Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

25 Μαρτίου: Διεθνής Ημέρα Αλληλεγγύης για τους Κρατούμενους και Αγνοούμενους Υπαλλήλους του ΟΗΕ

H 25η Μαρτίου καθιερώθηκε από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ ως Διεθνής Ημέρα Αλληλεγγύης για τους Κρατούμενους και Αγνοούμενους Υπαλλήλους του ΟΗΕ, για να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη και τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών για την τύχη του προσωπικού του διεθνούς οργανισμού, που έχει απαχθεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος ή αγνοείται.

Αφορμή στάθηκε η απαγωγή του 64χρονου Βρετανού δημοσιογράφου Άλεκ Κόλετ από ομάδα ενόπλων στις 25 Μαρτίου 1985 στο Λίβανο, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του σε στρατόπεδο Παλαιστινίων προσφύγων. Ο Κόλετ παρέμενε αγνοούμενος για 24 χρόνια, ώσπου τα λείψανά του βρέθηκαν το 2009 σε περιοχή της κοιλάδας Μπεκάα του Λιβάνου.

http://www.un.org/en/events/detainedstaffday/


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

25 Μαρτίου: Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα της Δουλείας και του Διατλαντικού Δουλεμπορίου

Για σχεδόν 400 χρόνια, περισσότερα από 15 εκατομμύρια άνδρες, γυναίκες και παιδιά υπήρξαν θύματα του διατλαντικού δουλεμπορίου, μιας από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η 25η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ ως ημέρα μνήμης για τα θύματα της δουλείας και υπενθύμισης από τους κινδύνους του ρατσισμού και των φυλετικών προκαταλήψεων.

http://www.un.org/en/events/slaveryremembranceday/

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

25 Μαρτίου: Ημέρα Ανάγνωσης Έργων του Τόλκιν

Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως Ημέρα Ανάγνωσης Έργων του Τόλκιν (Tolkien Reading Day), με πρωτοβουλία της «Εταιρείας Τόλκιν» (Tolkien Society) το 2003, με σκοπό τη γνωριμία του μεγάλου κοινού με το έργο του σπουδαίου Άγγλου συγγραφέα του φανταστικού.

Επελέγη η συγκεκριμένη ημερομηνία για να τιμηθεί η πτώση του Σόρον, ενός από τους κακούς του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, στις 25 Μαρτίου του 3019.

Ο Τζον Τόλκιν (1892-1973) υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής και ακαδημαϊκός. Είναι γνωστός για τα μυθιστορήματά του Χόμπιτ, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών και Το Σιλμαρίλλιον.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

25 Μαρτίου: Διεθνής Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού

Η Διεθνής Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού (International Day of the Unborn Child) καθιερώθηκε από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' (1920-2005) και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου για να συμπίπτει με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Ο πολωνικής καταγωγής ποντίφικας θεωρούσε την ημέρα αυτή ως μια «θετική επιλογή υπέρ της ζωής και της εξάπλωσης μιας κουλτούρας για τη ζωή, που να εγγυάται τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε κάθε περίπτωση».

Οι εορτασμοί για το αγέννητο παιδί ξεκίνησαν από χώρες της Λατινικής Αμερικής με ισχυρή Καθολική παράδοση, όπως το Ελ Σαλβαδόρ (1993), η Αργεντινή (1998) και η Χιλή (1999) και η Γουατεμάλα (1999).



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

25 Μαρτίου 1957: Υπογράφεται στη Ρώμη η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΟΚ), νυν Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι Συνθήκες της Ρώμης του 1957 είναι οι δύο διεθνείς συνθήκες με τις οποίες ιδρύθηκαν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ), από τις οποίες προήλθε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπεγράφησαν από εκπροσώπους του Βελγίου, της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου και της Ολλανδίας στις 25 Μαρτίου 1957 και η ημερομηνία υπογραφής τους θεωρείται η επίσημη ημερομηνία γέννησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα προηγηθέντα
Μετά την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων, η διαδικασία για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα είχε γνωρίσει δύο μεγάλες αποτυχίες. Πρώτα ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ). Το σχέδιο των ευρωπαϊστών για δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού, που θα λειτουργούσε ως αντίβαρο του σοβιετικού στρατού, απορρίφθηκε από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση το 1954. Η αποτυχία αυτή ανέτρεψε επίσης τα σχέδια για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα (ΕΠΚ), η οποία αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας με διπλό κοινοβούλιο. Εν τέλει η αποτυχία των υπερφιλόδοξων σχεδίων των ευρωπαϊστών για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση τους οδήγησε στην αναζήτηση πρακτικότερων πεδίων, καταλήγοντας έτσι στην απόφαση για οικονομική συνεργασία.

Η Συνθήκη για την ίδρυση της ΕΟΚ
Η συνθήκη αυτή, συνέχεια της Συνθήκης των Παρισίων, προέβλεπε τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς βασισμένης στην τελωνειακή ένωση των προαναφερθέντων κρατών. Τα θέματα αυτά είχαν τεθεί ήδη από τη διάσκεψη της Μασσαλίας, τον Ιούνιο του 1955. Με τη συνθήκη αυτή επίσης αποφασίστηκε η συγκρότηση ειδικού συμβουλευτικού οργάνου, της Συνέλευσης, με έδρα το Στρασβούργο και αποτελούμενου από 142 μέλη, διοριζόμενα από τα κοινοβούλια των έξι κρατών, το οποίο το 1962 ονομάστηκε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η συνθήκη τέθηκε επισήμως σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958.
Με τη συνθήκη αυτή, μεταξύ άλλων, προβλέπονταν:

  • η συγκρότηση μονίμων οργάνων για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών (Συνέλευση, Συμβούλιο, Επιτροπή και Δικαστήριο). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα είχαν την εξουσία να θεσπίζουν κανόνες με δεσμευτικές πράξεις (Κανονισμούς, Οδηγίες και Αποφάσεις, το λεγόμενο παράγωγο δίκαιο) για την επίτευξη των στόχων της συνθήκης και τη δημιουργία μιας νέας υπερεθνικής έννομης τάξης, της κοινοτικής, στην καθιέρωση της οποίας θα συντελούσε καταλυτικά το Δικαστήριο.
  • η δημιουργία μιας Κοινής Αγοράς εντός δώδεκα ετών, σε τρεις διαδοχικές φάσεις διάρκειας τεσσάρων ετών η καθεμία, που θα θεμελιωνόταν σε τέσσερις ελευθερίες:
  • ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων στο πλαίσιο μιας τελωνειακής ένωσης, στην οποία θα καταργούνταν οι δασμοί και οι ποσοτικοί περιορισμοί και θα υιοθετούνταν ένα κοινό εξωτερικό δασμολόγιο. Το 1968 σε εφαρμογή των αποφάσεων της Συνθήκης καταργήθηκαν μεταξύ των έξι καρατών μελών οι δασμοί για μια σειρά από προϊόντα.
  • ελευθερία κυκλοφορίας προσώπων, ειδικότερα μισθωτών εργαζομένων και μη μισθωτών επαγγελματιών (δικαίωμα εγκατάστασης),
  • ελευθερία κυκλοφορίας υπηρεσιών 
  • ελευθερία κυκλοφορίας κεφαλαίων,



  • η υιοθέτηση μιας κοινής αγροτικής πολιτικής και εφαρμογή εναρμονισμένου συστήματος υποστηρίξεώς της. Σε εφαρμογή αυτού του όρου προβλεπόταν η ίδρυση κοινού γεωργικού ταμείου. Η εφαρμογή της υπήρξε από τους πρώτους στόχους των καρτών μελών, έτσι ήδη από το 1962 εγκρίνεται κοινή τιμολογιακή πολιτική για μια σειρά προϊόντων.
  • η υιοθέτηση μιας κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών,
  • η θέσπιση κοινών κανόνων προστασίας του ανταγωνισμού από καρτέλ, μονοπώλια και αθέμιτες κρατικές ενισχύσεις (προστατευτισμό),
  • η υιοθέτηση μιας κοινής εμπορικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών,
  • σε πρώιμο στάδιο, μία απόπειρα κοινωνικής πολιτικής με την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Κοινωνκού Ταμείου και
  • η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Θεμελιώδης ήταν, τέλος, και η πρόβλεψη για την απαγόρευση των διακρίσεων κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω εθνικότητας από τις αρχές κάθε κράτους-μέλους.

Η Συνθήκη για την ίδρυση της ΕΥΡΑΤΟΜ
Με τη συνθήκη αυτή, που υπεγράφη την ίδια μέρα με την προηγούμενη, προβλεπόταν η συνεργασία στον τομέα της εκμετάλλευσης της ατομικής ενέργειας. Στη λογική της παλαιότερης Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, ετίθετο υπό κοινή εποπτεία η παραγωγή ατομικής ενέργειας, του ισχυρότερου όπλου την εποχή εκείνη. Ενώ η Συνθήκη για την ίδρυση της ΕΚΑΧ είχε όριο 50 ετών, δηλαδή λήξη στις 23 Ιουλίου 2002, αυτή για την ίδρυση της ΕΥΡΑΤΟΜ συμφωνήθηκε διαρκής. Με τη συνθήκη αυτήν προβλεπόταν η συνδιαχείριση στην παραγωγή ατομικής ενέργειας, για την κάλυψη των αναγκών των μελών, και η πώληση των πλεονασμάτων σε κράτη μη-μέλη.

Η Σύμβαση για ορισμένα κοινά όργανα των ΕΚ
Το τρίτο και τελευταίο διεθνές κείμενο που υπογράφηκε την ίδια ημέρα στη Ρώμη ήταν η Σύμβαση σχετικά με ορισμένα κοινά όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με αυτή προβλεπόταν η συγχώνευση ορισμένων οργάνων των τριών ΕΚ που καλούνταν να εκπληρώσουν ανάλογες αποστολές, εφόσον θα ετίθεντο σε ισχύ και οι δύο νέες Συνθήκες και δεδομένου ότι τα όργανα της ΕΚΑΧ βρίσκονταν σε λειτουργία ήδη από το 1952. Επρόκειτο για τις τρεις Συνελεύσεις, τα τρία Δικαστήρια και τις δύο Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές (η ΕΚΑΧ δε διέθετε τέτοια), που θα τα αντικαθιστούσαν μία ενιαία Συνέλευση, ένα ενιαίο Δικαστήριο και μία ενιαία Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αντίστοιχα.

Οι αντιπροσωπείες
Τα κράτη που υπέγραψαν τη συνθήκη εκπροσωπούνταν ως εξής:
Το Βέλγιο από τους Paul-Henri Spaak και J. Ch. Snoy et d'Oppuers.
Η Γερμανία από τους Konrad Adenauer και Walter Hallstein.
Η Γαλλία από τους Christian Pineau και Maurice Faure.
Η Ιταλία από τους Antonio Segni και Gaetano Martino.
Το Λουξεμβούργο από τους Joseph Bech και Lambert Schaus.
Η Ολλανδία από τους Joseph Luns και J. Linthorst Homan.

Η ιστορική σημασία της Συνθήκης
Αν και οι ρυθμίσεις των Συνθηκών κατά βάση αφορούσαν θέματα οικονομικής συνεργασίας, οδήγησαν τελικά στην προώθηση της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το κείμενό τους θεωρείται από τα βασικά "συνταγματικά" κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο πρώτος της Καταστατικός χάρτης). Η επέτειος των 50 χρόνων από την υπογραφή τους εορτάστηκε με λαμπρές εκδηλώσεις απ' όλα τα κράτη μέλη (που αριθμούν πλέον τα 27) και με ειδική σύνοδο Κορυφής στο Βερολίνο, υπό την προεδρία της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, και την υπογραφή Διακήρυξης των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ανάγκης περαιτέρω συνεργασίας. Ειδικές εκδηλώσεις έγιναν επίσης στη Ρώμη, όπου υπογράφτηκε η εν λόγω συνθήκη.

25 Μαρτίου 1932: Γίνονται από την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακοπούλου τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, στην πλατεία μπροστά στα παλιά Ανάκτορα της σημερινής Βουλής.

Η απόφαση για την ανέγερση ενός μνημείου στον άγνωστο στρατιώτη ελήφθη από την δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου. Με απόφαση του ίδιου, σαν υπουργού Στρατιωτικών, στις 3 Μαρτίου 1926 προκηρύχθηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός στην εφημεριδά Εσπέρα «διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Στις 9 Οκτωβριου 1926 το Υπουργειο Στρατιωτικών ενέκρινε και βράβευσε κατά πλειοψηφία την μελέτη του αρχιτέκτονα Μανώλη Λαζαρίδη.
Η θέση του Μνημείου είχε υποδειχθεί από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα στην θέση των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινή Βουλή των Ελλήνων) και με πρόταση του Πάγκαλου, ο οποίος επιθυμούσε στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων να στεγαστεί το Υπουργείο Στρατιωτικών. Όμως, μετά από έντονες αντιδράσεις και συνεχείς συνεδριάσεις, το 1929 στην Ζ΄ συνεδρίαση της Βουλής ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός, παραμερίζοντας τη διαφωνία του με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, αποφάσισε ότι η καλύτερη θέση ήταν η αρχική στην Πλατεία Ανακτόρων, θεωρώντας ότι το μνημείο πρέπει να είναι στο κέντρο της πόλης, όπως το αντίστοιχο της Γαλλίας.
Η επιτροπή ανέγερσης είχε δώσει όλη την ευθύνη κατασκευής στον αρχιτέκτονα Μανώλη Λαζαρίδη. Αρχικά είχε συνεργαστεί με τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό την παράσταση γιγαντομαχίας όπου μια μορφή αγγέλου, που θα συμβόλιζε την Ελλάδα, θα παραλάμβανε στοργικά τον νεκρό στρατιώτη. Παρά την αρχική συμφωνία με τον Θωμόπουλο, ο Λαζαρίδης, ως επιβλέπων όλων των εργασιών, τον παραμέρισε από το έργο εξαιτίας χρηματικής ασυμφωνίας. Το 1930 τον αντικατέστησε με τον γλύπτη Φωκίωνα Ροκ με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής ανέγερσης, η οποία στην συνέχεια ενέκρινε νέα πρόταση για το έργο, με έναν οπλίτη «εκτάδην κείμενο» (ξαπλωμένο στο έδαφος). Την πρόταση χαρακτήρισε ταιριαστή, επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα.

Το έργο είναι ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου. Αριστερά και δεξιά υπάρχουν δυό πλευρικές κλίμακες ενώ στο κέντρο υπάρχει ένας τάφος σε παραλληλόγραμμο πλαίσιο και ανυψωμένος.
Το γλυπτό παριστάνει μια γυμνή ανδρική μορφή ενός νεκρού πολεμιστή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους. Ο νεκρός πολεμιστής στο αριστερό χέρι κρατάει κυκλική ασπίδα, στο κεφάλι φοράει αρχαίο κράνος με το πρόσωπο γυρισμένο από τα πλάγια να θυμίζει αρχαίο νόμισμα. Η απόδοση του σώματος του νεκρού από τον καλλιτέχνη δίνει την εντύπωση στο θεατή ότι ο Άγνωστος Στρατιώτης αναπαύεται ζωντανός, έτοιμος να σηκωθεί.
Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχτεί φράσεις από το έργο του Θουκυδίδη: ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ από την περιγραφή της ταφικής τελετής πριν την εκφώνηση του Επιταφίου του Περικλή (2.34) αριστερά και στα δεξιά ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ από τον επιτάφιο (2.43). Στο μέσο του κενοταφίου χαράχτηκε με μικρότερα γράμματα η φράση: ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ.
Τον τοίχο περιβάλουν εκατέρωθεν πελεκημένοι πωρόλιθοι όπου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο ελληνικός στρατός στην νεότερη ιστορία. Στα αριστερά της σύνθεσης περιλαμβάνονται οι μάχες του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Στο κέντρο του μνημείου, στους πωρόλιθους που υπάρχουν στις κλίμακες, περιλαμβάνονται μάχες του Β` Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στα δεξιά της σύνθεσης συγκρούσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση το 1944 πάνω στο κενοτάφιο προστέθηκαν τα πεδία των μαχών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα οι επιχειρήσεις στην Κορέα. Το 1994 με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος».

25 Μαρτίου 1914: Ανήμερα της εθνικής επετείου ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη ο αθλητικός σύλλογος Άρης, από διαφωνούντα μέλη του Ηρακλή.

Το ποδοσφαιρικό τμήμα του Άρη Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1914 και έχει κατακτήσει συνολικά τέσσερις τίτλους, τρία πρωταθλήματα και ένα κύπελλο Ελλάδας. Μεταξύ των τίτλων του είναι το πρώτο πρωτάθλημα Ελλάδας που διοργανώθηκε από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία την αγωνιστική περίοδο 1927-28. Έδρα του είναι το γήπεδο Κλεάνθης Βικελίδης στη Θεσσαλονίκη, χωρητικότητας 22.800 θεατών.

Ιστορία
Ο Άρης ιδρύθηκε ως Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Άρης Θεσσαλονίκης στις 25 Μαρτίου (7 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο) του 1914 στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε το πρώτο ελληνικό σωματείο που ιδρύθηκε στην πόλη μετά την απελευθέρωση της το 1912 από τον οθωμανικό ζυγό. Για να τονισθεί ιδιαιτέρως ο ελληνικός χαρακτήρας του νεοσύστατου σωματείου, οι ιδρυτές του επέλεξαν ως ημέρα επίσημης ίδρυσής του, την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου. Ιδρυτές του Άρη ήταν οι: Γιάννης Αγγέλου, Λάζαρος Αγοραστός, Γρηγόρης Βλαχόπουλος, Λάζαρος Βλαχόπουλος, Πέτρος Γκοτζαμάνης, Δήμου, Άγγελος Ζέγας, Θόδωρος Θεοδωρίδης, Δημήτρης Ιωαννίδης, Τηλέμαχος Καραγιαννίδης, Δημήτρης Κοτρώτσης, Πέτρος Κρέης, Μήνως Κυδωνάκης, Λάζαρος Κωστίδης, Γιώργος Λάμπρου, Γιάννης Νακόπουλος, Θανάσης Παπαγεωργίου, Γιάννης Πλιάτσικας, Ρούσσος Ρωσσιάδης, Κάρολος Σαλούστο, Τάσος Τσιατσιαπάς και Πρόδρομος Κότσανος. Το 1926 ο σύλλογος αναγκάστηκε να τροποποιήσει το καταστατικό του και να μετονομαστεί σε Αθλητικός Σύλλογος Άρης Θεσσαλονίκης, ώστε να συμπεριλάβει και τα υπόλοιπα αθλήματα που ήδη είχε αρχίσει να καλλιεργεί στις τάξεις του.

