Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

17 Δεκεμβρίου 1913: Ιδρύεται η Parma Football Club

Η Πάρμα Φούτμπολ Κλαμπ (Parma Football Club) είναι επαγγελματικός ποδοσφαιρικός σύλλογος με έδρα την πόλη Πάρμα, στην Ιταλία. Ιδρύθηκε to 1913 με το όνομα Verdi Football Club. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους άλλαξε το όνομα και πήρε την σημερινή ονομασία. Η ομάδα ανέβηκε στην Σέριε Α, τη μεγάλη κατηγορία της Ιταλίας το 1990 και είχε από τότε μια αξιόλογη πορεία, κατακτώντας τίτλους εγχώριους και διεθνής.

Την δεκαετία του 1990, υπήρξε μία ιταλική ομάδα που ο τρόπος που αγωνιζόταν ερχόταν σε πλήρη αντιδιαστολή με όσα μπορεί να σκεφτεί κανείς, όταν φέρνει στο μυαλό του το ιταλικό ποδόσφαιρο. Σκληρές άμυνες, τακτική υπεροχή και γνώση του πώς κερδίζονται σημαντικοί αγώνες, υπήρξαν ανέκαθεν χαρακτηριστικά, ποτισμένα θαρρείς στο γενετικό υλικό των Ιταλών. Το επιθετικό και γεμάτο φαντασία ποδόσφαιρο που απέδιδε όμως η άσημη Πάρμα προερχόμενη από το βόρειο – ανατολικό τμήμα της χώρας, ήταν κάτι το διαφορετικό.
Η Πάρμα ήταν η ομάδα η οποία ουσιαστικά βοήθησε τον Αρίγκο Σάκι να αναδειχθεί, αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Μίλαν, αφού πρώτα πέρασε για δύο χρόνια από τον πάγκο της (1985-87). Η άνοδος της βέβαια στην 1η κατηγορία του ιταλικού πρωταθλήματος ήρθε 2 χρόνια μετά (1989-90) τη φυγή του μεγάλου Ιταλού τεχνικού, στην είσοδο μιας δεκαετίας που έμελε να γίνει η πιο λαμπρή στην μακρόχρονη ιστορία του συλλόγου, αφού θα έβρισκε την Πάρμα να κατακτά 2 κύπελλα UEFA, 1 ευρωπαϊκό Super Cup, 1 κύπελλο κυπελλούχων, αλλά και 3 κύπελλα Ιταλίας και ένα ιταλικό Super Cup. Όχι κι’ άσχημα για μια ομάδα που συνήθιζε να αγωνίζεται στην 2η κατηγορία του ιταλικού πρωταθλήματος.
Ήδη από την 1η χρονιά της ανόδου και υπό τις οδηγίες του Νέβιο Σκάλα, η Πάρμα τερμάτισε στην 6η θέση του πρωταθλήματος, εξασφαλίζοντας την συμμετοχή της στο κύπελλο UEFA, ενώ μπορεί να καυχιέται πως εκείνη την χρονιά κέρδισε και τη μεγάλη Νάπολι του Ντιέγκο Μαραντόνα. Την αμέσως επόμενη αγωνιστική περίοδο κατέκτησε το κύπελλο Ιταλίας ενώ το 1993 ήρθε και ο 1ος ευρωπαϊκός τίτλος (το κύπελλο κυπελλούχων). Την ίδια χρονιά η Πάρμα κέρδισε και την (τότε) σπουδαία Μίλαν στον τελικό του ευρωπαϊκού Super Cup! Δύο χρόνια αργότερα (το 1995) θα κέρδιζε και μια άλλη μεγάλη κυρία, την Γιουβέντους, κατακτώντας και το κύπελλο UEFA και έχοντας στην σύνθεση της παίκτες όπως οι: Τζόλα, Ασπρίγια, Ντίνο Μπάτζιο, Σενσίνι και άλλους.
Η Πάρμα ήταν πλέον μια υπολογίσιμη δύναμη του ιταλικού ποδοσφαίρου. Το 1996 τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας ανέλαβε ο Κάρλο Αντσελότι. Η αποπομπή του Τζιανφράνκο Τζόλα φάνηκε αρχικά να δημιουργεί προβλήματα, ωστόσο η ομάδα που δημιουργήθηκε στη συνέχεια, ήταν πραγματικά ονειρική αποτελούμενη από παίκτες σύμβολα όπως οι: Μπουφόν – Καναβάρο - Τιράμ – Σενσίνι – Βανόλι - Μπογκοσιάν – Μπάτζιο – Φουζέρ - Ενρίκο Κιέζα – Χουάν Βερόν και Ερνάν Κρέσπο!! Μια ενδεκάδα αποτελούμενη από 6 Ιταλούς, 3 Αργεντινούς και 2 Γάλλους . Όλοι μαζί πάνω από 700 φορές διεθνείς, ενώ 4 από αυτούς στη συνέχεια στέφθηκαν και παγκόσμιοι πρωταθλητές!
Η σπουδαία εκείνη ομάδα αποθεώθηκε για το πραγματικά όμορφο και επιθετικό ποδόσφαιρο που παρουσίασε, κατέκτησε άλλο ένα κύπελλο UEFA καθώς και εγχώριους τίτλους (όχι όμως το πρωτάθλημα) υπό της οδηγίες του Αλμπέρτο Μαλεζάνι, αποδομήθηκε όμως σταδιακά με καταληκτική χρονιά το 2004, όταν δηλαδή είχε πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας το σκάνδαλο της Parmalat, της γαλακτοβιομηχανίας δηλαδή η οποία ήταν χορηγός και στην οποία ουσιαστικά ανήκε η ομάδα. Ο μεγαλομέτοχος της ομάδας και πρόεδρος της Parmalat, Καλίστο Τάντσι, καταδικάστηκε σε 10ετή φυλάκιση (που στην συνέχεια έγινε 18ετής!) σε ένα σκάνδαλο που χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη περίπτωση χρεοκοπίας στην ιστορία της Ευρώπης.
Η κατάρρευση της Parmalat δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την ομάδα της Πάρμα, στην οποία πάντως συνέχιζαν να αγωνίζονται κατά καιρούς σπουδαίοι παίκτες, όπως ο Ρουμάνος Μούτου, ο Βραζιλιάνος Αντριάνο, ο Γάλλος Φρέι, ο Ιταλός Τζιλαρντίνο και άλλοι. Η Πάρμα κατάφερε να παραμείνει στην μεγάλη κατηγορία, οι μέρες δόξας όμως αποτελούσαν πλέον μακρινή ανάμνηση. Τον Ιούνιο του 2004 η Πάρμα ουσιαστικά “επανιδρύθηκε” με όρους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και η μελλοντική πώληση παικτών, για να ξεπληρωθούν οι δανειστές του συλλόγου.
Το 2008, μετά από 18 χρόνια σταθερής παρουσίας στην 1η κατηγορία του πρωταθλήματος, η Πάρμα υποβιβάστηκε. Κατάφερε βέβαια να επανέλθει άμεσα στα μεγάλα σαλόνια, ωστόσο η σημερινή της ομάδα, σε τίποτα δε θυμίζει την Πάρμα που όλος ο ποδοσφαιρικός κόσμος θαύμασε, σχεδόν μία δεκαετία πίσω.

17 Δεκεμβρίου 2003: Κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας ταινιών του Άρχοντα των Δακτυλιδιών, Η Επιστροφή του Βασιλιά.

Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά  είναι αμερικανική περιπετειώδης ταινία φαντασίας παραγωγής 2003. Βασίζεται στο τρίτο βιβλίο της τριλογίας Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν και αποτελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας μετά από τις ταινίες Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού (The Fellowship of the Ring, 2001) και Οι Δύο Πύργοι (The Two Towers, 2002). Την ταινία σκηνοθέτησε ο Πίτερ Τζάκσον και το σενάριο έγραψε ο ίδιος μαζί με τις Φραν Γουόλς και Φιλίπα Μπόγιενς. Πρωταγωνιστούν οι Eλάιτζα Γουντ, Ίαν ΜακΚέλεν, Βίγκο Μόρτενσεν, Σον Άστιν, Άντι Σέρκις, Τζον Ρις-Ντέιβις, Λιβ Τάιλερ, Ορλάντο Μπλουμ, Μπίλι Μπόιντ, Ντόμινικ Μόναχαν, Κέιτ Μπλάνσετ, Χιούγκο Γουίβινγκ, Μπέρναρντ Χιλ, Μιράντα Ότο, Ντέιβιντ Γουένχαμ, Καρλ Ούρμπαν, Ίαν Χολμ και Σον Μπιν. Καθώς ο Σάουρον κάνει την υπέρτατη προσπάθεια να κατακτήσει την Μέση Γη, ο Γκάνταλφ με τον Βασιλιά του Ρόχαν, Θέοντεν, επιστρατεύουν τις δυνάμεις τους για να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα της Γκόντορ, Μίνας Τίριθ. Ο Άραγκορν διεκδικεί τον θρόνο της Γκόντορ και καλεί έναν στρατό από φαντάσματα να τον βοηθήσουν να νικήσει. Έτσι μένει ο Φρόντο και ο Σαμ να κουβαλήσουν το βαρύ φορτίο του Δαχτυλιδιού και να αντιμετωπίσουν το Γκόλουμ. Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι φτάνουν στη Μόρντορ και προσπαθούν να καταστρέψουν το Δαχτυλίδι στο μόνο μέρος που μπορεί να καταστραφεί, στο Βουνό του Χαμού.
Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στις 17 Δεκεμβρίου 2003, κέρδισε εξαιρετικές κριτικές από την πλειοψηφία των κριτικών και μέχρι σήμερα καταλαμβάνει την 7η θέση στη λίστα με τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες όλων των εποχών. Είναι η δεύτερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που καταφέρνει να φτάσει το 1 δισεκατομμύριο δολάρια παγκοσμίως.
Σάρωσε και τα 11 βραβεία Όσκαρ για τα οποία ήταν υποψήφια, συμπεριλαμβανομένων του Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ των ταινιών Μπεν Χουρ (Ben-Hur, 1959) Τιτανικός (Titanic, 1997). Είναι η πρώτη ταινία φαντασίας που κερδίζει Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας καθώς και η πρώτη που το κερδίζει με το τρίτο μέρος.

Πλοκή
Ο Γκόλουμ πηγαίνει τους Φρόντο και Σαμ στην Μίνας Μόργκουλ. Οι Άραγκορν, Λέγκολας, Γκίμλι, Γκάνταλφ, Θέοντεν και Έομερ ξανασυναντιούνται με τους Μέρι, Πίπιν και Δεντρογένη στο Άιζενγκαρντ. Εκεί θα βρουν ένα παλαντίρ. Η ομάδα επιστρέφει στο Έντορας, όπου ο Θέοντεν γιορτάζει τη νίκη του. Η περιέργεια του Πίπιν για το παλαντίρ θα προκαλέσει προβλήματα. Όταν το αγγίζει, βλέπει ένα όραμα ενός νεκρού λευκού δέντρου και ανακρίνεται από τον Σάουρον, αλλά ο Πίπιν δεν του αποκαλύπτει τίποτα. Από το όραμα αυτό, ο Γκάνταλφ καταλαβαίνει ότι ο Σάουρον θα επιτεθεί στην Μίνας Τίριθ και πηγαίνει εκεί μαζί με τον Πίπιν. Εν τω μεταξύ, στο δρόμο της για τους Αθάνατους Τόπους, η Άργουεν έχει ένα όραμα που της δείχνει τον γιο της με τον Άραγκορν και πείθει τον Έλροντ να σφυρηλατήσει ξανά το ξίφος Νάρσιλ που έκοψε το Δαχτυλίδι από το δάχτυλο του Σάουρον. Ο Σαμ κρυφακούει τον Γκόλουμ και τα σατανικά του σχέδια αλλά ο Φρόντο δεν τον πιστεύει. Ο Γκόλουμ έπειτα προσπαθεί να στρέψει τον Φρόντο εναντίον του Σαμ.
Οι Γκάνταλφ και Πίπιν φτάνουν στην Μίνας Τίριθ για να βρουν τον Συνοδό Ντένεθορ καθώς θρηνεί τον γιό του, Μπόρομιρ και ο Πίπιν του ορκίζεται πίστη αφού ο Μπόρομιρ του έσωσε την ζωή. Ο Γκάνταλφ προειδοποιεί τον Ντένεθορ για το σχέδιο του Σάουρον και τον παροτρύνει να ζητήσει βοήθεια από το Ρόχαν. Ο Ντένεθορ αρνείται καθώς φοβάται ότι ο Άραγκορν θα διεκδικήσει τον θρόνο της Γκόντορ. Τη νύχτα, ο Σάουρον στέλνει τον Αρχιμάγο του μαζί με στρατό, ξεκινώντας έτσι τον πόλεμο. Οι Φρόντο, Σαμ και Γκόλουμ σκαρφαλώνουν το Σίριθ Ούνγκολ. Οι Νάζγκουλ καταφτάνουν. Ο Ντένεθορ διατάζει τον γιο του, Φάραμιρ να υπερασπιστεί την πόλη. Ο Πίπιν κρυφά προσπαθεί να ανάψει τον πυρσό και να δώσει σήμα στο Έντορας, όπου οι Θέοντεν και Άραγκορν οδηγούν τους Ροχίρριμ στο Ντανχάροου για να προετοιμαστούν για μάχη. Ο Έλροντ συναντά τον Άραγκορν και τον ενημερώνει ότι η Άργουεν αργοπεθαίνει και η μοίρα της είναι τώρα δεμένη με την μοίρα του Δαχτυλιδιού. Τον προειδοποιεί ότι είναι λιγότεροι σε αριθμό από τον στρατό του Σάουρον και του δίνει το σφυρηλατημένο Αντούριλ, λέγοντάς του να καλέσει τον καταραμένο Στρατό των Νεκρών γιατί θα δηλώσουν υποταγή στον Διάδοχο του Ισίλντουρ. Μαζί με τον Λέγκολας και τον Γκίμλι θα το επιχειρήσουν και ο Άραγκορν κερδίζει την αφοσίωση του Βασιλιά των Νεκρών. Στο Ντανχάροου, ο Θέοντεν μαζί με 6.000 στρατιώτες οδεύει προς την Μίνας Τίριθ, χωρίς να ξέρει ότι η Έογουιν και ο Μέρι βρίσκονται κρυφά ανάμεσα στους στρατιώτες.
Ο στρατός του Μόργκουλ αρχίζει την επίθεση στην Μίνας Τίριθ. Τη νύχτα καταφέρνουν να μπουν μέσα στην πόλη. Εν τω μεταξύ, ο Γκόλουμ προδίδει τον Φρόντο και τον στέλνει κυριολεκτικά στα δίχτυα της αράχνης. Καταφτάνει όμως ο Σαμ και διώχνει την αράχνη Σέλομπ. Ο Σαμ, πιστεύοντας ότι ο Φρόντο είναι νεκρός, παίρνει το Δαχτυλίδι με σκοπό να συνεχίσει μόνος του. Όταν όμως έρχονται οι Ορκ να πάρουν τον Φρόντο, τους ακούει να λένε ότι είναι ακόμα ζωντανός. Ενώ η Μίνας Τίριθ φαίνεται καταδικασμένη, καταφτάνει ο Θέοντεν με τον στρατό του και το ηθικό αναπτερώνεται. Η δύναμη του Σάουρον είναι μεγάλη και αμέτρητοι Μουμάκιλ έρχονται να ενδυναμώσουν τους Ορκ. Οι Ροχίρριμ μάχονται γενναία. Ο Αρχιμάγος επιτίθεται στον Θέοντεν και τον ρίχνει από το άλογο. Εν τω μεταξύ, οι Ροχίρριμ αντιμετωπίζουν σοβαρές απώλειες από τους Μουμάκιλ όταν οι Άραγκορν, Λέγκολας και Γκίμλι μαζί με τους Νεκρούς καταφτάνουν, ισοπεδώνοντας τους Ορκ και Μουμάκιλ και η Έογουιν σκοτώνει τον Αρχιμάγο. Ο Θέοντεν πεθαίνει και ο Άραγκορν απελευθερώνει τον Στρατό των Νεκρών από την κατάρα τους.
Ο Σαμ σώζει τον Φρόντο από τον πύργο που τον πήγαν οι Ορκ και μαζί οδεύουν για το Βουνό του Χαμού. Ο Γκάνταλφ συνειδητοποιεί ότι ανάμεσα στην Σίριθ Ούνγκολ και το Βουνό του Χαμού στέκονται 10.000 Ορκ, κάνοντας το ταξίδι του Φρόντο αδύνατο. Ο Άραγκορν τότε μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες επιτίθενται στην Μαύρη Πύλη για να τραβήξουν την προσοχή του Σάουρον και να καλέσει τους Ορκ να πολεμήσουν. Ο Σαμ κουβαλά τον Φρόντο μέχρι το Βουνό, αλλά δέχονται επίθεση από τον Γκόλουμ. Ο Φρόντο υποκύπτει στη δύναμη του Δαχτυλιδιού και ο Γκόλουμ του δαγκώνει και του κόβει το δάχτυλο. Ο Φρόντο αντεπιτίθεται και οι δυο μαζί πέφτουν μέσα στη λάβα μαζί με το Δαχτυλίδι αλλά ο Φρόντο καταφέρνει τελευταία στιγμή να κρατηθεί. Ο πύργος του Μπάραντ-Ντουρ γκρεμίζεται και ο Σάουρον εξαφανίζεται. Η καταστροφή του δημιουργεί ένα τεράστιο κύμα και σκοτώνει όλους τους Ορκ.
Ο Φρόντο και ο Σαμ προσπαθούν να μη πέσουν μέσα στη λάβα όταν ο Γκάνταλφ με τους Αετούς έρχονται να τους σώσουν. Ο Άραγκορν γίνεται Βασιλιάς, διακηρύσσοντας τη Νέα Εποχή Ειρήνης και παντρεύεται την Άργουεν. Όταν ο Άραγκορν συναντά τα Χόμπιτ, αυτά ετοιμάζονται να υποκλιθούν στον Βασιλιά, αλλά ο Άραγκορν τους σταματά. Αυτός και όλη η Μίνας Τίριθ υποκλίνονται μπροστά στα Χόμπιτ, προς τιμήν του ηρωισμού τους. Τα Χόμπιτ επιστρέφουν στο Σάιρ. Ο Σαμ παντρεύεται την αγαπημένη του και ο Φρόντο μαζί με τους Γκάνταλφ, Μπίλμπο, Έλροντ, Κέλεμπορν και Γκαλάντριελ αναχωρούν για τα Γκρίζα Λιμάνια. Ο Φρόντο αποχαιρετά τους φίλους του και σαλπάρει μακριά.

