Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

29 Ιανουαρίου 1979: Μια 16χρονη σκοτώνει 2 και τραυματίζει 9,πυροβολώντας κατά Δημοτικού Σχολείου. Στους αστυνομικούς είπε: «Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες»


Ο Μπομπ Γκεντολφ, εμπνευστής του τραγουδιού!
Οι Δευτέρες είναι πάντα οι πιο δύσκολες μέρες της εβδομάδας. Κάποιες φορές σε οδηγούν σε…φόνο και κάποιες άλλες σε εμπνέουν να γράψεις ένα από τα καλύτερα τραγούδια του ’70. Μια τέτοια τραγική πράξη ενός φόνου ενέπνευσε τον Μπομπ Γκέλντοφ τωνBoomtown Rats να γράψει το κλασικό πια«I don’t likeMondays»…

Το πρωινό της Δευτέρας 29 Ιανουαρίου 1979 στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας ήταν ένα ακόμα βαρετό πρωινό για την 16χρονη Μπρέντα Ανν Σπένσερ. Γι’ αυτό αποφάσισε να πάρει ένα όπλο και να αρχίσει να πυροβολεί! Η Σπένσερ από το παράθυρο του δωματίου της πυροβολούσε στοχεύοντας στο προαύλιο του απέναντι σχολείου το οποίο ήταν γεμάτο με παιδιά. Μέσα στον παροξυσμό της κατάφερε να σκοτώσει δύο άτομα και να τραυματίσει 8 παιδιά και έναν αστυνομικό. Όταν μετά από πολλή ώρα κατάφεραν να τη συλλάβουν η δικαιολογία που έδωσε για την πράξη της ήταν ότι απλώς «Δε μου αρέσουν οι Δευτέρες. Αυτό ζωντάνεψε τη μέρα»!

Το όπλο, συγκεκριμένα μια καραμπίνα, ήταν δώρο στην Μπρέντα από τον πατέρα της για τα Χριστούγεννα. Όταν οι αστυνομικοί ρώτησαν γιατί σημάδεψε τα συγκεκριμένα άτομα απάντησε ότι τις άρεσαν τα κόκκινα και τα μπλε σακάκια, ενώ ξεκαθάρισε ότι, πέρα απ’ το ότι δεν της άρεσαν οι Δευτέρες, «δεν είχα κανένα λόγο για όλα αυτά. Αλλά είχε πολύ πλάκα. Ήταν σα να σημάδευα πάπιες στο πάρκο. Και τα παιδιά έμοιαζαν με κοπάδι αγελάδων που δεν κουνιέται. Ήταν πραγματικά εύκολος στόχος», είπε σοκάροντας τους πάντες. Η Μπρέντα ποτέ δεν έδειξε μεταμέλεια.

Την ίδια ώρα στην πολιτεία της Τζόρτζια, ο Μπομπ Γκέλντοφ των Boomtown Rats έδινε συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό του Πανεπιστημίου, ώσπου στο τέλεξ έφτασε η τραγική είδηση. Η δικαιολογία της Μπρέντα ότι δεν της αρέσουν οι Δευτέρες έδωσε αμέσως στον Γκέλντοφ την ιδέα για ένα τραγούδι. Ο ίδιος θυμάται:


«Έκανα μια ραδιοφωνική συνέντευξη στην Ατλάντα με τους Fingers και δίπλα μου βρισκόταν το τέλεξ (στο οποίο έρχονταν τα πρόσφατα νέα). Το διάβασα αμέσως μόλις έφτασε. Το γεγονός ότι σκότωσε επειδή δε της άρεσαν οι Δευτέρες, ήταν λίγο παράξενο. Το σκεφτόμουν όλη την ώρα στο δρόμο για το ξενοδοχείο και έλεγα ότι το τσιπάκι στο μυαλό της (το silicone chip του τραγουδιού) μάλλον είχε υπερφορτωθεί. Το έγραψα σε ένα κομμάτι χαρτί. Και οι δημοσιογράφοι της έπαιρναν συνέντευξη και τη ρωτούσαν «πες μου απλώς γιατί». Ήταν τόσο άσκοπη πράξη. Ήταν η πλέον άσκοπη πράξη και ο πλέον άσκοπος λόγος για να το κάνεις. Έτσι ίσως έγραψα το πλέον άσκοπο τραγούδι για να το «ντύσω». Δεν ήταν μια προσπάθεια για να εκμεταλλευτώ την τραγωδία».