Δεκαετία του '20
Το τμήμα ποδοσφαίρου του συλλόγου ιδρύθηκε το 1914, αλλά ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και η μικρασιατική καταστροφή, δεν επέτρεψαν στον Άρη να αγωνιστεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '20. Ο πρώτος του φιλικός αγώνας πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1922 εναντίον του Ηρακλή, τον οποίο και νίκησε με 2-0.
Το 1923, η ομάδα του Άρη κατέκτησε το πρώτο και μοναδικό Πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης που διοργανώθηκε από τη ΧΑΝΘ. Στον πρώτο του επίσημο αγώνα, στις 18 Μαρτίου 1923, νίκησε τον Ηρακλή με 1-0 άνευ αγώνα αφού η αντίπαλη ομάδα δεν προσήλθε στον αγωνιστικό χώρο. Ακολούθησαν οι νίκες εναντίον του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Μαξ Νορντάου και της Εφόρτ Σπορτίβ.
Στις 12 Αυγούστου του ίδιου έτους, οι "κίτρινοι" αντιμετώπισαν τον Πειραϊκό Σύνδεσμο, υπό την αιγίδα της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ελλάδος, για την ανάδειξη του πρωταθλητή ανάμεσα στον πρωταθλητή Αθηνών - Πειραιώς και αυτόν της Θεσσαλονίκης, έναν αγώνα που βρήκε τον Άρη ηττημένο με 1-3.
Την περίοδο 1923-24, ο Άρης κατέκτησε και πάλι τον τίτλο του πρωταθλητή Θεσσαλονίκης, νικώντας με 3-0 τον Μέγα Αλέξανδρο και 4-1 τον Ηρακλή.
Την επόμενη χρονιά δεν πραγματοποιήθηκε πρωτάθλημα της Ε.Π.Σ. Μακεδονίας-Θράκης λόγω διαφωνιών μεταξύ των συλλόγων. Ο Άρης υπήρξε ο πρώτος ελληνικός ποδοσφαιρικός σύλλογος που προσκάλεσε ξένη ομάδα για φιλικό αγώνα στην Ελλάδα. Την Κυριακή 2 Νοεμβρίου του 1924 διεξήχθη στο παλαιό γήπεδο του Ηρακλή, ο αγώνας μεταξύ Άρη και Ομλαντίνα Μοναστηρίου (στη θέση της δημιουργήθηκε η Πέλιστερ Μοναστηρίου το 1945) που τότε αγωνιζόταν στο πρωτάθλημα της Ποδοσφαιρικής υποομοσπονδίας Βελιγραδίου της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Γιουγκοσλαβίας, με τελικό νικητή τον Άρη με 5-0, με τρία γκολ του Βεντουρέλη και από ένα των Πάγκαλου και Αρμά. Στον άτυπο επαναληπτικό του αγώνα αυτού, στις 5 Απριλίου 1925, στο Μοναστήρι (Μπίτολα) ο Άρης, ο οποίος κατέστη η πρώτη ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα που έδωσε αγώνα στο εξωτερικό, έχασε με 2-1.
Στα τέλη Μαΐου της ίδιας χρονιάς, η ομάδα του Άρη αντιμετώπισε για πρώτη φορά τον Ολυμπιακό σε φιλικό αγώνα, χάνοντας με 1-3. Τρεις μήνες αργότερα, αγωνίστηκε με την Ένωση Κωνσταντινουπολιτών, από την οποία προήλθε ο ΠΑΟΚ και νίκησε με 5-2, με τους φιλοξενούμενους να αποχωρούν λίγο πριν τη λήξη του αγώνα διαμαρτυρόμενοι για πέναλτι που δεν τους δόθηκε.
Το 1926, ο Άρης κατέκτησε αήττητος το τρίτο του πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης, νικώντας με 4-1 και 5-2 τον Ηρακλή. Την επόμενη χρονιά, έχασε για πρώτη φορά τα πρωτεία στη Θεσσαλονίκη από τον Ηρακλή, από τον οποίο ηττήθηκε δύο φορές.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία για τον Άρη ήρθε την περίοδο 1927-28 όταν και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα Ελλάδος, ξεπερνώντας στην τελική φάση τον Ατρόμητο Αθηνών και τον Εθνικό Πειραιώς, εκμεταλλευόμενος την αποχή από το πρωτάθλημα των ομάδων του ΠΟΚ. Στον πρώτο αγώνα στις 24 Μαΐου, η ομάδα της Θεσσαλονίκης επικράτησε με 3-1 του Ατρόμητου στην Αθήνα,ενώ τρεις ημέρες μετά ηττήθηκε από τον Εθνικό με 3-2. Στους επαναληπτικούς αγώνες που διεξήχθησαν τον Ιούνιο στη Θεσσαλονίκη, ο Άρης επικράτησε και των δύο αντιπάλων του με 3-1 και έτσι στέφθηκε ο πρώτος πρωταθλητής Ελλάδας. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Γερμανός Τόμας Κέσλερ, ενώ διακεκριμένοι ποδοσφαιριστές του Άρη ήταν, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Βικελίδης, ο Σάββας Βογιατζής που αναδείχθηκε και πρώτος σκόρερ της ομάδας με έξι γκολ, ο Νίκος Αγγελάκης, πρώτος σκόρερ της τελικής φάσης με τέσσερα γκολ και ο Διονύσης Καλτέκης.
Την επόμενη χρονιά, δεν διεξήχθη τελική φάση του πανελληνίου πρωταθλήματος, αν και ο Άρης κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Θεσσαλονίκη, παίζοντας δύο αγώνες μπαράζ εναντίον του ΠΑΟΚ. Ο πρώτος έγινε στις 12 Μαΐου 1929 και έληξε 1-1, ενώ ο δεύτερος πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου με τον Άρη να νικάει με 4-3, έχοντας το Νίκο Αγγελάκη να σημειώνει χατ-τρικ.
Στις 20 Απριλίου 1929, είχε πραγματοποιηθεί η πρώτη φιλική αναμέτρηση ανάμεσα στον Άρη και τον Παναθηναϊκό, με τους "κίτρινους" να νικούν με 5-4.

Δεκαετία του '30
Στο πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης του 1930, ο Άρης αναδείχθηκε πρώτος με μεγάλη ευκολία, φέρνοντας εννέα νίκες και μία ισοπαλία σε σύνολο δέκα αγώνων, ενώ ο συντελεστής τερμάτων του ήταν 44-9. Στις 7 Μαΐου του ίδιου έτους, την τεχνική ηγεσία των "κίτρινων" ανέλαβε ο Τσέχος Ντε Βάλερ. Έντεκα ημέρες αργότερα, ο Άρης ηττήθηκε με 5-0 στον Πειραιά από τον Ολυμπιακό, ενώ στις 8 Ιουνίου ηττήθηκε εντός έδρας με 1-4 από τον Παναθηναϊκό. Μετά από δύο εβδομάδες έφερε ισοπαλία με τους "πράσινους" και την τελευταία αγωνιστική νίκησε με 2-1 τον Ολυμπιακό, κατακτώντας τελικά τη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος.
Το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης του 1931, ξεκίνησε ιδανικά για τον Άρη, αφού νίκησε με 10-2 τον Μακεδονικό, με 5-0 τον Μέγα Αλέξανδρο, με 6-2 τον Θερμαϊκό και με 6-2 τον ΠΑΟΚ. Παρ' όλα αυτά, η ΕΠΟ αποφάσισε να διακόψει τα τοπικά πρωταθλήματα και να διοργανώσει για πρώτη φορά πρωτάθλημα εθνικής κατηγορίας, στην οποία συμμετείχαν από την Ε.Π.Σ. Μακεδονίας ο Άρης, ο ΠΑΟΚ και ο Ηρακλής, από την Ε.Π.Σ. Αθηνών ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ και ο Απόλλων Αθηνών, ενώ από την Ε.Π.Σ. Πειραιώς ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός. Ο Άρης κατέκτησε τη δεύτερη θέση με οκτώ νίκες, τρεις ισοπαλίες και τρεις ήττες, με τον Νίκο Κίτσο να αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 13 γκολ.
Τέσσερα χρόνια μετά την κατάκτηση του πρώτου πανελλήνιου τίτλου του, οι "κίτρινοι" κατέκτησαν εκ νέου το πρωτάθλημα. Ο Άρης αναδείχθηκε πρωταθλητής συγκεντρώνοντας συνολικά 22 βαθμούς, τέσσερις περισσότερους από τον δεύτερο Παναθηναϊκό και πετυχαίνοντας μεγάλες νίκες όπως το 7-0 επί του Παναθηναϊκού με τέσσερα γκολ του Κίτσου, το 6-1 επί του Απόλλωνα Αθηνών με έξι γκολ του Αγγελάκη στην πρώτη εντός έδρας εμφάνιση με την πρώτη ομάδα του Κλεάνθη Βικελίδη, το 7-3 επί του Ηρακλή με τέσσερα γκολ του Κίτσου και τα εκτός έδρας 0-3 επί του Ολυμπιακού, του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ. Πρώτοι σκόρερ του πρωταθλήματος αναδείχθηκαν οι Νίκος Κίτσος με 15 γκολ και Νίκος Αγγελάκης με 14.
Μεγάλα αστέρια εκείνης της ομάδας ήταν οι Κίτσος, Αγγελάκης, Καλτέκης, Βογδάνου και Γκικόπουλος, ενώ προπονητής ο Ντε Βαλέρ.
Την ίδια χρονιά, η ΕΠΟ θεσμοθέτησε για πρώτη φορά το κύπελλο Ελλάδος, με τον Άρη να συντρίβει τον Παναθηναϊκό στον προημιτελικό με 7-2. Ακολούθησε η επικράτηση επί του Απόλλωνα Αθηνών, για να φθάσει στο τελικό όπου ηττήθηκε με 5-3 από την ΑΕΚ, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει το πρώτο νταμπλ.
Στο πρωτάθλημα του 1933, ο Άρης κατέκτησε την πρώτη θέση στον βόρειο όμιλο και προκρίθηκε στην τελική φάση, όπου νίκησε την ΑΕΚ με 2-1, αλλά ηττήθηκε δύο φορές από τον Ολυμπιακό και παρέμεινε στη δεύτερη θέση.
Την ίδια χρονιά, ο Άρης έφθασε και πάλι στον τελικό του κυπέλλου, ξεπερνώντας το εμπόδιο του Ηρακλή στα ημιτελικά. Στις 5 Φεβρουαρίου 1933, υποδέχθηκε τον Εθνικό στην Θεσσαλονίκη, φέρνοντας 2-2, με τον επαναληπτικό να πραγματοποιείται στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, με τον Εθνικό να κερδίζει με 2-1, παρά το γεγονός ότι ο Άρης προηγήθηκε.
Το 1934, το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης διακόπηκε από την ΕΠΟ, ενώ ο Άρης ήταν αήττητος με έξι νίκες σε έξι αγώνες. Ο λόγος ήταν η διεξαγωγή του βορείου ομίλου της εθνικής κατηγορίας, όπου ηττήθηκε δύο φορές από τον Ηρακλή και αποκλείστηκε από την τελική φάση.
Την επόμενη χρονιά, οι "κίτρινοι" κατέλαβαν την πρώτη θέση του βορείου ομίλου, ισοβαθμώντας με τον Ηρακλή αλλά υπερτερώντας στον συντελεστή τερμάτων. Παρ' όλα αυτά, η τελική φάση του πρωταθλήματος ματαιώθηκε με σκοπό την πληρέστερη προετοιμασία της εθνικής ομάδας για το 5ο Βαλκανικό Κύπελλο.
Την περίοδο 1935-36, ο Άρης συμμετείχε στο πρωτάθλημα εθνικής κατηγορίας που διοργάνωσε η ΕΠΟ, κατακτώντας την τέταρτη θέση πίσω από τους Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό και Απόλλωνα Αθηνών, με τέσσερις νίκες, πέντε ισοπαλίες και πέντε ήττες.
Ακολούθησαν και πάλι οι διοργανώσεις των τοπικών πρωταθλημάτων το 1937, όπου ο Άρης αγωνίστηκε για πρώτη φορά σ' εκείνη τη δεκαετία χωρίς τον Νίκο Κίτσο, ο οποίος μεταγράφηκε στον Ηρακλή. Οι "κίτρινοι" περιορίστηκαν στην τρίτη θέση, με τον Κλεάνθη Βικελίδη να πετυχαίνει οκτώ γκολ. Τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς, η ομάδα έδωσε σειρά φιλικών στην Παλαιστίνη, μεταξύ αυτών και με την Μακάμπι Τελ Αβίβ, την οποία νίκησε με 1-3.
Ο Άρης επανήλθε στη θέση του πρωταθλητή Θεσσαλονίκης το 1938, νικώντας τον ΠΑΟΚ με 2-1 στις 20 Μαρτίου 1938. Στην τελική φάση, η ομάδα του Κώστα Βικελίδη κατέρρευσε, χάνοντας και στους τέσσερις αγώνες από τον Ολυμπιακό και τον Απόλλων Αθηνών.
Την επόμενη χρονιά, η ομάδα του Άρη έχασε το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης για έναν βαθμό, παρά την πολύ μεγάλη νίκη με 1-5 επί του αιωνίου αντιπάλου του, ΠΑΟΚ. Στους κρίσιμους αγώνες με τον Ηρακλή, ο Άρης ηττήθηκε δύο φορές, με πρωταγωνιστή έναν πρώην άσο του, τον Νίκο Κίτσο. Στην τρίτη διοργάνωση του κυπέλλου, η ομάδα της Θεσσαλονίκης νίκησε με 8-1 τον Αστέρα Αθηνών με τέσσερα γκολ του Κλεάνθη Βικελίδη, αλλά αποκλείστηκε στον προημιτελικό από τον Εθνικό.
Μέχρι το 1939, ο Άρης είχε κατακτήσει 8 πρωταθλήματα Θεσσαλονίκης και 3 πρωταθλήματα Βορείου Ομίλου, επιτεύγματα τα οποία τον καθιστούσαν πρώτη ποδοσφαιρική δύναμη στη Βόρεια Ελλάδα.

Δεκαετία του '40
Στα μέσα της δεκαετίας του '30, ο Άρης είχε ενισχυθεί με παίκτες όπως ο Μιχάλης Κολωνιάρης και ο Βαχάκ Αμπραχαμιάν, οι οποίοι στελέχωσαν τη σύνθεση της ομάδας ακόμη και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Παρ' όλα αυτά, στο πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης του 1940, ο Άρης παρέμεινε τρίτος παρά τις δύο νίκες κατά του ΠΑΟΚ και την καλύτερη επιθετική επίδοση της διοργάνωσης.
Την ίδια χρονιά, στον βόρειο όμιλο της εθνικής κατηγορίας, ο Άρης ισοβάθμησε στην πρώτη θέση με τον ΠΑΟΚ, αλλά ο "δικέφαλος" πήρε το εισιτήριο για την τελική φάση λόγω των μεταξύ τους αποτελεσμάτων.
Στη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης απέκλεισε στον επαναληπτικό τη Δόξα Δράμας στη φάση των 16 και τον ΠΑΟΚ με 0-1 στον επαναληπτικό του αρχικού 1-1 στα προημιτελικά. Στον ημιτελικό εναντίον της ΑΕΚ, ο Κλεάνθης Βικελίδης ισοφάρισε σε 2-2 στο 118' και οπαδοί του Άρη εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο και σήκωσαν στα χέρια τον αρχηγό της ομάδας. Ο αγώνας ολοκληρώθηκε με τον Άρη να αγωνίζεται με δέκα παίκτες, αφού ο Βικελίδης δεν κατάφερε να επιστρέψει στο γήπεδο. Στον δεύτερο επαναληπτικό, ο Άρης νίκησε με 3-0. Ο τελικός αγώνας έλαβε χώρα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό. Ο Άρης βρέθηκε να χάνει με 3-0 στο 13ο λεπτό και το μόνο που κατάφερε ήταν να μειώσει σε 3-1 με τον Δημοσθένη Χατζηνικολάου.
Η περίοδος 1940-41 ξεκίνησε με τον Άρη να φέρνει 2-2 στη έδρα του ΠΑΟΚ και να συντρίβει τη ΜΕΝΤ με 4-0, στις 27 Οκτωβρίου 1940. Την επομένη, ο ιταλικός στρατός επιτέθηκε στην Ελλάδα και οποιαδήποτε αθλητική δραστηριότητα διακόπηκε.
Τρία χρόνια αργότερα, οι κατακτητές Γερμανοί επέτρεψαν τη διεξαγωγή του τουρνουά Πάσχα, με τον Άρη να έρχεται ισόπαλος 2-2 με τη μικτή ΠΑΟΚ-Ηρακλή. Ένας νέος φιλικός αγώνας ανάμεσα στις δύο ομάδες επαναλήφθηκε στις 2 Ιουλίου 1944. Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων τον Οκτώβριο του 1944, η επίσημη διεξαγωγή του πρώτου μεταπολεμικού πρωταθλήματος ορίστηκε για το Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς, δίνοντας τη δυνατότητα στις ομάδες να ανασυνταχθούν και να βελτιώσουν τις αθλητικές τους εγκαταστάσεις, βρίσκοντας οικονομικούς πόρους για την επαναλειτουργία τους.
Η ομάδα του Άρη είχε ενεργούς ακόμη τους Βικελίδη και Κολωνιάρη, ενώ την τεχνική ηγεσία ανέλαβε ο Διονύσης Καλτέκης. Στο ξεκίνημα του πρωταθλήματος Θεσσαλονίκης, ο Άρης ηττήθηκε με 3-4 από τον Μακεδονικό, νικώντας στη συνέχεια τη ΜΕΝΤ και τον ΠΑΟΚ, αλλά χάνοντας εντός έδρας με 1-2 από τον Ηρακλή. Με πέντε συνεχόμενες νίκες στον δεύτερο γύρο, οι "κίτρινοι" κατέκτησαν για άλλη μια φορά τον τίτλο του πρωταθλητή Θεσσαλονίκης και αντιμετώπισαν στην τελική φάση την πρωταθλήτρια Αθηνών ΑΕΚ και τον πρωταθλητή Πειραιά Ολυμπιακό.
Στις 30 Μαΐου 1946, ηττήθηκαν εκτός έδρας με 4-0 από την ομάδα του Πειραιά, φέρνοντας ισοπαλία 1-1 με την ΑΕΚ τρεις ημέρες αργότερα, με γκολ του Βικελίδη. Στις 16 Ιουνίου, ο Άρης νίκησε με 1-0 τον Ολυμπιακό με γκολ του Άγγελου Βασιλειάδη και μία εβδομάδα αργότερα επιβλήθηκε της ΑΕΚ με 4-1, με δύο γκολ του Βικελίδη και ένα από τους Κολωνιάρη και Λιακόπουλο. Η ομάδα της Θεσσαλονίκης κατέκτησε για τρίτη φορά τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδας, με εννέα βαθμούς, έναντι οκτώ της ΑΕΚ και επτά του Ολυμπιακού.
Την επόμενη χρονιά, ο Άρης τερμάτισε τρίτος πίσω από τον Μακεδονικό και τον Ηρακλή, με τους Βικελίδη και Αμπραχαμιάν να επιτίθενται στον διαιτητή Μαρίντση στον αγώνα με τον ΠΑΟΚ και τον Άρη να μηδενίζεται. Οι δύο αθλητές τιμωρήθηκαν μέχρι το τέλος της αγωνιστικής περιόδου.
Το 1948, οι "κίτρινοι" ήλθαν δεύτεροι πίσω από τον ΠΑΟΚ, από τον οποίο έχασαν με 0-1 στις 29 Φεβρουαρίου. Στις 11 Απριλίου ο Άρης ανταπέδωσε, νικώντας τον δικέφαλο εκτός έδρας με 2-5 για το κύπελλο, πριν αποκλειστεί από τον Μέγα Αλέξανδρο. Επίσης, στις 20 Ιουνίου 1948, αντιμετώπισε την γαλλική Ρεμς σε φιλικό αγώνα που διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη, με το σκορ να είναι 1-1 πριν διακοπεί ο αγώνας λόγω καταρρακτώδους βροχής.
Το 1949, οι "κίτρινοι επέστρεψαν στους τίτλους, ισοβαθμώντας με τον ΠΑΟΚ στην πρώτη θέση του βαθμολογικού πίνακα αλλά υπερτερώντας στη διαφορά τερμάτων. Το καλοκαίρι του 1948, είχε ενταχθεί στη σύνθεση της ομάδας ο επιθετικός του Απόλλωνα Αθηνών, Βασίλης Γρηγοριάδης, ο οποίος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με εννέα γκολ. Στην τελική φάση του πανελληνίου πρωταθλήματος, ο Άρης παραχώρησε ισοπαλία 4-4 στον Ολυμπιακό με χατ-τρικ του Γρηγοριάδη, αλλά ηττήθηκε στον Πειραιά με 4-1. Στους δύο αυτούς αγώνες, ο πρώην ποδοσφαιριστής των "κίτρινων" και τότε αθλητής του Ολυμπιακού, Άγγελος Βασιλειάδης, δεν δέχτηκε να αγωνιστεί εναντίον της πρώην ομάδας του. Στις 17 Ιουλίου 1949 ο Άρης αντιμετώπισε εκτός έδρας τον Παναθηναϊκό, προηγήθηκε με τέρμα του Δημήτρη Καλτέκη στο 53' και ισοφαρίστηκε στο 74'. Οι φιλοξενούμενοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα για το γκολ της ισοφάρισης, με τον τερματοφύλακα Κώστα Βελλιάδη να αποβάλλεται, αλλά επειδή αρνήθηκε να αποχωρήσει, ο αγώνας διακόπηκε εις βάρος τους. Μία εβδομάδα αργότερα, "ο Άρης παρέταξε την αναπληρωματικήν του ομάδα, ενισχυμένην με τρεις μόνον παίκτας της πρώτης (σημ. α'), λόγω της αδίκου, ως πιστεύει, τιμωρίας των παικτών του Βελλιάδη και Αμπραχαμιάν", για να ηττηθεί με 0-2 από τους "πράσινους". Αυτή ήταν και η τελευταία χρονιά του Κλεάνθη Βικελίδη με την ομάδα του Άρη.

