Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

19 Φεβρουαρίου 1962: πεθαίνει στο Μαϊάμι των ΗΠΑ ο διάσημος γιατρός - ογκολόγος Γεώργιος Παπανικολάου, δημιουργός του Τεστ-Παπ

Γεννήθηκε στην Κύμη της Εύβοιας, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1907 μετέβη στη Γερμανία όπου παρακολούθησε μαθήματα βιολογίας υπό τους καθηγητές Χαίκελ και Βάισμαν. Στη συνέχεια γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου όπου και άρχισε τις βιολογικές έρευνες επί του «καθορισμού του φύλου» στα οστρακόδερμα υπό τον καθηγητή Ρίχαρντ Έρτβιχ. Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου επέστρεψε στην Αθήνα το 1910 όπου και νυμφεύθηκε την Ανδρομάχη Μαυρογένη και στη συνέχεια μετέβη στο Μονακό όπου και εργάσθηκε στο ωκεανογραφικό ινστιτούτο του Πριγκιπάτου συμμετέχοντας στην ομάδα ωκεανογραφικής εξερεύνησης του Πρίγκιπα του Μονακό (1911).

Επανερχόμενος στην Ελλάδα συμμετείχε των Βαλκανικών πολέμων και το 1913 αναχώρησε για τις ΗΠΑ όπου και εργάσθηκε ως βοηθός στο κλάδο της ανατομίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Ακολούθως εκλέχθηκε υφηγητής, έκτακτος καθηγητής και τέλος τακτικός καθηγητής της ανατομίας και ιστολογίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου αυτού.

Μετά από μακρές έρευνες επί της εκφυλιστικής κληρονομικής επίδρασης του οινοπνεύματος σε ινδικά χοιρίδια ο Παπανικολάου στράφηκε σε προβλήματα αναπαραγωγής σχετιζόμενα με τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων, τον καθορισμό του φύλου, τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, καθώς και των φυλετικών ορμονών.

Το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του σε γυναίκες προς μελέτη των φυσιολογικών γεννητικών λειτουργιών και στη συνέχεια για τη διάγνωση του καρκίνου της μήτρας. Η πρώτη του ανακοίνωση επί της χρησιμοποίησης της κυτταρολογικής μεθόδου προς διάγνωση του καρκίνου της μήτρας το 1928 έγινε δεκτή με πολύ σκεπτικισμό καθόσον η κρατούσα τότε γνώμη για τέτοιου είδους έρευνα και εφαρμογή επί αποφολιδουμένων κυττάρων ήταν πρακτικά αδύνατη. Τέτοια διάγνωση θεωρούνταν δυνατή, μέχρι την εποχή εκείνη, μόνο με την τομή του πάσχοντος οργάνου.

Οι έρευνες το Παπανικολάου επεκτάθηκαν στη συνέχεια στις κυτταρολογικές αλλοιώσεις στο καρκίνο του αυχένα. της μήτρας και του ενδομητρίου των οποίων τα πορίσματα δημοσίευσε το 1943 από κοινού μετά του καθηγητή γυναικολογίας Έρμπερτ Τράουστ σε ειδική μονογραφία υπό τον τίτλο «Διάγνωσις του καρκίνου της μήτρας μέσω των κολπικών επιχρισμάτων» (Diagnosis of Uterine Cancer by the Vaginal Smear). Η δημοσίευση της εργασίας αυτής ήταν επόμενο να κεντρίσει το παγκόσμιο ιατρικό ενδιαφέρον και να προκαλέσει την άμεση δοκιμαστική χρησιμοποίηση της μεθόδου σε διάφορα νοσοκομεία. Το 1944 έγινε η πρώτη εφαρμογή επί του ουροποιητικού συστήματος και στη συνέχεια επί του πεπτικού και άλλων συστημάτων του οργανισμού.

Ο Παπανικολάου με τις εργασίες του αυτές έγινε ο θεμελιωτής νέου επιστημονικού κλάδου της «αποφολιδωτικής κυτταρολογίας» βασιζόμενη ακριβώς στη μελέτη των αποφιλιδουμένων κυττάρων του οργανισμού στις διάφορες κοιλότητες αυτού. Η μέθοδος αυτή που έλαβε προς τιμή του την ονομασία «Μέθοδος Παπανικολάου» ή «Τεστ Παπανικολάου» και κατά συγκοπή «Τέστ Παπ» άνοιξε ευρείς νέους ορίζοντες στην ιατρική έρευνα στη γενετήσια φυσιολογία και ενδοκρινολογία ειδικότερα για τον καρκίνο. Οι δημοσιευμένες εργασίες του Παπανικολάου υπερβαίνουν τις εκατό ενώ τρεις αποτελούν ειδικές μονογραφίες.

Το 1954, ο Παπανικολάου δημοσίευσε το μνημειώδες έργο «Άτλαντας της Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας» (Atlas of Exfoliative Cytology), εδραιώνοντας και επίσημα πια τη νέα ιατρική πρακτική και ειδικότητα που ουσιαστικά ανέπτυξε από το μηδέν.

Ο Παπανικολάου τιμήθηκε με πλείστες διακρίσεις μεταξύ των οποίων είναι το μετάλλιο Τιμής της Αμερικανικής Εταιρίας Καρκινολογίας το 1952.

Σήμερα το τεστ Παπανικολάου (τεστ-παπ) χρησιμοποιείται παγκοσμίως για την διάγνωση του καρκίνου της μήτρας, επί της προκαρκινικής δυσπλασίας και άλλων κυτταρολογικών ασθενειών του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

Το 1995 τυπώθηκε απ' την Τράπεζα της Ελλάδος χαρτονόμισμα αξίας 10.000 δραχμών, στο οποίο απεικονίζεται ο Γεώργιος Παπανικολάου.

