Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

6 Φεβρουαρίου : Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κλειτοριδεκτομής

Η κλειτοριδεκτομή είναι ο ακρωτηριασμός των εξωτερικών γεννητικών οργάνων της γυναίκας. Είναι μορφή «σεξουαλικού ευνουχισμού» για να υποδηλώσει την απόλυτη υποταγή στον μελλοντικό της σύζυγο.

Πρόκειται για έθιμο που απαντάται κυρίως στις μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, χωρίς να υπάρχει καμία αναφορά στο Κοράνι. Αναφορές για την κλειτοριδεκτομή υπάρχουν στους αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Φοίνικες, οι Χετταίοι και οι Αιθίοπες πραγματοποιούσαν κλειτοριδεκτομή στα κορίτσια τους, ενώ ο Στράβων στους ελληνιστικούς χρόνους την αποκαλεί «γυναικεία περιτομή».

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, 150 εκατομμύρια γυναίκες στον πλανήτη έχουν υποστεί κλειτοριδεκτομή, ενώ κάθε χρόνο προστίθεται 2 εκατομμύρια.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών κήρυξε την 6η Φεβρουαρίου «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κλειτοριδεκτομής», για να ευαισθητοποιήσει το διεθνές κοινό και ιδιαίτερα της Αφρικανούς για τη βάρβαρη αυτή πρακτική, που προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα και εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία της γυναίκας.

Ήδη, σχεδόν όλες οι χώρες της Αφρικής έχουν ποινικοποιήσει την κλειτοριδεκτομή.

6 Φεβρουαρίου 1958: Επτά ποδοσφαιριστές της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ σκοτώνονται σε αεροπορικό δυστύχημα στο Μόναχο.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1958 ένα αεροπλάνο, που μετέφερε πίσω στην πατρίδα την αποστολή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, συνετρίβη κατά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο Ριμ του Μονάχου, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 23 από τους 43 επιβαίνοντες. Η πτήση τσάρτερ της British Airways προερχόταν από το Βελιγράδι, όπου οι μπέμπηδες του Ματ Μπάσμπι είχαν αποσπάσει ισοπαλία 3-3 από τον Ερυθρό Αστέρα και είχαν προκριθεί στην επόμενη φάση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Φεβρουαρίου, το ελικοφόρο Airspeed Ambassador προσγειώθηκε στο Μόναχο για ανεφοδιασμό. Το μοιραίο συνέβη στις 3:04 τα ξημερώματα, κατά την τρίτη προσπάθεια απογείωσης, λόγω χιονοθύελλας. Το αεροπλάνο απέτυχε να κερδίσει ύψος και κατέπεσε σ' ένα χωράφι δίπλα στο αεροδρόμιο. Τα συνεργεία διάσωσης ανέσυραν νεκρούς 7 ποδοσφαιριστές (Τζεφ Μπεντ, Ρότζερ Μπερν, Έντι Κόλμαν, Μαρκ Τζόουνς, Ντέιβιντ Πεγκ, Τόμι Τέιλορ και Λίαμ Γουίλαν), 7 δημοσιογράφους, 4 στελέχη της ομάδας, 2 μέλη του πληρώματος και δύο φιλάθλους. Ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής Ντάνκαν Έντουαρντς πέθανε λίγες μέρες αργότερα από τα βαριά του τραύματα σε νοσοκομείο του Μονάχου.

Η είδηση «πάγωσε» τον φίλαθλο κόσμο, όχι μόνο στο Νησί. Η νεανική και ταλαντούχα ομάδα της Μάντσεστερ, εξ ου και το προσωνύμιο Μπέμπηδες, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς 8 επίλεκτα στελέχη της στο πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του κόσμου.

Οι γερμανικές αρχές κατηγόρησαν τον πιλότο Τζέιμς Θέιν ως υπαίτιο του δυστυχήματος, επειδή δεν ολοκλήρωσε τη διαδικασία αποπαγοποίησης των φτερών του αεροπλάνου. Η British Airways τον απέλυσε αμέσως και χρειάστηκαν 10 χρόνια δικαστικών αγώνων για να απαλλαγεί από κάθε κατηγορία. Όμως, ο Θέιν είχε εγκαταλείψει τους ουρανούς και ασχολείτο με κάτι πιο γήινο, την εκτροφή πουλερικών.

