Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

07 Μαρτίου 1876: Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ λαμβάνει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το τηλέφωνο

Το τηλέφωνο είναι μία συσκευή συνδιάλεξης η οποία μεταφέρει τον ήχο μέσω ηλεκτρικών σημάτων. Συγκεκριμένα πρόκειται για συσκευή που μετασχηματίζει τις ηλεκτρικές ταλαντώσεις σε ηχητικές. Η συσκευή αυτή αποτελείται από πομπό και δέκτη και συνδέεται με καλώδιο με το τηλεφωνικό κέντρο. Ο πομπός έχει μέσα σ' ένα σωλήνα μια μετάλλινη πλάκα μπροστά σε ηλεκτρομαγνήτη. Μόλις ακουστεί η φωνή μας επάνω στην πλάκα, αυτή αρχίζει να κάνει παλμικές κινήσεις ισχυρές ή αδύνατες, ανάλογα με τον τόνο που έχει η φωνή μας, που επηρεάζουν τον ηλεκτρομαγνήτη. Με τη βοήθεια του ηλεκτρικού ρεύματος, τα ηχητικά κύματα περνούν από το καλώδιο και φτάνουν στο δέκτη που έχει κι αυτός έναν ηλεκτρομαγνήτη μ' ένα διάφραγμα μπροστά του. Το διάφραγμα του δέκτη με τη σειρά του αρχίζει να έχει παλμικές κινήσεις από τα ηχητικά κύματα του πομπού που μεταδίδει ο ηλεκτρομαγνήτης. Μ' αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη ομιλία ξανακούγεται στο ακουστικό με την αναπαραγωγή των ήχων. Ο πομπός και ο δέκτης ενός τηλεφώνου είναι τοποθετημένοι σ' ένα όργανο που λέγεται ακουστικό.

Ιστορία και Εξέλιξη
Πολλοί ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα μηχάνημα που θα μπορούσε να μεταβιβάσει τον ήχο διαμέσου του ηλεκτρισμού. Αυτό το κατάφερε ο Αμερικανός φυσικός Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ το 1876.[1] Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε περιελάμβανε μια ελαστική μεμβράνη από σίδηρο, η οποία βρισκόταν μπροστά από σιδηρομαγνητικό πυρήνα, περιτυλιγμένο με μονωμένο αγωγό. Μια γραμμή από δυο καλώδια συνέδεε τη συσκευή αυτή με μια άλλη παρόμοια. Και οι δυο συσκευές χρησιμοποιήθηκαν ως δέκτες και ως πομποί. Στη συσκευή του Μπελ η φωνή έπεφτε πάνω στη μεμβράνη και την έκανε να πάλλεται. Η συσκευή αυτή χρησίμευε μόνο για ομιλίες σε κοντινή απόσταση.
Μετά την εφεύρεση όμως του μικροφώνου από τον Αμερικανό Ντέιβιντ Χιουζ (David Edward Hughes) το 1877, το τηλέφωνο άρχισε να εξελίσσεται και να χρησιμοποιείται για τη σύνδεση μακρινών αποστάσεων. Το μικρόφωνο αυτό περιλάμβανε μικρή ράβδο από άνθρακα η οποία περιβαλλόταν από δυο στρώματα άνθρακα. Στην αρχή μικρόφωνο και ακουστικό ήταν τοποθετημένα μαζί. Το τηλέφωνο πέρασε διάφορες εξελίξεις για να φτάσει στη σημερινή του μορφή.
Στα χειροκίνητα τηλεφωνικά κέντρα ο συνδρομητής για να καλέσει το κέντρο έστρεφε μια μαγνητοηλεκτρική μηχανή που είχε το τηλέφωνό του και η τηλεφωνήτρια ρωτούσε τον συνδρομητή με ποιον αριθμό θέλει να μιλήσει. Στα ημιαυτόματα τηλεφωνικά κέντρα ο συνδρομητής συνδέεται με το κέντρο αμέσως μόλις σηκώσει το ακουστικό.
Τα αυτόματα τέλος τηλεφωνικά κέντρα είναι η πιο εξελιγμένη μορφή που χρησιμοποιείται σήμερα σ' όλο τον κόσμο. Ο συνδρομητής, χωρίς να έχει καμιά επαφή με το κέντρο, μπορεί να μιλήσει απευθείας με τον αριθμό που ζητάει.