Σενάριο
Η εναρκτήρια σκηνή, στην οποία ο Σμίγκολ ανακαλύπτει το Δαχτυλίδι και ξεκινά η αλλαγή του σε Γκόλουμ, σκηνοθετήθηκε από την Φραν Γουόλς και ήταν αρχικά μέρος της δεύτερης ταινίας της τριλογίας. Ενώ και η σκηνή με την αράχνη Σέλομπ, που κανονικά περιέχεται στο δεύτερο βιβλίο, ο Τζάκσον θεώρησε ότι θα είναι καλύτερο να την προσθέσουν στην τρίτη ταινία και να αφήσουν για κρεσέντο την μάχη στο Φαράγγι του Χελμ στο δεύτερο μέρος. Το αρχικό φινάλε που είχε σχεδιαστεί για την ταινία περιελάμβανε έναν επίλογο με αφήγηση του χαρακτήρα της Κέιτ Μπλάνσετ, Γκαλάντριελ, στον οποίο θα μιλούσε για την μοίρα της Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού μετά τα γεγονότα της ταινίας. Η τελευταία ατάκα της ταινίας ("Well, I'm back") είναι επίσης και η τελευταία ατάκα του βιβλίου.

Οπτικά Εφέ
Η Επιστροφή του Βασιλιά περιέχει 1.488 σκηνές με οπτικά εφέ, σχεδόν τρεις φορές περισσότερες από την πρώτη ταινία και σχεδόν δύο φορές περισσότερες από την δεύτερη. Η δουλειά με τα οπτικά εφέ ξεκίνησε από τους Άλαν Λι και Μαρκ Λιούις, οι οποίοι βγάζοντας κάποιες φωτογραφίες από τοπία της Νέας Ζηλανδίας προσπάθησαν να δημιουργήσουν ψηφιακά τα χωράφια του Πέλενορ (Pelennor Fields) τον Νοέμβριο του 2002. Ο Γκάρι Χορσφιλντ δημιούργησε επίσης μία ψηφιακή εκδοχή του Μπαράντ-Ντουρ (Barad-dûr) στη διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών μόνος του, για την αποκορύφωση της ταινίας. Εν τω μεταξύ, ο Πίτερ Τζάκσον και ο Κρίστιαν Ρίβερς χρησιμοποίησαν υπολογιστές για να σχεδιάσουν την τεράστια μάχη του Πέλενορ, τον Φεβρουάριο του 2003 και οι σκηνές δόθηκαν στην Weta Digital. Προς μεγάλη τους έκπληξη, τα 60 προγραμματισμένα πλάνα ξεπέρασαν τα 250 και οι 50.000 χαρακτήρες έγιναν 200.000.
Για την σκηνή της μάχης, κατέγραψαν 450 κινήσεις για τα ψηφιακά άλογα και έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις που προστέθηκαν στην ταινία, όπως τα τρολ που κάνουν επίθεση στην Μίνας Τίριθ και να ξαναφτιάξουν ένα πλάνο με τα δύο Μούμακ που σκότωσε ο Έομερ. Σχετικά με τα ψηφιακά πλάσματα, το κεφάλι της αράχνης Σέλομπ τροποποιήθηκε από μία καναδέζικη εταιρία για δέκα φορές περισσότερες λεπτομέρειες από αυτές της Weta.
Όπως και στις προηγούμενες ταινίες, υπήρχαν ψηφιάκά εφέ που πλαισίωναν ή και αντικαθιστούσαν τους ηθοποιούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι σκηνές όπου ο Σαμ πέφτει από την πλάτη της Σέλομπ και η σκηνή όπου ο Λέγκολας παλεύει με το Μούμακιλ. Επιπλέον, η σκηνή με τον Γκόλουμ να παίρνει στα χέρια του το Δαχτυλίδι και να πέφτει στο Βουνό του Χαμού ήταν 100% ψηφιακή. Ο Βασιλιάς των Νεκρών παίζεται από τον Πολ Νόρελ με προσθετικό μακιγιάζ και το κεφάλι του αλλάζει μορφή σε πιο "σκελετώδεις" ψηφιακές εκδοχές, ανάλογα με την διάθεση του χαρακτήρα.
Λόγω της επιμονής του Πίτερ Τζάκσον στον ρεαλισμό του φανταστικού κόσμου, δημιουργήθηκαν πολλές μινιατούρες, όπως η σε κλίμακα 1:72, μινιατούρα της Μίνας Τίριθ, η οποία έφτανε τα επτά μέτρα σε ύψος και τα 6,5 μέτρα σε διάμετρο. Η ομάδα που ήταν υπεύθυνη για τις μινιατούρες ολοκλήρωσε το έργο της τον Νοέμβριο με την μινιατούρα της Μαύρης Πύλης, έπειτα από εκατό ημέρες δουλειάς, ενώ τα τελευταία οπτικά εφέ που προστέθηκαν στην ταινία ήταν αυτά της καταστροφής του Δαχτυλιδιού, στις 25 Νοεμβρίου.

