίκη να αξιολογείται για τρεις βαθμούς (περίοδος 2003-04). Επιπλέον, ένας αγώνας της Μίλαν με την Αταλάντα καταγράφηκε ως εκείνος στον οποίο σημειώθηκαν τα περισσότερα τέρματα (12) σε όλη τη Σέριε Α (περίοδος 1972-73, συνολικό σκορ 9-3 για τους Ροσονέρι). Τέλος, στις 24-5-1989 σημειώθηκε η μαζικότερη μετακίνηση οπαδών μιας ομάδας ποδοσφαίρου: πάνω από 85.000 φίλοι της Μίλαν ταξιδεύουν στη Βαρκελώνη για να δουν την ομάδα τους να νικά τη Στεάουα Βουκουρεστίου και να κατακτά το Κύπελλο Πρωταθλητριών.


16 Δεκεμβρίου 1803: 22 Σουλιώτισσες χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου και πέφτουν στο γκρεμό μαζί με τα παιδιά τους, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους.


Ο λεγόμενος Χορός του Ζαλόγγου αποτελεί ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό ιστορικό και λαογραφικό περιστατικό που συνέβη 18 χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, περί το τέλος του Δεκεμβρίου του 1803 , στη κορυφή του όρους Ζάλογγο, εξ ου και η ονομασία του, ο οποίος και κατέληξε «εν χορώ» σε μια ομαδική απελπισμένη βρεφοκτονία και αυτοκτονία ορεσίβιων γυναικών της περιοχής Σουλίου.
Οι φήμες του συγκινητικού αυτού γεγονότος κάλυψαν πολύ γρήγορα όχι μόνο τον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, αλλά ήταν αυτές που κυριαρχούσαν στις ειδήσεις των Φιλελλήνων στην Ευρώπη κατά την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, λαμβάνοντας μάλιστα ιδιαίτερες συγκινησιακές φορτίσεις και διαστάσεις θαυμασμού, εξιδανικεύοντας το.

Ιστορία 
Το γεγονός αυτό ανάγεται στις μάχες που έδωσαν τα εκστρατευτικά σώματα του Αλή Πασά όταν αποφάσισε να καταστείλει τους Σουλιώτες που "λυμαίνονταν" περιοχές του Πασαληκίου των Ιωαννίνων. Κατά τις τελευταίες εκείνες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τέταρτες κατά σειρά, όταν περικυκλώθηκαν κάποια εναπομείναντα εκεί γυναικόπαιδα των Σουλιωτών, που είχαν καταφύγει στο υφιστάμενο ομώνυμο μοναστήρι, Μονή του Ζαλόγγου, που προκειμένου να μην υποστούν την αιχμαλωσία και άλλους εξευτελισμούς, αποφάσισαν να ριφθούν σε παρακείμενο γκρεμό, (φαράγγι), όπως και έπραξαν χορεύοντας και ρίχνοντας προηγουμένως τα βρέφη που κρατούσαν στην αγκαλιά τους.
Κατά τα ίδια γεγονότα η κόρη του Νώτη Μπότσαρη, ενώ μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, βλέποντας ότι κινδύνευαν να συλληφθούν από κάποιον Αλβανό, έριξε τη μητέρα από έναν βράχο στον ποταμό Αχελώο και έπεσε και η ίδια. Σημειώνεται ότι εκείνη την εποχή ο εξευτελισμός των γυναικών εχρησιμοποιείτο από τον Αλή Πασά ως μέσο αντιμετώπισης των Σουλιωτών. Ένας από τους τρόπους εξευτελισμού ήταν και η πώληση των γυναικών ως σκλάβων, σε εποχή που το εμπόριο λευκών σκλάβων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν νόμιμο και καταργήθηκε με φιρμάνι μόλις το 1830.