Δεκαετία του '50
Μετά την αποχώρηση του Βικελίδη από την ενεργό δράση, ο Άρης ενισχύθηκε με τον Λεωνίδα Ποζάνη και τον Στέλιο Παπουτσόπουλο, αλλά τερμάτισε στην τρίτη θέση του τοπικού πρωταθλήματος του 1950, έχοντας ως πρώτο σκόρερ τον Δημήτρη Καζαντζή με οκτώ γκολ. Την ίδια περίοδο, οι "κίτρινοι" έφθασαν για τέταρτη φορά στον τελικό του κυπέλλου, έχοντας αποκλείσει πιο πριν την Ελπίδα Δράμας, τον ΠΑΟΚ και τον Εθνικό, αλλά η "κατάρα" των τελικών συνεχίστηκε, με την ομάδα της Θεσσαλονίκης να χάνει εύκολα από την ΑΕΚ με 4-0.
Την επόμενη χρονιά, ο Άρης πραγματοποίησε απογοητευτική πορεία με τέσσερις νίκες σε δέκα αγώνες του πρωταθλήματος Θεσσαλονίκης, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση, ενώ στο κύπελλο αποκλείστηκε από τον ΠΑΟΚ στη φάση των προημιτελικών, χάνοντας με 2-4 στην παράταση.
Το 1952, το γεγονός που ξεχώρισε ήταν τα εγκαίνια του γηπέδου Χαριλάου, με τον Άρη να δίνει φιλικό αγώνα με τον Ολυμπιακό στις 4 Νοεμβρίου 1951. Στο τοπικό πρωτάθλημα, η ομάδα του Νίκου Αγγελάκη τερμάτισε δεύτερη πίσω από τον Ηρακλή, από τον οποίο ηττήθηκε δύο φορές. Στη διοργάνωση του κυπέλλου, οι "κίτρινοι" απέκλεισαν τον ΠΑΟΚ στους "16" για να μείνουν εκτός στην επόμενη φάση από τη Δόξα στη Δράμα, όπου ηττήθηκαν με 3-2.
Ο Άρης κατάφερε να κατακτήσει το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης μετά από τέσσερα χρόνια το 1953, νικώντας τον Ηρακλή στον επαναληπτικό αγώνα μπαράζ με 1-0, έχοντας ως σκόρερ τον Άγγελο Παπαγγέλου στο 87ο λεπτό. Στην τελική φάση του πανελλήνιου πρωταθλήματος, η ομάδα της Θεσσαλονίκης ηττήθηκε δύο φορές με 0-1 από τον Παναθηναϊκό, μία φορά από τον Ολυμπιακό με 3-1 στον Πειραιά και έφερε λευκή ισοπαλία με τους "ερυθρόλευκους" στη Θεσσαλονίκη. Για το κύπελλο Ελλάδος, ο Άρης απέκλεισε τον Ηρακλή με 5-1 αλλά αποκλείστηκε στον προημιτελικό από την ΑΕΚ με 0-1.
Την επόμενη χρονιά, ο Άρης αποδυναμώθηκε επιθετικά χάνοντας τον Λευτέρη Χαλυβόπουλο, κατακτώντας τη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος Θεσσαλονίκης, ενώ στο κύπελλο αποκλείστηκε εντός έδρας από τη Δόξα Δράμας στα προημιτελικά. Ακολούθησε η τρίτη θέση του 1955, ενώ στο κύπελλο ήλθε ο εντός έδρας αποκλεισμός από τον Παναθηναϊκό με 0-1.
Το καλοκαίρι του 1955, ο τερματοφύλακας Κώστας Βελλιάδης, αφέθηκε ελεύθερος από τη διοίκηση της ομάδας, μετά από πολυετή προσφορά στον σύλλογο και εντάχθηκε στον ΠΑΟΚ για έναν χρόνο πριν αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Νέοι παίκτες του Άρη ήταν οι Μουφίτ Καλλιοτζής, Μιχάλης Μπαλτατζής και Ηλίας Κεμαλίδης, με την ομάδα των "κίτρινων" να έρχεται δεύτερη στο πρωτάθλημα της ΕΠΣ Μακεδονίας. Η ΕΠΟ επανέφερε το σύστημα με τη διοργάνωση πρωταθλήματος σε βόρειο και νότιο όμιλο, με τον Άρη να τερματίζει πρώτος πάνω από τον ΠΑΟΚ, αλλά στην τελική φάση να τερματίζει έκτος και τελευταίος με τρεις ισοπαλίες και επτά ήττες σε δέκα αγώνες. Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης απέκλεισε τον Ηρακλή με 2-1 σε επαναληπτικό αγώνα αλλά ηττήθηκε εντός έδρας στα ημιτελικά από τον Ολυμπιακό με τρία γκολ του Κώστα Πολυχρονίου.
Την επόμενη χρονιά, η διεκδίκηση του τοπικού τίτλου κρίθηκε στην τελευταία αγωνιστική, με τον Άρη να χρειάζεται μόνο νίκη εναντίον του ΠΑΟΚ, αλλά να κατακτά τη δεύτερη θέση μετά το ισόπαλο 1-1. Οι δύο ομάδες προκρίθηκαν στο πρωτάθλημα εθνικής κατηγορίας, με τον Άρη να τερματίζει έβδομος, χάνοντας δύο φορές από τον Ολυμπιακό και εντός έδρας από τον ΠΑΟΚ, αλλά νικώντας τον Παναθηναϊκό εκτός έδρας με δύο γκολ του Γιάννη Σισμανίδη.
Το καλοκαίρι του 1957, ο Άρης ενισχύθηκε με τον τερματοφύλακα Βαγγέλη Πετράκη και τον επιθετικό Στέλιο Πέρρο από τον Μελιτέα. Παρ' όλα αυτά, το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης κατέκτησε για μοναδική φορά στην ιστορία του ο Απόλλων Καλαμαριάς, ενώ ο Άρης περιορίστηκε στην τέταρτη θέση. Για το κύπελλο Ελλάδος, οι "κίτρινοι" απέκλεισαν τον ΠΑΟΚ με 2-0 και κληρώθηκαν να αντιμετωπίσουν τον Παναθηναϊκό εντός έδρας, στις 9 Ιουλίου 1958. Λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή του αγώνα, η ΕΠΟ άλλαξε την έδρα, ορίζοντας το γήπεδο του Παναθηναϊκού, με τη διοίκηση του Άρη να αντιδρά αποσύροντας την ομάδα. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Άρης έδωσε φιλικό αγώνα με τον ΠΑΟΚ, ο οποίος έληξε 1-1.
Την περίοδο 1958-59, ο Άρης κατέκτησε το τελευταίο πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης, όντας ο πολυνίκης σύλλογος της διοργάνωσης με δώδεκα τίτλους. Ο Πέρρος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με 15 γκολ και το πρωτάθλημα Ελλάδος διοργανώθηκε με δέκα ομάδες. Ο Άρης κατέλαβε την έκτη θέση, ενώ στο κύπελλο αποκλείστηκε από τη Νίκη Βόλου εκτός έδρας.

Δεκαετία του ΄60
Στο πρώτο πρωτάθλημα Α' Εθνικής, ο Άρης παρουσιάστηκε με προπονητή τον Σβέτισλαβ Γκλίσοβιτς και πραγματοποίησε μέτρια πορεία κατακτώντας την όγδοη θέση, ενώ στο κύπελλο αποκλείστηκε από τον Παναιγιάλειο.
Την επόμενη περίοδο, ξεκίνησε μία τριετία όπου ο Άρης πραγματοποίησε πολύ μέτριες πορείες φθάνοντας στο σημείο να κινδυνεύσει με υποβιβασμό. Το 1961, η ομάδα της Θεσσαλονίκης τερμάτισε δωδέκατη, ενώ στο κύπελλο αποκλείστηκε από τον Ολυμπιακό με 2-3.
Ακολούθησε η 13η θέση του 1962, με τους "κίτρινους" να ηττώνται στους μισούς αγώνες του πρωταθλήματος. Η έσχατη χρονιά για εκείνη την εποχή του συλλόγου, υπήρξε το 1963, όπου ο Άρης αναγκάστηκε να διεκδικήσει τη σωτηρία του στην πρώτη κατηγορία μέσω αγώνων μπαράζ. Η ομάδα του Μπέλλα Πάλφυ, νίκησε την Προοδευτική με 3-1 στη Λαμία, έφερε ισοπαλία με τον Παναιγιάλειο στον Βόλο και ηττήθηκε στον αδιάφορο τελευταίο αγώνα από τον Απόλλωνα Καλαμαριάς. Μοναδική αναλαμπή τη συγκεκριμένη χρονιά, υπήρξε η πορεία της ομάδας για το κύπελλο, όπου απέκλεισε κατά σειρά την Αναγέννηση Καρδίτσας, τον Ηρακλή και την ΑΕΚ, πριν ηττηθεί στον επαναληπτικό αγώνα του αρχικού 1-1 στη Θεσσαλονίκη, με 5-2 από τον Ολυμπιακό στον Πειραιά.
Από τις δύο προηγούμενες χρονιές, έκανε την εμφάνιση της στη σύνθεση του Άρη μία φουρνιά παικτών η οποία θα διακρινόταν στα επόμενα χρόνια. Μεταξύ αυτών, οι Νίκος Χρηστίδης, Αλέκος Αλεξιάδης, Βασίλης Ψηφίδης και Γιώργος Κωνσταντινίδης. Ο Πάλφι παρέμεινε στην τεχνική ηγεσία του τμήματος και ο Άρης σαφώς βελτιωμένος, κατέκτησε την έκτη θέση, με την προσθήκη των Δημήτρη Γριμπελάκου και του Στέφανου Δεμίρη. Την τέταρτη αγωνιστική του πρωταθλήματος, ο Άρης νίκησε εκτός έδρας τον ΠΑΟΚ, ξεκινώντας μία δεκαετή παράδοση κατά την οποία δεν ηττήθηκε από τον "δικέφαλο του βορρά".
Η επιτυχημένη πορεία της προηγούμενης χρονιάς, έδωσε στον Άρη το δικαίωμα να αγωνιστεί στο κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων, παραχωρώντας λευκή ισοπαλία στη Ρόμα στο Καυταντζόγλειο Στάδιο, πριν ηττηθεί με 3-0 στην Ιταλία. Στη συνέχεια κατέλαβε την έβδομη θέση του πρωταθλήματος, με τη νίκη με 2-3 επί του Ολυμπιακού στον Πειραιά να ξεχωρίζει. Την 1 Νοεμβρίου 1964, ο Άρης έφερε ισοπαλία 2-2 με τον Παναθηναϊκό στο Καυταντζόγλειο, με 34.277 εισιτήρια να κόβονται. Στο κύπελλο, οι "κίτρινοι" αποκλείστηκαν στα προημιτελικά από τη Νίκη Βόλου.
Την περίοδο 1965-66, ο Άρης κατέλαβε την πέμπτη θέση στο πρωτάθλημα, πετυχαίνοντας τη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας του κατά του αιώνιου αντιπάλου του με 5-1. Για το κύπελλο Εκθέσεων, ο Άρης πέτυχε την πρώτη του ευρωπαϊκή νίκη, καταβάλλοντας με 2-1 την Κολωνία με γκολ των Κωνσταντινίδη και Φιλίππου, αλλά ηττήθηκε στην Γερμανία με 2-0, αποκλειόμενος από την επόμενη φάση.
Ο Μπέλα Πάλφι αποχώρησε μετά από παρουσία 3,5 ετών, δίνοντας τη θέση του στον Σβέτισλαβ Γκλίσοβιτς και τους "κίτρινους" με νέα προσθήκη τον Μανώλη Κεραμιδά να κατακτούν την πέμπτη θέση. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1966, ο Άρης ηττήθηκε στο Καυταντζόγλειο από τη Γιουβέντους με 0-2, πριν συντριβεί με 5-0 στον επαναληπτικό του Τορίνο. Για τον θεσμό του κυπέλλου, ο Άρης υπήρξε θύμα έκπληξης στη φάση των 32, όταν αποκλείστηκε από την Ασπίδα στην Ξάνθη με 2-1.
Νέος προπονητής της ομάδας ανέλαβε ο Σεβεριάνο Κορέιρα για το πρωτάθλημα του 1967-68, με την ομάδα του Άρη να κατακτά την τέταρτη θέση, χωρίς να γνωρίσει ήττα στην έδρα της. Βελτιωμένος επιθετικά, ο Άρης πέτυχε 61 γκολ με σπουδαίες νίκες κατά του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού στη Θεσσαλονίκη, όπως και επί του ΠΑΟΚ με 2-3 στο γήπεδο της Τούμπας, σε έναν αγώνα που ξεκίνησε στις έντεκα το πρωί της 22ης Οκτωβρίου του 1967.
Την επόμενη χρονιά, οι "κίτρινοι" επέστρεψαν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, νικώντας την Χιμπέρνιανς από τη Μάλτα, την οποία κατέβαλαν με 1-0 στη Θεσσαλονίκη και με 0-6 εκτός έδρας. Στον επόμενο γύρο, ο Άρης αντιμετώπισε την Ουίπεστ, από την οποία ηττήθηκε με 1-2 εντός έδρας και με 9-1 εκτός. Για τη διοργάνωση του πρωταθλήματος, ο Άρης κατάφερε να σπάσει την τριάδα των Αθηνών, κατακτώντας την τρίτη θέση, με την προσθήκη των Κλήμη Γούναρη και Θόδωρου Πάλλα, ενώ στα μέσα της χρονιάς αποχώρησε ο Δημητρης Γριμπελάκος μετά από έξι χρόνια παρουσίας στον σύλλογο.