Box Office
Με προϋπολογισμό 94.000.000 δολάρια, η ταινία έκανε άνοιγμα στην 1η θέση με 72,6 εκατομμύρια δολάρια στο πρώτο τριήμερο. Στην Αμερική οι συνολικές εισπράξεις έφτασαν τα 377,8 εκατομμύρια και στον υπόλοιπο κόσμο συγκέντρωσε 742 εκατομμύρια δολάρια. Παγκοσμίως απέφερε πάνω από 1,1 δισεκαρομμύριο δολάρια Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά έγινε η δεύτερη κατά σειρά ταινία στην ιστορία που έσπασε το φράγμα του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων μετά τον Τιτανικό. Ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία τόσο στην Αμερική όσο και παγκοσμίως το 2003. Μέχρι σήμερα παραμένει η 7η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών.

Η τριλογία του Άρχοντα των Δακτυλιδιών είναι η τριλογία με τις περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ. Με το σύνολο των 30 υποψηφιοτήτων, ξεπέρασε την τριλογία του Νονού με 28 υποψηφιότητες και του Πολέμου των Άστρων με 21 υποψηφιότητες. Μαζί με τις ταινίες Ζιζί (Gigi, 1958) και Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας (The Last Emperor, 1987) είναι οι μόνες ταινίες που έχουν κερδίσει όλα τα βραβεία Όσκαρ για τα οποία ήταν υποψήφιες.

17 Δεκεμβρίου 1981: Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απαγάγουν τον Αμερικανό στρατηγό Τζέιμς Ντόζερ.

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση ακραίων Μαρξιστών-Λενινιστών που έδρασε στην Ιταλία στη δεκαετία του '70 και τις αρχές του '80.
Γνωστή ως «Brigate Rosse», έθεσε ως πρωταρχικό της στόχο την έξοδο της Ιταλίας από το NATO, με το μεγαλύτερό της χτύπημα να περιλαμβάνει την απαγωγή και δολοφονία του πρωθυπουργού της χώρας Aldo Moro το 1978. Η μακρά και πλούσια τρομοκρατική της δράση μετρά μάλιστα πολυάριθμες πράξεις βίας, από πολιτικούς στόχους μέχρι και τυφλά χτυπήματα.
Όπως και άλλες ευρωπαϊκές τρομοκρατικές οργανώσεις της ψυχροπολεμικής εποχής, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες «ιδρύονται» από ριζοσπαστικές φοιτητικές ομάδες, με πρωτεργάτες τους Renato Curcio, Alberto Franceschini και Mara Cagol, το 1970.
Δύο ομάδες κρούσης απαρτίζουν αρχικά τις Ερυθρές Ταξιαρχίες: το Trento Group, με ισχυρό έρεισμα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας καθολικού πανεπιστημίου, και το Reggio Emilia Group, με αρχηγό τον Franceschini, που στρατολογεί μέλη πρωτίστως από την κομμουνιστική νεολαία.

Πρώτα βήματα
Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δρουν στην αρχή περιφερειακά, με τις επιχειρήσεις τους να περιορίζονται γύρω από το πανεπιστήμιο αλλά και σε βιομηχανικές περιοχές του Μιλάνου, μέρη που αποτελούσαν πλούσιες πηγές στρατολόγησης νέων μελών.
Τα πρώτα χτυπήματα ήταν μικρού βεληνεκούς, με τα τρομοκρατικά βέλη να στρέφονται σε σαμποτάζ εργοστασίων και διαρρήξεις, θα σημειώσουν ωστόσο και την πρώτη απαγωγή τους το 1972.
Αυτό βέβαια έμελλε να αλλάξει όταν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ξεκίνησαν να έχουν σχέσεις με το σοβιετικό καθεστώς, μέσω της Τσεχοσλοβακίας. Μέχρι το 1974, η οργάνωση είχε ήδη σημειώσει την πρώτη της πολιτική δολοφονία και μετατράπηκε σε «κανονική» τρομοκρατική οργάνωση, μπαίνοντας στο στόχαστρο των Αρχών.

Σύλληψη και γενίκευση της δράσης
Τον Σεπτέμβριο του 1974, πράκτορας των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών που είχε διεισδύσει στην οργάνωση προβαίνει σε αποκαλύψεις που θα οδηγήσουν στη σύλληψη των Curcio και Franceschini, με τους αρχηγούς των Ερυθρών Ταξιαρχιών να καταδικάζονται σε 18 χρόνια κάθειρξης. Ο Curcio μάλιστα θα απελευθερωθεί από την οργάνωση για σύντομο χρονικό διάστημα, θα ξαναπιαστεί ωστόσο από τις Αρχές λίγο αργότερα.
Και ήταν τότε που οι απαγωγές θα γίνουν ο modus operandi των Ερυθρών Ταξιαρχιών, το σήμα-κατατεθέν της δράσης τους: μπόλικοι βιομήχανοι και πολιτικοί θα πιαστούν όμηροι, κυρίως για τα χρήματα των λύτρων, που μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την οργάνωση και την άνομη δράση της.
Στην ακμή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οργάνωση υποστηριζόταν από σοβιετικά όπλα και εκρηκτικές ύλες, τα οποία παρέχονταν από την Τσεχοσλοβακία μέσω των δρόμων διακίνησης της ηρωίνης αλλά και την PLO [Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης]. Την ίδια εποχή, τα μέλη της οργάνωσης εκπαιδεύονται σε στρατόπεδα της Συρίας αλλά και της Πράγας.
Η αθρόα βοήθεια του σοβιετικού καθεστώτος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες θα οδηγούσε προοδευτικά σε τριβή των σχέσεων του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος και της KGB, η οποία αρνιόταν να κόψει την υποστήριξη στην ιταλική τρομοκρατία.
Καθώς οι Ταξιαρχίες γίνονταν ολοένα και πιο ακραίες, εξτρεμιστικές και βίαιες, επέκτειναν την τρομοκρατική τους δράση και σε άλλες περιοχές της Ιταλίας, βάλλοντας κυρίως εναντίον της βιομηχανίας και του επιχειρηματικού κόσμου.
Το 1975, μια επιχείρηση της αστυνομίας να σώσει όμηρο από τα χέρια των Brigate Rosse θα καταλήξει σε πιστολίδι και ανταλλαγή πυροβολισμών, αφήνοντας δύο αστυνομικούς νεκρούς αλλά και την αρχηγό της οργάνωσης Mara Cagol. Το γεγονός αυτό θα πυροδοτήσει μια βίαιη «σταυροφορία» της οργάνωσης κατά της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας, ιδιαίτερα εναντίον των αξιωματούχων που είχαν εμπλακεί στην καταδίκη μελών των Ταξιαρχιών.