Αναφορά Μπαρτόλντυ
Πρώτος που κατέγραψε το γεγονός αυτό, ήταν ο Πρώσος περιηγητής και διπλωμάτης Ιάκωβος Μπαρτόλντυ, που έτυχε την εποχή εκείνη (1803-1804) να βρίσκεται στα Ιωάννινα. Η έστω και πολύ περιληπτική αναφορά του στο γεγονός κρίνεται περισσότερο αντικειμενική, με δεδομένο ότι δεν ήταν και τόσο ευνοϊκός προς τους Έλληνες, ούτε όμως και με τον Αλή Πασά, που όμως δεν τον εμπόδισε να τονίσει τη γενναιότητα των Σουλιωτών, αλλά και την αγριότητα των τμημάτων του Αλή Πασά. Στην αναφορά του εκείνη στο έργο του «Ταξίδιον εις την Ελλάδα 1803 - 1804», (δημοσιεύτηκε στη γερμανική το 1805, και σε γαλλική μετάφραση το 1807), σημειώνει (σε ελεύθερη μετάφραση):
"Καμιά εκατοστή απ΄ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί βόρεια της Πρέβεζας στο Μοναστήρι του Ζαλόγγου. Τους επιτέθηκαν εκεί θεωρώντας ότι τάχα αυτή η τοποθεσία, πράγματι ισχυρή, θα μπορούσε να τους προσφέρει ένα νέο τόπο μόνιμης διαμονής, όπου και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν."
Σημειώνεται η αναφορά για "39" γυναίκες που "γκρεμίστηκαν", με τα παιδά τους χωρίς να διασαφηνίζεται αν ήταν αυτοκτονία, ή θηριωδία.
Αναφορά Γ. Ληκ [Επεξεργασία]
Δεύτερος που κατέγραψε το γεγονός, περισσότερο λεπτομερώς, ήταν ο Άγγλος στρατιωτικός, περιηγητής και αρχαιολόγος, Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ, από πληροφορίες που συνέλεξε το 1805, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας στα Ιωάννινα, τις οποίες συμπεριέλαβε στο σύγγραμμά του "Περιήγηση στη Β. Ελλάδα". Στην αναφορά του αυτή σημειώνει:
"Περίπου 100 οικογένειες είχαν αποτραβηχτεί στο μέρος αυτό από το Σούλι και την Κιάφα, με συνθήκες και ζούσαν στο λόφο ανενόχλητες ώσπου έπεσε το Κούγκι. Τότε επειδή τάχα η περιοχή αυτή ήταν περισσότερη οχυρή ξαφνικά τους επιτέθηκαν με διαταγή του Βεζίρη. Όταν η κατάσταση έγινε απελπιστική ο Κίτσος Μπότσαρης και ένα τμήμα του διέφυγαν. Από τους υπολοίπους, 150 σκλαβώθηκαν και 25 κεφάλια στάλθηκαν στον Αλβανό Μπουλούκμπαση στην Καμαρίνα που διεύθυνε τις επιχειρήσεις, 6 άνδρες και 22 γυναίκες ρίχτηκαν από τα βράχια από το ψηλότερο σημείο του γκρεμνού, προτιμώντας έτσι παρά να πέσουν ζωντανοί στα χέρια των εχθρών τους. Πολλές γυναίκες που είχαν παιδιά τις είδαν να τα ρίχνουν με δύναμη προτού εκείνες κάνουν το μοιραίο πήδημα "
Στη δεύτερη ιστορικά αυτή αναφορά γίνεται σαφής λόγος για αυτοκτονία και βρεφοκτονία, ενώ προστίθενται 6 άνδρες, ο δε αριθμός των γυναικών περιορίζεται στις 22, χωρίς να γίνεται και εδώ μνεία για χορό. Σημειώνεται όμως ότι το σύγγραμμα αυτό δημοσιεύτηκε 33 χρόνια αργότερα, το 1835, επί Βασιλείας του Όθωνα.

Αναφορά Χόλαντ
Tο 1815 ο Χ. Χόλαντ εκδίδει σύγγραμμα με εντυπώσεις του από την Ελλάδα του 1812-13, κάνοντας επιγραμματικά λόγο μόνο για τη βρεφοκτονία στο σχετικό περιστατικό:
«...λέγεται σαν πραγματική ιστορία, πως μια ομάδα Σουλιώτισσες, μαζεύτηκαν σ΄ ένα από τα κοντινά στο Σαράι βάραθρα και έριξαν εκεί τα βρέφη τους για να μη γίνουν σκλάβοι του εχθρού».
Στη τρίτη αυτή αναφορά του περιστατικού, αναφέρεται μόνο η βρεφοκτονία. Με το όνομα Σαράι φέρεται ένα παλαιό πυργόκαστρο που ύπήρχε στη περιοχή, κοντά στη Μονή του Ζαλόγγου.