Έτσι γεννήθηκε το «I don’t like Mondays» και λίγους μόνο μήνες μετά το κοινό το άκουσε και ενθουσιάστηκε κρατώντας το (στη Βρετανία) για τέσσερις εβδομάδες στην πρώτη θέση των τσαρτ. Αν και ο Γκέλντοφ αρχικά δεν υπολόγιζε να συμπεριλάβει το τραγούδι στο βασικό άλμπουμ, μετά την επιτυχία του στην περιοδεία των Rats κατάλαβε ότι θα ήταν τρέλα να μην το βάλει στον δίσκο, όπως και αποδείχτηκε. Ωστόσο ενώ στην Βρετανία το τραγούδι γινόταν εμμονή στην Αμερική οι οικογένειες των θυμάτων προσπάθησαν να μην περάσει τον Ατλαντικό. Αν και τελικά έγινε γνωστό και στην Αμερική, οι σταθμοί στο Σαν Ντιέγκο επέλεξαν να μην παίξουν το τραγούδι ως ένδειξη σεβασμού στους νεκρούς.

Κατά τη διαρκεία της τελευταίας ακροαματικής διαδικασίας το 2009

Η Μπρέντα Ανν Σπένσερ στα 49 της σήμερα βρίσκεται ακόμα στη φυλακή και πιθανότατα θα βρίσκεται εκεί ως το τέλος της ζωής της. Έχει ζητήσει πολλές φορές να αποφυλακιστεί με τελευταία το 2009, τριάντα ακριβώς χρόνια μετά το γεγονός, αλλά και πάλι η αίτησή της απορρίφθηκε. Μάλιστα σαν δικαιολογία, μόλις το 2005, υποστήριξε ότι ο πατέρας την κακοποιούσε σεξουαλικά και ότι ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Φυσικά μετά από τόσα χρόνια κανείς δεν την πίστεψε…

Το μόνο που έμεινε τελικά από εκείνη την καταραμένη Δευτέρα είναι ο πόνος των δυο οικογενειών και ένα τραγούδι για να μας θυμίζει πάντα ότι το μυαλό είναι ένα βήμα μακριά από την τρέλα και τη σκανδάλη…

29 Ιανουαρίου 1595: Το αριστούργημα του Γουίλιαμ Σέξπιρ Ρωμαίος και Ιουλιέτα κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο.