07 Μαρτίου 1948: Τα Δωδεκάνησα ενσωματώνονται κι επισήμως στην Ελλάδα.

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Η Δωδεκάνησος, προτού ενσωματωθεί με τη Μητέρα-Πατρίδα, γνώρισε ξενική κατοχή 638 χρόνων. Από το γεωγραφικό χώρο του δωδεκανησιακού συμπλέγματος πέρασαν η ιπποτική κυριαρχία (1309-1522), η τουρκοκρατία (1522-1912) και στη χρονική περίοδο 1912-1945 η ιταλική τυραννία.
Παρόλες, όμως, αυτές τις διαδοχικές ξένες επικυριαρχίες, ο δωδεκανησιακός λαός διατήρησε την ελληνική γλώσσα, την ορθοδοξία και γενικά τα ελληνικά ήθη και έθιμα.
Και επί αιώνες αγωνίστηκε κατά της ξένης καταπίεσης, επιδιώκοντας την Ενωση-στην κυριολεξία την επανένωση-με την Ελλάδα. Ο διακαής αυτός πόθος άρχισε να παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή από τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα.
Ειδικότερα, η Εθνική αυτή επιταγή των Δωδεκανησίων, αμέσως με την έναρξη της ιταλοκρατίας, εκφραζόταν στο αίτημα της Αυτοδιάθεσης-Ενωσης και έκτοτε οι κάθε είδους εκδηλώσεις ήταν συνεχείς, τόσο σε τοπικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1911 η Ιταλία, προκειμένου να καταστήσει την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή (τη σημερινή Λιβύη) αποικία της, κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθόσον η τελευταία είχε υπό την κυριαρχία της τα προαναφερθέντα εδάφη. 
Και για να εμποδιστεί ο ανεφοδιασμός των Αράβων πολεμιστών από τους Τούρκους, με τη δικαιολογία, ότι οι εκεί παράκτιες αραβικές φυλές πρόβαλλαν αντίσταση στα ιταλικά στρατεύματα, οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα το Μάιο του 1912, εκτός του Καστελορίζου, υπό τύπον, καθώς έλεγαν, της προσωρινότητας.
Όταν ο ιταλοτουρκικός πόλεμος τελείωσε, η συνθήκη ειρήνης πρόβλεπε και μεν να παραχωρηθούν στους Ιταλούς τα οθωμανικά εδάφη στην Αφρική, όπου υπήρχαν ιταλικά εμπορικά και άλλα ζωτικά συμφέροντα, οι ιταλοί, όμως, θα έπρεπε να εκκενώσουν τα Δωδεκάνησα, που είχαν καταλάβει, ως προαναφέρεται.
Έτσι, ενώ οι Ιταλοί πήραν αυτό που ήθελαν, ωστόσο, δεν έφυγαν από τα δωδεκανησιακά εδάφη.