Δεκαετία του '70
Την περίοδο 1969-70, ο Άρης κατέκτησε τον μοναδικό μέχρι σήμερα τίτλο του, το κύπελλο Ελλάδος. Στον δεύτερο γύρο, η ομάδα του Άρη αντιμετώπισε την Πάτρα εκτός έδρας, την οποία απέκλεισε με 0-1 και στις 27 Απριλίου 1970 νίκησε τον Παναθηναϊκό με 2-1 στη φάση των 16. Στη φάση των προημιτελικών, ο Άρης νίκησε εκτός έδρας την Καλλιθέα με 1-3, με γκολ των Σπυρίδωνα, Αλεξιάδη και Κεραμιδά. Στον ημιτελικό της 21ης Ιουνίου, ο Άρης κατέβαλε την αντίσταση του Ολυμπιακού στο στάδιο Καραϊσκάκη με γκολ του Κώστα Παπαϊωάννου.
Ο τελικός με τον ΠΑΟΚ ορίστηκε μία εβδομάδα αργότερα και για πρώτη φορά δεν συμμετείχε ούτε μία ομάδα από την Αθήνα. Ο αγώνας αυτός ήταν ο πρώτος που μεταδόθηκε ζωντανά από την ελληνική τηλεόραση, παρουσία 50.000 θεατών. Ο Άρης είχε στο απουσιολόγιο του τον Τάκη Λουκανίδη λόγω τιμωρίας, με τον Ιωσήφ Μιχαηλίδη να παίρνει τη θέση του. Το μοναδικό γκολ του αγώνα πέτυχε ο Μανώλης Κεραμιδάς στο όγδοο λεπτό της αναμέτρησης, ενώ στη συνέχεια ακυρώθηκαν δύο ακόμη τέρματα του Αρη. Ο ΠΑΟΚ έχασε πέναλτι στο 33ο λέπτο με τον Κούδα και ο Άρης πανηγύρισε τον τίτλο.
Για το πρωτάθλημα του 1969-70, ο Άρης κατέκτησε την τέταρτη θέση, έχοντας μία από τις καλύτερες αμυντικές επιδόσεις όλων των εποχών, με μόλις 15 γκολ παθητικό. Μέχρι τα μέσα του δεύτερου γύρου, η ομάδα της Θεσσαλονίκης ήταν δεύτερη, αλλά οι ήττες από την ΑΕΚ και τον ΟΦΗ την περιόρισαν στην τιμητική τέταρτη θέση. Για το κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων, ο Άρης έφερε 1-1 στο Καυταντζόγλειο με την ιταλική Κάλιαρι, σε έναν αγώνα όπου κόπηκαν 42.211 εισιτήρια. Οι Θεσσαλονικείς αποκλείστηκαν, χάνοντας εκτός έδρας με 3-0.
Την επόμενη χρονιά, η πορεία της ομάδας ήταν απογοητευτική, με τους "κίτρινους" να περιορίζονται στη δέκατη θέση, χωρίς να πετύχουν εκτός έδρας νίκη. Στα μέσα της χρονιάς, απολύθηκε ο προπονητής Μίλοβαν Τσίριτς, με τον Λάζο Μπαλτατζή και τον Λες Άλεν να ολοκληρώνουν την χρονιά. Για το κύπελλο Κυπελλούχων, η ομάδα του Άρη αντιμετώπισε την αγγλική Τσέλσι, φέρνοντας 1-1 στην Θεσσαλονίκη, πριν ηττηθεί με 5-1 στο Λονδίνο. Την ίδια χρονιά, ο Άρης κατέκτησε το κύπελλο Μεγάλης Ελλάδος, νικώντας τον Πεζοπορικό Λάρνακας σε διπλό αγώνα.
Την περίοδο 1971-72, ο Άρης κατέλαβε την τέταρτη θέση στο πρωτάθλημα με μόλις πέντε ήττες σε 34 αγώνες και έχοντας ως εντός έδρας ρεκόρ δώδεκα νίκες και πέντε ισοπαλίες. Προπονητής της ομάδας ήταν ο Ουΐλφ Μακγκίνες και νέα προσθήκη ο Γιώργος Φοιρός από τον Αγροτικό Αστέρα, μετέπειτα διεθνής με την Εθνική Ελλάδος. Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης απέκλεισε εκτός έδρας τον Ολυμπιακό με 1-2, αλλά στη φάση των προημιτελικών αποκλείστηκε από τον ΠΑΟΚ με το ίδιο σκορ. Τρεις ημέρες νωρίτερα, είχε λάβει χώρα στο γήπεδο Χαριλάου, η αναμέτρηση των δύο ομάδων για το πρωτάθλημα, η οποία έληξε με 3-3 και τον Άρη να έχει έντονα παράπονα από τη διαιτησία του Νίκου Ζλατάνου. Για τον αγώνα του κυπέλλου, η διαιτησία του Χρήστου Μίχα ήταν παρόμοια, με τον διαιτητή να αρνείται τρία πέναλτι στον Άρη και να αποβάλει τον Γιάννη Μπαλάφα στο 40ο λεπτό. Οι εφημερίδες της εποχής χαρακτήρισαν τον αγώνα "το ντέρμπι του μίσους", αφού διακόπηκε στο 88ο λεπτό, όταν οι παίκτες των δύο ομάδων ήρθαν στα χέρια με συνέπεια να τιμωρηθούν με ετήσιο αποκλεισμό οι Αλεξιάδης και Σπυρίδων, με εξάμηνο αποκλεισμό ο Βαγγέλης Συρόπουλος και με τρίμηνο αποκλεισμό οι Σοφοκλής Σεμερτζής και Γιάννης Μπαλάφας.
Ο Άρης ενισχύθηκε με τον Σπύρο Καπερνέκα και τον Μίλτο Κουμαριά από τον Ολυμπιακό, όπως και τον Γιώργο Μπιτζίδη από τον Πανσερραϊκό. Παρ' όλα αυτά, περιορίστηκε στην ένατη θέση του πρωταθλήματος και αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο του κυπέλλου από τον Λεβαδειακό.
Μετά το τέλος της περιόδου 1972-73, την τεχνική ηγεσία των "κίτρινων" ανέλαβε ο Μπράνκο Στάνκοβιτς και η ομάδα ενισχύθηκε με τον Γιάννη Βένο και τον Νίκο Κασάπη. Ο Άρης μπήκε στην πρώτη τριάδα του πρωταθλήματος για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια. Η διοίκηση του συλλόγου αποφάσισε τη διαγραφή του τερματοφύλακα Νίκου Χρηστίδη, θεωρώντας τον υπεύθυνο για την εντός έδρας ήττα από τον Ολυμπιακό με 2-4. Στις 23 Μαρτίου 1975, ο Χρηστίδης αποκαταστάθηκε, αντικαθιστώντας τον Παπαφλωράτο στον αγώνα με τον ΠΑΣ Γιάννινα.
Το επόμενο καλοκαίρι, αποκτήθηκε από τον Αγροτικό Αστέρα ο Ντίνος Κούης, μετέπειτα αρχισκόρερ της ομάδας του Άρη, όπως και ο ομογενής Γιώργος Ανανιάδης. Παράλληλα, αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση οι Σοφοκλής Σεμερτζής, Βαγγέλης Συρόπουλος και Ιωσήφ Μιχαηλίδης. Ο Άρης κατέλαβε την έκτη θέση του πρωταθλήματος, με τον Στάνκοβιτς να δίνει τη θέση του στον Αλκέτα Παναγούλια. Οι "κίτρινοι" αντιμετώπισαν τη Ραπίντ Βιέννης για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, χάνοντας με 3-1 στην Αυστρία και νικώντας με 1-0 στην κατάμεστη Τούμπα.
Μετά το τέλος της χρονιάς, αποχώρησε από την ομάδα ένας από τους σπουδαιότερους σέντερ-φορ της ιστορίας του Άρη, ο Αλέκος Αλεξιάδης, με τον Άγγελο Σπυρίδωνα να ακολουθεί τον Φεβρουάριο του 1976. Νέος προπονητής του Άρη ανέλαβε ο Ντόμπριμιρ Ζέτσεφ και η ομάδα βρέθηκε και πάλι στην έκτη θέση του πρωταθλήματος με 13 νίκες, 9 ισοπαλίες και 8 ήττες. Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης αποκλείστηκε στη φάση των προημιτελικών από τον Παναθηναϊκό, χάνοντας στην Αθήνα με 3-1.
Το καλοκαίρι του 1976, αποχώρησαν από την ομάδα οι Χρηστίδης, Ναλμπάντης και Παπαϊωάννου, ενώ ο Παναγούλιας ανέλαβε και πάλι την τεχνική ηγεσία. Η ομάδα ενισχύθηκε με μελλοντικά αστέρια όπως ο Γιώργος Ζήνδρος, ο Κώστας Μόκαλης και ο Χρήστος Παπέτας. Παρά το μουδιασμένο ξεκίνημα με ήττες από τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ, ο Άρης διατήρησε ένα αήττητο σερί οκτώ αγώνων από την 7η μέχρι τη 14η αγωνιστική και έκλεισε τη χρονιά στην πέμπτη θέση με τέσσερις συνεχόμενες νίκες. Ο σύλλογος θρήνησε τον χαμό ενός από τους σπουδαιότερους παράγοντες του, του Νίκου Καμπάνη τον Φεβρουάριο του 1977, ηγετικής μορφής του Άρη για τρεις δεκαετίες και εκδότη της εφημερίδας "Αθλητικά Νέα".
Την επόμενη χρονιά, αποκτήθηκε ο Δανός Όλε Σκόμποε και ο Γερμανός Βάλτερ Βάγκνερ, ενώ προπονητής της ομάδας ανέλαβε ο Καρλ Χάιντς Ρουλ. Μετά τις τέσσερις ήττες στις οκτώ πρώτες αγωνιστικές, ο Ρουλ αντικαταστάθηκε από τον Μίλοβαν Τσίριτς, ο οποίος επέστρεψε στον Άρη μετά από επτά χρόνια. Σταθερή βελτίωση παρουσιάστηκε με τις ισοπαλίες εναντίον του ΠΑΟΚ, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, ενώ στον δεύτερο γύρο πέτυχε δύο σπουδαίες νίκες, κατά του Ολυμπιακού με 1-2 στο στάδιο Καραϊσκάκη και της ΑΕΚ με 2-0 στο Χαριλάου. Ο Άρης κατετάγη έκτος με δώδεκα νίκες, δέκα ισοπαλίες και δέκα ήττες, ενώ στη διοργάνωση του κυπέλλου απέκλεισε τον Εθνικό Αστέρα, την Αναγέννηση Επανωμής, τον Εθνικό και την Καβάλα εκτός έδρας, για να αποκλειστεί στην ημιτελική φάση με 0-1 από τον ΠΑΟΚ στην παράταση.
Νέος προπονητής του Άρη ήταν ο Βούλγαρος Αποστόλ Τσατσέφσκυ και την περίοδο 1978-79 οι "κίτρινοι" πέτυχαν ένα μεγάλο ρεκόρ, νικώντας και τους 17 αγώνες που έδωσαν στην έδρα τους. Παρ' όλα αυτά, ο Άρης περιορίστηκε στην τρίτη θέση, λόγω της μέτριας εκτός έδρας πορείας του. Στο κύπελλο, η ομάδα απέκλεισε τον Ηρακλή και τον Παναθηναϊκό στη διαδικασία των πέναλτι, για να αποκλειστεί από τον μετέπειτα κυπελλούχο Πανιώνιο, όταν ηττήθηκε στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης με 5-1, ενώ είχε νικήσει στην έδρα του με 5-2.

Δεκαετία του '80
Το καλοκαίρι του 1979, ο Άρης μετατράπηκε σε ΠΑΕ με μετοχικό κεφάλαιο 29.400.000 δραχμών, λαμβάνοντας μέρος στο πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα της Α' Εθνικής. Προπονητής του Άρη ανέλαβε ο Ουρουγουανός Πέπε Σασία και στην πρεμιέρα απέσπασε ισοπαλία 3-3 από τον Παναθηναϊκό. Ακολούθησε το 2-0 εναντίον του ΠΑΟΚ και παρά την ήττα από τον ΟΦΗ στην Κρήτη, ο Άρης οδηγούσε την κούρσα του πρωταθλήματος μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 1979, όταν ηττήθηκε στον Πειραιά από τον Ολυμπιακό. Οι "κίτρινοι" συνέχισαν την επιτυχημένη πορεία τους, νικώντας με 2-1 στον αντίστοιχο αγώνα του δεύτερου γύρου τον Ολυμπιακό, με τον οποίο ισοβάθμησαν στην πρώτη θέση της διοργάνωσης.
Ο τίτλος κρίθηκε σε αγώνα μπαράζ, ο οποίος διοργανώθηκε στις 24 Μαΐου 1980 στο εθνικό στάδιο Βόλου. Ο Άρης είχε προπονητή τον Άγγλο Φρανκ Μπλάνστοουν, ο οποίος αντικατέστησε τον Σασία μετά το εντός έδρας 1-1 με τον Ηρακλή. Ο Ολυμπιακός νίκησε τον Άρη με 2-0, παρά την σαφή ανωτερότητα των "κίτρινων" στο πρώτο ημίχρονο, όπου είχαν δύο δοκάρια με τον Πάλλα και τον Κούη. Στο δεύτερο λεπτό του δευτέρου ημιχρόνου, η ομάδα του Πειραιά άνοιξε το σκορ και μέσα σε διάστημα δέκα λεπτών διπλασίασε τα τέρματα της, εξανεμίζοντας τις ελπίδες του Άρη για κατάκτηση του τίτλου.
Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης έφθασε μέχρι την προημιτελική φάση, όπου και νίκησε τον ΠΑΟΚ με 1-0 στον πρώτο αγώνα, αλλά ηττήθηκε με 2-0 στην παράταση στον επαναληπτικό της Τούμπας.
Η τρίτη θέση της περιόδου 1978-79, έδωσε τη δυνατότητα στους "κίτρινους" να αγωνιστούν στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ, όπου κληρώθηκαν με την πορτογαλική Μπενφίκα, την οποία νίκησαν με 3-1 στο κατάμεστο γήπεδο Χαριλάου. Στον επαναληπτικό της Λισαβώνας, ο Άρης έμεινε πίσω στο σκορ με 2-0, αλλά ένα σουτ του Σεμερτζίδη στο 81ο λεπτό έδωσε την πρόκριση στην ελληνική ομάδα. Ακολούθησαν οι αναμετρήσεις με τη δευτεραθλήτρια Ιταλίας Περούτζια του Πάολο Ρόσι στον δεύτερο γύρο, ο οποίος άνοιξε το σκορ στον πρώτο αγώνα της Θεσσαλονίκης, με τον Σεμερτζίδη να ισοφαρίζει σε 1-1 στο 61ο λεπτό. Με μειωμένες τς ελπίδες, η ομάδα της Θεσσαλονίκης πήγε στην Ιταλία στις 7 Νοεμβρίου 1979, όπου πραγματοποιώντας μία από τις σπουδαιότερες εμφανίσεις της ιστορίας της, νίκησε με 0-3, με γκολ των Κούη, Σεμερτζίδη και Ζήνδρου. Η ευρωπαϊκή πορεία της ομάδας ολοκληρώθηκε στον τρίτο γύρο της διοργάνωσης, όπου αντιμετώπισαν τη Σαιντ Ετιέν του Μισέλ Πλατινί, από την οποία ηττήθηκαν με 4-1 στη Γαλλία, για να αποσπάσουν τιμητικό 3-3 στη Θεσσαλονίκη.
Το καλοκαίρι του 1980, αποχώρησαν από την ομάδα ο Σκόμποε και ο Ανανιάδης, ενώ αποκτήθηκε ο ομογενής Θαλής Τσιριμώκος. Οι "κίτρινοι", με προπονητή τον Τσέχο Μίχαλ Βίτσαν, κατέλαβαν την τρίτη θέση στο πρωτάθλημα, με τον Κούη να αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 21 γκολ. Ένας από τους πιο συναρπαστικούς αγώνες της χρονιάς πραγματοποιήθηκε στο γήπεδο Νέας Φιλαδέλφειας, όπου ΑΕΚ και Άρης αναδείχθηκαν ισόπαλοι με 4-4. Ο Άρης έχασε τον βετεράνο αμυντικό του, Θόδωρο Πάλλα, ο οποίος μεταγράφηκε στα μέσα της περιόδου στον Ολυμπιακό, αφήνοντας τους "κίτρινους" μετά από 13 χρόνια.
Στην Ευρώπη, ο Άρης κληρώθηκε με τη μετέπειτα κυπελλούχο ΟΥΕΦΑ Ίπσουιτς, από την οποία ηττήθηκε στην Αγγλία με 5-1 με τρία πέναλτι του Γουόρκ, με τον επαναληπτικό να διεξάγεται στο Καυταντζόγλειο. Ο Άρης προηγήθηκε στο 66ο λεπτό με 3-0 και πίεσε για την επική ανατροπή, αφήνοντας χώρους στην αγγλική ομάδα με αποτέλεσμα να δεχθεί το 3-1 στο 75'. Αυτή ήταν η πρώτη ήττα των Βρετανών μετά από 27 αγώνες.
Το καλοκαίρι του 1981, αποχώρησαν οι Ντίνος Μπαλλής και Κώστας Δράμπης, με νέες προσθήκες να είναι οι Λεωνίδας Βόσδου, Κώστας Χαραλαμπίδης, Μπάμπης Δουλγεράκης, Φουάτ Μουλαχασάνοβιτς και Πάβελ Πανώφ. Ο Άρης παρέμεινε αήττητος στην έδρα του και κατέλαβε την πέμπτη θέση, λόγω των μόλις δύο εκτός έδρας νικών που πέτυχε. Ο Βίτσαν απολύθηκε λόγω κακής επικοινωνίας με τους παίκτες, με τον Ντίτμαρ Κράμερ να παίρνει τη θέση του. Στον πρώτο αγώνα του Γερμανού, ο Άρης νίκησε την ΑΕΚ με 3-0 στην Κατερίνη, όπου αγωνιζόταν λόγω τιμωρίας. Δύο εβδομάδες αργότερα, κέρδισε και τον δικέφαλο του Βορρά με 2-1. Στο κυπελλο, ο Άρης αποκλείστηκε νωρίς από τον Διαγόρα Ρόδου.
Για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ, οι "κίτρινοι" απέκλεισαν τη Σλιέμα Μάλτας με δύο νίκες, πριν γνωρίσουν τον αποκλεισμό από τη Βελγική Λόκερεν.
Την επόμενη χρονιά, οι "κίτρινοι" κατέλαβαν και πάλι την πέμπτη θέση, με προπονητή τον Αντώνη Γεωργιάδη. Η ομάδα πραγματοποίησε μία μεγάλη μεταγραφή, φέρνοντας στη Θεσσαλονίκη τον διεθνή Ούγγρο τερματοφύλακα Σάντορ Γκουιντάρ και έφερε σπουδαία αποτελέσματα στα ντέρμπι της χρονιάς, χάνοντας μόνο από την ΑΕΚ στην Αθήνα, αλλά χάνοντας σημαντικούς βαθμούς σε αγώνες με υποδεέστερες ομάδες. Χαρακτηριστική ήταν η εκτός έδρας νίκη επί του Παναθηναϊκού, η πρώτη του Άρη στην Αθήνα μετά από 21 χρόνια.
Την περίοδο 1983-84, η ομάδα του Γεωργιάδη ξεκίνησε με συντριβή στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας από τους "πράσινους" συνεχίζοντας με ένα αήττητο σερί έξι αγώνων. Ό Άρης βελτίωσε τις εκτός έδρας επιδόσεις του με επτά νίκες σε δεκαπέντε αγώνες, αλλά ηττήθηκε από τους τρεις μεγάλους του Νότου στο γήπεδο Χαριλάου. Στα μέσα της χρονιάς, επέστρεψε ο Σκόμποε και ο Άρης αποκλείστηκε στο κύπελλο από τον Ηρακλή, νικώντας τον με 4-1 στο Χαριλάου αλλά χάνοντας με 3-0 στο Καυταντζόγλειο.
Το 1984-85, ο Άρης ξεκίνησε την ανανέωση του ρόστερ του, προωθώντας νεαρούς αθλητές όπως, μεταξύ άλλων, ο τερματοφύλακας Αλέκος Κατσιαούνης, ο Κυριάκος Μπιμπισίδης και ο Κώστας Οικονομίδης. Με μέτρια πορεία, η ομάδα κατέλαβε την έβδομη θέση, με τον Γεωργιάδη να χάνει τη θέση του μετά την εντός έδρας ήττα από τον ΟΦΗ την τρίτη αγωνιστική. Μετά από έναν αγώνα με τον Κώστα Χατζηκώστα στο τιμόνι της ομάδας, την τεχνική ηγεσία ανέλαβε ο Τάις Λίμπρεχτς. Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, ο Άρης αποκλείστηκε από τον ΠΑΟΚ, από τον οποίο ηττήθηκε με 2-0 στην Τούμπα και νίκησε με 3-1 στο Χαριλάου.
Την επόμενη χρονιά, ο Άρης κατέλαβε την έβδομη θέση, αν και στο τέλος του πρώτου γύρου βρισκόταν στη δεύτερη θέση της κατάταξης, έχοντας κερδίσει τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ και τους ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό στην Θεσσαλονίκη. Οι μόλις δύο νίκες του δευτέρου γύρου απογοήτευσαν τους οπαδούς του συλλόγου. Αναλαμπή υπήρξε η πορεία της ομάδας στο κύπελλο όπου απέκλεισε την ΑΠΕ Λαγκαδά, την Καστοριά, τον Εορδαϊκό και τον ΟΦΗ, φθάνοντας στην ημιτελική φάση με αντίπαλο τον Ολυμπιακό. Με τους "κόκκινους" έφερε 1-1 στην Θεσσαλονίκη και ηττήθηκε με 2-1 στην Αθήνα, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε.
Μία από τις χειρότερες χρονιές ήταν αυτή του 1987, με τον Άρη να καταλαμβάνει την ενδέκατη θέση, παρά την επιστροφή του Μπαλλή και την ανάδειξη του επιθετικού Βασίλη Δημητριάδη. Την τεχνική ηγεσία της ομάδας ανέλαβαν κατά σειρά οι Γκόικο Ζετς και Κλήμης Γούναρης.
Το 1988, ο Άρης του Γκερντ Πρόκοπ τερμάτισε στην ένατη θέση, με σημαντική προσθήκη τον Αντώνη Γιουκούδη. Η μόλις μία εκτός έδρας νίκη της ομάδας και οι συνεχείς διαφωνίες των Κούη και Τζίφόπουλου με τον Πρόκοπ, περιόρισαν τις δυνατότητες της ομάδας.
Στην τελευταία χρονιά της δεκαετίας, αποτέλεσαν παρελθόν βετεράνοι παίκτες όπως οι Τζιφόπουλος και Μπαλλής, ενώ αποκτήθηκε ο Αυστριακός Χανς Πέτερ Λίπκα, ο οποίος στα μέσα της χρονιάς αντικαταστάθηκε από τον Άρνε Μέλλερ. Ο Άρης έμεινε μόλις τρεις βαθμούς πίσω από την ευρωπαϊκή έξοδο, αλλά έσπασε μία αρνητική παράδοση που τον ήθελε να μην νικάει στην έδρα της ΑΕΚ, αφού υπέταξε τον δικέφαλο της Αθήνας με 0-1, με γκολ-φάουλ του Οικονομίδη.