19 Φεβρουαρίου 1844: Ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, με το οποίο καθιερώνεται η συνταγματική μοναρχία.

Η Συνταγματική Μοναρχία είναι ένα παρόμοιο πολίτευμα με την Βασιλευόμενη Δημοκρατία με την διαφορά ότι ο ρόλος του μονάρχη δεν είναι καθόλου συμβολικός καθώς διαθέτει αρκετές πολιτικές αρμοδιότητες μονολότι περιορίζονται οι εξουσίες του .Η Ελλάδα είχε συνταγματική μοναρχία την περίοδο 1844 εώς το 1862 όπου αντικαταστάθηκε από το πολίτευμα της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας .Στις μέρες μας υπάρχουν λίγες συνταγματικές μοναρχίες(π.χ Ιορδανία, Μπαχρέιν, Μαλαισία) στις οποίες υπάρχει πρωθυπουργός μα και ο βασιλιάς έχει ενεργό ρόλο σην πολιτική ζωή.

19 Φεβρουαρίου 1947: Αποφασίζεται από την κυβέρνηση Μαξίμου η ίδρυση του στρατοπέδου πολιτικών κρατουμένων στη Μακρόνησο, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Από τον Απρίλιο του 1947 η Μακρόνησος και στη διάρκεια του Εμφυλίου χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης «εθνικής αναμόρφωσης» για χιλιάδες κομμουνιστές, πολιτικούς κρατούμενους και λιποτάκτες στρατιώτες. Τον Οκτώβριο του 1949 ιδρύθηκε ο αυτόνομος Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου με τα γνωστά αρχικά ΟΑΜ που όμως σε πολύ μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, μετά την επίσκεψη στο νησί της Βασίλισσας Φρειδερίκης, διαλύθηκε. Οι εξορίσεις στην Μακρόνησο συνεχίστηκαν από τις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις που ακολούθησαν. Γι' αυτούς τους λόγους, το νησί κρίθηκε με απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, μνημείο της εποχής του εμφυλίου, οπότε σήμερα νησί και κτίσματα των επιμέρους στρατοπέδων σε αυτό προστατεύονται από παρεμβάσεις. Ο επίσημος δικτυακός τόπος του δήμου Κέας, περιγράφει την ιστορία της Μακρονήσου ως εξής:
«Το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου ακολουθεί η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Η Μακρόνησος αποτελεί μία από ης μελανότερες σελίδες της ιστορίας του. Το 1947 εξορίζονται εκεί όλοι οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες με "ύποπτα φρονήματα", επανδρώνοντας Τα τρία ειδικά τάγματα οπλιτών (Α' ΕΤΟ, Β' ΕΤΟ, Γ' ΕΤΟ). Το 1948 δημιουργείται το 4ο τάγμα στο οποίο μεταφέρονται οι πολιτικοί εξόριστοι. Σαν "κολυμπήθρα του Σιλωάμ" όπως ονόμαζαν το Μακρονήσι, ο τρόμος και τα βασανιστήρια ήταν η μέθοδος για ιδεολογική αναβάπτιση η οποία θα δηλωνόταν με την δήλωση μετάνοιας . Έλληνες βασάνιζαν Έλληνες. "Πατριώτες" βασάνιζαν Πατριώτες. Σε σκηνές ενός ατόμου ζούσαν τρεις. Οι δοκιμασίες πολλές και κυρίως αυτή ως δίψας. Όταν δεν μπορούσε να φτάσει το καΐκι που μετέφερε νερό, τους έδιναν αλμυρό μπακαλιάρο... Απειλές, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί βρίσκονταν στο καθημερινό πρόγραμμα με σκοπό να σκύψουν το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Όσοι δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας μεταφέρονταν στην χαράδρα του Α' ΕΤΟ κι από εκεί πέρναγαν στρατοδικείο. Όσοι υπέγραφαν, για να αποδείξουν την ανάνηψή τους, τους έβαζαν πέτρες στα χέρια και τους διέταζαν να λιθοβολήσουν τους αμετανόητους. Αυτούς που λίγο πριν μοιράζονταν τις ίδιες φοβίες.»
Η ιστορία της Μακρονήσου στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο έχει αποδοθεί -μεταξύ άλλων- μέσα από δύο σπουδαία έργα, τον «Λοιμό» του Ανδρέα Φραγκία (1972, Κέδρος) και την κινηματογραφική του μεταφορά από τον Παντελή Βούλγαρη στο «Happy Day» (1976, βραβεία: Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1976).

19 Φεβρουαρίου 1959: Υπογράφεται στο Λονδίνο μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων η τελική συμφωνία για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου)