Αναφορά Χ. Περραιβού
Τον ίδιο όμως χρόνο, το 1815, (έξι χρόνια πριν την επανάσταση του 21), δημοσιεύεται και η πρώτη ελληνική αναφορά στο περιστατικό που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της "Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας" του Χριστόφορου Περρραιβού που τυπώθηκε στη Βενετία, που αποτελεί και την πρώτη ουσιαστικά ελληνική πηγή του γεγονότος.
Κατ΄ αυτή, όταν τα στρατεύματα του Αλή απέτυχαν και την φορά αυτή να αιχμαλωτίσουν τους Σουλιώτες που όδευαν προς την Πάργα, και παρά τις συνομολογήσεις που είχαν κάνει μαζί τους, αφού ξεκουράστηκαν επί τριήμερο, επιτέθηκαν ξαφνικά στο Ζάλογγο όπου διαβιούσαν όσοι Σουλιώτες είχαν συνθηκολογήσει νωρίτερα με τον Αλή Πασά, αναφέροντας σχετικά…
«τότε εγνώρισαν ο Κουτσιονίκας και ο Κίτσιο Μπότσαρης την συνηθισμένην αντιπληρωμήν όπου δίδει ο Βεζίρης εις τους πιστούς του προδότας, πλην η μετάνοια τότε ήτο ανωφελής. Άρχισαν μ΄ όλον τούτο και αντεμάχοντο μεγαλοψύχως, δεν είχαν όμως τα αναγκαία ν΄ αντισταθούν περισσότερον από δύο ημέρας. Αι γυναίκες δε κατά την δευτέραν ημέραν βλέπουσαι ταύτην τη κτηνώδη περίστασιν, εσυνάχθησαν έως εξήκοντα, επάνω εις έναν πετρώδη κρημνόν. Εκεί εσυμβουλεύθησαν και απεφάσισαν ότι καλύτερα να ριφθούν κάτω από τον κρημνόν διά να αποθάνουν, πάρεξ να παραδοθούν διά σκλάβες εις χείρας των Τούρκων. Όθεν αρπάξαντες με τας ιδίας των χείρας τα άκακα και τρυφερά βρέφη, τα έρριπτον κάτω εις τον κρημνόν. Έπειτα αι μητέρες πιάνοντας η μία με την άλλη τα χέρια τους άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μίαν κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν. Μερικαί όμως δεν απέθανον, επειδή έπιπτον επάνω εις τα παιδία των και τους συντρόφους, των οποίων τα σώματα ήταν καρφωμένα πάνω εις τες μυτερές πέτρες του κρημνού».
Στην πρώτη αυτή ελληνική καταγραφή του περιστατικού σημειώνεται αφενός ο αριθμός των γυναικών, στο περίπου, "έως 60", και ότι προηγουμένως "εσυμβουλεύθησαν", (με την κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης), όπου κατόπιν συμβουλίου αποφάσισαν πλέον συνειδητά τη βρεφοκτονία και τη δική τους στη συνέχεια αυτοκτονία. Και ενώ αναφέρεται εδώ πρώτη φορά ο "χορός", δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία. Πάράλληλα γίνεται μνεία περί της προδοσίας που είχε σχετικά σημειωθεί, για την οποία οι προδότες αναγνωρίζουν το σφάλμα τους, πολεμώντας γενναία, πλην όμως αυτό όπως αποδείχθηκε το πλήρωσαν περισσότερο τα γυναικόπαιδα. Στην επόμενη έκδοση του έργου αυτού, το 1857, απαλείφθηκε το περιστατικό της προδοσίας και η λεπτομέρεια του χορού η δε αναφορά στο γεγονός είναι ψυχρή χωρίς συναισθηματικά στοιχεία.