• Στις 29 Ιουλίου 1919 υπογράφεται Συνθήκη μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδας-Ιταλίας. Η Συνθήκη αυτή, γνωστή υπό το όνομα Tittoni-Βενιζέλου, αναπτέρωσε τις ελπίδες του δωδεκανησιακού λαού, καθόσον, σύμφωνα με τους όρους της, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα αμέσως την κυριαρχία της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, η οποία θα παραδιδόταν μετά πενταετία με Δημοψήφισμα. Με την ίδια Συνθήκη η Ιταλία, εκτός από τα Δωδεκάνησα, παραχωρούσε στην Ελλάδα και τη Βόρειο Ήπειρο.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιουλίου 1920, καταγγέλλεται από την Ιταλία η προαναφερθείσα Συνθήκη. Τον Αύγουστο, όμως, του ίδιου έτους υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών και με τη συμφωνία Bonino-Βενιζέλου επικυρώνεται, σχεδόν, η προηγούμενη Tittoni-Βενιζέλου, με τη διαφορά ότι το Δημοψήφισμα για τη Ρόδο θα διενεργείτο  μετά 15 χρόνια.
Η ζηλότυπη, όμως, μοίρα του δωδεκανησιακού λαού θέλησε άλλη τροπή των πραγμάτων. Με την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου, το Νοέμβριο του 1920 και αφού εν τω μεταξύ μεσολάβησε η Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η Ιταλία καταγγέλλει τη Συνθήκη των Σεβρών και αθετεί, εκ νέου, την υπογραφή της.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης, 24 Ιουλίου 1923, η Τουρκία παραχωρεί στην Ιταλία τα δικαιώματά της στα Δωδεκάνησα, κι έτσι μονιμοποιείται  η ιταλική κατοχή.

Εν τω μεταξύ, με την άνοδο στην εξουσία του φασισμού στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1922, ο Μουσολίνι αντιμετώπιζε το δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, ως ιταλική, πλέον, κτήση και με διάφορα μέτρα προσπαθούσε να καταπνίξει το ελληνικό φρόνημα, ενισχύοντας και το καθολικό στοιχείο σε βάρος των ορθόδοξων.
Ο διορισμός του ΝτεΒέκκι, το Δεκέμβριο του 1936, ως πολιτικού και στρατιωτικού διοικητή της Δωδεκανήσου επιδεινώνει την κατάσταση. Κλείνουν τα ελληνικά σχολεία και η Παιδεία προσαρμόζεται, ως προς τη διδακτέα ύλη, με εκείνη της Μητροπολιτικής Ιταλίας.
Πολλοί Δωδεκανήσιοι, με πρώτη ευκαιρία εγκαταλείπουν την πατρώα γη, κι έτσι ο πληθυσμός των νησιών από 143.080 που ανερχόταν το 1912, μειώθηκε στις 100.180.

Αρχές, δε, του 1939 ο Μουσολίνι με τους συνεργάτες εκπονεί σχέδιο εγκατάστασης στη Δωδεκάνησο εντός μιας πενταετίας 100.000 φασιστών. Λόγω, όμως, κήρυξης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, το σχέδιο δεν υλοποιείται.
Η Ελλάδα ποτέ δεν έπαψε να ζητά από την Ιταλία τα Δωδεκάνησα. Ωστόσο, η Ιταλία με παρελκυστική τακτική, λόγω και των συγκυριών του Μεσοπολέμου κατά τον 20ό αιώνα, κατάφερε να κρατήσει το όλο θέμα σε εκκρεμότητα μέχρι το 1940, οπότε κήρυξε τον Οκτώβριο τον πόλεμο στην Ελλάδα.
Η νικηφόρα, όμως, λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου ανέτρεψε τις προβλέψεις και τα σχέδια των φασιστών και ήδη από το 1944 άρχισε η Απελευθέρωση ορισμένων μικρών νησιών.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία γονατίζει υπό το βάρος της ήττας της και την αυγή της επόμενης ημέρας αποβιβάζονται στην ευλίμενη περιοχή του Καστελλορίζου ικανός αριθμός από βρετανικά μητροπολιτικά και αυτοκρατορικά στρατεύματα.

Στις 13 του αυτού μήνα εισπλέει το ελληνικό αντιτορπιλικό Παύλος Κουντουριώτης  έμφορτο στρατού. Από τότε, οι Καστελλορίζιοι και η Πολιτεία, αναγνωρίζουν την ημέρα αυτή, ως χρονικό σταθμό της Απελευθέρωσης του πρώτου ελληνικού εδάφους.