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που υπογράφηκαν το 1959 μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, ήταν οι Συνθήκες με τις οποίες τερματίστηκε η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρύθηκε ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος.
Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ' και τον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.
Η συνθήκη κατοχύρωνε την ανεξαρτησία της Κύπρου, καθόριζε το Σύνταγμα του νέου κράτους και τα δικαιώματα κάθε εθνοτικής κοινότητας όσον αφορά το κράτος και τη διακυβέρνηση. Η πολιτειακή οργάνωση του νεοσύστατου κράτους ήταν πολύπλοκη και απαιτούσε ομοφωνία και των δύο κοινοτήτων σε μια σειρά από θέματα. Ο πρόεδρος θα ήταν Ελληνοκύπριος και ο αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος.
Στις συμφωνίες περιλαμβανόταν "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.
Ευθύς εξ αρχής οι συμφωνίες αυτές αποτέλεσαν το αντικείμενο σφοδρότατης κριτικής από την αντιπολίτευση στην Ελλάδα και την Κύπρο ως μη βιώσιμες. Ο Μακάριος ισχυρίστηκε αργότερα ότι τις αποδέχτηκε υπό το κράτος αφόρητων πιέσεων, ενώ μόνο ο Γεώργιος Παπανδρέου από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης στήριξε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στη συνεδρίαση της Βουλής που συζήτησε τις συμφωνίες αυτές: "Αι συμφωνίαι, αι οποίαι υπεγράφησαν από την ηγεσίαν του κυπριακού λαού και ήρχισαν εφαρμοζόμεναι, δεν είναι δυνατόν, δεν είναι εθνικώς συμφέρον, να ακυρωθούν", δήλωσε.
Αντιθέτως ο Σοφοκλής Βενιζέλος ήταν κατηγορηματικός: "Δεν θέλω να είμαι μάντης κακών. Προβλέπω όμως ότι αι υπογραφείσαι συμφωνίαι θα αποδειχθή, εν τη εφαρμογή των, ότι δεν είναι βιώσιμοι και πρέπει να ανατραπούν. Άλλως, πολύ φοβούμαι, ότι θα θρηνήσωμεν νέας εθνικάς συμφοράς".
Πικρία για το περιεχόμενο των συνθηκών αυτών εξέφρασε και ο στενότερος των συνεργατών του Μακαρίου, επί σειρά ετών πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκος Κρανιδιώτης: "Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπήρξαν το αποτέλεσμα σκληρής ανάγκης και η κατάληξη ενός διλήμματος, μπροστά στο οποίο η βρετανική κυβέρνηση έθεσε τον κυπριακό λαό και την ηγεσία του: ή τις συμφωνίες ή τη διχοτόμηση. Ο Μακάριος προτίμησε το "μη χείρον". Στην εκβιαστική αυτή λύση συνέβαλε ιδιαίτερα η κομμουνιστική φοβία της Αμερικής και η συνεχής εκ μέρους της προσπάθειας ΝΑΤΟϊκής ρύθμισης του θέματος. Έτσι στραγγαλίστηκε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού... Οι ελληνικές κυβερνήσεις, παρά τη βαθύτατη συμπάθεια και τη συναισθηματική κλίση που έτρεφαν για τη "μεγάλη ιδέα" της Κύπρου, υφίσταντο συνεχείς πιέσεις, άμεσες ή έμμεσες, από την Αμερική και το ΝΑΤΟ και επιδιώκανε μια ειρηνική λύση του Κυπριακού μέσα στα συμμαχικά πλαίσια".
Η αποκάλυψη αργότερα της μυστικής συμφωνίας που υπέγραψαν στη Ζυρίχη οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας και η οποία κρατήθηκε απόρρητη, προσέδωσε βάρος στους ισχυρισμούς του Κρανιδιώτη, όπως φαίνεται από τους δύο πρώτους όρους της:
"1. Η Ελλάς και η Τουρκία θα υποστηρίξουν την είσοδον της Δημοκρατίας της Κύπρου εις το ΝΑΤΟ. Η εγκατάστασις βάσεων του ΝΑΤΟ εις την νήσον, ως και η σύνθεσις αυτών, εξαρτάται εκ της συμφωνίας των δύο κυβερνήσεων.
2. Συνεφωνήθη μεταξύ των δύο πρωθυπουργών ότι θα παρέμβουν παρά τω προέδρω και αντιπροέδρω της Δημοκρατίας της Κύπρου, αντιστοίχως, επί τω σκοπώ όπως τεθούν εκτός νόμου το Κομμουνιστικόν Κόμμα και η κομμουνιστική δράσις...".
Λίγες μέρες μετά την υπογραφή των συνθηκών απολύθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι και δόθηκε αμνηστία στους καταζητούμενους. Τα ένοπλα τμήματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κήρυξαν κατάπαυση πυρός και στις 16 Αυγούστου 1960 η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος.
Η Συμφωνία της Ζυρίχης ουσιαστικά κατέρρευσε το 1963, μετά από αλλαγές που επιχείρησε να κάνει ο Μακάριος στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας (τα «13 Σημεία») και τις σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που ακολούθησαν το 1963-64. Παρόλα αυτά, το Σύνταγμα που προέβλεπαν οι Συμφωνίες εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα στην Κύπρο, τροποποιημένο αρχικά λόγω της απόσυρσης των Τουρκοκυπρίων από την πολιτική ζωή σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα «13 Σημεία» του Μακάριου και στη συνέχεια λόγω της εισβολής. Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου χρησιμοποιήθηκαν σαν δικαιολογία για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974 μετά το υποκινηθέν από τη Χούντα των Συνταγματαρχών πραξικόπημα Σαμψών που επιχείρησε να ανατρέψει τον Μακάριο, παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη Εγγυήσεων δεν της έδινε το δικαίωμα ούτε για στρατιωτική δράση χωρίς προηγούμενες διαβουλεύσεις, ούτε για παραμονή των στρατευμάτων της στο νησί μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης

Συνθήκη Εγγυήσεων
Μαζί με τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, δύο άλλες συνθήκες, συμφωνήθηκαν στην Ζυρίχη.
Η Συνθήκη Εγγυήσεως είχε ως στόχο να διατηρηθεί η ανεξαρτησία, και η εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι εγγυήτριες δυνάμεις (το Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα), εγγυήθηκαν να απαγορεύσουν την προώθηση "είτε της ένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με οποιοδήποτε άλλο κράτος, ή τη διχοτόμηση της νήσου". Το τρίτο άρθρο της Συνθήκης Εγγυήσεως αναφέρει «Εάν η κοινή και συντονισμένη δράση των εγγυήτριων χωρών είναι αποδεδειγμένα αδύνατη, κάθε μία από τις τρεις δυνάμεις που εγγυώνται διατηρεί το δικαίωμα να αναλάβει δράση με μοναδικό σκοπό να αποκαταστήσει την κατάσταση πραγμάτων που καθιερώνεται με την παρούσα Συνθήκη".
Το 1983, η Τουρκία κήρυξε το κατεχόμενο κυπριακό έδαφος ώς "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου". Σε διεθνές επίπεδο, αυτό έχει αναγνωριστεί μόνο από την Τουρκία. Τα Ηνωμένα Έθνη με το ψήφισμα 541  του Συμβουλίου Ασφαλείας χαρακτηρίζουν την Τουρκική ανακύρηξη ως παράνομη και ζητούν την ανάκλησή της. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με τα ψηφίσματα 353, 541, 544 ζητά από τις χώρες μέλη να μην αναγνώρισουν το προτεκτοράτο της Τουρκίας στην Κύπρο.

19 Φεβρουαρίου 1964: πεθαίνει ο Γιώργος Καλαφάτης, Έλληνας υποναύαρχος του Υγειονομικού, ιδρυτής του Παναθηναϊκού.

Ο Υποναύαρχος Γιώργος Καλαφάτης γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1890 στην Αθήνα και είχε καταγωγή από τα Διλινάτα της Κεφαλλονιάς. Πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1964. Υπήρξε ο ιδρυτής του ποδοσφαιρικού τμήματος του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου (Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών). Από μικρός διακρίθηκε στον κλασσικό αθλητισμό και σε ηλικία 15 ετών μυήθηκε στο ποδόσφαιρο το οποίο τον ενθουσίασε. Ξεκίνησε την καριέρα από τον Εθνικό Αθηνών και στη συνέχεια αγωνίστηκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. Το 1908 αποφάσισε να ιδρύσει ένα νέο ποδοσφαιρικό σύλλογο. Στις 3 Φεβρουαρίου εκείνου του έτους, πραγματοποιήθηκε στο Πεδίον του Άρεως η ιδρυτική συγκέντρωση του Ποδοσφαιρικού Ομίλου Αθηνών, που το 1924 μετονομάστηκε σε Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο αποτελώντας πλέον πολυαθλητικό όμιλο. Παράλληλα με την ποδοσφαιρική του δραστηριότητα στον ΠΟΑ, υπήρξε και αθλητής στίβου του Πανελληνίου ως το 1918 οπότε και ο Παναθηναϊκός δημιούργησε δικό του τμήμα στίβου.

Εκπροσώπησε την Ελλάδα στους Διασυμμαχικούς Αγώνες του 1919 στο Παρίσι και στη συνέχεια αφοσιώθηκε στην ανάπτυξη όλων των αθλημάτων του Παναθηναϊκού. Η συμμετοχή του στους Αγώνες είχε μεγάλη σημασία για την καλλιέργεια νέων τμημάτων στην ομάδα του ΠΑΟ, αλλά και για την εξέλιξη του ελληνικού ομαδικού αθλητισμού, καθώς εκεί εξασφάλισε την προμήθεια του αναγκαίου αθλητικού υλικού και πληροφοριών, ιδίως για το μπάσκετ και την πετοσφαίριση, αθλήματα άγνωστα ακόμα στην Ελλάδα.

Ο Γιώργος Καλαφάτης αποτέλεσε έναν από τους πρωτοπόρους του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Διακρίθηκε ως αθλητής μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ενώ στη συνέχεια διατέλεσε διοικητικός παράγοντας του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου από διάφορες θέσεις.

πηγη: wikipedia.org

19 Φεβρουαρίου 1473: γεννιέται στην Πολωνία ο πατέρας της μοντέρνας αστρονομίας Νικόλαος Κοπέρνικος


Ο Nικόλαος Κοπέρνικος (λατινικά: Nicolaus Copernicus, πολωνικά: Mikołaj Kopernik, 19 Φεβρουαρίου 1473 – 24 Μαΐου 1543) ήταν σημαντικός Πολωνός αστρονόμος. Γεννήθηκε στο Τορούν της Πολωνίας, και πέρασε μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του στο Φρόμπορκ της Βάρμιας, επαρχίας της Πολωνίας όπου και πέθανε. Λίγο πριν το θάνατό του ο Κοπέρνικος εξέδωσε το βιβλίο του «De Revolutionibus Orbium Coelestium Libri VI» («Έξι Βιβλία για τις Περιστροφές των Ουρανίων Σφαιρών»), το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την εξέλιξη της σύγχρονης Αστρονομίας. Ο Κοπέρνικος υποστήριξε την ηλιοκεντρική θεωρία, την άποψη δηλαδή ότι η Γη και τα άλλα σώματα του Ηλιακού Συστήματος περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο, σε αντίθεση με την τότε επίσημη γεωκεντρική θεωρία, που ήθελε τη Γη ακίνητη και κέντρο του κόσμου. Άνοιξε έτσι το δρόμο για τους αστρονόμους της επόμενης γενιάς (ειδικά τον Γιοχάνες Κέπλερ (εξελλ. Ιωάννη Κεπλέρου) αλλά και την Επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα.