Δολοφονία του ιταλού πρωθυπουργού
Το ηχηρότερο χτύπημα των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα σημειωθεί το 1978, όταν θα απαγάγουν και 56 μέρες αργότερα θα δολοφονήσουν τον πρωθυπουργό Aldo Moro. Η καλοσχεδιασμένη επίθεση εναντίον του πρωθυπουργού, με τα μέλη της οργάνωσης να έχουν φορέσει κλεμμένες στολές της αεροπορικής Alitalia, περιλάμβανε ενέδρα, κατά την οποία θα δολοφονούνταν 5 σωματοφύλακες του Moro.
Τα μέλη των Ταξιαρχιών διεκδικούσαν πλέον το ημι-επίσημο καθεστώς του «αντάρτη», η κυβέρνηση αρνήθηκε ωστόσο να διαπραγματευτεί με αυτούς που στα μάτια της ήταν απλώς στυγνοί τρομοκράτες και εκβιαστές. Αρνήθηκε παρά τις ύστατες και απεγνωσμένες εκκλήσεις του πρωθυπουργού, με τον Moro να στέλνει μια σειρά από απέλπιδες επιστολές βοήθειας στην οικογένειά του, σε φίλους, ακόμα και στον Πάπα.
Καθώς η ομηρία συνεχιζόταν, οι τρομοκράτες φοβήθηκαν κάποια στιγμή πιθανή αποκάλυψη της κρυψώνας τους, την ώρα που είχαν ήδη αποθαρρυνθεί ότι θα έπαιρναν αυτά που ζητούσαν: εκτέλεσαν λοιπόν τον τραγικό πρωθυπουργό με περισσότερες από 10 σφαίρες, ενώ σε μια τελευταία πράξη προσβολής προς την αστυνομία, παράτησαν τη σορό του σε ένα αυτοκίνητο κοντά στο αρχηγείο του χριστιανο-δημοκρατικού κόμματος στη Ρώμη, παρά το γεγονός ότι όλη η πόλη παρακολουθούνταν στενά από τις Αρχές.
Η δολοφονία του πρωθυπουργού θα είχε ωστόσο τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα: ο Aldo Moro ήταν δημοφιλής προσωπικότητα για όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας, την ώρα που η ιταλική Αριστερά καταδίκασε τον φόνο, όπως έκαναν και κάποιοι από τους φυλακισμένους αρχηγούς της ίδιας της οργάνωσης.

Παρακμή και πτώση
Ένα ακόμα χτύπημα στη δημοτικότητα των Ταξιαρχιών θα έρθει το 1979, όταν εκτέλεσαν με πυροβολισμούς τον Guido Rossa, έναν δημοφιλή συνδικαλιστή που είχε κατηγορήσει νωρίτερα τις Ταξιαρχίες για προπαγάνδα. Η κίνηση αυτή θα έκανε την οργάνωση να χάσει το λαϊκό της έρεισμα στο εργατικό κίνημα.
Η απώλεια της δημοτικότητας των Ερυθρών Ταξιαρχιών θα συνοδευτεί από επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας της αστυνομίας, με τις επιδρομές των Αρχών να οδηγούν στη σύλληψη χιλιάδων ακτιβιστών αλλά και στη φυγή άλλων στη Γαλλία και τη Νότια Αμερική. Πολλοί από τους συλληφθέντες θα συνεργάζονταν με την αστυνομία, με τις πληροφορίες τους να οδηγούν στη σύλληψη μερικών από τους «εγκέφαλους» της οργάνωσης.
Παρά την παρακμή και τη συρρίκνωση της επιρροής τους, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν είχαν φτάσει ακόμα στο τέλος τους: στις 17 Δεκεμβρίου 1981, μια μικρή ομάδα απήγαγε τον αμερικανό ταξίαρχο Dozier, διοικητή της νατοϊκής δύναμης. Οι ιταλικές ειδικές δυνάμεις θα έσωζαν ωστόσο τον στρατιωτικό 42 μέρες αργότερα, βγάζοντάς τον σώο και αβλαβή από το διαμέρισμα όπου και κρατούταν.
Παρά το ανησυχητικό του γεγονότος, αυτό έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα της οργάνωσης, η οποία το 1984 θα διασπαστεί σε δύο σκέλη. Πολλοί από τους παλιούς αρχηγούς θα αποκηρύξουν την ιδέα του ένοπλου αγώνα, την ίδια στιγμή που η υποστήριξη του σοβιετικού καθεστώτος είχε εξαντληθεί.
Μεμονωμένες εκτελέσεις συνέχισαν βέβαια να συμβαίνουν, όπως οι φόνοι του αμερικανού διοικητή Leamon Hunt το 1984, του πρώην δημάρχου της Φλωρεντίας Lando Conti το 1986, του στρατηγού Licio Giorgieri το 1987 και του γερουσιαστή Roberto Ruffilli το 1988, με τις αστυνομικές επιχειρήσεις να οδηγούν σε εκτεταμένες συλλήψεις μελών της οργάνωσης. 

17 Δεκεμβρίου 1935: Πρώτη πτήση του Douglas DC-3, της λεγόμενης "Ντακότα".

Το Douglas DC-3 είναι ελικοφόρο αεροσκάφος σταθερής πτέρυγας το οποίο έφερε επανάσταση στις αεροπορικές μεταφορές τις δεκαετίες του 1930 και 1940 με την ταχύτητα και την εμβέλειά του. Λόγω της επιρροής του στην αεροπορική βιομηχανία και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα αεροσκάφη όλων των εποχών.