Την 8η Μαΐου 1945 ο Γερμανός Στρατηγός Wagener, Αρχηγός των κατοχικών δυνάμεων του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, υπογράφει στη Σύμη την άνευ όρων παράδοση της Δωδεκανήσου, παρουσία του Αγγλου Ταξίαρχη Moffat, του Συνταγματάρχη Acland και του Διοικητή του Ιερού Λόχου Ελληνα Συνταγματάρχη Χρήστου Τσιγάντε.
Με την πράξη αυτή ολοκληρώθηκε η αγγλική κατοχή της Δωδεκανήσου. Η διαδικασία που προηγήθηκε, καθώς και η υπογραφή του Πρακτικού της παράδοσης έγιναν σε ένα παλιό αρχοντικό της Σύμης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Σύμμαχοι, ως έδρα Διοίκησης και στο οποίο υπάρχει σήμερα εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα.

Στις 9 Μαΐου αγγλικές Δυνάμεις με άνδρες του Ιερού Λόχου αποβιβάζονται στη Ρόδο. Εγκαθίσταται η αγγλική Διοίκηση Δωδεκανήσου, οπότε τερματίζεται και η τελευταία κατοχή, την οποία εκπροσωπούσαν οι Γερμανοφασίστες.

Στις 15 Μαΐου 1945, ο Αντιβασιλέας-Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός, πριν ακόμη εκδηλωθούν επίσημα οι αποφάσεις των νικητών του Πολέμου για την παραχώρηση του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, κηρύσσει στη Ρόδο τον αρραβώνα της Δωδεκανήσου με τη Μητέρα-Πατρίδα.
Η ομόφωνη, κατ’ αρχήν, Συμφωνία για την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα αποφασίστηκε στις 27 Ιουνίου 1946 στο Παρίσι, από το Συμβούλιο των Υπουργών των Εξωτερικών των νικητριών Μεγάλων Δυνάμεων. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν έτυχε άμεσης εφαρμογής, γιατί έπρεπε να προηγηθεί η επικύρωση της Συνθήκης μεταξύ της Ελλάδας και Ιταλίας.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1947, υπογράφεται Συνθήκη Ειρήνης Ιταλίας και Συμμάχων και στο άρθρο 14 αναφέρεται: Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρη κυριαρχία τας νήσους της Δωδ/σου: Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Σύμη, Κω και Καστελλόριζο, ως και τας παρακειμένας νησίδας».

Την 31 Μαρτίου 1947 ο Αγγλος Ταξίαρχος Parker υπογράφει στη Ρόδο το πρωτόκολλο παράδοσης της Δωδεκανήσου στον Ελληνα Στρατιωτικό Διοικητή Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη.

Στο πρωτόκολλο αυτό αναφέρονται τα εξής: «Η κατοχή της Δωδεκανήσου την μεσημβρίαν από την Βρετανική Στρατιωτική Διοίκησιν εις την Ελληνικήν τοιαύτην, συμφώνως προς τους όρους της Συμφωνίας της υπογραφείσης εν Αθήναις υπό των Αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων Μεγάλης Βρετανίας και Ελλάδος».
Η Στρατιωτική Ελληνική Διοίκηση ήταν μεταβατική περίοδος μέχρι την Ενσωμάτωση.

Στις 22 Οκτωβρίου 1947 επικυρώνεται η Συνθήκη Ελλάδας-Ιταλίας και στις 28 του ίδιου μήνα γίνεται η προσάρτηση και η Δωδεκάνησος αποτελεί, πλέον, ελληνικό έδαφος. Δεν έμενε, παρά να οριστεί η επίσημη, τυπική τελετή της Ενσωμάτωσης.

Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως 7/9.1.1948 δημοσιεύεται ο Νόμος 518/48 «περί ποσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα», ο οποίος στην πρώτη παράγραφο του μόνου άρθρου αναφέρει: «Αι νήσοι της Δωδεκανήσου Ρόδος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Αστυπάλαια, Νίσυρος, Πάτμος, Χάλκη, Κάσος, Τήλος,Σύμη, Κως, Λέρος και Καστελλόριζον, ως και αι παρακείμεναι νησίδες είναι προσηρτημέναι εις το Ελληνικόν Κράτος από της 28ης Οκτωβρίου 1947».