Δεκαετία του '90
Η μέτρια πορεία της ποδοσφαιρικής ομάδας το 1990, σε αντίθεση με την "αυτοκρατορία" των Γκάλη, Γιαννάκη και Ιωαννίδη στο τμήμα μπάσκετ του συλλόγου, είχε ως συνέπεια έντονες αντιδράσεις από τους φιλάθλους της ομάδας. Παρά το γεγονός ότι ο Παναγούλιας κατάφερε να βάλει τις βάσεις για μια δυνατή ομάδα, ο Άρης πραγματοποίησε μέτρια πορεία και την τεχνική ηγεσία ανέλαβε ο Γιάτσεκ Γκμοχ, με την ομάδα να κατακτά την έβδομη θέση.
Την επόμενη χρονιά, στη σύνθεση του Άρη προστέθηκαν οι Μιχάλης Ζιώγας και Κώστας Κολομητρούσης από την Λάρισα και τον Λεβαδειακό αντίστοιχα. Ο Κούης αποσύρθηκε από τους αγωνιστικούς χώρους μετά από 17 χρόνια καριέρας και ο σύλλογος παραχώρησε με μεταγραφή τον Δημητριάδη στην ΑΕΚ, ενώ ο Κώστας Οικονομίδης αποκτήθηκε ως ελεύθερος από τον ΠΑΟΚ. Η ομάδα κατέλαβε την ένατη θέση και αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο από τον Αθηναϊκό για τον θεσμό του κυπέλλου.
Το 1991-92, ο Άρης πραγματοποίησε κάκιστη πορεία στον δεύτερο γύρο, παρά τις θετικές εμφανίσεις του στον πρώτο γύρο του πρωταθλήματος. Στον πάγκο του Άρη, τον Ιβάν Βουτσόφ διαδέχθηκε ο Γιώργος Φοιρός με συνεργάτη τον Ντίνο Κούη. Ο Φοιρός παρέμεινε στην τεχνική ηγεσία της ομάδας μέχρι τα τέλη του 1995.
Το καλοκαίρι του 1992, προστέθηκαν στην σύνθεση της ομάδας οι Γιώργος Στρατηλάτης, Αντώνης Σαπουντζής, Ζόραν Λόντσαρ, Γιώργος Κολτσίδας και Λιούμπισα Μιλόγεβιτς. Την πρώτη χρονιά, η ομάδα έδειξε θετικά δείγματα αλλά κατέκτησε την ένατη θέση, παρουσιάζοντας ένα σπουδαίο σύνολο το 1993-94, διεκδικώντας το πρωτάθλημα μέχρι την 27η αγωνιστική. Οι ήττες της ομάδας από τη Λάρισα, τον Παναθηναϊκό και τη Δόξα Δράμας, περιόρισαν τον Άρη στην έξοδο στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Παράλληλα, για το κύπελλο Ελλάδας, ο Άρης απέκλεισε τον Εδεσσαϊκό, τον Παναργειακό και τον ΠΑΣ Γιάννινα, πριν αποκλειστεί στα ημιτελικά από την ΑΕΚ.
Ο Άρης επέστρεψε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις μετά από δεκατρία χρόνια, αντιμετωπίζοντας την Ισραηλινή Χάποελ Μπερ Σεβά, την οποία απέκλεισε με δύο νίκες. Ακολούθησαν οι συγκλονιστικές αναμετρήσεις με την πολωνική Κατοβίτσε, από την οποία ηττήθηκε με 1-0 εκτός έδρας και νίκησε με το ίδιο σκορ στην Θεσσαλονίκη, παρά τις πολλές ευκαιρίες που απώλεσε. Τελικά, ο Άρης αποκλείστηκε στη διαδικασία των πέναλτι, με τους Σάββα Κωφίδη και Ιβάν Σίλβα Σάντος να αστοχούν.
Εσωτερικά προβλήματα έκαναν την εμφάνιση τους από την αμέσως επόμενη χρονιά, με τον πρόεδρο Λάμπρο Γράντα να έχει συνεχείς διαφωνίες με τον Φοιρό. Ο προπονητής, υπέβαλλε την παραίτηση του μετά την εντός έδρας ήττα με 0-4 από τον ΠΑΟΚ, η οποία δεν έγινε δεκτή. Ο Άρης δεν κατάφερε να βγει στην Ευρώπη, ενώ ισοβάθμησε με την ΑΕΚ και τον Ηρακλή, παρά την πολύ καλή πορεία του στον δεύτερο γύρο με δώδεκα νίκες, τρεις ισοπαλίες και δύο ήττες.
Την περίοδο 1995-96, ο Άρης κατέλαβε την έβδομη θέση, με τον Φοιρό να φεύγει το Νοέμβριο του 1995 μετά την εντός έδρας ισοπαλία με την Ξάνθη. Τη θέση του πήρε ο Γιόζεφ Γιαραμπίνσκι, οδηγώντας την ομάδα στα προημιτελικά του κυπέλλου, όπου αποκλείστηκε από τον Αθηναϊκό.
Την επόμενη χρονιά, την τεχνική ηγεσία της ομάδας ανέλαβε ο Σταύρος Διαμαντόπουλος, ενώ στη σύνθεση του Άρη προστέθηκαν οι Ριμπέιρο Νεϊζίνιο και Φαμπρίτσιο Σιλβάνι. Την τέταρτη αγωνιστική, ο Άρης ηττήθηκε εντός έδρας από τον Πανηλειακό με έντονες αντιδράσεις του κόσμου προς τη διοίκηση και τους παίκτες. Ο Γράντας αποχώρησε από τη διοίκηση του Άρη τον Ιανουάριο του 1997, δίνοντας τη θέση του στον καρδιοχειρούργο Παναγιώτη Σπύρου. Μετά την ταπεινωτική ήττα στην Καλαμάτα με 5-0, ο Διαμαντόπουλος απολύθηκε, με τον Χουάν Ραμόν Ρότσα να παίρνει τη θέση του. Στις 26 Ιανουαρίου 1997, οι υπεύθυνοι της ομάδας δεν προσκόμισαν τα δελτία των παικτών στον εκτός έδρας αγώνα με τον Αθηναϊκό και η ομάδα ηττήθηκε άνευ αγώνα, ενώ παράλληλα της αφαιρέθηκαν τρεις βαθμοί. Ο Ρότσα αποχώρησε μετά την εντός έδρας ήττα από την Καβάλα, με τον Φοιρό να επιστρέφει αλλά να μην καταφέρνει να σώσει την κατάσταση. Ο Άρης υποβιβάστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία του στη Β΄ Εθνική.
Οι "κίτρινοι" υποχρεώθηκαν να αγωνιστούν στη δεύτερη εθνική κατηγορία την περίοδο 1997-98, κατά την οποία η ομάδα φορούσε μαύρες φανέλες. Αν και ηττήθηκε δύο φορές μέχρι την πέμπτη αγωνιστική, ο Άρης ολοκλήρωσε τη χρονιά χωρίς άλλη ήττα, καταλαμβάνοντας εύκολα την πρώτη θέση. Για τη διοργάνωση του κυπέλλου, έφερε θετικά αποτελέσματα, αποκλείοντας την Αναγέννηση Άρτας, τον Αετό Σκύδρας, τον Ιάλυσο Ρόδου και τον ΟΦΗ, πριν αποκλειστεί στον προημιτελικό από τον Παναθηναϊκό.
Παράλληλα, υποψήφιοι πρόεδροι για την ανάληψη της ηγεσίας της ΠΑΕ έκαναν την εμφάνιση τους ανά τακτά διαστήματα. Ο Άγγλος Μακ Ντόναλντ έδειξε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά το καλοκαίρι του 1998, ο ιδιοκτήτης της ασφαλιστικής εταιρείας "Interamerican", Δημήτρης Κοντομηνάς, αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της ομάδας. Σημαντικές προσθήκες παικτών πραγματοποιήθηκαν, με τον Απόστολο Μάντζιο, τον Πρέντρακ Έρακ, τον Νταβίντ Τσέβες και τον Κάρλος Φλόρες να πλαισιώνουν ονόματα που αναδείχθηκαν την προηγούμενη χρονιά όπως ο τερματοφύλακας Φάνης Κατεργιαννάκης, ο Απόστολος Λιολίδης, ο Ναγκόλι Κένεντι και ο Άγγελος Χαριστέας.
Το πρωτάθλημα ξεκίνησε με αντίπαλο την τελευταία ομάδα που αντιμετώπισε ο Άρης την προηγούμενη χρονιά, τον Εθνικό Αστέρα, του οποίου την αντίσταση κατέβαλλε με 2-0. Ακολούθησε η συντριβή του ΠΑΟΚ με 1-4 στην Τούμπα, αλλά η συνέχεια παρουσίασε αρκετά σκαμπανεβάσματα, με τον Φοιρό να απολύεται στα τέλη του 1998, δίνοντας τη θέση του στον Γιώργο Παράσχο. Στον πρώτο αγώνα του νέου προπονητή, σοβαρά επεισόδια μεταξύ οπαδών του Άρη και της αστυνομίας διέκοψαν προσωρινά τον αγώνα κυπέλλου με τον Ολυμπιακό. Στη μεταγραφική περίοδο των Χριστουγέννων, ο Άρης ενισχύθηκε με παίκτες όπως ο Αλέκος Δέλλιος, ο Νίκος Κυζερίδης, ο Μάριος Αγαθοκλέους και ο Πάολο Αντριόλι. Ο Παράσχος αντικαταστάθηκε από τον Αλκέτα Παναγούλια, με τον οποίο ο Άρης έχασε τον πρώτο αγώνα στην Αθήνα από τον Ολυμπιακό, αλλά νίκησε κατά σειρά την ΑΕΚ, τον Απόλλων Αθηνών, τον Πανελευσινιακό, τη Βέροια, τον ΟΦΗ και τον Πανηλειακό, κατακτώντας μία από τις θέσεις που οδηγούν στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