Η ζωή του 
Ο πατέρας του Νικόλαου Κοπέρνικου ήταν εύπορος έμπορος χαλκού και επιχειρηματίας, αλλά πέθανε όταν ο Νικόλαος ήταν μόλις δέκα ετών. Έτσι ο Νικόλαος και τα τρία αδέλφια του ανατράφηκαν από το θείο τους Λουκά Βατζενρόντε, που ήταν επίσκοπος. Μάλιστα ο αδελφός του Κοπέρνικου Ανδρέας έγινε ιερέας όταν μεγάλωσε και η αδελφή του Βαρβάρα Βενεδικτίνα μοναχή. Το 1491 ο Νικόλαος εγγράφεται στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, το σημερινό Γιαγγελονιανό Πανεπιστήμιο, όπου σπουδάζει Ιατρική, Θεολογία, Μαθηματικά και Αστρονομία, με την οποία και συναρπάζεται.

Το 1496 ο Κοπέρνικος πήγε στην Ιταλία για να σπουδάσει Εκκλησιαστικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, με έξοδα του θείου του, που ήθελε να τον δει κι εκείνον επίσκοπο. Στη Φερράρα όμως ο νεαρός Νικόλαος γνωρίζει τον αστρονόμο Ντομένικο Νοβάρα ντα Φερράρα και γίνεται μαθητής και βοηθός του. Οι πρώτες αστρονομικές παρατηρήσεις που έκανε ο Κοπέρνικος με το Νοβάρα μνημονεύονται στο «De Revolutionibus».

Το 1497 ο Νικόλαος διορίζεται από το θείο του ως ιερέας στον Καθεδρικό Ναό του Φρόμπορκ στην Πολωνία. Πριν όμως γυρίσει στην πατρίδα του, ο Κοπέρνικος πήγε στη Ρώμη, όπου παρατήρησε μία έκλειψη Σελήνης και έδωσε τις πρώτες του διαλέξεις πάνω σε διάφορα μαθηματικά και αστρονομικά ζητήματα. Το 1503 παίρνει το διδακτορικό του στο Κανονικό Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο της Φερράρα. Φαίνεται ότι τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τις θεωρίες των αρχαίων περί κινήσεως της Γης, και απέκτησε τις πρώτες αμφιβολίες για το ότι η Γη ήταν ακίνητη στο κέντρο του Σύμπαντος. Το 1504 άρχισε να συγκεντρώνει παρατηρήσεις και ιδέες σχετικές με τις αμφιβολίες του αυτές.

Αφήνοντας την Ιταλία, ο Κοπέρνικος πήγε να ζήσει στο Φρόμπορκ. Επίσης είχε δεχθεί μία θέση στο ναό του Τιμίου Σταυρού, στο Μπρέσλαου της Σιλεσίας, από την οποία παραιτήθηκε μόλις λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του. Στην Πολωνία ο Κοπέρνικος είχε πολλές δραστηριότητες. Συνεργάσθηκε επί χρόνια με τη Βασιλική Πρωσική Δίαιτα επί της νομισματικής μεταρρυθμίσεως και δημοσίευσε μελέτες για την αξία του χρήματος. Ως μέλος της κυβερνήσεως της Βάρμιας κατένεμε τους φόρους και απένεμε δικαιοσύνη. Επίσης έκανε πολλά κυβερνητικά ταξίδια και ως διπλωμάτης, εκπροσωπώντας το θείο του Λουκά, που είχε ανακηρυχθεί «Πρίγκηψ-Επίσκοπος» της Βάρμιας. Σαν γιατρός, ο Κοπέρνικος είχε για πελάτες τους πλουσιώτερους ανθρώπους της πρωτεύουσας. Όμως έχανε πολλές ώρες με το να εξετάζει δωρεάν τους φτωχούς. Και στον ελεύθερο χρόνο του, μελετούσε αστρονομία που ήταν η προτίμησή του.

Ο Κοπέρνικος μελέτησε προσεκτικά τα έργα του Πτολεμαίου, που ήταν ο πρώτος που πίστευε πως υπάρχει κίνηση πλανητών. Ως τότε η αστρονομία ήταν γεμάτη δεισιδαιμονίες. Οι αρχαίοι πίστευαν πως οι πλανήτες μένουν ακίνητοι, εκτός αν κινηθούν από τους θεούς. Ύστερα από μακριές και προσεκτικές μελέτες. ο Κοπέρνικος διαφώνησε με τη θεωρία του Πτολεμαίου πως η Γη είναι ακίνητη και πως ο Ήλιος, η Σελήνη και τα άστρα κινούνται γύρω της. Συμπεραίνοντας ότι η Γη κινείται περιστροφικά, ο Κοπέρνικος εξακολούθησε να μελετά τους πλανήτες και ύστερα από πολλή σκέψη διατύπωσε τη δική του θεωρία. Σύμφωνα με αυτήν ο ήλιος ήταν το κέντρο του ηλιακού συστήματος και η Γη, όπως και οι άλλοι πλανήτες, περιστρέφονταν περί τον άξονά τους και κινούνταν γύρω από τον ήλιο.

Το έτος 1514 κυκλοφόρησε μεταξύ των φίλων του το Commentariolus («Μικρή Ερμηνευτική Πραγματεία»), εξασέλιδο χειρόγραφο κείμενο με τις ιδέες του για το Ηλιοκεντρικό Σύστημα που πρέπει να γράφτηκε μεταξύ 1507 και 1514. Κατ' άλλους όμως το έγραψε και το διέθεσε μεταγενέστερα, ίσως και το 1533. Συνέχισε κατόπιν τη συλλογή στοιχείων για ένα λεπτομερέστερο έργο. Κατά τον πόλεμο μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας (1519-1524) υπεράσπισε επιτυχώς το Όλστιν ως επικεφαλής των πολωνικών στρατευμάτων όταν αυτό πολιορκήθηκε από τις δυνάμεις του Αλβέρτου, δούκα της Πρωσίας.