Στις 7 Μαρτίου 1948, με την παρουσία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ήτοι του Ανώτατου Άρχοντα, των Μελών της Κυβέρνησης και της Στρατιωτικής Ηγεσίας επισφραγίζεται σε επίσημη τελετή η Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Ήταν η ημέρα της δικαίωση των αγώνων και της ανταμοιβής των θυσιών του δωδεκανησιακού λαού.

Υστερα από 638 χρόνια σκλαβιάς..

πηγη: http://www.enosirodion.gr/

07 Μαρτίου 2004: Η Νέα Δημοκρατία με ποσοστό 45,36% (165 έδρες) έναντι 40,55% και (117 έδρες) του ΠΑΣΟΚ, επιστρέφει στην εξουσία μετά από 11 χρόνια. Το ΚΚΕ παίρνει 5,90% (12 έδρες) και ο ΣΥΡΙΖΑ 3,26% (6 έδρες). Εκτός Βουλής μένει και πάλι το ΔΗΚΚΙ (1,79%) και το νεοϊδρυθέν ΛΑ.Ο.Σ. (2,19%.)

Οι Βουλευτικές εκλογές του 2004 έγιναν στις 7 Μαρτίου. Η Νέα Δημοκρατία με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 45,36%, έλαβε 165 έδρες (από σύνολο 300) της Βουλής και σχημάτισε κυβέρνηση τερματίζοντας την ενδεκάχρονη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Του ΠΑΣΟΚ ηγήθηκε στις εκλογές ο Γιώργος Παπανδρέου, που είχε διαδεχθεί τον απερχόμενο πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, ως αρχηγός του κόμματος τον Φεβρουάριο. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν με τον Εκλογικό Νόμο 1907/1990, ενισχυμένης αναλογικής, που ψηφίστηκε το 1990.


07 Μαρτίου 1996: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίζει την κατοχύρωση της ονομασίας προέλευσης του τυριού «φέτα» στην Ελλάδα.

Η φέτα έχει κατοχυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (Π.Ο.Π.).και πρέπει να προέρχεται μόνο από συγκεκριμένες περιοχές νομούς της Ελλάδας και από συγκεκριμένες φυλές αιγοπροβάτων. Το όνομα «Φέτα» δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί σε τυριά παρόμοιας σύστασης που παρασκευάζονται εκτός και εντός Ελλάδος και με άλλη διαδικασία από την παραδοσιακή. Θεσπίστηκε από την Ε.Ε. για την προστασία των προϊόντων τοπικής προέλευσης και τέθηκε σε ισχύ το 1996. Η καταχώριση της φέτας στον κατάλογο των προϊόντων Π.Ο.Π. προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από χώρες που παρήγαν ως τότε μεγάλες ποσότητες φέτας, όπως η Δανία, η Γαλλία και η Γερμανία. Η καταχώριση ακυρώθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον Μάρτιο του 1999 (συνεκδ. υποθέσεις C-289/96, C‑293/96 και C‑299/96). Η Επιτροπή διεξήγαγε εκ νέου αναλυτική έρευνα, από την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η φέτα οφείλει να προστατευτεί ως ονομασία προέλευσης. Τον Οκτώβριο του 2002 με νέο Κανονισμό καταχωρίστηκε και πάλι η φέτα στον κατάλογο των προϊόντων Π.Ο.Π. κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Νέα προσφυγή της Δανίας και της Γερμανίας κατά του Κανονισμού αυτού απορρίφθηκε τελικά από το ΔΕΚ το 2005 (συνεκδ. υποθέσεις C-465/02 και C-466/02).

07 Μαρτίου 322 π.Χ: πεθαίνει ο Αριστοτέλης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες φιλοσόφους της Αρχαιότητας.