Δεκαετία του 2000
Το καλοκαίρι του 1999, την τεχνική ηγεσία των "κίτρινων" ανέλαβε ο Ίλια Πέτκοβιτς και η ομάδα κληρώθηκε να αντιμετωπίσει την ελβετική Σερβέτ κατά την επιστροφή της στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Μετά το 1-1 της Θεσσαλονίκης, ο Άρης κέρδισε στη Γενεύη με 1-2 στην παράταση χάρη σε γκολ των Αντριόλι και Κυζερίδη, παρά το γεγονός ότι αγωνιζόταν με δέκα παίκτες από τα μέσα του δευτέρου ημιχρόνου λόγω αποβολής του Κολτσίδα. Στον δεύτερο γύρο, ο Άρης αντιμετώπισε τη Θέλτα Βίγο, από την οποία απέσπασε ισοπαλία με 2-2 στο Χαριλάου, πριν ηττηθεί στην Ισπανία με 2-0.
Για το πρωτάθλημα, ο Άρης κατέλαβε την έβδομη θέση ισοβαθμώντας με τον Ηρακλή και μαζί με τον όγδοο Πανιώνιο διεκδίκησε την έξοδο στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ σε αγώνες πλέι-οφ, ευκαιρία την οποία απώλεσε χάνοντας με 2-0 στο Καυταντζόγλειο αλλά νικώντας με 3-2 τους "κυανέρυθρους" στη Θεσσαλονίκη. Στο κύπελλο, ο Άρης απέκλεισε τον Παναθηναϊκό στα πέναλτι, αποκλειόμενος στα προημιτελικά από τον Πανιώνιο.
Την επόμενη χρονιά, προπονητής της ομάδας ανέλαβε ο Μπαμπης Τεννές και νέες προσθήκες ήταν ο Θωμάς Κυπαρίσσης και ο Ισμαήλ Μπα από την Ξάνθη. Η χρονιά ξεκίνησε με την ισοπαλία με 2-2 στην έδρα του Παναθηναϊκού και τη συντριβή του ΠΑΟΚ με 4-0 στο Χαριλάου, αλλά με 13 νίκες 5 ισοπαλίες και 12 ήττες, η ομάδα περιορίστηκε στην έβδομη θέση.
Το καλοκαίρι του 2001, ο Κοντομηνάς προσέλαβε τον φημισμένο Γάλλο προπονητή Ανρί Μισέλ, αλλά στις 12 Ιουλίου 2001 ανακοινώθηκε η πώληση του πακέτου των μετοχών στον Γιάννη Ζαχουδάνη. Νέες προσθήκες παικτών πραγματοποιήθηκαν, με τον Νασίφ Μόρις, τον Πέτρο Πασσαλή, τον Γκίλμπερτ Πρίλασνιγκ, κ.α. να μεταγράφονται στον Άρη. Ο Μισέλ αποχώρησε τον Οκτώβριο του 2001, καταγγέλοντας τον διευθύνοντα σύμβουλο Τάκη Ανδριά, ενώ λίγους μήνες αργότερα λύθηκε η συνεργασία της ΠΑΕ με τον ποδοσφαιριστή Ίλια Ίβιτς, λόγω του υψηλού του συμβολαίου. Ο Ρισάρ Ταρντί κάθισε στον πάγκο της ομάδας, αλλά παρά τη νίκη της ομάδας στο ΟΑΚΑ κατά του Ολυμπιακού, δεν κατάφερε να ελέγξει την κατάσταση. Η διοίκηση παραχώρησε με μεταγραφή τον Χαριστέα στη Βέρντερ Βρέμης, έναντι τριών εκατομμυρίων ευρώ. Όταν αποκαλύφθηκε ότι η ομάδα εισέπραξε τα μισά από αυτά τα χρήματα ασκήθηκαν ποινικές διώξεις προς τον Ζαχουδάνη, ενώ στο αγωνιστικό κομμάτι ο Άρης ηττήθηκε με 0-3 από την ΑΕΚ, με τους οπαδούς των "κίτρινων" να καταστρέφουν εκατοντάδες καθίσματα του γηπέδου και να καταλαμβάνουν τα γραφεία της ΠΑΕ. Τον Φεβρουάριο του 2002, την τεχνική ηγεσία της ομάδας ανέλαβε ο Μπερντ Κράους, χωρίς να καταφέρει να αλλάξει κάτι, με την ομάδα να κατακτά την ένατη θέση και να αποκλείεται στο κύπελλο από την Ξάνθη.
Η ΠΑΕ Άρης δέχθηκε 18 προσφυγές το καλοκαίρι του 2002 και βρέθηκε ένα βήμα πριν τη διάλυση. Ο Κοντομηνάς κατήγγειλε τη συμφωνία με τον Ζαχουδάνη, ο οποίος δεν πλήρωνε τις δόσεις για την αγορά των μετοχών και τις παραχώρησε σε διοίκηση Πρωτοδικείου. Τη διοίκηση του ποδοσφαιρικού τμήματος ανέλαβε ο Αλκέτας Παναγούλιας με διευθύνοντα σύμβουλο τον Λάμπρο Σκόρδα, ενώ ο Κοντομηνάς ενίσχυσε την ομάδα με δωρεά δύο εκατομμυρίων ευρώ. Προπονητής του Άρη ανέλαβε ο Γιώργος Φοιρός και νέες μεταγραφές αποτέλεσαν ο Νιρέν Ντεμπά, ο Ζοέλ Επαλέ, ο Σαλαντίν Μπασίρ, ο Μάγκνους Σελάντερ και ο Αγκινάλντο Μπράγκα.
Την περίοδο 2002-03 ο Άρης κατάφερε να εξασφαλίσει την τελευταία αγωνιστική την έξοδο στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ της επόμενης χρονιάς, μετά τη νίκη με 2-1 επί του Ηρακλή έπειτα από γκολ που σημείωσε ο Μαλλούς στις καθυστερήσεις της αναμέτρησης. Οι "κίτρινοι" έφθασαν μετά από 33 χρόνια στον τελικό του κυπέλλου, αποκλείοντας το Αιγάλεω στον ημιτελικό. Ο τελικός εναντίον του ΠΑΟΚ διοργανώθηκε στο γήπεδο της Τούμπας και στις 17 Μαΐου 2003, ο Άρης ηττήθηκε με 1-0, ενώ είχε δοκάρι με τον Μόρις στο 89ο λεπτό.
Το μετοχικό πακέτο της ΠΑΕ πέρασε στα χέρια του σεΐχη Καλίντ Αλ Κασίμι, ο οποίος δεν χρηματοδότησε την ομάδα. Ο Άρης αναγκάστηκε να επιστρέψει από την Αυστρία, όπου είχε πάει για προετοιμασία, με τον Φοιρό να παραιτείται και την τεχνική ηγεσία να αναλαμβάνει ο Γιάννης Μιχαλίτσος. Η ομάδα αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ως έδρα το γήπεδο της Ευκαρπίας, λόγω έργων στο γήπεδο Χαριλάου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Για τον πρώτο γύρο του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, οι "κίτρινοι" απέκλεισαν τη μολδαβική Ζίμπρου Κισινάου, την οποία νίκησαν με 2-1 στον επαναληπτικό του 1-1 στο Κισινάου. Στον επόμενο γύρο, ο Άρης κληρώθηκε με την Περούτζια, από την οποία ηττήθηκε στο πρώτο ματς με 2-0, πριν αποσπάσει ισοπαλία στο γήπεδο της Τούμπας με 1-1.
Η πορεία της ομάδας στο πρωτάθλημα ήταν κακή και μετά την ήττα από την Καλλιθέα, ο Όλε Σκόμποε ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του Άρη, ενώ τον Ιανουάριο του 2004 διορίστηκε διοίκηση Πρωτοδικείου με πρόεδρο τον Νικήτα Ματθαίου. Ο Μιχαλίτσος επέστρεψε στον πάγκο του Άρη και τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος της περιόδου αντικαταστάθηκε από τον Μάκη Κατσαβάκη. Η ομάδα εξασφάλισε την παραμονή της μετά τη νίκη με 1-0 επί του Αιγάλεω.
Στις 11 Νοεμβρίου 2004, ο Άρης υπάχθηκε στο άρθρο 44, σύμφωνα με το οποίο εξαλείφονταν τα χρέη της ΠΑΕ. Παρ' όλα αυτά, η πορεία της ομάδας στο πρωτάθλημα ήταν κάκιστη και η ομάδα με προπονητή τον πρώην ποδοσφαιριστή του Άρη, Γιώργο Χατζάρα μηδενίστηκε μετά το ντέρμπι με τον Ηρακλή, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ λόγω εισβολής των οπαδών του Άρη στο γήπεδο. Ως αποτέλεσμα, ο Άρης υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία για δεύτερη φορά. Στον αντίποδα, έφθασε μέχρι τον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος, αφού απέκλεισε την Καβάλα, τον Ατρόμητο, τον Εθνικό, τον Απόλλωνα Καλαμαριάς και την Ξάνθη. Μόλις μία εβδομάδα μετά τον υποβιβασμό του στο πρωτάθλημα, ο Άρης αντιμετώπισε στην Πάτρα τον Ολυμπιακό, λυγίζοντας στο τελευταίο ημίωρο και χάνοντας με 3-0.
Την περίοδο 2005-06, ο Άρης αναγκάστηκε να δώσει τους εννέα από τους δεκαπέντε εντός έδρας αγώνες του χωρίς θεατές. Ο Φινλανδός Μάρτι Κουούζελα, κάθισε στον πάγκο της ομάδας, δίνοντας τη θέση του στον Νίκο Αναστόπουλο μετά το κακό ξεκίνημα. Ο Άρης αγωνίστηκε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ, αντιμετωπίζοντας τη Ρόμα μετά από 41 χρόνια. Μετά τη συντριβή με 5-1 στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης, ο Άρης απέσπασε λευκή ισοπαλία στο γήπεδο Χαριλάου, το οποίο πλέον είχε μετονομαστεί σε γήπεδο Κλεάνθης Βικελίδης. Ο Άρης κέρδισε την άνοδο και την επιστροφή του στην πρώτη κατηγορία μετά τη νίκη επί του Χαϊδαρίου στην προτελευταία αγωνιστική, με γκολ του Χρήστου Βελώνη
Το καλοκαίρι του 2006, στον πάγκο του Άρη κάθισε ο Γκιγιέρμο Όγιος και στην ομάδα μεταγράφηκε μεγάλος αριθμός Ισπανών και Βραζιλιάνων παικτών, όπως οι Σέρχιο Κόκε, Νασιμέντο Μπελέμ, Χαβίτο και Ρούμπεν Παλαθουέλος, οι οποίοι πλαισίωσαν τους Αβραάμ Παπαδόπουλο, Κώστα Νεμπεγλέρα, Ρόναλντ Γκαρσία και Πάολο Κόστα που προϋπήρχαν στο ρόστερ της ομάδας. Ο Άρης απέδωσε εξαιρετικής ποιότητας ποδόσφαιρο, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση του πρωταθλήματος, με τον Κίκε Ερνάντες ως προπονητή του στον δεύτερο γύρο.
Την ομάδα ανέλαβε ο Χουάν Κάρλος Ολίβα, ο οποίος σχεδόν αμέσως αντικαταστάθηκε από τον Ντούσαν Μπάγεβιτς. Πρώτος αγώνας του νέου προπονητή ήταν με αντίπαλο τη Ρεάλ Σαραγόσα, με τον Άρη να νικάει με γκολ του Παπαδόπουλου. Στον επαναληπτικό της Ισπανίας, ο Χαβίτο σκόραρε και ο Άρης κράτησε το σε βάρος του 2-1, παίρνοντας την πρόκριση για τους ομίλους. Εκεί, νίκησε τον Ερυθρό Αστέρα με 3-0, ήλθε ισόπαλος με την Μπόλτον Γουόντερερς με 1-1 στην Αγγλία και με την πορτογαλική Μπράγκα στη Θεσσαλονίκη, πριν αποκλειστεί μετά τη συντριβή με 6-0 από την Μπάγερν Μονάχου.
Με σταθερή πορεία, η ομάδα κατέλαβε και πάλι την τέταρτη θέση στο πρωτάθλημα και έφθασε στον τελικό του κυπέλλου, έχοντας αποκλείσει τον Άγιο Δημήτριο, τον Εθνικό Κατερίνης, την Ξάνθη και τον Ατρόμητο. Στον τελικό του Καυτανζογλείου, ο Άρης ηττήθηκε και πάλι από τον Ολυμπιακό με 0-2, χάνοντας άλλη μία ευκαιρία για έναν τίτλο.
Στην τελευταία χρονιά της δεκαετίας, ο Αβραάμ Παπαδόπουλος πωλήθηκε στον Ολυμπιακό και ο Ντούσαν Μπάγεβιτς αποχώρησε αρνούμενος τις υποδείξεις της διοίκησης. Στον πάγκο της ομάδας επέστρεψε ο Κίκε Ερνάντες, αλλά ο Άρης αποκλείστηκε στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ από την άσημη Σλάβεν Μπελούπο. Ο Ιομάρ Μαζίνιο αντικατέστησε τον Ερνάντες, αλλά ο Άρης δεν κατάφερε να ορθοποδήσει, χάνοντας την ευρωπαϊκή έξοδο από την Λάρισα.

Δεκαετία του 2010
Τον Μάιο του 2009 έπειτα από τις εκλογές της Λέσχης Φίλων Άρη, νέος πρόεδρος της ομάδας ανέλαβε ο Θανάσης Αθανασιάδης. Την περίοδο 2009-10 ο σύλλογος ενισχύθηκε με σημαντικούς ποδοσφαιριστές όπως οι Σεμπαστιάν Αμπρέου, Λεάντρο Γκρασιάν και Κριστιάν Νασούτι. Οι πωλήσεις των εισιτηρίων διαρκείας ξεπέρασαν τις 12.000 και ο κόσμος γέμιζε το γήπεδο όλη τη χρονιά. Μετά από ένα μουδιασμένο ξεκίνημα, την τεχνική ηγεσία ανέλαβε ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ, οδηγώντας τον Άρη στην τέταρτη θέση του πρωταθλήματος, όπως και στον τελικό του κυπέλλου, για τέταρτη φορά σε επτά χρόνια. Ο Άρης αντιμετώπισε τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ, με τη συμπαράσταση 25.000 οπαδών του. Παρ' όλα αυτά, οι "κίτρινοι" ηττήθηκαν με 1-0, με γκολ του Σεμπαστιάν Λέτο.
Στο ξεκίνημα της επόμενης χρονιάς (2010-11), ο Άρης κληρώθηκε για το Γιουρόπα Λιγκ με την πολωνική Γιαγκελόνια Μπιάλιστοκ, την οποία νίκησε εκτός έδρας με 1-2 και πήρε την πρόκριση μετά το 2-2 της Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν οι αναμετρήσεις με την Αούστρια Βιέννης, την οποία νίκησε με 1-0, με γκολ του Κάρλος Ρουίς στις καθυστερήσεις του αγώνα. Ο ίδιος παίκτης άνοιξε το σκορ στον επαναληπτικό της Βιέννης, με το τελικό 1-1 να δίνει την πρόκριση στην ελληνική ομάδα. Στους ομίλους, ο Άρης κληρώθηκε με την κυπελλούχο Ευρώπης Ατλέτικο Μαδρίτης, τη νορβηγική Ρόσενμποργκ και τη γερμανική Μπάγερ Λεβερκούζεν. Με δύο νίκες εναντίον των Ισπανών και μία εναντίον της Ρόσενμποργκ, ο Άρης κατέκτησε τη δεύτερη θέση του ομίλου και προκρίθηκε στη φάση των 32, όπου αντιμετώπισε τη Μάντσεστερ Σίτι, από την οποία ηττήθηκε με 3-0, στον επαναληπτικό του 0-0 της Θεσσαλονίκης.
Στο πρωτάθλημα, οι "κίτρινοι" κατέλαβαν την έκτη θέση χάνοντας την έξοδο στο ΟΥΕΦΑ από τον Ολυμπιακό Βόλου. Ο Κούπερ αποχώρησε στα μέσα της χρονιάς, δίνοντας τη θέση του στον Γιάννη Μιχαλίτσο και στη συνέχεια στον Σάκη Τσιώλη.
Την επόμενη χρονιά (2011-12), ο Άρης κατέλαβε τη δέκατη θέση, με τρεις βαθμούς να αφαιρούνται από την ομάδα λόγω της ρίψης αντικειμένων προς τη βοηθό διαιτητή στον αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης. Τον Τσιώλη διαδέχθηκε ο Μανουέλ Μασάδο και παρά την προσθήκη παικτών όπως οι Καλιφά Σανκαρέ, Φράνσις Ντίκο, Ντανίλο Περέιρα και Χαβιέ Ούμπιντες, η ομάδα δεν κατάφερε να εκπληρώσει τους στόχους της.
Το 2013, ο Άρης κινδύνεψε με υποβιβασμό, μετά την ιδιαίτερα μέτρια πορεία του στο πρωτάθλημα, όπου την τεχνική του ηγεσία είχε αναλάβει ο Μάκης Κατσαβάκης. Μετά τις νίκες επί του Λεβαδειακού, του Ατρόμητου και του Αστέρα Τρίπολης, η ομάδα της Θεσσαλονίκης πέτυχε τη σωτηρία της, αν και σοβαρά οικονομικά προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους.
Την επόμενη χρονιά (2013-14), ο Άρης πραγματοποίησε τις χειρότερες εμφανίσεις της ιστορίας του και πραγματοποιώντας μόλις 3 νίκες σε 34 αγώνες, υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία. Η διοίκηση της ομάδας αποφάσισε ο Άρης να ακολουθήσει το παράδειγμα της ΑΕΚ και να υποβιβαστεί στην τρίτη κατηγορία, με σκοπό την εξάλειψη των χρεών της. Το καλοκαίρι του 2014, η ομάδα των "κίτρινων" βρέθηκε να αγωνίζεται στην ερασιτεχνική κατηγορία, με μόλις δεκατρείς διαθέσιμους ποδοσφαιριστές και χωρίς προετοιμασία. Τη διοίκηση του συλλόγου ανέλαβε ο Γιώργος Γαλανός, ο οποίος παρέδωσε τα ηνία της ομάδας στον Άλεξ Κάλας, αδελφό του προπονητή της ομάδας, Δημήτρη Καλαϊτζίδη.
Ο Άρης τερματίζοντας δεύτερος παρέμεινε για άλλη μια χρονιά στον πρώτο όμιλο της τρίτης εθνικής κατηγορίας, καθώς το αίτημα διεξαγωγής αγώνων μπαράζ μεταξύ των δευτεραθλητών των τεσσάρων ομίλων της κατηγορίας (για την κάλυψη των δύο κενών θέσεων λόγω της αποχώρησης ΟΦΗ και Νίκης Βόλου), απορρίφθηκε έπειτα από δύο εκδικάσεις από την επιτροπή εφέσεων της ΕΠΟ, ενώ και στο διοικητικό δικαστήριο τρίτου βαθμού που προσέφυγε στη συνέχεια, απορρίφθηκε εκ νέου.
Η διοίκηση της ομάδας μετά από συνέλευση του ΑΣ Άρης ανατέθηκε αρχικά στον Νίκο Αρβανιτίδη, απόφαση η οποία ανακλήθηκε 48 ώρες αργότερα, όταν η νέα διοίκηση είχε συμφωνήσει μόνο με τον Όλεγκ Προτάσοφ για τη θέση του προπονητή. Η διοίκηση του ποδοσφαιρικού τμήματος ανατέθηκε τελικά στον Θόδωρο Καρυπίδη, ο οποίος συμφώνησε με τον Νίκο Αναστόπουλο για τη θέση του προπονητή, ενώ αποκτήθηκαν έμπειροι ποδοσφαιριστές, όπως μεταξύ άλλων οι Ραούλ Μπράβο, Ανδρέας Τάτος, Χαβιέ Ζινάρ, Σέρχιο Κόκε, Μάρκος Ντούνης και Βασίλης Ρόβας.

25 Mαρτίου 1896: Ανήμερα της 75ης επετείου από την έναρξη της Επανάστασης του ’21, αρχίζουν στην Αθήνα οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 γνωστοί και ως Αγώνες της 1ης Ολυμπιάδας, ήταν η πρώτη διεθνής αθλητική διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων μετά την αναβίωσή τους στη σύγχρονη εποχή. Διοργανώθηκε στην Αθήνα από τις 25 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου 1896 (6 Απριλίου - 15 Απριλίου με το γρηγοριανό Ημερολόγιο).

Επειδή η Αρχαία Ελλάδα ήταν το μέρος που "γεννήθηκαν" οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η Αθήνα θεωρήθηκε ως η ιδανικότερη επιλογή για να φιλοξενήσει και την πρώτη διεξαγωγή των σύγχρονων. Η επιλογή της διοργανώτριας χώρας έγινε σε συνέδριο που οργάνωσε ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, Γάλλος παιδαγωγός και ιστορικός, στο Παρίσι, στις 23 Ιουνίου 1894. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ιδρύθηκε επίσης κατά τη διάρκεια αυτού του συνεδρίου.
Αν και ο αριθμός των αθλητών που πήραν μέρος ήταν μικρός, παρ'όλα αυτά η συμμετοχή ήταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε σε αθλητική διοργάνωση. Οι Αγώνες είχαν μεγάλη επιτυχία και υπήρξε μεγάλη συμμετοχή του ελληνικού κοινού, ιδιαίτερα στο Παναθηναϊκό Στάδιο, το μοναδικό Ολυμπιακό στάδιο που χρησιμοποιήθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Σημαντική στιγμή για τους Έλληνες ήταν η νίκη του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο. Πιο επιτυχημένος αθλητής των Αγώνων αναδείχθηκε ο Γερμανός παλαιστής και γυμναστής Καρλ Σούμαν, ο οποίος κέρδισε συνολικά τέσσερα χρυσά μετάλλια.
Μετά το τέλος των Αγώνων, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, καθώς και πολλοί άλλοι (μεταξύ των οποίων και Αμερικανοί αθλητές), υποστήριξαν την ιδέα να διοργανωθούν και οι επόμενοι Αγώνες στην Αθήνα. Ο Κουμπερτέν όμως ήταν αντίθετος με αυτό, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί το Παρίσι ως η επόμενη διοργανώτρια πόλη. Έτσι, οι Αγώνες του 1900 έγιναν στη Γαλλία, αλλά επισκιάστηκαν από τη Διεθνή Έκθεση που συνδιοργανώθηκε εκείνη την περίοδο στην πόλη του Παρισιού. Από τότε, εκτός των εμβόλιμων Μεσοολυμπιακών Αγώνων του 1906, οι Αγώνες επέστρεψαν στην Ελλάδα μόλις το 2004, για την 28η Ολυμπιάδα.

Αναβίωση των Αγώνων
Κατά τον 19ο αιώνα, αρκετά -μικρής κλίμακας- αθλητικά φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη θεωρήθηκαν ως η συνέχεια των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων. Ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τις Ζάππειες Ολυμπιάδες (ή Ολύμπια) που χρηματοδοτήθηκαν από τον Ευάγγελο Ζάππα και διεξήχθησαν τα έτη 1859, 1870, 1875 και 1888-1889. Μάλιστα τα Ολύμπια του 1870 στο ανακαινισμένο -τότε- Παναθηναϊκό Στάδιο συγκέντρωσαν κοινό 30.000 θεατών.
Στις 18 Ιουνίου 1894, ο Κουμπερτέν οργάνωσε συνέδριο στο Παρίσι, όπου παρουσίασε τα σχέδιά του σε εκπροσώπους αθλητικών επιτροπών από 11 χώρες. Μετά την αποδοχή των προτάσεών του, έπρεπε να επιλεχθεί η ημερομηνία διεξαγωγής των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Κουμπερτέν πρότεινε να διεξαχθούν οι πρώτοι Αγώνες στο Παρίσι το 1900, όπου και θα συνέπιπταν με τη Διεθνή Έκθεση που θα διοργανωνόταν εκείνη την περίοδο στην πόλη. Οι εκπρόσωποι των χωρών, όμως, θεώρησαν πως μια περίοδος αναμονής έξι ετών θα μείωνε το ενδιαφέρον του κοινού και αποφάσισαν έτσι οι Αγώνες να διεξαχθούν το 1896.
« Με βαθύ αίσθημα απέναντι στην ευγενική αναφορά του βαρόνου Ντε Κουμπερτέν, στέλνω σε εκείνον και στα μέλη του συνεδρίου, μαζί με τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες, τις καλύτερες ευχές για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. »
—Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ της Ελλάδας (21 Ιουνίου 1894)
Το επόμενο θέμα που έπρεπε να λυθεί ήταν η επιλογή της διοργανώτριας πόλης. Παραμένει ακόμη μυστήριο πως επιλέχθηκε τελικά η Αθήνα να διοργανώσει τους Αγώνες. Κάποιες πηγές αναφέρουν πως τα μέλη του συνεδρίου πρότειναν αρχικά το Λονδίνο, αλλά ο Κουμπερτέν διαφωνούσε. Μετά από σύντομη συζήτηση με τον Έλληνα εκπρόσωπο Δημήτριο Βικέλα, ο Κουμπερτέν πρότεινε την Αθήνα.
Ο Βικέλας επισημοποίησε την πρόταση στις 23 Ιουνίου και οι εκπρόσωποι ενέκριναν ομόφωνα αυτή την απόφαση, μιας και η Ελλάδα ήταν ο επίσημος τόπος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων κατά την αρχαιότητα. Επιπλέον, ο Βικέλας εκλέχθηκε πρώτος πρόεδρος της νεοϊδρυθείσας Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ).

