Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

15 Ιουνίου 1994: πεθαίνει ο Μάνος Χατζιδάκις, έλληνας συνθέτης. (Γεν. 23/10/1925)


Ο Εμμανουήλ (Μάνος) Χατζιδάκις (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις πολλές από τις οποίες αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικές.

Βιογραφία
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι, από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Σύμφωνα με τον ίδιο κληρονόμησε από τη μητέρα του «όλους τους γρίφους που από παιδί μ' απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της δεν θα 'μουν ποιητής...». Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.

Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με τη μητέρα του, το 1932 και έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια και αναγκάζει τον Χατζιδάκι να εργαστεί από αρκετά νεαρή ηλικία.

Συγχρόνως επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Γκάτσος, οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Άγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης.

Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ με το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης . Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραφε και κείμενα, παιδικά ποιήματα και τραγούδια, που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Νέα Γενιά και σε άλλα έντυπα της ΕΠΟΝ. Μετά την Απελευθέρωση, μάλιστα έγραψε και τον ύμνο "ΕΠΟΝ, ΕΠΟΝ, είσαι ο εχθρός των φασιστών, καμάρι του λαού ΕΠΟΝ".

Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944 με τη συμμετοχή του στο έργο Τελευταίος Ασπροκόρακας του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον αποτρέψει. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια και αποφέρει μουσική για σημαντικό αριθμό έργων του σύγχρονου θεάτρου..

Το 1946 καταγράφεται και η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι και στα επόμενα χρόνια συνθέτει μουσική για πολλές ελληνικές ή ξένες ταινίες. Ειδικά για τη μουσική της ταινίας Το ποτάμι (1959) θα κερδίσει το μουσικό βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, Μαρσύας (1950), Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές (1951), Το Καταραμένο Φίδι (1951) και Ερημιά (1958).

Παράλληλα με το Ελληνικό Χορόδραμα, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις Χοηφόρες (1950) από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την αρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με πολλές αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, μεταξύ των οποίων η Μήδεια (1956), ο Κύκλωπας (1959), οι Βάκχες (1962), οι Εκκλησιάζουσες (1956), η Λυσιστράτη (1957) και οι Όρνιθες (1959). Την ίδια εποχή, ο Χατζιδάκις συνεργάζεται και με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία του τραγωδία Ιπποκράτης.

Το 1961 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι Τα παιδιά του Πειραιά, από την ταινία του Ζυλ Ντασέν Ποτέ την Κυριακή, το οποίο συμπεριλαμβάνεται και στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ού αιώνα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, θεωρεί πως η ελαφρά μουσική του για τον κινηματογράφο του προσδίδει μια «ανεπιθύμητη λαϊκότητα» την οποία δεν αποδέχεται και φθάνει στο σημείο να αποκηρύξει μεγάλο μέρος της.

Σημαντικός σταθμός στο έργο του Χατζιδάκι για το θέατρο αποτελεί ακόμα η παράσταση Οδός Ονείρων (1962) σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και πρωταγωνιστή το Δημήτρη Χορν.

Την περίοδο 1963-1966 διευθύνει την «Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών» – της οποίας είναι και ιδρυτής -- και στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της δίνει 20 συναυλίες με πρώτες παρουσιάσεις δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών.

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του Ποτέ την Κυριακή με τον τίτλο Illya Darling. Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών Reflections σε συνεργασία με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble. Παράλληλα ξεκινά τη σύνθεση λιμπρέτων για τρία μουσικά έργα (Μεταμορφώσεις, Όπερα για Πέντε, Ντελικανής) ενώ ηχογραφεί και το Χαμόγελο της Τζοκόντας, ένα από τα περισσότερο γνωστά έργα του.

Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού.

Με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και ίσως την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις «Μουσικές Γιορτές» στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει και τον «Μουσικό Αύγουστο» στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 - 1982 διοργανώνει επίσης τους «Μουσικούς Αγώνες» στην Κέρκυρα, ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή του στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Το Τέταρτο (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Παράλληλα, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος», η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα. Αυτή τη δεκαετία συνεργάζεται με τη Μαρία Φαραντούρη σε τρεις δίσκους του "Η εποχή της Μελισσάνθης" ( 1980 ),"Τα Παράλογα", ( 1976 ),"Σκοτεινή Μητέρα"( 1986 ) και στη "Ρωμαϊκή Αγορά"( 1986 ) .

Στα τέλη του 1989 ο Χατζιδάκις ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» με σκοπό να παρουσιάσει έργα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα μέχρι το τέλος της ζωής του δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας διοργανώνει επίσης τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 και ετάφη στην Παιανία.

15 Ιουνίου 1983: Αρχίζει στο Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης η δίκη του «δράκου» λοκατζή Κυριάκου Παπαχρόνη.