Ο Αριστοτέλης ( 384 - 322 π.Χ. ) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.

Ζωή και δράση 
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου του έτους 384 π.Χ. στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής (σημερινή ονομασία της περιοχής Λιοτόπι, μισό χιλιόμετρο νοτίως της Ολυμπιάδας). Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄, τον οποίο είχε πατέρα ο Φίλιππος. Ο Νικόμαχος, που κατά το Σουίδα είχε γράψει έξι βιβλία ιατρικής και ένα φυσικής, θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Πίστευαν ότι και της μητέρας του η καταγωγή ήταν θεϊκή. Ονομαζόταν Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγειρα και ανήκε στο γένος των Ασκληπιαδών.

Ο Αριστοτέλης πρόωρα ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα και την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος, που ήταν εγκαταστημένος στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος, που φρόντισε τον Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον έστειλε στην Αθήνα σε ηλικία 17 ετών (367 π.Χ.), για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα. Πράγματι ο Αριστοτέλης σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα επί 20 χρόνια (367 - 347), μέχρι τη χρονιά δηλ. που πέθανε ο δάσκαλός του. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας άφηνε κατάπληκτους όλους και τον ίδιο το δάσκαλό του, με την ευφυΐα και τη φιλοπονία του. Ο Πλάτωνας τον ονόμαζε "νουν της διατριβής" και το σπίτι του "οίκον αναγνώστου".

Όταν το 347 π.Χ. πέθανε ο Πλάτωνας, προέκυψε θέμα διαδόχου στη διεύθυνση της σχολής. Επικρατέστεροι για το αξίωμα ήταν οι τρεις καλύτεροι μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος. Ο Αριστοτέλης τότε μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην Άσσο, πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δύο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμίας. Οι δύο φίλοι, κυβερνήτες της Άσσο, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως παράρτημα της Ακαδημίας.

Στην Άσσο ο Αριστοτέλης δίδαξε τρία χρόνια και μαζί με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δεν μπόρεσε ο Πλάτωνας. Συνδέθηκαν στενά με τον Ερμία και τον επηρέασαν τόσο, ώστε η τυραννία του να καταστεί πραότερη και δικαιότερη. Το τέλος του τυράννου όμως ήταν τραγικό. Επειδή προέβλεπε την εκστρατεία των Μακεδόνων στην Ασία, συμμάχησε με το Φίλιππο. Γι' αυτό τον συνέλαβαν οι Πέρσες και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.

Το 345 π.Χ. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του μαθητή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.Χ. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου ο Αριστοτέλης συνδέθηκε αργότερα στην Αθήνα με τη Σταγειρίτισσα Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο.

Το 342 π.Χ. τον προσκάλεσε ο Φίλιππος στη Μακεδονία, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης άρχισε με προθυμία το έργο της αγωγής του νεαρού διαδόχου. Φρόντισε να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και χρησιμοποίησε ως παιδευτικό όργανο τα ομηρικά έπη. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα, μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Εκεί το 341 π.Χ. πληροφορήθηκε το θάνατο του Ερμία.

Ο Αριστοτέλης έμεινε στη μακεδονική αυλή έξι χρόνια. Όταν ο Αλέξανδρος συνέτριψε την αντίσταση των Θηβαίων και αποκατέστησε την ησυχία στη νότια Ελλάδα, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα (335 π.Χ.) και ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή. Για να εγκαταστήσει τη σχολή του διάλεξε το Γυμνάσιο, που λεγόταν και Λύκειο, ανάμεσα στο Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στην πύλη του Διοχάρη.Ο χώρος του Γυμνασίου βρέθηκε πρόσφατα στις ανασκαφές,για την ανέγερση του νέου Μουσείου Γουλανδρή,πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, στην οδό Ρηγίλλης. Ο ιστορικός αυτός αρχαιολογικός χώρος διασκευάζεται έτσι ώστε να γίνει επισκέψιμος. Εκεί υπήρχε άλσος αφιερωμένο στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Με χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν "περίπατοι". Ίσως γι' αυτό η σχολή του ονομάστηκε Περιπατητική και οι μαθητές του περιπατητικοί φιλόσοφοι.

Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί ("εωθινός περίπατος") και για τους αρχάριους το απόγευμα ("περί το δειλινόν", "δειλινός περίπατος"). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική ("ακροαματική"). Η απογευματινή "ρητορική" και "εξωτερική".

Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα για τη διδασκαλία των φυσικών μαθημάτων. Έτσι σύντομα η σχολή έγινε περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Αθήνα δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, που προκαλεί το θαυμασμό μας με τον όγκο και την ποιοτική του αξία. Γιατί είναι άξιο απορίας, πώς ένας άνθρωπος σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε και κατέγραψε τόσες πολλές πληροφορίες.

Το 323 π.Χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Το ιερατείο, με εκπρόσωπό του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα, και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια ("γραφή ασεβείας"), επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία, είχε γράψει τον ύμνο στην Αρετή και το επίγραμμα στον ανδριάντα του Ερμία, στους Δελφούς. Ο Αριστοτέλης όμως, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των μηνυτών του, έφυγε για τη Χαλκίδα, προτού γίνει η δίκη του (323 π.Χ.). Εκεί έμεινε, στο σπίτι που είχε από τη μητέρα του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.

Ο Αριστοτέλης απεβίωσε μεταξύ πρώτης και εικοστής δευτέρας Οκτωβρίου του έτους 322 π.Χ. στη Χαλκίδα από στομαχικό νόσημα, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Το σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγειρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν "οικιστή" της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα "Αριστοτέλεια", και ονόμασαν έναν από τους μήνες "Αριστοτέλειο". Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής.

Φεύγοντας από την Αθήνα, διευθυντή της σχολής άφησε το μαθητή του Θεόφραστο, που τον έκρινε ως τον πιο κατάλληλο. Έτσι το πνευματικό ίδρυμα του Αριστοτέλη εξακολούθησε να ακτινοβολεί και μετά το θάνατο του μεγάλου δασκάλου.

Η προσωπικότητά του 
Ο Αριστοτέλης ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντίπαλους (Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.), οι οποίοι κάποιες φορές τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλεξάνδρου κλπ.

Αντίθετα, από αξιόπιστες πηγές μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του τη βρίσκουμε διάχυτη μέσα στη διαθήκη του. Μέσα σ' αυτή φροντίζει για τη μνήμη των γονέων και του αδερφού του και δε λησμονεί ούτε την οικογένεια του πατρικού φίλου Πρόξενου, που τον ανέθρεψε. Φροντίζει για τη δεύτερη γυναίκα του την Ερπυλλίδα και το γιο που απέκτησε μαζί της, το Νικόμαχο. Ακόμα για την κόρη του Πυθιάδα, καρπό του πρώτου του γάμου. Η μεγάλη του όμως φιλανθρωπία φαίνεται στο σημείο εκείνο της διαθήκης, όπου ορίζει να μην πουληθεί κανείς από τους δούλους που τον υπηρέτησαν, αλλά να ελευθερώνονται μόλις ενηλικιώνονται.

Ο γραπτός λόγος του Αριστοτέλη 
Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε ενδιαφέρον στη δημοσίευση των έργων του με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σήμερα διαθέσιμα πολλά από αυτά. Ποτέ δε δημοσίευσε τα βιβλία του, εκτός από τους διαλόγους του. Η ιστορία των πρωτότυπων συγγραμμάτων του περιγράφεται από τον Στράβωνα στην "Γεωγραφία" του και από τον Πλούταρχο στο βιβλίο Βίοι Παράλληλοι, Σύλλας. Τα χειρόγραφα των παραδόσεων του Αριστοτέλη έμειναν στα χέρια του μαθητή του Θεόφραστου. Ο Θεόφραστος τα άφησε στον Νηλέα από τη Σκήψη και από αυτόν έμειναν στους κληρονόμους του. Οι απόγονοί τους τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τηΐα/Τέω για ένα μεγάλο ποσό. Ο Σύλλας μετά την κατάληψη των Αθηνών (86 π.Χ.) πήρε τη βιβλιοθήκη του Απελλικώνα και τα μετέφερε στη Ρώμη. Εκεί πρωτοδημοσιεύτηκαν (60 π.Χ.) από τον Ίωνα φιλόλογο Τυραννίωνα από την Αμυσό και στη συνέχεια από τον περιπατητικό φιλόσοφο Ανδρόνικο το Ρόδιο.