Το μέλλον της Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ μετά το δυστύχημα φάνταζε δυσοίωνο, χωρίς 10 πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές της (εκτός από τους 8 νεκρούς, 2 ακόμη αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση λόγω των σοβαρών τραυμάτων τους) και με τον Ματ Μπάσμπι στο νοσοκομείο βαριά τραυματισμένο. Όμως, οι εναπομείναντες παίκτες, μαζί με αρκετούς εφήβους, έδειξαν χαρακτήρα και κατόρθωσαν να φθάσουν ως τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, όπου έχασαν με 2-0 από την Μπόλτον.

Ο προπονητής της ομάδας Ματ Μπάσμπι, που εν τω μεταξύ είχε αναρρώσει από τα σοβαρά τραύματά του, ξεκίνησε την επόμενη αγωνιστική περίοδο (1958-1959) τη δημιουργία μιας νέας γενιάςμπέμπηδων. Το 1967 η ομάδα αυτή, με επικεφαλής τους διασωθέντες από το δυστύχημα Μπόμπι Τσάρλτον και Μπίλ Φόουκς, αλλά και τον νεαρό Τζορτζ Μπεστ, κατέκτησε το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών για την Αγγλία, συντρίβοντας τη Μπενφίκα με 4-1. Η Αεροπορική Τραγωδία του Μονάχου, όπως έμεινε στην ιστορία, βοήθησε να καλλιεργηθεί ο μύθος της ομάδας και σήμερα η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι ίσως η δημοφιλέστερη ποδοσφαιρική ομάδα του πλανήτη.

Την ημέρα μνήμης για τους φίλους της Γιουνάιτεντ διαλέγουν οι μεγάλοι τους αντίπαλοι, οι οπαδοί της Μάντσεστερ Σίτι, για να τους προκαλέσουν, μιμούμενοι την πτώση και τη συντριβή του αεροπλάνου. Ανάλογα μακάβρια αστεία από τους οπαδούς της Σίτι γίνονται και στα ντέρμπι μεταξύ των δύο ομάδων.

6 Φεβρουαρίου 1885: Η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη καταρρέει, εξαιτίας του επεισοδίου Νίκολσον και της βαριάς φορολογίας.


Στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του ελληνικού κράτους συνέβη ένα περιστατικό που έδειχνε το βαθμό εξάρτησης και αδυναμίας του Ελληνικού Κράτους εκείνη την εποχή, αδυναμία που στην συγκεκριμένη περίπτωση το κατέστησε παίγνιο στα χέρια ενός μάλλον ασήμαντου Βρετανού διπλωματικού ακόλουθου, εν ονόματι Άρθουρ Νίκολσον.

Ο Νίκολσον, λοιπόν, ήταν ο Βρετανός προσωρινός επιτετραμένος της Αγγλίας στην Αθήνα. Ένα πρωινό, στις 4 Ιανουαρίου του 1885 αποφάσισε να ανέβει με τη γυναίκα του για περίπατο στο λόφο του Λυκαβηττού. Πλησιάζοντας την κορυφή, το ζεύγος συνάντησε τρεις χωροφύλακες που με φωνές και νοήματα δεν τους άφηναν να προχωρήσουν παραπέρα.

Στην πραγματικότητα, οι χωροφύλακες τους έλεγαν να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό μονοπάτι καθώς απαγορευόταν να περάσουν από το σημείο εκείνο επειδή είχε γίνει πρόσφατα η δενδροφύτευση του. Αλλά ο Νίκολσον και η γυναίκα του δεν κατάλαβαν λέξη, καθώς δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου ελληνικά. Οπότε απλά αγνόησαν τους θορυβώδεις χωροφύλακες και συνέχισαν το μονοπάτι που είχαν ήδη πάρει.