Το 1533 ο Γιόχαν Άλμπρεχτ Βίντμανστετερ έδωσε μία σειρά διαλέξεων στη Ρώμη περιγράφοντας περιληπτικά την κοπερνίκειο θεωρία. Αυτές οι διαλέξεις προκάλεσαν το ενδιαφέρον αρκετών καρδιναλίων και του ίδιου του Πάπα Κλήμεντος Ζ΄. Το 1536 το έργο του Κοπέρνικου προσέγγιζε την οριστική μορφή του και διαδόσεις για τη θεωρία του είχαν φθάσει σε εγγράμματους ανθρώπους σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με τη σειρά τους, οι διανοούμενοι από πολλές χώρες τον πίεζαν να δημοσιεύσει τις ιδέες του. Π.χ. σε ένα γράμμα με στοιχεία «Ρώμη, 1 Νοεμβρίου 1536» ο αρχιεπίσκοπος Καπύης Καρδινάλιος Νικόλαος ζητά από τον Κοπέρνικο να δημοσιοποιήσει ευρύτερα τις ιδέες του με τα λόγια:

«Ούτως, σοφολογιώτατε, χωρίς να επιθυμώ να είμαι άκαιρος, σας ικετεύω μετ' εμφάσεως να κοινωνήσετε την ανακάλυψή σας στον κόσμο των διανοουμένων, και να μου αποστείλετε το συντομότερο δυνατόν τις θεωρίες σας περί Σύμπαντος, μετά πινάκων και ό,τι άλλου έχετε σχετικού προς το αντικείμενο.»
Παρά τις ποικίλες παροτρύνσεις, ο Κοπέρνικος καθυστερούσε τη δημοσίευση, μάλλον από το φόβο της κριτικής για τις επαναστατικές ιδέες του από το κατεστημένο, αλλά ίσως και επειδή δούλευε ακόμα πάνω στο κείμενο αυτού που θα γινόταν αργότερα το «De Revolutionibus». Τότε, στα 1539, ένας ξακουστός χαρτογράφος, ιατρός και μαθηματικός, ο Ραιτικός (Georg Joachim Rheticus), έφθασε στο Φρόμπορκ. Ο μεταρρυθμιστής θεολόγος Φίλιππος Μελάγχθων είχε κανονίσει να επισκεφθεί ο Ραιτικός μερικούς αστρονόμους και να μελετήσει μαζί τους. Ο Ραιτικός έμεινε τελικά με τον Κοπέρνικο δύο χρόνια, κατά τα οποία συνέγραψε ένα βιβλίο, το Narratio prima, όπου σκιαγραφούσε την ουσία της κοπερνίκειας θεωρίας. Το 1542 ο Ραιτικός δημοσίευσε μία πραγματεία του Κοπέρνικου περί Τριγωνομετρίας, η οποία αργότερα συμπεριελήφθηκε στο δεύτερο βιβλίο του «De Revolutionibus». Υπό την ισχυρότατη πίεση του Ραιτικού, και έχοντας δει τη γενικώς ευνοϊκή πρώτη υποδοχή της δουλειάς του, ο Κοπέρνικος συμφώνησε τελικά να παραδώσει το βιβλίο στον πιστό του φίλο Τίντεμαν Γκίζε, επίσκοπο του Χέλμνο, για να το αφήσει στον Ραιτικό προκειμένου αυτός να το στείλει για εκτύπωση στον Johannes Petreius, στη Νυρεμβέργη.

Σύμφωνα με το θρύλο, ένας ιππότης έτρεξε πάνω σε γρήγορο άλογο και παρέδωσε το πρώτο τυπωμένο αντίτυπο του βιβλίου στα χέρια του Κοπέρνικου λίγες ώρες πριν πεθάνει ο μεγάλος Πολωνός αστρονόμος (24 Μαΐου 1543).

Ο Νικόλαος Κοπέρνικος τάφηκε στον Καθεδρικό Ναό του Φρόμπορκ. Αρκετοί είχαν ερευνήσει μάταια για τη σωρό του, όταν στις 3 Νοεμβρίου 2005 ανακοινώθηκε πως τον Αύγουστο 2005 είχε ανακαλυφθεί το κρανίο του. Ωστόσο, τρία χρόνια μετά, το Νοέμβριο του 2008, ανακοινώθηκε ότι έπειτα από γενετικές έρευνες, επιβεβαιώθηκε ότι βρέθηκε ο τάφος του διάσημου αστρονόμου.

Στις 22 Μαΐου 2010, πέντε ολόκληρους αιώνες μετά το θάνατό του, ο Κοπέρνικος κηδεύτηκε με τιμές ήρωα στον καθεδρικό ναό του Φρόμπορκ στην Πολωνία.


Το «De revolutionibus» 
Το έργο ζωής του Κοπέρνικου, «De Revolutionibus Orbium Coelestium Libri VI» («Έξι Βιβλία για τις Περιστροφές των Ουράνιων Σφαιρών») (Πρώτη έκδοση: Νυρεμβέργη 1543. Δεύτερη έκδοση: Βασιλεία 1566), υπήρξε το αποτέλεσμα δεκαετιών εργασίας. Ενσωματώνει περισσότερα από 1.000 χρόνια αστρονομικών παρατηρήσεων με διάφορους βαθμούς ακρίβειας. Περιέχει 100 σελίδες πινάκων με πάνω από 20.000 αριθμούς.