Ιστορία
Το DC-3 κατασκευάστηκε από μία ομάδα με επικεφαλής τον αρχιμηχανικό Άρθουρ Ε. Ρέιμοντ (Arthur E. Raymond), και πέταξε πρώτη φορά στις 17 Δεκεμβρίου 1935 (την 32η επέτειο της πτήσης των αδερφών Ράιτ με το Κίττυ Χωκ). Η δημιουργία του ήταν αποτέλεσμα ενός μαραθώνιου τηλεφωνήματος από τον πρόεδρο της American Airlines, Σάιρους Σμιθ (Cyrus Smith), στον Ντόναλντ Ντάγκλας (Donald Douglas), ζητώντας το σχέδιο ενός βελτιωμένου αντικαταστάτη του DC-2. Οι ευκολίες του DC-3 (που περιλάμβαναν κουκέτες ύπνου στις πρώτες εκδόσεις «DST - Douglas Sleeper Transport» και κουζίνα) βοήθησαν στη διάδοση των αερομεταφορών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με μόνο τρεις στάσεις ανεφοδιασμού, το ταξίδι κατά μήκος της Αμερικής, προς την ανατολική ακτή, διαρκούσε περίπου 15 ώρες, γεγονός που το καθιστούσε εφικτό. Το ταξίδι προς την δυτική ακτή διαρκούσε 17 ώρες και 30 λεπτά, εξαιτίας μετωπικών ανέμων, ήταν όμως μία σημαντική βελτίωση σε σχέση με το ανταγωνιστικό Boeing 247. Πριν την άφιξη του DC-3 ένα τέτοιο ταξίδι χρειαζόταν σύντομες πτήσεις με επιβατικά αεροσκάφη κατά τη διάρκεια της μέρας και ταξίδι με τραίνο στη διάρκεια της νύχτας.
Οι Αμερικανικές αεροπορικές εταιρίες United, American, TWA και Eastern παρήγγειλαν περισσότερα από 400 DC-3. Αυτός ο στόλος αεροσκαφών άνοιξε το δρόμο για την μοντέρνα βιομηχανία αεροπορικών ταξιδιών, αντικαθιστώντας γρήγορα το τραίνο, το οποίο ήταν ο πιο δημοφιλής τρόπος ταξιδιών μεγάλων αποστάσεων στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή. Η Piedmont Airlines χρησιμοποίησε τα DC-3 από το 1948 έως το 1963 και, σήμερα, ένα από DC-3 της Piedmont, το οποίο ανήκει στο αεροπορικό μουσείο Carolinas (Carolinas Aviation Museum), συνεχίζει να πετάει σε αεροπορικά σόου ενώ έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορες ταινίες. Τόσο η Delta όσο και η Continental Airlines διατηρούν DC-3 σε πτητική κατάσταση.
Κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου πολλά πολιτικά DC-3 επιτάχθηκαν ενώ κατασκευάστηκαν περίπου 10.000 στρατιωτικές εκδόσεις του DC-3, φέροντας τις ονομασίες C-47, C-53, R4D και Dakota. Το απόγειο της παραγωγής ήταν το 1944 οπότε και παραδόθηκαν 4.853 αεροσκάφη. Οι πολεμικές αεροπορίες πολλών χωρών χρησιμοποίησαν το DC-3 και τις στρατιωτικές εκδόσεις του για την μεταφορά στρατιωτών, φορτίου και τραυματιών. Εκδόσεις του DC-3 κατασκευάστηκαν κατόπιν αδείας στην Ιαπωνία, με την ονομασία Showa L2D (487 αεροσκάφη) και την Σοβιετική Ένωση, με την ονομασία Lisunov Li-2 (2.200 με 4.900 αεροσκάφη).
Μετά τη λήξη του πολέμου χιλιάδες πλεονάζοντα C-47 τροποποιήθηκαν για πολιτική χρήση και σύντομα το αεροσκάφος αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά σχεδόν όλλων των αεροπορικών εταιριών ανά τον κόσμο, παραμένοντας σε υπηρεσία για πολλά χρόνια. Η άμεση διαθεσιμότητα πρώην στρατιωτικών αεροσκαφών, τα οποία ήταν φτηνά, εύκολα στη συντήρηση αλλά και μεγάλα και γρήγορα για τα δεδομένα της εποχής, συνέβαλε στην ανάπτυξη της παγκόσμιας, μεταπολεμικής, βιομηχανίας αερομεταφορών.
Η Douglas ανέπτυξε μία βελτιωμένη έκδοση, με μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα και διαφορετική πτέρυγα, την οποία προσπάθησε να προωθήσει εκείνη την περίοδο. Όμως με την ύπαρξη τόσων πλεοναζόντων αεροσκαφών το Super DC-3 δεν πούλησε στην πολιτική αγορά. Το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό τροποποίησε 100 από τα αρχικά του R4D στο επίπεδο Super DC-3, με την ονομασία R4D-8 αρχικά και C-117D στη συνέχεια.
Τις επόμενες τρεις δεκαετίες έγινα πολυάριθμες προσπάθειες να σχεδιαστεί αντικαταστάτης του DC-3 (συμπεριλαμβανομένου το πολύ πετυχημένου Fokker Friendship), όμως κανένας τύπος δεν μπορούσε να συνδυάσει την προσαρμοστικότητα, την αξιοπιστία και την οικονομία του DC-3 και έτσι παρέμεινε σε υπηρεσία, παίζοντας σημαντικό ρόλο στις εναέριες μεταφορές μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Ακόμα και σήμερα, 72 χρόνια μετά από την πρώτη πτήση του, υπάρχουν πολλές μικρές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το DC-3 ως επιβατικό ή μεταφορικό αεροσκάφος. Το κοινό ρητό ανάμεσα στους ανθρώπους της αεροπορίας και τους πιλότους είναι ότι «ο μόνος αντικαταστάτης ενός DC-3 είναι ένα άλλο DC-3». Η θρυλική αξιοπιστία του αεροσκάφους συρρικνώνεται στην άποψη ότι το DC-3 είναι «μια συλλογή εξαρτημάτων τα οποία πετούν σε χαλαρό σχηματισμό». Η ικανότητά του να απογειώνεται και να προσγειώνεται σε χορταρένιους ή χωμάτινους διαδρόμους το καθιστά δημοφιλή στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι διάδρομοι αποπροσγείωσης δεν είναι πάντα ασφάλτινοι.
Κάποιες από τις πιο κοινές χρήσεις του DC-3 υπήρξαν οι αεροψεκασμοί, η μεταφορά φορτίων και επιβατών, ως στρατιωτικό μεταγωγικό και ως αεροσκάφος μεταφοράς και ρίψης αλεξιπτωτιστών.
Ένα Σουηδικό C-47 (Σουηδική ονομασία Tp79) κατερρίφθη πάνω από τη Βαλτική τον Ιούνιο του 1952, στη διάρκεια ενός διεθνούς περιστατικού, γνωστού ως Catalina affair.

Παραγωγή
Συνολικά 10.655 DC-3 κατασκευάστηκαν στην Σάντα Μόνικα και το Λονγκ Μπητς της Καλιφόρνια, σε πολιτικές και στρατιωτικές εκδόσεις. Περισσότερα από 2.000 κατασκευάστηκαν στη Ρωσία κατόπιν αδείας, φέροντας την ονομασία Lisunov Li-2 (ονομασία ΝΑΤΟ: Cab). 485 κατασκευάστηκαν στην Ιαπωνία, ως L2D Type 0. Περισσότερα από 400 παρέμειναν σε εμπορική υπηρεσία μέχρι το 1998.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγής του τοποθετήθηκε μία ευρεία γκάμα κινητήρων στο DC-3. Τα αρχικά πολιτικά αεροσκάφη έφεραν κινητήρες Wright R-1820 Cyclone 9, όμως τα μετέπειτα αεροσκάφη (και η πλειοψηφία των στρατιωτικών εκδόσεων) χρησιμοποιούσαν τους Pratt & Whitney R-1830 Double Wasp, οι οποίοι προσέφεραν καλύτερες επιδόσεις σε μεγάλα υψόμετρα και επιδόσεις εφάμιλλες των μονοκινητήριων αεροσκαφών. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι Pratt & Whitney R-2000, αν και περιορισμένα. Κάποια DC-3 αναβαθμίστηκαν ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τους Rolls-Royce Dart (όπως το Conroy Turbo Three), Armstrong Siddeley Mamba και Pratt & Whitney PT6A.
Το 1987 η Airtech Canada προσέφερε ένα πακέτο αναβάθμισης αεροσκαφών με κινητήρες PZL ASz-62IT (ισχύος 1.000 ίππων), με την ονομασία DC-3/2000.
Το Basler BT-67 είναι αεροσκάφος παράγωγο του DC-3. Το πακέτο αναβάθμισης της εταιρίας Basler προσφέρει τη χρήση κινητήρων τουρμποπρόπ Pratt & Whitney Canada PT-6, επιμήκυνση της ατράκτου κατά ένα μέτρο (τρία πόδια) και δομική ενίσχυση σε επιλεγμένα σημεία.

17 Δεκεμβρίου 2003: Ολοκληρώνεται η δίκη της «17 Νοέμβρη», με την ανακοίνωση των πρωτόδικων ποινών για τους 15 καταδικασθέντες.