Τότε, σύμφωνα πάντα με την επίσημη έκθεση του Βρετανού διπλωμάτη προς την ελληνική κυβέρνηση, ο ένας από τους τρεις χωροφύλακες τον απώθησε βίαια, τον χτύπησε με το ραβδί του τρεις φορές και στη συνέχεια, όταν ο Νίκολσον έτρεξε προς την κεντρική οδό, του πέταξε και πέτρες.

Ο Νίκολσον, λοιπόν, μετά από το περίεργο αυτό επεισόδιο αποφάσισε να παρακάμψει τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών και να απευθυνθεί κατευθείαν στον Πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη, παραβιάζοντας έτσι το διπλωματικό πρωτόκολλο. Ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία του χωροφύλακα και ο Τρικούπης τον διαβεβαίωσε ότι θα τον ικανοποιούσε άμεσα. Πράγματι, πραγματοποιήθηκε αμέσως η σχετική έρευνα και προέκυψε ότι ο χωροφύλακας αυτός ήταν ο Λουκάς Καλπούζος, ο οποίος, αφότου τον αναγνώρισε και ο ίδιος ο Νίκολσον, συνελήφθη.

Παρόλα αυτά, δεν απολύθηκε παρά μια μέρα αργότερα. Παρομοίως, μέλη της κυβέρνησης, υπό τον Τρικούπη μετέβησαν με καθυστέρηση στην οικία του Άγγλου διπλωμάτη για να εκφράσουν επισήμως την συμπάθεια τους. Στη συνέχεια, ο Τρικούπης στην επίσκεψη αυτή παρέθεσε τα γεγονότα και την κατάθεση Καλπούζου με έναν τρόπο που αναιρούσε πλήρως τα λεγόμενα του Νίκολσον.

Ο τελευταίος προσβλήθηκε και απαίτησε η διαταγή της αποπομπής Καλπούζου να διαβαστεί μπροστά σε γενικό προσκλητήριο της Χωροφυλακής Αττικής από τον διοικητή της ταγματάρχη Στεφάνου. Στην διαταγή αποπομπής που είχε συνταχθεί, όμως ,από τον ίδιο τον Τρικούπη με την ιδιότητα του υπουργού στρατιωτικών, εμμέσως καταλογιζόταν μέρος της ευθύνης για το ατυχές συμβάν και στον Νίκολσον.

Ο τελευταίος αποφάσισε πλέον ότι μάλλον ούτε η ελληνική κυβέρνηση διατίθεται να τον ικανοποιήσει και απείλησε ότι με το θέμα θα ασχοληθεί δυναμικά πλέον η Αγγλία –αν και από την σωζόμενη αλληλογραφία του Foreign Office δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.

Μετά τις απειλές αυτές, ο Βρετανός διπλωμάτης απαίτησε την παρουσία ολόκληρου του σώματος Χωροφυλακής “παρατεταγμένου εν μεγάλη στολή” στην Πλατεία Συντάγματος όπου θα παρουσίαζε όπλα και θα παιάνιζε τον Αγγλικό Εθνικό ύμνο ενώπιον του.

Ο Τρικούπης, παρά το γεγονός πως ο Καλπούζος είχε ήδη απολυθεί, έσπευσε να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό. Στις 7 Ιανουαρίου, λοιπόν, δύο ενωμοτίες πεζών και έφιππων χωροφυλάκων υπό τον διοικητή τους ταγματάρχη Στεφάνου έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή, η οποία και αποτέλεσε τον μεγαλύτερο εξευτελισμό της Ελληνικής Χωροφυλακής στην σύγχρονη Ιστορία της.

Ο Τρικούπης στο κοινοβούλιο έσπευσε να χαρακτηρίσει την χορηγηθείσα ικανοποίηση ως “υπερβολική” για την περίπτωση και ζήτησε να σταματήσει η σχετική συζήτηση καθώς βλάπτονταν τα εθνικά συμφέροντα. Οι διαθέσεις της κοινής γνώμης και του Τύπου, πάντως, παλινδρομούσαν ανάμεσα στην συγκρατημένη δυσαρέσκεια και την ασυγκράτητη έκρηξη οργής.