Οργάνωση
Η είδηση της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων από την Αθήνα έτυχε μεγάλης αποδοχής από το ελληνικό κοινό, τον τύπο και τη βασιλική οικογένεια. Σύμφωνα με τον Κουμπερτέν, "ο διάδοχος Κωνσταντίνος έμαθε με μεγάλη χαρά ότι οι Αγώνες θα αναβιώσουν στην Αθήνα". Επίσης, ο Κουμπερτέν επιβεβαίωσε ότι "ο βασιλιάς και ο διάδοχος θα παρέχουν την υποστήριξή τους στη διοργάνωση αυτών των Αγώνων".
Όμως, η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν άσχημη, ενώ υπήρχε αστάθεια με τη συνεχή εναλλαγή στην πρωθυπουργία του Χαρίλαου Τρικούπη με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, τόσο ο πρωθυπουργός Τρικούπης, όσο και ο Στέφανος Δραγούμης, ο οποίος είχε προσπαθήσει να οργανώσει μια σειρά εθνικών Ολυμπιάδων στο παρελθόν, πίστευαν ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να διοργανώσει τη μεγάλη αυτή διοργάνωση. Το 1894, η οργανωτική επιτροπή υπό τον Στέφανο Σκουλούδη παρουσίασε έκθεση για το κόστος των Αγώνων. Το κόστος ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο από τις εκτιμήσεις του Κουμπερτέν. Δήλωσαν πως οι Αγώνες είναι αδύνατον να διεξαχθούν και παραιτήθηκαν. Το συνολικό κόστος της διοργάνωσης εκτιμήθηκε στα 3.740.000 δραχμές.
Με αμφίβολη την προοπτική της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Κουμπερτέν και ο Βικέλας ξεκίνησαν μία εκστρατεία για να κρατήσουν ζωντανό το Ολυμπιακό κίνημα. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, υποστηρικτής των Ολυμπιακών Αγώνων, αποφάσισε να ηγηθεί της οργανωτικής επιτροπής, όπως ανακοινώθηκε επίσημα από τον Βικέλα στις 7 Ιανουαρίου 1895.
Ο ενθουσιασμός του Κωνσταντίνου πυροδότησε ένα "κύμα" δωρεών από τον ελληνικό λαό, από τις οποίες κατάφερε να συγκεντρώσει 330.000 δραχμές. Εκδόθηκε ειδική σειρά γραμματοσήμων που απέφερε 400.000 δραχμές και από τις πωλήσεις των εισιτηρίων συγκεντρώθηκαν άλλες 200.000 δραχμές. Με παράκληση του Κωνσταντίνου, ο επιχειρηματίας Γεώργιος Αβέρωφ συμφώνησε να βοηθήσει στην ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου που κόστισε 920.000 δραχμές περίπου. Προς τιμήν της γενναιοδωρίας του, κατασκευάστηκε το άγαλμά του στην είσοδο του Σταδίου. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 5 Απριλίου 1896.
Η εμπειρία διοργάνωσης αγώνων ήταν σχετικά μηδαμινή στην Ελλάδα και έτσι η οργανωτική επιτροπή αντιμετώπισε δυσκολίες. Τα καθήκοντα τους ήταν θέσπιση των κανόνων των αγωνισμάτων και η πρόσκληση των αθλητών. Μερικοί αθλητές πήραν μέρος στους Αγώνες επειδή έτυχε να βρεθούν στην Αθήνα εκείνη την περίοδο για διακοπές ή εργασία (κάποιοι Βρετανοί συμμετέχοντες εργάζονταν στη Βρετανική πρεσβεία). Ολυμπιακό χωριό δεν υπήρχε και οι αθλητές όφειλαν να πληρώσουν μόνοι τους τα έξοδα διαμονής τους.
Ο πρώτος κανονισμός που ψηφίστηκε από τη ΔΟΕ το 1894, επέτρεπε μόνο σε ερασιτέχνες αθλητές να συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Με εξαίρεση τα αγωνίσματα της ξιφασκίας, σχεδόν όλα τα υπόλοιπα διεξήχθησαν κάτω από ερασιτεχνικούς κανόνες. Οι κριτές έφεραν τα ίδια ονόματα όπως και στην αρχαιότητα: Αλυτάρχης, Έφοροι, Ελλανοδίκες. Τελικός κριτής ήταν ο Πρίγκιπας Γεώργιος και σύμφωνα με τον Κουμπερτέν, "η παρουσία του έδωσε βαρύτητα και κύρος στις αποφάσεις των εφόρων".

Γυναικεία συμμετοχή
Στις γυναίκες δεν επιτρεπόταν να συμμετάσχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η Σταμάτα Ρεβίθη όμως, μητέρα ενός αγοριού 17 μηνών, έτρεξε στη διαδρομή του μαραθωνίου στις 11 Απριλίου, την επόμενη δηλαδή ημέρα από τον επίσημο αγώνα των ανδρών. Αν και δεν της επετράπη να εισέλθει στο στάδιο στο τέλος της κούρσας της, η Ρεβίθη ολοκλήρωσε τον μαραθώνιο σε 5 ώρες και 30 λεπτά και εξασφάλισε μαρτυρίες που επιβεβαίωναν εγγράφως το χρόνο έναρξης και τερματισμού της. Η Ρεβίθη σκόπευε να υποβάλλει αυτά τα έγγραφα στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, ελπίζοντας πως θα αναγνωριζόταν το κατόρθωμά της. Έως σήμερα πάντως δεν έχουν βρεθεί ούτε οι αναφορές της, ούτε έγγραφα της Επιτροπής που να μας διαφωτίζουν για το αν τελικά το έπραξε.

Τελετή έναρξης
Η έναρξη των Αγώνων της 1ης Ολυμπιάδας πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 1896 (25 Μαρτίου με το παλιό ημερολόγιο), που συνέπιπτε με τη Δευτέρα του Πάσχα για τους ορθοδόξους και τους καθολικούς, αλλά και με την επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Από το πρωί η ατμόσφαιρα ήταν εορταστική στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης, ενώ το πλήθος κατέκλυσε το Παναθηναϊκό Στάδιο από νωρίς το μεσημέρι. Το Στάδιο ήταν κατάμεστο από 80.000 θεατές και η ατμόσφαιρα που δημιούργησαν καταπληκτική. Κύριο θέμα των συζητήσεων ήταν οι συμμετοχές των Ελλήνων αθλητών και η προσδοκία για κατάκτηση μεταλλίων. Παρόντες ήταν επίσης η βασιλική οικογένεια της Ελλάδας, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ξένοι αντιπρόσωποι, μέλη της Ιεράς Συνόδου και του ξένου κλήρου και πολλοί άλλοι.
Μετά την ομιλία του προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, διαδόχου Κωνσταντίνου, ο βασιλιάς Γεώργιος κήρυξε την έναρξη των Αγώνων με τα εξής λόγια: "Κηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Αθήναις Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήτω το Έθνος! Ζήτω ο Ελληνικός Λαός!".
Ακολούθησαν κανονιοβολισμοί και απελευθέρωση περιστεριών. Στη συνέχεια, εννέα μπάντες και χορωδία 150 ατόμων ερμήνευσαν τον Ολυμπιακό Ύμνο, σε σύνθεση του Σπύρου Σαμάρα και στίχους του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το κοινό. Ακολούθησε η έπαρση της Ελληνικής σημαίας και η ανάκρουση του Εθνικού ύμνου από μπάντα όπου κυριαρχούσαν οι φλογέρες και στη συνέχεια η παρέλαση των αθλητών

Τελετή λήξης
Η παρέλαση των νικητών κατά τη διάρκεια της τελετής λήξης, με πρώτο τον Σπύρο Λούη.
Κύριο λήμμα: Τελετή λήξης Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων 1896
Το πρωί της Κυριακής 12 Απριλίου, ο βασιλιάς Γεώργιος οργάνωσε ένα επίσημο γεύμα στα Ανάκτορα προς τιμήν των ολυμπιονικών, των ξένων αθλητών, των κριτών και των αντιπροσώπων του ξένου Τύπου (αν και κάποια αγωνίσματα δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί). Κατά την ομιλία του στο τέλος του προγεύματος, ξεκαθάρισε ότι κατά τη γνώμη του θα έπρεπε οι Αγώνες να διεξάγονται μόνιμα στην Αθήνα.
Η επίσημη τελετή λήξης πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 15 Απριλίου, αφού είχε αναβληθεί την προηγούμενη ημέρα λόγω κακοκαιρίας. Η βασιλική οικογένεια βρισκόταν και πάλι εκεί για να παρακολουθήσει την τελετή, η οποία "άνοιξε" με τον Εθνικό ύμνο της Ελλάδας και μία ωδή του Πινδάρου στα αρχαία ελληνικά από τον Τζορτζ Ρόμπερτσον (Βρετανό αθλητή και λόγιο).
Στη συνέχεια, ο βασιλιάς βράβευσε τους νικητές των Αγώνων. Οι νικητές έπαιρναν ένα ασημένιο μετάλλιο, ένα κλαδί ελιάς και ένα αναμνηστικό δίπλωμα, ενώ οι δεύτεροι έπαιρναν ένα χάλκινο μετάλλιο, ένα κλαδί δάφνης και το δίπλωμα. Οι τρίτοι δεν έπαιρναν μετάλλιο.
Μερικοί από τους νικητές πήραν κάποια επιπλέον βραβεία, όπως ο Σπύρος Λούης που πήρε ένα κύπελλο από τον Μισέλ Μπρεάλ, φίλο του Κουμπερτέν, ο οποίος είχε εμπνευστεί το αγώνισμα του μαραθωνίου. Με τον αλυτάρχη Κωνσταντίνο Μάνο στην κεφαλή, ο Λούης οδήγησε τους αθλητές που πήραν μετάλλια σε ένα γύρο του θριάμβου γύρω από το Στάδιο, ενώ παιζόταν ο Ολυμπιακός Ύμνος.
Στο τέλος της παρέλασης, ο βασιλιάς Γεώργιος αναφώνησε μεγαλόφωνα: "Κηρύττω την λήξιν των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων". Στη συνέχεια αποχώρησε από το Στάδιο, ενώ η μπάντα έπαιζε τον Εθνικό ύμνο και το πλήθος ζητωκραύγαζε. Ακολούθησε πορεία προς τα Ανάκτορα από το ενθουσιασμένο πλήθος, ενώ το βράδυ φωταγωγήθηκε με πυρσούς η Ακρόπολη και τα πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι του Πειραιά χρησιμοποίησαν τους προβολείς τους για να φωτίσουν τον αττικό ουρανό, κλείνοντας έτσι με θεαματικό τρόπο τους Αγώνες

phgh: el.wikipedia.org

25 Μαρτίου 1884: Τελούνται στην Αθήνα τα εγκαίνια του μεγαλύτερου νοσοκομείου των Βαλκανίων, του «Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» (γνωστού σήμερα ως «Ευαγγελισμός»)

Ως αφετηρία της ίδρυσης του Θεραπευτηρίου “ Ο  ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ”, θεωρείται η προσπάθεια που έγινε το 1872 από εξήντα δύο Κυρίες, για τη σύσταση του “ Συλλόγου Κυριών υπέρ Γυναικείας Παιδεύσεως ”.
Με την συνδρομή της Βασιλίσσης Όλγας εγκρίθηκε με το από 27 Απριλίου 1872 Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ-ΤΑ αρ. φύλου 22/15-6-1872) η σύσταση στην Αθήνα του  “ Συλλόγου Κυριών υπέρ Γυναικείας Παιδεύσεως ” και τέθηκε υπό την προστασία της.
Οι σκοποί του Συλλόγου ήταν : φιλανθρωπικός, κοινωφελής καθώς και η μόρφωση των Νοσοκόμων Αδελφών.
Eιδικά για την μόρφωση των Αδελφών Νοσοκόμων και πάλι με την ηθική και υλική βοήθεια της Βασιλίσσης Όλγας ιδρύθηκε το 1875 το “Νοσοκομικόν Παιδευτήριον” για την κατάρτιση των Νοσοκόμων Αδελφών στην τέχνη της νοσηλείας και στις 5 Φεβρουαρίου του 1875 επικυρώθηκε ο Οργανισμός λειτουργίας του.
Μόλις λειτούργησε το “Νοσοκομικόν Παιδευτήριο” διαπιστώθηκε η αδυναμία για την εκπλήρωση του σκοπού του και κρίθηκε απαραίτητη και η σύσταση ενός Νοσοκομειακού Κέντρου όπου θα “διαιτώνται και θα εκπαιδεύονται” οι αδελφές Νοσοκόμες.
Τον Απρίλιο του 1876 συγκροτήθηκε Επιτροπή από τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιο ως πρόεδρο και μέλη τους Λ.Μελά, Μ.Ρενιέρη, Γ.Μaκκά και Α. Θεοφιλά για την συγκέντρωση οικονομικών πόρων. Η Επιτροπή αυτή έκανε έκκληση στο λαό στις 25 Ιανουαρίου 1880 για τη συλλογή συνδρομών για την ανέγερση του Νοσοκομειακού Κέντρου.  Συγχρόνως βρίσκεται και το κατάλληλο οικόπεδο και η “Ιερά Μονή Ασωμάτων ή Πετράκη” το προσφέρει τμηματικά από το έτος 1880 μέχρι το 1890. Η όλη έκταση του οικοπέδου ήταν (όπως και σήμερα) 39.185.36 πήχεις.

  • Το 1881 εκδόθηκε Βασιλικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμόν 39/ /4-5-81 τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με το οποίο εγκρίθηκε η ίδρυση του Θεραπευτηρίου σαν φιλανθρωπικό ίδρυμα με την ονομασία “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ”.
  • Στις 25 Μαρτίου 1881 κατατέθηκε ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση του Νοσοκομείου από τον Βασιλέα Γεώργιο τον Α’.
  • Στις 25 Μαρτίου 1884, μετά τρία έτη ακριβώς από την κατάθεση του θεμέλιου λίθου, γίνονται τα εγκαίνια του Θεραπευτηρίου. Ο αγιασμός ψάλλεται από τον Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιο και ο αρχίατρος Γεώργιος Α. Μάκκας εκφωνεί τον Πανηγυρικό λόγο της ημέρας. Την ίδια μέρα, 25 Μαρτίου 1884, η επιτροπή ανέγερσης παραδίδει τυπικώς το ίδρυμα σε εφορεία Κυριών που αποτελεί και το πρώτο Δ. Σ. του Θεραπευτηρίου και που απαρτίζεται από την πρόεδρο Ιφιγένεια Α. Συγγρού και τα μέλη Αλεξάνδρα Παπποδώφ, Ειρήνη Ρεβελάκη, Ελένη Μαυροκορδάτου, Ειρήνη Σ. Μαυρομάτη, Σοφία Δάλλα και Βαρβάρα Ρέϊνεκ.
  • Στις 16 Απριλίου 1884 λειτουργεί αρχικά το Θεραπευτήριο με δύο Κλινικές που έχουν δύναμη 48 κρεβάτια:

Η Παθολογική με διευθυντή τον Ν. Γ. Μακκά Παθολόγο,
Η Χειρουργική με διευθυντή τον Οφθαλμίατρο Ιούλιο Γαλβάνη.
Ο πρώτος ασθενής εισάγεται για νοσηλεία στις 16 Απριλίου 1884 στην Χειρουργική κλινική. Είναι ο Γεώργιος Ζιζάκος, ηλικίας 10 ετών, μαθητής. Παραμένει 17 ημέρες και εξέρχεται θεραπευμένος.
Όπως φαίνεται από στοιχεία που υπάρχουν στα αρχεία του νοσοκομείου, το Θεραπευτήριο “O ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ”, νοσήλευε κυρίως γυναίκες και παιδιά.

  • Το 1885 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ-ΤΑ 85/29-7-1985) ο πρώτος “οργανισμός” του Ευαγγελισμού που εγκρίθηκε με το από 24.7.1885 Βασιλικό Διάταγμα.


  • Το 1888 κτίσθηκε το Α’ Χειρουργείο και το 1897 θεμελιώθηκε ο οίκος Αδελφών ο οποίος τελείωσε το 1898 με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού.


  • Το 1897 αρχίζει να λειτουργεί Επιστημονικό Εργαστήριο που αποτελείται από Χημείο και ακτίνες Roentgen.
  • Το 1897 οι πόρτες του Νοσοκομείου ανοίχτηκαν για πρώτη φορά στους ηρωϊκούς αγωνιστές του πολέμου.
  • Το 1903 αρχίζουν να λειτουργούν τα πρώτα Εξωτερικά Ιατρεία: Παθολογικό, Χειρουργικό και Γυναικολογικό. Την πρώτη ημέρα εξετάζονται 60 ασθενείς.