Η Φιλοσοφία του 
Εκτός από τη γνώμη του τη σχετική με τις "ιδέες" του Πλάτωνα ο Αριστοτέλης υποστηρίζει και άλλες αρχές. Δεν αποκρούει την ηδονή, αλλά προτιμά την πιο τέλεια, αυτή δηλ. που πηγάζει από τη διάνοια. Ο σκοπός των ανθρώπινων ενεργειών, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η ευδαιμονία, την οποία ορίζει ως ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Η αρετή, όταν κυριαρχεί στα πάθη και στις ορμές, τα ρυθμίζει, παίζοντας το ρόλο του μέτρου ανάμεσα στις δύο ακρότητες, δηλ. στην υπερβολή και την έλλειψη. Έτσι π.χ. η "πραότης" είναι αρετή ως μεσότητα της οργής και της αναισθησίας, η "ανδρεία", επειδή βρίσκεται ανάμεσα στη θρασύτητα και στη δειλία, και η "αιδώς", επειδή κατέχει το μέσο της αδιαντροπιάς και της κατάπληξης, που είναι ακρότητες. Συμπλήρωμα της αρετής είναι και τα αγαθά του σώματος (δύναμη, υγεία, ομορφιά) και τα αγαθά της τύχης (πλούτος, ευγενική καταγωγή κλπ.). Σύμφωνα μ' αυτά, ευτυχισμένος είναι εκείνος που ενεργεί κατά τις επιταγές της αρετής και συγχρόνως έχει μερίδιο και στα άλλα αγαθά, τα "εκτός αγαθά", όπως τα ονομάζει.

Ο Αριστοτέλης ταλαντεύεται ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Κάθε πράγμα, κατ' αυτόν, αποτελείται από ύλη και πνεύμα, που είναι μεταξύ τους αδιάσπαστα ενωμένα. Η ύλη είναι παθητική, είναι η δυνατότητα του πράγματος, ενώ το πνεύμα ενεργητικό, δηλ. η δύναμη που μεταβάλλει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.

Ο κόσμος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ενιαίος και αιώνιος, ενώ η οικουμένη έχει σχήμα σφαίρας με κέντρο τη Γη. Με το να δέχεται την καταγωγή των γνώσεων από τις αισθήσεις, πλησιάζει πολύ τον υλισμό. Τέλος με την τυπική λογική βλέπει την αντικειμενική πραγματικότητα "στατικά" και όχι μέσα στην αέναη μεταβολή και κίνησή της. Ο Αριστοτέλης ήταν ο φιλόσοφος που διετύπωσε την θεωρία της ύπαρξης του πέμπτου στοιχείου της φύσης. Συγκεκριμένα οι Έλληνες φιλόσοφοι από την Ιωνία θεωρούσαν οτι στην φύση υπάρχουν τέσσερα στοιχεία ή ουσίες. Γή, ύδωρ, πύρ και αήρ. Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε στην τετράδα τον αιθέρα ο οποίος θα αποτελέσει την πέμπτη ουσία την πεμπτουσία. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες, είναι αγέννητο, αγήρατο, άφθαρτο, αϊδιο, αναυξές και αναλλοίωτο. Επιπλέον εντοπίζεται στον "άνω τόπο" όπου κατοικεί η Θεότητα.