Αναφορά Πουκεβίλ
Το 1820 ο Γάλλος περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλ που διέμενε 10 και πλέον χρόνια στην αυλή του Αλή Πασά, εκδίδει τους 3 πρώτους τόμους του έργου του Ταξίδι στην Ελλάδα. Στο 3ο τόμο περιλαμβάνει το επεισόδιο ως ακολούθως (ελεύθερη απόδοση)
«...τις γυναίκες τις γκρέμισαν από τα ύψη των βουνών στις αβύσσους του Αχέροντα, τα παιδιά πουλήθηκαν στα παζάρια.»
Εδώ γίνεται σαφής αναφορά για θηριωδία και όχι για βρεφοκτονία ούτε και για αυτοκτονία. Τον επόμενο όμως χρόνο που εκδίδονται οι άλλοι τόμοι περιλαμβάνεται το γεγονός με περισσότερη λεπτομέρεια:
«Ηρωικό θάρρος εξήντα γυναικών, που κινδύνευαν να παραδοθούν στη σκλαβιά των Τούρκων. Ρίχνουν τα παιδιά τους πάνω στους πολιορκητές σαν να ήταν πέτρες έπειτα, πιάνοντας το τραγούδι του θανάτου και κρατώντας η μιά το χέρι της άλλης, ρίχτηκαν στο βάθος της αβύσσου, όπου τα κομματιασμένα πτώματα των παιδιών τους δεν άφηναν μερικές να συναντήσουν το Χάρο, όπως θα το ήθελαν.»
Στη νεότερη αυτή αναφορά περιλαμβάνεται πλέον ο χορός 60 γυναικών καθώς και η βρεφοκτονία και αυτοκτονία τους, που ταυτίζεται με την αναφορά του Περραιβού, με επιπλέον μια σημείωση ημερομηνίας στο περιθώριο: 22 Δεκεμβρίου 1803 (π. ημερ.).

Αναφορά Κλ. Φωριέλ 
Και ενώ έχει ξεκινήσει η επανάσταση των Ελλήνων, οι φήμες συνεχίζουν να φουντώνουν παράλληλα με τον φιλελληνισμό. Έτσι το 1823 ο Γάλλος ιστορικός ακαδημαϊκός και σπουδαίος φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ συγκεντρώνει τα υπομνήματα των τραγουδιών που θα εκδώσει το επόμενο καλοκαίρι του 1824. Σ΄ αυτά ο Φωριέλ αναφερόμενος στη 2η μέρα εκείνης της μάχης φαίνεται ν΄ ακολουθεί πιστά τον Περραιβό προσθέτοντας πολλές παραστατικές λεπτομέρειες:
«..ήταν ακόμα αβέβαιη, όταν εξήντα γυναίκες, βλέποντας πως στο τέλος θα σκοτώνονταν οι δικοί τους, μαζεύονται σ΄ ένα απότομο ψήλωμα στον γκρεμό, που στη μία πλευρά του ανοιγόταν ένα βάραθρο και στο βάθος του το ρέμα άφριζε ανάμεσα στους μυτερούς βράχους που γέμιζαν τις όχθες και τη κοίτη του. Εκεί αναλογίζονται τι έχουν να κάνουν, για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, που τους φαντάζονται κιόλας να τις κυνηγούν. Αυτή η απελπισμένη συζήτηση στάθηκε σύντομη, και η απόφαση που ακολούθησε ήταν ομόγνωμη. Οι περισσότερες απ΄ αυτές τις γυναίκες ήταν μητέρες, αρκετά νέες, και είχαν μαζί τα παιδιά τους, άλλες στο βυζί ή στην αγκαλιά, άλλες τα κρατούσαν από το χέρι. Η κάθε μια πήρε το δικό της, το φίλησε για τελευταία φορά και το έριξε ή το έσπρωξε γυρνώντας το κεφάλι στον διπλανό γκρεμό. Όταν δεν είχαν πια παιδιά να γκρεμίσουν, πιάστηκαν από τα χέρια και άρχισαν ένα χορό, γύρω – γύρω, όσο πιο κοντά γινόταν στην άκρη του γκρεμού και η πρώτη απ΄ αυτές, αφού χόρεψε μια βόλτα φτάνει στην άκρη, ρίχνεται και κυλιέται από βράχο σε βράχο ως κάτω στο φοβερό βάραθρο. Ωστόσο ο κύκλος, ή ο χορός συνεχίζει να γυρνάει, και σε κάθε βόλτα μια χορεύτρια αποκόβεται με τον ίδιο τρόπο, ως την εξηκοστή. Λένε πως από κάποιο θαύμα, μία απ΄ αυτές τις γυναίκες δεν σκοτώθηκε πέφτοντας».
Η λεπτομερής αυτή περιγραφή του Χορού του Ζαλόγγου, με τις εξήντα γυναίκες προσέδωσε μια ιδιαίτερη χρονικά αυτοτέλεια με μια παράλληλη πληρότητα αυτοθυσίας, αντί αυτοκτονίας, εξαίρετης συγκίνησης και θαυμασμού με διεθνή πλέον εμβέλεια που και κυριάρχησε σ΄ όλες τις μετέπειτα ιστορικές αναφορές.