Ο Σαμψών και ο Γρηγόριος, υπηρέτες των Καπουλέτων και ο Αβράαμ και ο Βαλθασάρ, υπηρέτες των Μοντέγων άρχισαν μια μάχη. Ο Εσκάλους, πρίγκιπας της Βερόνας ανάγγειλε θανατική καταδίκη αν συνεχιζόταν αυτή η πολύχρονη βεντέτα. Ο Ρωμαίος είναι ερωτευμένος με την Ροζαλήν, το αντικείμενο του πόθους του. Εντωμεταξύ ο Καπουλέτος ενθουσιάστηκε με την ιδέα να παντρέψει την Ιουλιέτα με τον Πάρη και έτσι προγραμμάτισε μια εορταστική συνάθροιση πριν τον γάμο. Ο Ρωμαίος μαζί με τους φίλους του, Μπενβόλιο και Μερκούτιο, πήγαν απρόσκλητοι σε αυτήν προσδοκώντας να δουν την αγαπημένη του Ρωμαίου, Ροζαλίνα με τον πρώτο να είναι ακόμα ερωτευμένος μαζί της. Κατά την διάρκεια της γιορτής ο Ρωμαίος ερωτεύεται κεραυνοβόλα την Ιουλιέτα. Χορεύοντας μαθαίνουν ότι οι οικογένειες τους είναι αντίπαλες και κυριαρχεί μια αδυσώπητη έχθρα ανάμεσά τους. Αψηφώντας τον κίνδυνο, ο Ρωμαίος ψάχνει να βρει την Ιουλιέτα, την οποία δεν μπορεί να ξεχάσει. Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αποφασίζουν να παντρευτούν στα κρυφά. Την επομένη ο Ρωμαίος συναντά τον φίλο του, ιερέα Λαυρέντιο, συμφωνώντας να τους παντρέψει, γιατί πίστευε o ίδιος ότι αυτός ο γάμος θα έφερνε ένα τέλος ανάμεσα στις δύο εχθρικές οικογένειες. Στις επόμενες μέρες γίνεται μια σύγκρουση όπου ο Μερκούτιος, φίλος του Ρωμαίου πεθαίνει από τον Τυβάλτο, υπηρέτη των Μοντέγων. Ο Ρωμαίος στη συνέχεια σκοτώνει τον Τυβάλτο. Ο Εσκάλους μαθαίνοντας για την εμπλοκή εξορίζει τον Ρωμαίο. Οι Καπουλέτοι χωρίς να γνωρίζουν για τον κρυφό γάμο τον δύο νέων, αποφασίζουν να παντρέψουνε την Ιουλιέτα με τον Πάρη. Η Ιουλιέτα όταν το μαθαίνει αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Ο ιερέας Λαυρέντιος καταστρώνει ένα σχέδιο όπου συμβουλεύει την Ιουλιέτα να πάρει ένα δηλητήριο που θα την κάνει να φαίνεται νεκρή και θα στείλει ένα γράμμα στον Ρωμαίο όπου θα του επεξηγεί το τι συνέβη, και στη συνέχεια θα ερχόταν ο Ρωμαίος να την πάρει, νομίζοντας όλοι πώς πέθανε. Η Ιουλιέτα μην μπορώντας να κάνει κάτι πίνει το δηλητήριο. Οι Καπουλέτοι τώρα άλλαξαν τα σχέδια τους για το γάμο και άρχισαν τα σχέδια για την κηδεία. Στην Μαντουά, όπου ήταν εξορισμένος ο Ρωμαίος, μαθαίνει τα νέα και αποφασίζει να βάλει στη ζωή του ένα τέλος, έστω για να δει για τελευταία φορά την αγαπημένη του Ιουλιέτα. Ο ιερέας Ιωάννης, εξηγεί στον Ιερέα Λαυρέντιος ότι το γράμμα που επεξηγεί για τον ψεύτικο θάνατο της Ιουλιέτας δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Ρωμαίου. Όμως πια είναι αργά. Ο Ρωμαίος φτάνοντας πίσω στην Βερόνα, πηγαίνει κατευθείαν στην Ιουλιέτα όπου πριν προλάβει να ανοίξει το φέρετρο ο Πάρης του επιτίθεται. Στην σύντομη συμπλοκή που ακολούθησε ο Πάρης πεθαίνει. Ο Ρωμαίος βλέπει την Ιουλιέτα πεθαμένη, μην μπορώντας να κάνει κάτι, παίρνει το δηλητήριο που αγόρασε και πεθαίνει. Ο ιερέας Λόρενς φτάνει αργά. Η Ιουλιέτα ξυπνά, αναζητώντας τον Ρωμαίο. Αντικρίζει τον Ρωμαίο νεκρό, τον φιλά και αυτοκτονεί. Αργότερα έρχονται οι δύο οικογένειες των Καπουλέτων και των Μοντέγων όπου μαθαίνουν τα δυσάρεστα νέα. Ο πρίγκηπας Εσκάλους επικρίνει τις δύο οικογένειες για τον άδικο χαμό των δυο νέων. Στη συνέχεια οι δύο οικογένειες συμφιλιώθηκαν.