Το έργο ξεκινούσε με πρόλογο, αρχικώς ανώνυμο[, του Ανδρέα Οσιάνδρου, θεολόγου και φίλου του Κοπέρνικου, ο οποίος προειδοποιούσε ότι η θεωρία, εννοούμενη ως ένα απλό εργαλείο που επέτρεπε απλούστερους και ακριβέστερους υπολογισμούς, δεν είχε οπωσδήποτε και συνέπειες εκτός του περιορισμένου χώρου της Αστρονομίας.

Το κυρίως έργο του Κοπέρνικου άρχιζε με το γράμμα του (νεκρού πλέον) αρχιεπισκόπου Καπύης, Καρδινάλιου Νικόλαου φον Σένμπεργκ που προαναφέρθηκε (βλ. προηγούμενη ενότητα). Στη συνέχεια, σε μία μακρά εισαγωγή, ο Κοπέρνικος αφιέρωνε το έργο στον Πάπα Παύλο Γ', εξηγώντας το κίνητρό του για τη συγγραφή του έργου ως σχετιζόμενο με την αδυναμία των παλαιότερων αστρονόμων να συμφωνήσουν πάνω σε μία επαρκή θεωρία των πλανητικών κινήσεων. Σημείωνε ότι εάν το δικό του σύστημα αύξανε την ακρίβεια των αστρονομικών προβλέψεων, τότε θα επέτρεπε στην Εκκλησία να αναπτύξει ένα ακριβέστερο ημερολόγιο. Την εποχή εκείνη, είχε θεωρηθεί αναγκαία μία τροποποίηση του Ιουλιανού Ημερολογίου, κάτι που αποτελούσε έναν από τους κύριους λόγους που η Εκκλησία χρηματοδοτούσε την αστρονομική έρευνα.

Τα 6 «βιβλία» του έργου ήταν τα εξής:

  • Γενική εποπτεία της Ηλιοκεντρικής Θεωρίας και περίληψη της ιδέας του για το Σύμπαν.
  • Κυρίως θεωρητικό, παρουσιάζει τις αρχές της Σφαιρικής Αστρονομίας και ένα κατάλογο αστέρων (ως βάση για τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στα επόμενα βιβλία).
  • Αναφέρεται κυρίως στις φαινομενικές κινήσεις του Ηλίου και σε σχετικά φαινόμενα.
  • Περιγραφή της Σελήνης και των τροχιακών της κινήσεων.
  • Η κυρίως έκθεση του νέου συστήματος.
  • Η κυρίως έκθεση του νέου συστήματος (συνέχεια).

Ουσιαστικά παρουσιάζει την τροποποίηση της θεωρίας του Πτολεμαίου για μια κινούμενη Γη. Στο μοντέλο που παρουσιάζεται, το Σύμπαν αποτελείται από 8 ομόκεντρες σφαίρες. Η εξώτατη, όγδοη σφαίρα, ήταν πάλι η σφαίρα των απλανών αστέρων, αλλά τώρα ο Ήλιος είναι ακίνητος στο κέντρο. Οι 6 γνωστοί την εποχή του Κοπέρνικου πλανήτες περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο με τη σειρά που γνωρίζουμε και σήμερα, ενώ η Σελήνη περιφέρεται γύρω από τη Γη. Επιπλέον, η φαινομενική κίνηση του Ήλιου και των απλανών γύρω από τη Γη εξηγείται από την ημερήσια περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της. Ο Κοπέρνικος, ωστόσο, ακολουθώντας όπως φαίνεται τον Αρίσταρχο, δεν τόλμησε να εγκαταλείψει τις κυκλικές τροχιές (οι αληθινές τροχιές των πλανητών είναι ελλειπτικές), με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διατηρήσει τους επίκυκλους του Πτολεμαίου. Παρά το γεγονός αυτό, η μεταπήδηση από ένα γεωκεντρικό στο ηλιοκεντρικό σύστημα ήταν από μόνη της πολύ σημαντική, καθώς δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα σχετικώς με την αξιοπιστία του Αριστοτέλη, τον οποίο η δυτική Εκκλησία είχε αναγάγει σε αλάθητο.

Μάλιστα ο Κοπέρνικος έφτιαξε έναν πίνακα για το πόσο χρονικό διάστημα απαιτούνταν για κάθε πλανήτη, να κάνει έναν τέλειο κύκλο γύρω από τον ήλιο. Υπολόγισε ότι ο Ερμής χρειάζεται 87 ημέρες, η Αφροδίτη 224, η Γη 365, ο Άρης 1 έτος και 321 ημέρες, ο Δίας 11 έτη και ο Κρόνος 29 έτη. Αυτοί οι αριθμοί υπολογίστηκαν από τον Κοπέρνικο με τελείως πρωτόγονα όργανα, περίπου 100 χρόνια πριν από την ανακάλυψη του τηλεσκόπιου.