Σημείωση 
Διευκρινίζεται ότι το δημοτικό τραγούδι "Έχε γειά καημένε κόσμε" που αναφέρεται στο περιστατικό ως χορός του Ζαλόγγου έχει προσδιοριστεί, όπως σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης, ότι είναι δημιούργημα του 1908.

Παρόμοια Περιστατικά 
Στην Νάουσα Ημαθίας το 1822 κατά την πολιορκία και την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους, αρκετές Ναουσαίες με τα παιδιά και τα μωρά τους, παίρνοντας ίσως δύναμη και από τις Σουλιώτισσες, πήδηξαν όλες μαζί, μια μια στα αφρισμένα νερά του ποταμού Αράπιτσα, από τον γκρεμό, βρίσκοντας ηρωικό θάνατο για να γλιτώσουν από την σκλαβιά και την ατίμωση.
Κατά τις επιχειρήσεις του Ελληνοτουρκικού Πολέμου στην Ήπειρο το 1897, περίπου στην ίδια περιοχή, λίγο έλειψε να επαναληφθούν σκηνές Ζαλόγγου στις 24 Απριλίου (παλ. ημ/γιο). Τότε οι κάτοικοι του χωριού Καμαρίνα είχαν οπλιστεί και κατέλαβαν το παλαιό οχυρό κοντά στο χωριό Ιμάμ Τσαούς ελέγχοντας το δρόμο από Πρέβεζα προς Λούρο. Εναντίον τους εστάλη ισχυρή δύναμη αρχικά 2 λόχων και 30 έφιππων χωροφυλάκων, αργότερα δε από την Πρέβεζα δύο τάγματα και 300 εθελοντές. Οι κάτοικοι της Καμαρίνας, μαζί με γυναίκες και παιδιά, αποσύρθηκαν από το φρούριο και υποχώρησαν αρχικά προς το χωριό τους το οποίο όμως πυρπολήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν. Κατά τη μαρτυρία κατοίκου της Καμαρίνας που διασώθηκε, οι κάτοικοι κατέφυγαν κοντά στη μονή του Ζαλόγγου, περίπου μισής ώρας απόσταση από το χωριό. Εκεί συγκεντρώθηκαν περίπου 130 Καμαρινιώτες, άνδρες και γυναικόπαιδα, μαζί με περίπου 20 εθελοντές από άλλα μέρη, εκ των οποίων 14 Λευκαδίτες. Περικυκλώθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις και από εκατοντάδες ατάκτων Αλβανών που είχαν συγκεντρωθεί με την προοπτική της λείας. Προς στιγμήν από τους Έλληνες μαχητές αποφασίστηκε ένα νέο Ζάλογγο και μάλιστα μια γυναίκα έπεσε από τα βράχια και σκοτώθηκε. Οι Τούρκοι εξεπλάγησαν από το γεγονός και σταμάτησαν το πυρ, και έτσι έγινε δυνατό να διαφύγουν οι περισσότερες γυναίκες με την κάλυψη του σκότους.
Κατά τη απόβαση των Τούρκων στα Ψαρά (1821) και την περίφημη καταστροφή του νησιού, έγινε επίσης αυτο-ανατίναξη ομάδας αμυνομένων, με τη σύμφωνη γνώμη των γυναικών, όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν πλέον να αντισταθούν και ότι οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν στην αρπαγή των γυναικών και παιδιών. Επίσης νέες γυναίκες αυτοκτόνησαν πέφτοντας στη θάλασσα για να μη συλληφθούν ζωντανές

15 Δεκεμβρίου 2005: πεθαίνει ο Δημήτρης Κεχαΐδης, θεατρικός συγγραφέας, που έγραψει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου ελληνικού θεατρικού ρεπερτορίου,


Από τις εξέχουσες μορφές της νεότερης ελληνικής θεατρικής δραματουργίας, ο Δημήτρης Κεχαΐδης, πέθανε στο σπίτι του, στα χέρια της συντρόφου του Ελένης Χαβιαρά, σε ηλικία 72 ετών. Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από τη νόσο του Πάρκινσον.