Κυριάκος Παπαχρόνης – Ο «δράκος» της Δράμας
«Το ‘ξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το παιδί. Πάντα έτρωγε πρώτα το γλυκό του και μετά το φαγητό του».Μ’ αυτήν την φράση, θέλησε η μάνα του Κυριάκου Παπαχρόνη να απεικονίσει την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του γιου της και προσπαθώντας να δώσει την δική της εξήγηση στο κακό που ακολούθησε.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1960 και η ιστορία του ξεκινά στην ηλικία των 14 ετών. Σ’ αυτήν την τρυφερή ηλικία, ο Παπαχρόνης είχε μια τραυματική εμπειρία με μια ιερόδουλο, η οποία «πρόσβαλλε» και ειρωνεύτηκε τον ανδρισμό του, λέγοντάς τον «ανίκανο». Ο Κυριάκος Παπαχρόνης προφανώς και δεν λησμόνησε το γεγονός αυτό, που του δημιούργησε ένα αίσθημα κατωτερότητας απέναντι στις γυναίκες. Στο πίσω μέρος του μυαλού του, άρχισε να χτίζει ένα σχέδιο εκδίκησης. Οι γυναίκες γι’ αυτόν πλέον είχαν γίνει «κόκκινο πανί».
Στα 19 του, όντας δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (Δ.Ε.Α.) και υπηρετώντας στην 5η Μοίρα των ΛΟΚ στην Δράμα, αρχίζει την δράση του, κινούμενος μεταξύ Θεσσαλονίκης, Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης. Βιασμοί και δολοφονίες γυναικών, καθώς και βομβιστικές επιθέσεις θα του αποδώσουν το προσωνύμιο «Ο δράκος της Δράμας». Το σκοτάδι γίνεται ο καλύτερος σύμμαχός του.
Η δράση του τελείωσε όταν συνελήφθη στις 13 Δεκεμβρίου 1982 από την Ασφάλεια Δράμας και μετά από κινητοποίηση όλων των Αρχών της Ανατολικής Μακεδονίας.Αρχικά αρνήθηκε τα πάντα. Μετά από μαραθώνια ανάκριση, τελικά ο Παπαχρόνης ομολογεί:Τον βιασμό και την δολοφονία με στιλέτο στις 5-9-1981, της ιερόδουλης Γρ. Θεοχαρίδου, στην Δράμα.Την απόπειρα δολοφονίας στις 20-12-1981, της Μ. Ποστιάδου, στην Δράμα.Την απόπειρα βιασμού και δολοφονία στις 15-1-1982, της φοιτήτριας Ε. Παπαδοπούλου, στην Δράμα.Τον βιασμό και την άγρια δολοφονία στις 15-8-1982, της 20χρονης φοιτήτριας Αναστασίας Αλεξανδρίδου, στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης.Τις απόπειρες βιασμού και δολοφονίας κατά της 18χρονης Αγοραστής Τέζα και της 30χρονης νοσοκόμας Βασιλικής Λαζαρίδου, στην πόλη της Δράμας.Την απόπειρα βιασμού και δολοφονίας κατά της 23χρονης Δ. Πεχλιβανίδου.Δύο ακόμη απόπειρες βιασμού και δολοφονίας κατά μιας ιερόδουλης και μιας άλλης γυναίκας, στην Ξάνθη.Πέντε βομβιστικές επιθέσεις. Συγκεκριμένα, 2 ωρολογιακές βόμβες στις 12-3-1982 στο Ταχυδρομείο και την Εθνική Τράπεζα της Ξάνθης, άλλες 2 στις 13-3-1982 στην Τράπεζα Πίστεως κι σε ένα κατάστημα στην Καβάλα και μια πέμπτη στις 16-6-1982 στην είσοδο του στρατοπέδου της Δράμας.Έναν εμπρησμό στο Διεθνές Αεροδρόμιο Καβάλας.
Κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, η κοινή γνώμη συγκλονίζεται από τον κυνισμό και τις δηλώσεις του Παπαχρόνη. «Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφθανα στο μεγαλείο. Την χτυπούσα, τελείωνε…». Έλεγε πως τον τρέλαινε και τον ερέθιζε ο ήχος των τακουνιών. Απευθυνόμενος μάλιστα σε μια δημοσιογράφο της ΕΡΤ, της είπε «Εσένα σ’ αγαπάω γιατί έχεις ψηλά τακούνια»!
Στη δίκη που ξεκίνησε στις 15 Ιουνίου 1983 καταδικάστηκε δις εις θάνατον και σε κάθειρξη 23 ετών, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Όταν άκουσε την ποινή, σηκώθηκε και χειροκροτώντας είπε: «Ευχαριστώ» και στην συνέχεια «Τι βάζετε τέτοιες ποινές; Πόσα χρόνια θα ζήσουμε;». Δήλωνε αμετανόητος: «Στείλτε με στο απόσπασμα, γιατί αν βγω έξω, πάλι τα ίδια θα κάνω».Το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε για τις βομβιστικές επιθέσεις, σε 15 χρόνια φυλάκιση και 20ετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Παρά την προηγούμενη καταδίκη του, το δικαστήριο μετά από πρόταση του στρατιωτικού επιτρόπου, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό ότι «δεν κινούταν στις πράξεις του εκ ταπεινών ελατηρίων».
Από τους γνωστούς του και τους συναδέλφους του, ο Παπαχρόνης περιγράφονταν σαν άτομο βίαιο, με ιδιαίτερη σωματική δύναμη και μεγάλη «λόξα» με τα των στρατιωτικών. Οι ειδικοί έκαναν λόγο για ένα «μωσαϊκό παραλογισμού».Παραδόξως όμως, στην φυλακή ο Παπαχρόνης έγινε ίνδαλμα για πολλές γυναίκες, οι οποίες αλληλογραφούσαν μαζί του, εκφράζοντας μάλιστα την επιθυμία να τον γνωρίσουν κι…από κοντά! Αντίστοιχα, μετέπειτα επίδοξοι «δράκοι», «εμπνεύστηκαν» απ’ αυτόν και θέλησαν τον μιμηθούν.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης, μετά από 21 χρόνια και 6 μήνες στις φυλακές, έκανε αίτηση αποφυλάκισης και αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2004, σε ηλικία 44 ετών και με περιοριστικούς όρους. Ζει στη Λάρισα και δίνει το παρών σε αστυνομικό τμήμα της πόλης δύο φορές τον μήνα. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, κατά τις επισκέψεις του είναι ιδιαίτερα ευγενικός και μειλίχιος, ενώ πολλές φορές κερνάει καφέδες, γλυκά αλλά και λουλούδια τους αστυνομικούς.