Είναι αξιοσημείωτο το ότι διασώζεται το χειρόγραφο του έργου, γραμμένο με το χέρι του ίδιου του Κοπέρνικου, πράγμα σπάνιο για επιστημονικό έργο εκείνης της εποχής. Στο χειρόγραφο, ο Κοπέρνικος γράφει καθαρά (ως άριστος γνώστης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας) ότι είχε διαβάσει τις απόψεις του Αρίσταρχου του Σάμιου, που έθετε τη Γη να περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, αλλά και των Πυθαγόρειων φιλοσόφων, Φιλόλαου και Ικέτα. Τον τελευταίο μάλιστα τον γράφει λανθασμένα ως «Νικέτα-Νικήτα», από προσθήκη του «ν» του άρθρου (το-ν-Ικέτα). Το απόσπασμα όμως που αναφέρει και τα ονόματα των αρχαίων σοφών αφαιρέθηκε (διαγράφηκε) από τον πιστό φίλο του Κοπέρνικου, τον Τίντεμαν Γκίζε, πριν αυτός το παραδώσει στον εκδοτικό οίκο, με αποτέλεσμα οι πρώτες εκδόσεις του «De Revolutionibus» να τυπωθούν χωρίς αυτό. Το απόσπασμα εμφανίσθηκε στις μεταγενέστερες εκδόσεις του έργου, όταν πλέον το ηλιοκεντρικό σύστημα είχε αποδοθεί στον Κοπέρνικο.

Ο τίτλος του έργου είχε από μόνος του ιστορική επίδραση, αφού έδωσε το λατινικό όνομα revolutio (περιστροφή, περιφορά) σε κάθε αιφνίδια και θεμελιώδη μεταβολή στη σκέψη ή και στην κοινωνία (από όπου και το αγγλικό και γαλλικό revolution = επανάσταση).


Οι αντιδράσεις στην κοπερνίκειο θεωρία
Αρχικά, το «De revolutionibus» δεν προκάλεσε οξείες αντιδράσεις — ίσως ο πρόλογος του Οσιάνδρου είχε επιτελέσει το σκοπό του. Χρειάσθηκε να περάσουν τρία χρόνια από την πρώτη έκδοση για την πρώτη καταγεγραμμένη αντίδραση: τότε ένας Δομινικανός μοναχός, ο Τζιοβάνι Μαρία Τολοζάνι, συνέγραψε μία πραγματεία αποκηρύσσοντας τη θεωρία και υπερασπιζόμενος την απόλυτη αλήθεια της Αγίας Γραφής. Μετά την πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα, αρκετοί αστρονόμοι και άλλοι μορφωμένοι άνθρωποι γνώριζαν πλέον για τη νέα θεωρία. Ανάμεσα στους πρώτους υποστηρικτές, κατά τον πρώτο βιογράφο του Κοπέρνικου, τον Πιέρ Γκασεντί, συγκαταλέγονταν οι: Ραιτικός, Ιωσήφ Σκάλιγκερ, Κομένιος, Τζιορντάνο Μπρούνο, Γιοχάνες Κέπλερ, Μαρέν Μερσέν και Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος). Ανάμεσα στους πρώτους πολέμιους της κοπερνίκειας θεωρίας ξεχώριζαν οι: Φίλιππος Μελάγχθων, Μαρτίνος Λούθηρος, Ιωάννης Καλβίνος και Χριστόφορος Κλάβιος. Ο Τυχό Μπραχέ εμφανίζεται παραδόξως ως υποστηρικτής, παρά το ότι πίστευε πως η Γη ήταν ακίνητη.

Πολλοί ιστορικοί της Επιστήμης έχουν συζητήσει για το λόγο που πέρασαν 60 χρόνια μετά το θάνατο του Κοπέρνικου και την πρώτη έκδοση του έργου του μέχρι την πρώτη επίσημη αντίδραση. Η προσωπικότητα του Γαλιλαίου και η έλλειψη παρατηρησιακών δεδομένων υπέρ ή κατά της θεωρίας αναφέρονται συχνά ως τέτοιοι λόγοι. Τελικά, το 1616 ο Καρδινάλιος Μπελαρμίνε έδωσε στο Γαλιλαίο μια διαταγή από τον Πάπα να υιοθετήσει τη θέση ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα ήταν καθαρά υποθετικό. Μετά από αυτό το βήμα, το "De revolutionibus" εντάχθηκε στον «Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων» (Index Librorum Prohibitorum) της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Δεν απαγορεύθηκε επισήμως, αλλά απλώς αποσύρθηκε από την κυκλοφορία «για διορθώσεις που θα διευκρίνιζαν ότι η θεωρία δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα», ήταν δηλαδή μία μαθηματική επινόηση όπως π.χ. είναι οι μιγαδικοί αριθμοί, για τη διευκόλυνση των υπολογισμών. Παρότι όμως τέτοιες «διορθώσεις» ετοιμάσθηκαν από τον Φρανσέσκο Ινγκόλι και άλλους, και έγιναν επισήμως δεκτές το 1620, το βιβλίο δεν ανατυπώθηκε ποτέ με αυτές, και ήταν διαθέσιμο στις ρωμαιοκαθολικές χώρες μόνο μετά από ειδική αίτηση μελετητών με κατάλληλες προϋποθέσεις. Το έργο παρέμεινε στον «Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων» μέχρι το 1835.

Πέρα από την ηλιοκεντρική θεωρία, οι παρατηρήσεις του Κοπέρνικου αποτέλεσαν λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό του τη βάση για τη σύνταξη των «Tabulae prutenicae» («Πρωσικών Πινάκων», Prutenische Tafeln στα γερμανικά) από τον Γερμανό αστρονόμο και μαθηματικό Έρασμο Ράινχολντ. Οι πίνακες αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Πάπα Γρηγόριου ΙΓ', αλλά και από ναυτικούς και θαλασσοπόρους εξερευνητές, που κατά τους προηγούμενους αιώνες συμβουλεύονταν τον «Πίνακα των Αστέρων» του Ρεγιομοντάνου.