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1933 και σπούδασε Nομικά στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο με τα μονόπρακτα Μακρινό λυπητερό τραγούδι και Παιχνίδια στις αλυκές, τα οποία παίχτηκαν στο Θέατρο Τέχνης το 1958. Από τότε συνέδεσε τη θεατρική του ζωή με το υπόγειο του Κουν, και όλα τα έργα του, μέχρι το 1985 παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Τα έργα που ακολούθησαν είναι: Ο μεγάλος περίπατος (1959), Το Πανηγύρι (1964), τα μονόπρακτα Η Βέρα, Το τάβλι (1972) και Δάφνες και πικροδάφνες (1979) έργο που συνυπέγραψε με τη σύντροφο της ζωής του Ελένη Χαβιαρά. Το τελευταίο έργο του που παρουσιάστηκε στις ελληνικές θεατρικές σκηνές είναι το Με δύναμη από την Κηφισιά (1995), που έδωσε την πρεμιέρα του στο Θέατρο της Oδού Kυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Bογιατζή.

«Τα θέματά του είναι καίρια και σαφή, η γραφή του αποτέλεσμα βασανισμού και απόσταξης, οι χαρακτήρες του πλήρεις και με πρισματική τεχνική δομημένοι. Η δραματουργία του Κεχαΐδη διερευνά τον κοινωνικό χώρο του νεοελληνικού μικροαστισμού και καταγράφει με ακρίβεια τις ατομικές και συλλογικές στρατηγικές που επιλέγει κάθε φορά η κοινωνική μικροομάδα, την οποία μελετά, για να επιβιώσει μέσα σε μια κοινωνία αντιφατική, παράλογη, άνιση, συντηρητική, αδιέξοδη και παγιδευμένη», σημειώνει ο Kώστας Γεωργουσόπουλος.

Δεν έγραψε πολλά έργα ο Δημήτρης Κεχαΐδης. Ο ίδιος, σε παλαιότερη συνέντευξή του, το ερμήνευε ως εξής: «Ενας από τους λόγους που αργώ να γράψω είναι γιατί θέλω καιρό για ν’ αποχωριστώ απ’ τους ήρωες των έργων μου. Και μετά θέλω πάλι καιρό για να μπω στη μοναξιά και στην ανάγκη να γράψω, να βυθιστώ στον κόσμο τον δικό μου. Εγκυμονώ τη γραφή μέσα από τη μοναξιά. Η απομόνωση, το γύρισμα στους απλούς καιρούς σου φρεσκάρει την αφέλεια -και η αφέλεια πιστεύω είναι από τα πιο σημαντικά στοιχεία των έργων τέχνης- και μαζί την ωρίμαση. Σ’ εμποδίζει να πέσεις σε μια συνεχιζόμενη σκληρότητα. Σε βοηθά να ξαναβρείς τις ρίζες, τους ανθρώπους απ’ όπου και για όπου γράφεις. Ή πιο σωστά γράφουμε, αφού όλη η δουλειά γίνεται με την Ελένη Χαβιαρά. Γιατί αν δεν απομονωθείς με αυταπάρνηση απ’ το καθημερινό, σημερινό σου περιβάλλον, χάνεις αυτά από τα οποία πιάνεσαι».

Παρ’ ότι ολιγογράφος, οι περισσότερες ελληνικές σκηνές έχουν παρουσιάσει οπωσδήποτε ένα από τα έργα του. Και δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι μεταπολιτευτικά οι Nεοέλληνες διαπαιδαγωγήθηκαν θεατρικά από τα έργα του Δημήτρη Κεχαΐδη. «Η ζωή και η αλήθεια είναι πολύ θολά νερά. Και νομίζω ότι καθήκον του συγγραφέα είναι να βοηθήσει στο ξεκαθάρισμα των νερών για να βλέπεις στο βάθος. Στην απογύμνωση των πραγμάτων» έλεγε ο ίδιος.