  • Στις 25 Μαρτίου του 1912 θεμελιώθηκε ο Ναός του Θεραπευτηρίου που απόδόθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και το 1913 άρχισε να λειτουργεί.
  • Στους πολέμους του 1912-13 “Ο Ευαγγελισμός” δίνει πάλι το παρόν στην περίθαλψη των τραυματιών του μετώπου. Τα περισσότερα κρεβάτια του καλύπτονται από αυτούς.
  • Το 1914 αρχίζει να λειτουργεί στην Πάρνηθα “το Νοσοκομείο Γ.Σταύρου και Γ. Φούγκου παράρτημα του Θεραπευτηρίου “O Ευαγγελισμός”, προς νοσηλεία φυματιώντων”. Το παράρτημα αυτό λειτουργεί μέχρι το 1960 με μια διακοπή τον Οκτώβριο του 1942-1946, λόγω του Ελληνοϊταλικού πολέμου.
  • Το 1935, για την όλη δραστηριότητα του Θεραπευτηρίου η ακαδημία Αθηνών απένειμε  “ αργυρούν μετάλλιον”, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 ετών από την ίδρυση του.
  • Το 1939 απονεμήθηκε στον Ευαγγελισμό  “χρυσούν μετάλλιον” από την “Επιτροπή της Εκθέσεως Υγιεινής”, η οποία οργανώθηκε τότε στην Αθήνα.
  • Το 1946 αρχίζει να εκδίδεται το περιοδικό της Επιστημονικής Ένωσης “Νοσοκομειακά Χρονικά” , που με την πάροδο του χρόνου γίνεται ένα από τα πιο αξιόλογα επιστημονικά περιοδικά.


  • Το έργο που άρχισε το 1939 αποπερατώθηκε το έτος 1950 και αποτελείτο από 7 ορόφους. Στις 5 Απριλίου  του 1950 γίνονται τα εγκαίνια και ονομάζεται “Πτέρυγα ΑΧΕΠΑ” προς τιμή των ομογενών της Αμερικής που πρόσφεραν γενναιόδωρα το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που απαιτήθηκαν για την αποπεράτωσή του (περίπου 630.000 δολάρια Αμερικής). Έτσι το Θεραπευτήριο συνεχίζει από τότε να λειτουργεί με δύναμη 1000 κλινών. Τμήματα του κτιρίου αυτού αλλά και του υπόλοιπου Νοσοκομείου αφιερώθηκαν σε επιφανείς εργάτες της Ιατρικής επιστήμης, ανάμεσα στους οποίους οι Μ. Μακκάς, Ι. Γαλβάνης, Μ. Γερουλάνος, Ν. Σμπαρούνης, Δ. Κομνηνός, Π.Κόκκαλης κ.α. για να τιμηθεί η προσφορά τους στην επιστήμη και τον άνθρωπο.


  • Το 1958 η οργάνωση “American Hospital Association” απονέμει στον “Ευαγγελισμό” ειδικό δίπλωμα για την όλη δράση του. Με το δίπλωμα αυτό το Θεραπευτήριο έγινε ιδρυτικό μέλος της παραπάνω Ενώσεως με όλα τα αντίστοιχα δικαιώματα, ευεργετήματα και προνόμια.

Στα επόμενα χρόνια το Ίδρυμα δεν είχε καμιά οικονομική βοήθεια από πουθενά, αλλά στηρίχθηκε μόνο στην καλή διαχείριση των οικονομικών του πόρων και στη σκληρή δουλειά τόσο του Ιατρικού όσο και του Νοσηλευτικού και Διοικητικού προσωπικού του. Έτσι κατόρθωσε, στις 28 Δεκεμβρίου 1964, να αυξήσει τη δύναμη κρεβατιών του σε 1200, πράγμα που επιτεύχθηκε με την ανέγερση 2 επιπλέον νοσηλευτικών ορόφων και “δώματος”, στην “Πτέρυγα ΑΧΕΠΑ” που έγινε 11-όροφη.
Η ιστορία και η εξέλιξη του Νοσοκομείου είναι στενά δεμένη με την ιστορία και την εξέλιξη της Αθήνας, με την ιστορία και την εξέλιξη της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά το Θεραπευτήριο δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορέσει να σταθεί κοντά στις δυσκολίες και τα προβλήματα του ανθρώπου, προσαρμοσμένα κατάλληλα με ανάλογη κτιριακή υποδομή, άρτιο επιστημονικό και τεχνικό εξοπλισμό και άριστα εκπαιδευμένο προσωπικό.

  • Το 1974 εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από τον εφοπλιστή Ιωάννη Διαμαντή Πατέρα για την ανέγερση νέας πτέρυγας προς νοσηλεία των ναυτικών. Η σύμβαση δωρεάς που υπεγράφη το 1975, ανήρχετο στο ποσό των 5.000.000 δολαρίων Αμερικής και προέβλεπε την ανέγερση πτέρυγας τριών ορόφων δύναμης 150 κλινών. Με συμπληρωματικές δαπάνες της Πολιτείας προστέθηκαν δύο επί πλέον όροφοι και η συνολική δύναμη της νέας πτέρυγας ανήλθε στις 250 κλίνες.


  • Στις 18 Ιουλίου 1977, θεμελιώνεται η Νέα Πτέρυγα του Ιδρύματος και λαμβάνει το όνομα του κυρίως δωρητού: “ Πτέρυγα Ιωάννου Διαμαντή Πατέρα “.

Τέλος σήμερα βρίσκεται στο στάδιο της αποπεράτωσης η ανέγερση νέας εξαόροφης οικοδομής όπου θα εγκατασταθεί όλος ο Εργαστηριακός Τομέας του Νοσοκομείου.
Με την συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του Θεραπευτηρίου, στις 28 Δεκεμβρίου 1984, η Ακαδημία Αθηνών σε πανηγυρική τελετή απονέμει στο Νοσοκομείο το χρυσό μετάλλιο.
Από τη σύσταση του Θεραπευτηρίου μέχρι το τέλος του 1983, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια νοσηλεύτηκαν 951.213 ασθενείς με ημέρες νοσηλείας 19.858.331. Στα Εξωτερικά ιατρεία εξετάστηκαν, από την ημέρα που λειτούργησαν, δηλ. 1903-1983, 4.000.532 ασθενείς ενώ συγχρόνως πραγματοποιήθηκαν 318.343.330 Εργαστηριακές Εξετάσεις. Κατά το διάστημα αυτό προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Ίδρυμα 26.731 Γιατροί και 22.434 Αδελφές, εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενοι.
Από το 1884 μέχρι ΣΗΜΕΡΑ, η ιστορική πορεία του “EΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ” έχει μια θαυμαστή συνέπεια, που υπήρξε το αποτέλεσμα της πολύπλευρης συμβολής και συνεργασίας Κράτους και Λαϊκής Πρωτοβουλίας.
Η δημιουργική, δυναμική και αποτελεσματική προσπάθεια των παραγόντων αυτών ενωμένων, διαμορφώνουν την Ιστορία του Ιδρύματος μέσα από πολλές και ποικίλες αντιξοότητες.
Μια ιστορία που γράφτηκε με τον ιδρώτα και τις προσπάθειες όλων των Ελλήνων και πάνω απ’ όλα των εργαζομένων στο Θεραπευτήριο.
Ο καθένας απ’ αυτούς επώνυμος και ανώνυμος ένωσε την προσπάθειά του για να γίνει ο Ευαγγελισμός όπως τον βλέπουμε σήμερα, το Πρώτο Νοσοκομείο της Ελλάδας.
Η δημοσιοποίηση του Θεραπευτηρίου του 1983 δημιούργησε νέους ορίζοντες για την ανάπτυξη και την προσφορά στην υγεία, με την οργανωμένη κρατική παρέμβαση, τον οργανωμένο διοικητικό και επιστημονικό προγραμματισμό και την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων.

  • Τον Νοέμβριο του 2005, ολοκληρώθηκε η ανέγερση και παραδόθηκε σε χρήση, το Νέο εξαώροφο Κτήριο των Ιατρικών Εργαστηρίων.


  • Τον Ιούνιο του 2012 παραδόθηκε σε χρήση το Νέο Φαρμακείο του Νοσοκομείου, δωρεά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ από τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, λειτουργεί η Νέα ΜΕΘ1 στον 3ο όροφο του Κτηρίου ΑΧΕΠΑ, δωρεά του Ιδρύματος «Θώραξ», με χορηγούς την Φωτεινή Λιβανού και τον Αθανάσιο Μαρτίνο.


  • Τον Απρίλιο του 2013 ξεκίνησε η λειτουργία της Νέας Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, ενώ τον Μάιο του ιδίου έτους, εγκαινιάσθηκε το Νέο Αιμοδυναμικό εργαστήριο, αμφότερα δωρεές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.


  • Τον Αύγουστο του 2014 ολοκληρώθηκε η 1η φάση ανέγερσης του Κτηρίου των Νέων Χειρουργείων, επίσης δωρεά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και την 16η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους έλαβαν χώρα τα εγκαίνια.
πηγη: http://www.evaggelismos-hosp.gr/0000000000/index.html

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Με την λέξη Ευαγγελισμός αναφερόμαστε στην χαρμόσυνη είδηση για τον Χριστιανισμό, της επικείμενης γέννησης του Ιησού Χριστού, που δόθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Μαριάμ από την ίδια. Επίσης, με τον ίδιο όρο αναφερόμαστε στην εκκλησιαστική θεομητορική εορτή που τελείται την 25η Μαρτίου προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού.
Ευαγγελισμός σημαίνει αναγγελία χαρμόσυνης είδησης και ετυμολογικά προέρχεται από το ευάγγελος (=ευ+άγγελος < αγγέλω) μια πολύ παλαιότερη ελληνική λέξη (Οδύσσεια, ξ 152-153: ως νείται Οδυσσεύς ευαγγέλιον δε μοι έστω ).

Το γεγονός κατά Ευαγγελιστή Λουκά
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, περιγράφεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Κεφ.1: 26-38: ως ακολούθως:
26 Εν δε τώ μηνί τώ έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ από τού Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ 27 προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. 28 και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ευλογημένη σύ εν γυναιξίν. 29 η δε ιδούσα διεταράχθη επί τώ λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. 30 και είπεν ο άγγελος αυτή Μή φοβού, Μαριάμ εύρες γάρ χάριν παρά τώ Θεώ. 31 και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. 32 ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, 33 και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. 34 είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; 35 και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού. 36 και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνεληφυία υιόν εν γήρει αυτής, και ούτος μην έκτος εστίν αυτή τή καλουμένη στείρα 37 ότι ουκ αδυνατήσει παρά τώ Θεώ πάν ρήμα. 38 είπεν δε Μαριάμ Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος.
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά το γεγονός του Ευαγγελισμού έλαβε χώρα στη Ναζαρέτ, το ασήμαντο αυτό χωριό που δεν συναντάμε ούτε στην Παλαιά Διαθήκη, ούτε στο Ταλμούδ, ούτε στα κείμενα του Ιώσηπου. Η περιφρονημένη αυτή περιοχή, από την οποία οι άνθρωποι σκέπτονταν αν δύναται τι αγαθόν είναι; (Ιωάν. 1:46), αποτελεί την πατρίδα των γονέων της Μαρίας (Μαριάμ) και της ίδιας της μητέρας του Ιησού και πιθανόν και του μνήστορος Ιωσήφ. Τελικά όμως, η Ναζαρέτ τιμήθηκε ιστορικά ως η ιδιαίτερη πατρίδα του Ιησού Χριστού, του επονομαζόμενου και "Ναζωραίου".
Σύμφωνα με την παράδοση και στοιχεία που αντλούνται από πολλά απόκρυφα κείμενα, το κορίτσι που έμελλε να γίνει η μητέρα του Ιησού Χριστού, έζησε σ' ένα φτωχικό σπίτι της Ναζαρέτ, όπου η καθημερινή ζωή της περιελάμβανε μεταξύ άλλων, τις πνευματικές ενασχολήσεις που επέβαλλε το τυπικό της ιουδαϊκής θρησκείας (προσευχή, μελέτη των Γραφών, συμμετοχή στις λατρευτικές εκδηλώσεις της Συναγωγής). Ο Λουκάς άλλωστε, περιγράφει τη Μαρία ως μια ευσεβή Ιουδαία (Λκ. 2:22, 27, 39).
Τον έκτο μήνα από την σύλληψη του Προδρόμου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, σταλμένος από τον θεό, συναντά την Μαρία στο μέρος όπου διέμενε και της απευθύνει τον χαιρετισμό: "Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου". Το "χαίρε" του αγγέλου δεν είναι ένας απλός χαιρετισμός, αλλά θυμίζει τις επαγγελίες για την έλευση του Κυρίου στην αγία πόλη του (π.χ. "Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι..." Ζαχ. 9:9).
Στον χαιρετισμό αυτό, η Μαρία αντιδρά φυσιολογικά για ένα κορίτσι περίπου δεκατεσσάρων ετών, που θα είχε σχεδόν μηδενικές κοινωνικές συναναστροφές. Οι λέξεις του Γαβριήλ "κεχαριτωμένη", "ευλογημένη συ εν γυναιξίν" δεν είναι από αυτές που συνήθιζε να ακούει ένα κορίτσι αντίστοιχης ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Αρχίζει έτσι να διερωτάται "ποταπός είη ο ασπασμός ούτος", δηλ. ποιας προέλευσης (θείας ή μή) ήταν αυτός ο χαιρετισμός, συνετιζόμενη ίσως από το παράδειγμα της σχετικής εμπειρίας που είχε η Εύα στον παράδεισο.
Ο άγγελος, βλέποντας τον δισταγμό της, την καθησυχάζει με τη φράση "Μή φοβού", που παρόμοιες συναντάμε συχνά στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη σε γεγονότα θείων αποκαλύψεων (Μτ. 1:20, 14:27 -Μκ. 5:36 -Λκ. 1:13, 1:30, 2:10 - Ιησ. 1:9, Κρ. 6:23, Ιερ. 1:8, Δαν. 10:12 κ.ά.). Αμέσως μετά της δηλώνει ότι βρήκε χάρη από το Θεό, πράγμα που δείχνει πως η Μαρία συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα σε εκείνα τα πρόσωπα που έγιναν αποδέκτες της εύνοιας του Θεού (Γέν. 6:8, Έξ. 33:13 κ.ά.).
Ακολούθως, ο Γαβριήλ φανερώνει το περιεχόμενο της ευαγγελίας του. Η Μαρία πρόκειται να φέρει στον κόσμο ένα γιο τον οποίο θα ονομάσει Ιησού και ο οποίος "έσται μέγας" και θα αναγνωριστεί από όλους ως "υιός υψίστου". Για να δηλωθεί πως ο υιός αυτός θα είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, αναφέρει την καταγωγή του εκ του Δαυίδ όπως προείπαν οι προφήτες και το αιώνιο της Βασιλείας του κατά τον Δανιήλ: "δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ τού πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος" (βλ. 2Σαμ. 7:12 - Ησ. 9:6-7 - Δαν. 2:44, 4:3, 6:26, 7:14).
Αμέσως μετά, η Μαρία εφράζει μια εύλογη απορία, που δείχνει ότι ο Λουκάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην παρθενία της Μαρίας, όπως και σ' όλο του το έργο άλλωστε ενδιαφέρεται για την εγκράτεια (Λκ 2:36, 14:26, 18:29) και για την παρθενία (Πραξ. 21:9). Αναφέρει βέβαια το γάμο της Μαρίας με τον Ιωσήφ (Λκ 1:27, 2:5), γιατί βλέπει στο γεγονός αυτό τη βάση της μεσσιανικής νομιμότητας του Ιησού (3:23 εξ) καθώς η αποκάλυψη του θεού, ανταποκρίνεται πάντοτε στα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας. Ο "γάμος" της με τον Ιωσήφ έδωσε την αναγκαία νομιμότητα στα γεγονότα που επακολούθησαν, χωρίς καμιά υποψία και μομφή. Μέσα στο μυστήριο αυτό της γέννησης του Ιησού, πίσω από το ιστορικό και κοινωνικό προσκήνιο, υπάρχει και μια άλλη αλληλουχία πραγμάτων, εκείνη που ανήκει σε μιας άλλης φύσεως πραγματικότητα, που δεν είναι θεατή και αποδεκτή από όλους. Στα ιερά κείμενα η αλληλουχία αυτή εκφράζεται με την επισήμανση ότι ο Ιησούς ήταν μόνο "ο υιός της Μαρίας" και απλώς "ενομίζετο" ως υιός του Ιωσήφ (Λκ. 3:23).
Ο Λουκάς λοιπόν τονίζει για τη νεαρή σύζυγο ότι είναι παρθένος και αυτό φαίνεται από την αντίρρηση που απευθύνει στον άγγελο, όταν της αναγγέλλει ότι θα γίνει η μητέρα του Μεσσία: "Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;" που σημαίνει: "πως θα γίνει αυτό, αφού ως τώρα δεν έχω συζυγικές σχέσεις". Ο Λουκάς υπαινίσσεται πως η Μαρία ρωτάει όχι από απιστία αλλά για να μάθει τον τρόπο, αφού την ερώτησή της δεν ακολουθεί κάποιο αντίστοιχο επιτίμιο όπως στον Ζαχαρία που έδειξε να μην πιστεύει την γέννηση του Προδρόμου (Λκ. 1:20). Καταλαβαίνει ίσως η Μαρία πως θα γίνει αμέσως μητέρα, όπως άλλωστε συνέβη στη μητέρα του Σαμψών που συνέλαβε μόλις ο άγγελος της ανήγγειλε τη μητρότητα της (Κρ. 13:5-8). Το ερώτημά της Μαρίας, οδηγεί τον Γαβριήλ να της αναγγείλει την παρθενική σύλληψη του Ιησού με τρόπο υπερφυσικό. Για την πλειοψηφία των χριστιανών, ο στίχος "Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού'' ερμηνεύεται "Τριαδολογικά", που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται στον στίχο αυτόν δρώντα τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: Ο Πατέρας (δύναμις υψίστου), ο Υιός (υιός Θεού) και το Άγιο Πνεύμα (Πνεύμα άγιον επελεύσεται).
Κατόπιν, ο άγγελος συνεχίζει, και ως πιστοποίηση της δύναμης του Θεού για το θέμα αυτό της σύλληψης, φέρνει το παράδειγμα της Ελισσάβετ η οποία αν και ήταν σε προχωρημένη ηλικία ήταν ήδη στον έκτο μήνα της κυοφορίας της.
Στο τέλος της Ευαγγελικής περικοπής, ένα σημαντικό, θεολογικό μήνυμα περιέχεται: ο Γαβριήλ τελείωσε μεν την ευαγγελία του προς την Παρθένο, όχι όμως και την αποστολή του. Περιμένει τη συγκατάθεση της Μαρίας. Για τον Λουκά, ούτε μια τέτοια σπουδαία ενέργεια του Θεού δεν αφαιρεί από τον άνθρωπο το χάρισμα της συνδημιουργίας: "Ευτυχισμένη Μαρία, ο κόσμος όλος περιμένει τη συγκατάθεσή σου" αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος. Πράγματι, η μητρότητα αυτή είναι θεληματική. Μπροστά στην απροσδόκητη κλήση που της αναγγέλλει ο Γαβριήλ, η Μαρία ενδιαφέρεται να καταλάβει το κάλεσμα του Θεού. Όταν η Μαρία διαφωτίζεται πλήρως, δέχεται, και η διακονία της, είναι προπάντων ελευθερία.