Οι κατηγορούμενοι ως μέλη της "17 Νοέμβρη" δικάστηκαν το 2003 σε μια πολύμηνη δίκη που προξένησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Δικάστηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Η παραπομπή τους σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου προκάλεσε δημόσιες συζητήσεις για τη συνταγματικότητα της, καθώς το Σύνταγμα στο άρθρο 97 παρ. 1 προβλέπει ότι τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται μόνο από Μεικτά Ορκωτά Δικαστήρια, που αποτελούνται από τρεις τακτικούς δικαστές και τέσσερις ενόρκους. Ανέκυψε σχετικά το ερώτημα κατά πόσο τα εγκλήματα της ΕΟ 17Ν ήταν πολιτικά. Υποστηρίχθηκαν σχετικά δύο κυρίως απόψεις. Η μία απέρριπτε το χαρακτηρισμό των εγκλημάτων της Οργάνωσης ως πολιτικών με το επιχείρημα ότι εγκλήματα κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν είναι πολιτικά και ότι η σχετική διάταξη του Συντάγματος σκοπό έχει να προστατεύσει αυτούς που αντιστέκονται σε δικτατορικά καθεστώτα. Η δεύτερη άποψη τασσόταν με το χαρακτηρισμό των εγκλημάτων ως πολιτικών με το επιχείρημα ότι το Σύνταγμα δε διακρίνει κατά ποιου πολιτεύματος στρέφονται τα εγκλήματα αλλά μόνο αν κίνητρό τους είναι η πολιτική ιδεολογία, αφού δεν ορίζει ευνοϊκή μεταχείριση γι' αυτά παρά μόνο την εκδίκασή τους από ενόρκους.
Τελικά το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα εγκλήματα δεν είναι πολιτικά και ότι ορθώς παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιόν του οι κατηγορούμενοι ως μέλη της 17Ν. Στη σχετική παρεμπίπτουσα απόφασή του δέχθηκε "ως πολιτικό έγκλημα εκείνο που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της καθεστηκυίας τάξης που υπάρχει σύμφωνα με το ισχύον πολίτευμα. Κάθε άλλο έγκλημα δεν υπάγεται στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος, έστω κι αν τελέστηκε από το δράστη με αφορμή τα πολιτικά του φρονήματα." Οι συλληφθέντες κατηγορούνταν για τη διάπραξη σωρείας εγκλημάτων, μεταξύ άλλων και σύστασης, συμμορίας, κατοχής εκρηκτικών υλών, ανθρωποκτονιών, ληστειών κ.λπ., τα οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν έτειναν στην ανατροπή του πολιτεύματος. Οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης και βρίσκονται στις φυλακές Κορυδαλλού.
Το Δεκέμβριο του 2005 άρχισε στο Πενταμελές Εφετείο η δίκη σε δεύτερο βαθμό των μελών της οργάνωσης, η οποία ολοκληρώθηκε ενάμισι χρόνο και 250 συνεδριάσεις μετά, στις 14 Μαΐου 2007. Η απόφαση μείωσε ελαφρά -αν και όχι ουσιαστικά- τις πρωτόδικες ποινές των κατηγορουμένων. Δυο από τους κατηγορούμενους, ο Θωμάς Σερίφης και ο Σωτήρης Κονδύλης αποφυλακίστηκαν έχοντας συμπληρώσει τον προβλεπόμενο χρόνο κάθειρξης για την υποβολή αίτησης αποφυλάκισης.

Οι ποινές

  • Αλέξανδρος Γιωτόπουλος:

Πρωτόδικη απόφαση: 21 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή (ηθικός αυτουργός) σε 19 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις, συμμετοχή στη 17Ν.
Εφετειακή απόφαση: 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε 17 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στη 17Ν

  • Δημήτρης Κουφοντίνας:

Πρωτόδικη απόφαση: 13 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 11 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και συμμετοχή στη 17Ν.
Εφετειακή απόφαση: 11 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 11 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στη 17Ν.

  • Χριστόδουλος Ξηρός:

Πρωτόδικη απόφαση: 10 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 8 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και συμμετοχή στη 17Ν.
Εφετειακή απόφαση: 6 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 6 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στην οργάνωση.

  • Σάββας Ξηρός:

Πρωτόδικη απόφαση: 6 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 5 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και συμμετοχή στη 17Ν.
Εφετειακή απόφαση: 5 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 5 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και συμμετοχή στην οργάνωση.

  • Βασίλης Τζωρτζάτος:

Πρωτόδικη απόφαση: 3 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 5 δολοφονίες, εκρήξεις ληστείες και συμμετοχή σε 4 δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες και συμμετοχή στην οργάνωση.
Εφετειακή απόφαση:4 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε 4 δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και συμμετοχή στην οργάνωση.

  • Βασίλης Ξηρός:

Πρωτόδικη απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συνέργεια σε ανθρωποκτονία, ληστείες, έκρηξη και συμμετοχή στην οργάνωση.
Εφετειακή απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε δολοφονία, συμμετοχή σε ληστείες, έκρηξη και συμμετοχή στην οργάνωση.

  • Ηρακλής Κωστάρης:

Πρωτόδικη απόφαση: 1 φορά ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, ληστεία και συμμετοχή στην οργάνωση.
Εφετειακή απόφαση: 1 φορά ισόβια και 23 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, ληστεία και συμμετοχή στην οργάνωση.

  • Θωμάς Σερίφης:

Πρωτόδικη απόφαση: 17 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στην οργάνωση, σε ληστεία και έκρηξη με ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Εφετειακή απόφαση: 8 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε μια ληστεία, αθώος για όλες τις άλλες πράξεις με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

  • Κώστας Τέλιος:

Πρωτόδικη απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε δολοφονία, ληστεία, και έξρηξη με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Εφετειακή απόφαση: 22 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε δολοφονία και ληστεία, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

  • Κώστας Καρατσώλης:

Πρωτόδικη απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στην οργάνωση, σε ληστεία και έκρηξη.
Εφετειακή απόφαση: 17 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στην οργάνωση, σε ληστεία και έκρηξη.

  • Διονύσης Γεωργιάδης:

Πρωτόδικη απόφαση: 9 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στην οργάνωση, σε ληστεία και έκρηξη.
Εφετειακή απόφαση: 8 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στην οργάνωση, σε ληστεία και έκρηξη.

  • Πάτροκλος Τσελέντης:

Πρωτόδικη απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε υποθέσεις δολοφονίας και ληστεία, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Εφετειακή απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε υποθέσεις δολοφονίας και σε ληστεία με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

  • Σωτήρης Κονδύλης:

Πρωτόδικη απόφαση: 25 χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή σε ληστεία και έκρηξη με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Εφετειακή απόφαση: 11 χρόνια και 3 μήνες κάθειρξη για συμμετοχή σε υπόθεση ληστείας και έκρηξη με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

  • Νίκος Παπαναστασίου:

Πρωτόδικη απόφαση: 8 χρόνια για συμμετοχή στην οργάνωση.
Εφετειακή απόφαση: Παύει η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής.

  • Γιάννης Σερίφης:

Πρωτόδικη απόφαση: Αθώος, αλλά ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα.

  • Αγγελική Σωτηροπούλου:

Πρωτόδικη απόφαση: Αθώα, ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα.
Εφετειακή απόφαση: Κρίνεται αθώα.

  • Θεολόγος Ψαραδέλλης:

Πρωτόδικη απόφαση: Κρίνεται αθώος.

  • Ανέστης Παπαναστασίου:

Πρωτόδικη απόφαση: Κρίνεται αθώος.

17 Δεκεμβρίου 1913: Στην Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου υποβάλλεται το «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας», με το οποίο η Βόρειος Ήπειρος παραχωρείται στην Αλβανία, παρά τη διεθνή κατακραυγή.

Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1914) που συνομολογήθηκε και υπογράφτηκε στις 13 Φεβρουαρίου του 1914 από τις Μεγάλες Δυνάμεις στη Φλωρεντία της Ιταλίας, εξ ου και η ονομασία του, ήταν η συνέχεια του προηγούμενου ομοίως Πρωτοκόλλου Φλωρεντίας (1913). Το δεύτερο αυτό πρωτόκολλο αποτελούσε στην πραγματικότητα διακοίνωση των αποφάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων προς την Ελληνική Κυβέρνηση για τη χάραξη των Αλβανικών συνόρων.

Περιεχόμενο
Σύμφωνα μ΄ αυτές τις αποφάσεις το Αργυρόκαστρο, το Βουθρωτό, το Δέλβινο, η Κορυτσά, η Χειμάρα, οι Άγιοι Σαράντα και η νήσος Σάσων παραχωρούνται στην Αλβανία (νεοσύστατη Ηγεμονία). Παράλληλα η Ελλάδα καλείται να εκκενώσει τα εδάφη αυτά της Βορείας Ηπείρου τα οποία είχε καταλάβει ο ελληνικός στρατός αμέσως μετά την κατάληψη και απελευθέρωση των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου του 1913).
Ταυτόχρονα η εν λόγω διακοίνωση επιδίκαζε στην Ελλάδα τις νήσους Ίμβρο και Τένεδο, (προ των Στενών), καθώς και το Καστελόριζο.
Με το τέλος του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, έληξε το Κρητικό ζήτημα.

Παρατηρήσεις
Αντίθετα με τα παραπάνω οι Βορειοηπειρώτες αποφάσισαν ν΄ αντισταθούν επαναστατικά με τα όπλα. Στις 17 Φεβρουαρίου, μόλις τέσσερις μέρες μετά την παραπάνω διακοίνωση συνέρχεται επαναστατική συνέλευση στο Αργυρόκαστρο και ανακηρύσσει τη Βόρεια Ήπειρο σε "Αυτόνομη Πολιτεία" με προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Χ. Ζωγράφο. Τάχιστα οργανώθηκε στρατός από τον πατριώτη συνταγματάρχη Δημήτριο Δούλη και άρχισε να οργανώνει την άμυνα της περιοχή. Το κίνημα αυτό χαιρετίστηκε από τα τότε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα του Τύπου με ιδιαίτερα μεγάλο ενθουσιασμό.
Παρά ταύτα η τότε Ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου όχι μόνο δεν υπέβαλε καμία ένσταση, αλλά αντίθετα υποκύπτοντας και εγκαταλείποντας ουσιαστικά τον αγώνα των Βορειοηπειρωτών, στις 21 Φεβρουαρίου απάντησε στην παραπάνω Διακοίνωση ότι δέχεται την απόφαση, περιοριζόμενη μόνο σε αίτημα εγγυήσεων για την ασφάλεια των ελληνογενών κατοίκων, την ελεύθερη εκπαίδευσή τους και την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, στις αναφερόμενες παραπάνω περιοχές.

Σημειώσεις

  • Τόσο το πρωτόκολλο αυτό όσο και το ομώνυμο του προηγούμενου έτους στην ουσία ήταν υπομνήματα της διεθνούς επιτροπής χάραξης συνόρων της νεοσύστατης Αλβανίας, που είχε οριστεί από το Πρωτόκολλο της Πρεσβευτικής Διάσκεψης και είχε συνομολογηθεί στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1913 υπό των αντιπροσώπων των τότε έξι Μεγάλων Δυνάμεων και που αφορούσε την αναγνώριση - ανεξαρτησία Ηγεμονίας της Αλβανίας.
  • Όταν διατάχθηκε ο ελληνικός στρατός να αποχωρήσει ακολούθησαν άγριες επιθέσεις των Αλβανών κατά ελληνικών χωριών τους οποίους και αντιμετώπισαν μόνοι τους οι Βορειοηπειρώτες. Οι δε αποδοκιμασίες που ακολούθησαν στην Ελλάδα υπήρξαν φυσικά ζωηρότερες
  • Τελικά δικαίωση δεν υπήρξε, ενώ η ακριβής χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων έγινε μετά παρέλευση 11 ετών με το νεότερο Πρωτόκολλο Φλωρεντίας (1925) που και αυτό παρότι αποδοκιμάστηκε διεθνώς, έγινε δεκτό από την ελληνική κυβέρνηση.

17 Δεκεμβρίου 1903: Οι αδελφοί Ράιτ πραγματοποιούν με το Φλάιερ την πρώτη ελεγχόμενη, μηχανοκίνητη και βαρύτερη από τον αέρα πτήση, στο Κίτυ Χωκ της Βόρειας Καρολίνας.

Οι αδελφοί Ράιτ, Όρβιλ (Orville Wright, 19 Αυγούστου 1871 – 30 Ιανουαρίου 1948) και Γουίλμπουρ (Wilbur Wright, 16 Απριλίου 1867 – 30 Μαΐου 1912), είναι οι δύο Αμερικανοί στους οποίους αποδίδεται η εφεύρεση και κατασκευή του πρώτου επιτυχημένου αεροπλάνου στον κόσμο και η πραγματοποίηση της πρώτης ελεγχόμενης, μηχανικά προωθούμενης και με διάρκεια, βαρύτερης από τον αέρα, ανθρώπινης πτήσης στις 17 Δεκεμβρίου 1903.
Την ιστορική αυτή πτήση τους επιχείρησαν στο Κίτυ Χωκ στη Βόρεια Καρολίνα, με το διπλάνο τους "Φλάιερ" που έφερε κινητήρα 12 ίππων που κινούσε δύο έλικες. Η πτήση εκτελέστηκε με τέσσερις δοκιμές, διάρκειας 12, 13, 15 και 59 δευτερολέπτων. Κατά την τελευταία διανύθηκε απόσταση 260 μέτρα

17 Δεκεμβρίου 1892: Εκδίδεται το πρώτο τεύχος του περιοδικού Vogue.

Το Vogue είναι γυναικείο περιοδικό που πρωτοεκδόθηκε στην Αμερική το 1892 ως εβδομαδιαίο. Το 1909 πουλήθηκε στον Condé Nast και άρχισε να εκδίδεται κάθε δεκαπενθήμερο το 1910. Η Βρετανική Vogue προστέθηκε το 1916 και ακολούθησαν η γαλλική, αυστραλιανή, ισπανική και γερμανική. Η ισπανική Vogue εκδόθηκε μόνο για δύο χρόνια (1918-1920), ενώ η γερμανική μόνο για μερικά τεύχη το 1928. Ο Nast μετέτρεψε το Vogue από ένα μικρό εβδομαδιαίο περιοδικό σε ένα μοντέρνο περιοδικό μόδας που ανταποκρινόταν στις ανάγκες του εικοστού αιώνα.

Η ελληνική έκδοση της Vogue κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Λυμπέρη, αλλά η κυκλοφορία του περιοδικού ανεστάλη όταν η εταιρία έκλεισε, στις 12 Νοεμβρίου 2012 και τον Αύγουστο του 2013 κήρυξε πτώχευση. Ο κ. Λυμπέρης διαμένει κυρίως στη Βραζιλία, κάνοντας σύμφωνα με δημοσιεύματα, επαφές για την επανεκκίνηση της εκδοτικής του δραστηριότητας και επανακυκλοφορία της ελληνικής Vogue από άλλη εταιρεία