15 Δεκεμβρίου 1991: πεθαίνει ο Βασίλι Ζάιτσεφ, ρώσος στρατιωτικός, ίσως ο πιο διάσημος ελεύθερος σκοπευτής.


Γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1915 στο Γιελενίσκογιε των Ουραλίων. Το επίθετό του προέρχεται από τη λέξη zayats, που σημαίνει λαγός στα ρωσικά. Από μικρός κυνηγούσε κάστορες με ένα αυτοσχέδιο τόξο, που του είχε φτιάξει ο παππούς του. Σε ηλικία 12 ετών, ο πατέρας του Γκριγκόρι του χάρισε ένα παλιό όπλο. Ο νεαρός Βάσια άρχισε να κυνηγά ελάφια στις απέραντες στέπες της Σιβηρίας. Στο απαιτητικό κυνήγι του ελαφιού έμαθε την τέχνη της απόκρυψης και της σκόπευσης, τα δύο πιο σημαντικά προσόντα για ένα ελεύθερο σκοπευτή.

Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, ο Βάσια Ζάιτσεφ «σκούριαζε» σε κάποια υπηρεσία του Σοβιετικού Ναυτικού. Μόνος του ζήτησε να μετατεθεί στην πρώτη γραμμή. Μία μικρή επίδειξη των ικανοτήτων του ήταν αρκετή για να πεισθούν οι ανώτεροί του. Τοποθετήθηκε στην 62η Στρατιά (1047ο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων της 284ης Μεραρχίας Πεζικού). Τον Σεπτέμβριο του 1942 η μονάδα του υπεράσπιζε με νύχια και με δόντια το Στάλινγκραντ (σημερινό Βόλγκογκραντ), το οποίο πολιορκούσε η 6η Γερμανική Στρατιά του Φον Πάουλους.

Ο Ζάιτσεφ διέπρεψε κι έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Γερμανών. Καλυπτόμενος στα χαλάσματα της μαρτυρικής πόλης εξολόθρευσε επισήμως 243 Γερμανούς και ανεπίσημα πάνω από 400, στο διάστημα 10 Νοεμβρίου - 17Δεκεμβρίου 1942. Παράλληλα, σε ένα αυτοσχέδιο στρατόπεδο έξω από το Στάλινγκραντ μάθαινε τα μυστικά του ελεύθερου σκοπευτή σε άνδρες και γυναίκες. Τα «Λαγουδάκια» του (zaichata), όπως ονομάσθηκαν οι μαθητές του, ευθύνονται για 3.000 σκοτωμούς στρατιωτών του Άξονα.

Οι ελεύθεροι σκοπευτές υπήρξαν ένα σημαντικό εξάρτημα της σοβιετικής στρατιωτικής μηχανής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Δρούσαν, κυρίως, στα μετόπισθεν του εχθρού, με αντικειμενικό σκοπό να προκαλέσουν σύγχυση και πτώση του ηθικού στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Ο Ζάιτσεφ υπηρέτησε στο Στάλινγκραντ έως τον Ιανουάριο του 1943, όταν τραυματίστηκε στο μάτι από θραύσμα νάρκης. Αποθεραπεύτηκε και επέστρεψε στο πολεμικό μέτωπο του Δνείστερου με τον βαθμό του λοχαγού. Μετά τον πόλεμο διηύθυνε ένα εργοστάσιο στο Κίεβο και περιόδευε στη Σοβιετική Ένωση, διηγούμενος τα κατορθώματά του στο Στάλινγκραντ.

Τιμήθηκε με πολλά μετάλλια («Λένιν», «Μάχης του Στάλινγκραντ» κ.ά.) και ονομάστηκε «Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης». Πέθανε στο Κίεβο στις 15 Δεκεμβρίου 1991. Το όπλο του, ένα «Μοζίν - Ναγκάν», με το οποίο εξολόθρευσε εκατοντάδες Γερμανούς, φυλάσσεται στο Μουσείο της Μάχης του Στάλινγκραντ στο Βόλγκογκραντ της Ρωσίας.

Ο Ζάιτσεφ έγινε ευρύτερα γνωστός από την πολεμική περιπέτεια του Ζακ-Ζακ Ανό «Ο Εχθρός προ των Πυλών» (2001), παρότι δεν ήταν από τους πρώτους σε παραγωγικότητα ελεύθερους σκοπευτές. Η ταινία του γάλλου σκηνοθέτη αναφέρεται στη Μάχη του Στάλινγκραντ και την τριήμερη μονομαχία του Ζάιτσεφ με τον επίλεκτο σκοπευτή των Γερμανών ταγματάρχη Κένιχ. Η σύγκρουσή τους αυτή αμφισβητείται ιστορικά, αφού δεν υπάρχει σε κανένα στρατιωτικό αρχείο.

Μια άλλη εκδοχή της υποστηρίζει ότι αντίπαλός του δεν ήταν ο Κένιχ, αλλά ο συνταγματάρχης των SS, Χάιντζ Τόρβαλντ. Ίσως η ιστορία αυτή να εφευρέθηκε από κάποιο διοικητή του Κόκκινου Στρατού, προκειμένου να δώσει κουράγιο στους δοκιμαζόμενους στρατιώτες του. Ο Ζάιτσεφ στην αυτοβιογραφία του «Σημειώσεις ενός ελεύθερου σκοπευτή», αναφέρει το γεγονός, αλλά του δίνει μικρή έκταση.

15 Δεκεμβρίου 1966: πεθαίνει ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, αμερικανός καρτουνίστας, δημιουργός του Μίκυ Μάους και του Ντόναλντ Ντακ.

Ο Γουώλτερ Έλιας Ντίσνεϋ (5 Δεκεμβρίου 1901- 15 Δεκεμβρίου 1966) ήταν αμερικάνος παραγωγός ταινιών, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και σχεδιαστής κινουμένων σχεδίων. Ήταν γιός της Φλόρα και του Έλιας Ντίσνεϋ, έχοντας τρείς αδελφούς και μια αδελφή. Ως συνιδρυτής αρχικά της Walt Disney Productions (Ό άλλος ιδρυτής ήταν ο αδελφός του, Ρόι Ντίσνεϋ) και του μέχρι σήμερα κολλοσού Walt Disney Company έχει γίνει ένας από τους πιο διάσημους παραγωγούς στην ιστορία του κινηματογράφου. Η Walt Disney Company σήμερα έχει ετήσια έσοδα που φτάνουν περίπου τα 30 δισεκατομμύρια δολλάρια.

Ο Γουώλτ Ντίσνεϋ είναι ιδιαίτερα γνωστός ως επιτυχημένος παραμυθάς και δημιουργός ταινιών κινουμένων σχεδίων με πρώτη του την ταινία Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι. Έφερε επίσης επανάσταση στον χώρο των θεματικών πάρκων με την πρωτοποριακή του δημιουργία, την Ντίσνεϋλαντ. Ο ίδιος και το προσωπικό του δημιούργησαν μια σειρά από τους πιο διάσημους ήρωες κινουμένων σχεδίων με εξέχουσα θέση να κατέχει η δημιουργία του Γουώλτ Ντίσνεϋ (που πολλοί που τον γνώριζαν αποκάλεσαν ως «τον άλλο εαυτό του Γουώλτ»), Μίκι Μάους.

Ο Γουώλτ Ντίσνεϋ πέθανε τον Δεκέμβριο του 1966 από καρκίνο του πνεύμονα. Τα λεγόμενα περί παγώματος του μέχρι να ανακαλυφθεί θεραπεία είναι αστικός μύθος.

Από την Εταιρεία την οποία ίδρυσε δημιουργήθηκαν πολλά κινούμενα σχέδια.

Οι πιο γνωστοί χαρακτήρες που σήμερα έκανε πασίγνωστη την εταιρία του, έιναι ο Μίκι Μάους, ο Ντόναλντ Ντάκ, η Μίνι Μάους, η Ντάιζι Ντάκ, ο Πλούτο και ο Γκούφι.

Σήμερα, έχει γίνει ένας απο τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες κινουμένων σχεδίων, λόγω των δημοφιλών ταινιών του που έχουν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο.