Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

03 Μαρτίου 1957: πεθαίνει ο Γρηγόριος Αυξεντίου, κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, που κάηκε ζωντανός στο κρησφύγετό του από τον αγγλικό στρατό κατοχής.

Ήρωας του ελληνοκυπριακού αγώνα κατά των άγγλων δυναστών στη μεγαλόνησο.

Γεννήθηκε στο χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928. Με την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο μετέβη στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μπήκε τελικά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών και παράλληλα μελετούσε για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική. Υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως Ανθυπολοχαγός πεζικού και μετά επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως οδηγός ταξί.

Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γεώργιο Διγενή - Γρίβα, που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) και μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Την άνοιξη του ιδίου χρόνου συμμετείχε στις επιθέσεις κατά της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Λευκωσίας.

Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τις ηγετικές του ικανότητες και του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α, της μεγαλύτερης απελευθερωτικής οργάνωσης στο νησί, με κύριο στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της σύντομης αντιστασιακής του δράσης έλαβε τα ψευδώνυμα «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος» και «Ζώτος».

Οι Άγγλοι κατακτητές έκαναν πολλές προσπάθειες για να τον συλλάβουν και τον επικήρυξαν με 5.000 λίρες. Ο Αυξεντίου πάντα τους ξέφευγε και ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του. Μια φορά μεταμφιέστηκε σε καλόγερο και κέρασε τους άγγλους διώκτες του χωρίς να τον αναγνωρίσουν. Στις 10 Ιουνίου του 1955 βρήκε την ευκαιρία να παντρευτεί την αγαπημένη του Βασιλική στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου.

Η σπηλιά όπου δόθηκε η ύστατη μάχη Στις 12 Δεκεμβρίου 1955 ο Αυξεντίου και όλη η ιεραρχία της ΕΟΚΑ παγιδεύτηκαν από τους Βρετανούς στο όρος Τρόοδος, κοντά στο χωριό Σπίλια. Ο Αυξεντίου, όχι μόνο οδήγησε τους συντρόφους του σε ασφαλές μέρος, αλλά άφησε τους Άγγλους να αλληλοπυροβολούνται και να έχουν πολλά θύματα.

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1957 οι αγγλικές δυνάμεις ασφαλείας έλαβαν την πληροφορία από ένα βοσκό ότι ο Αυξεντίου και η ομάδα του κρύβονται σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά στο όρος Τρόοδος. Αμέσως, απόσπασμα από 60 στρατιώτες έφθασε εκεί το απόγευμα της 2ας Μαρτίου. Περικύκλωσε τη σπηλιά και κάλεσε τον Αυξεντίου να παραδοθεί. Ο επικεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος, ανθυπολοχαγός Μίντλετον, πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και φώναξε: «Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε». Κάποιος απάντησε: «Καλά παραδινόμαστε». Τέσσερις άνδρες βγήκαν έξω, όχι και ο Αυξεντίου. Ο Μίντλετον τον κάλεσε και πάλι να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντηση «Μολών λαβέ».

Αμέσως, τέσσερις στρατιώτες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ο τέταρτος, ένας δεκανέας, έπεσε νεκρός. Ο Μίντλετον ζήτησε ενισχύσεις, οι οποίες κατέφθασαν αμέσως με ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθηκε για 10 ώρες, χωρίς αποτέλεσμα για τους επιτιθέμενους. Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα όπλα, οι Βρετανοί έρριψαν στη σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες κάλυψαν το σπήλαιο, για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του Αυξεντίου.

Η μάχη τελείωσε στις 2 το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1957. Το πτώμα του ηρωικού πατριώτη βρέθηκε απανθρακωμένο και τάφηκε την επομένη στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα Φυλακισμένα Μνήματα». Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ήταν μόλις 29 ετών.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

03 Μαρτίου 2016: Τσικνοπέμπτη

Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών ονομάζονται κατά χρονική σειρά Προφωνή, Κρεατινή και της Τυροφάγου.
Στο μέσο της Κρεατινής εβδομάδας βρίσκεται η Τσικνοπέμπτη, κατά την οποία παραδοσιακά καταναλώνεται μεγάλη ποσότητα κρέατος, ενόψει της επερχόμενης νηστείας της Σαρακοστής. Για την ορθόδοξη παράδοση, οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής είναι σημαντικές, οπότε η Πέμπτη θεωρούνταν η καταλληλότερη μέρα για κραιπάλες.

    «την Τσικνοπέμπτη, σφάζονται σε πολλά μέρη τα χοιρινά, κυρίως στη νότια Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά. Το Σάββατο όμως της ίδιας εβδομάδας, καθώς και τα δύο επόμενα Σάββατα, της Τυρινής και εκείνο της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των πεθαμένων. Στα Ψυχοσάββατα αυτά φαίνεται ότι συνεχίζεται αρχαία συνήθεια, αν λάβουμε υπόψη ότι στα Ανθεστήρια, που τελούνταν στην αρχαία Αθήνα την ίδια περίπου εποχή που σήμερα είναι οι Αποκριές, η τρίτη ημέρα, οι Χύτροι, ήταν ημέρα των ψυχών, με προσφορές πανσπερμίας στους νεκρούς και σπονδές από νερό πάνω στους τάφους».  
— Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης
Παρόμοιες γιορτές έχουν και άλλα χριστιανικά έθνη, όπως το Weiberfastnacht στη Γερμανία και τη Mardi Gras ("Λιπαρή Τρίτη") στη Γαλλία που όμως αντιστοιχεί στην Ορθόδοξη Καθαρά Δευτέρα. Η τελευταία γιορτάζεται και σε παλαιά γαλλόφωνες περιοχές, όπως στη Νέα Ορλεάνη.

Τοπικά έθιμα
Σύμφωνα με τη λαογραφία την ημέρα της Τσικνοπέμπτης στη Θήβα αρχίζει ο "βλάχικος γάμος" που ξεκινά με το προξενιό δύο νέων, συνεχίζει με το γάμο και τελειώνει την Καθαρή Δευτέρα με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό. Ο "βλάχικος γάμος" είναι κατάλοιπο της πανάρχαιης λατρείας του θεού Διονύσου που διαιωνίζει την οργιαστική θρησκεία του γιου της Σεμέλης στη Θήβα. Το έθιμο αυτό, παραλλαγή ενός γάμου Βλάχων, φέρνει στο προσκήνιο και στο νου του θεατή ένα πλήθος από προβλήματα που ανάγονται στη σχέση του με τα πανάρχαια λατρευτικά έθιμα της Διονυσιακής θρησκείας, στην καταγωγή των «Βλάχων», στη μεταφορά του εθίμου από τις βουνοκορφές της Πίνδου στην πόλη του Κάδμου και πολλά άλλα.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο εορτασμός της στην Πάτρα κατά τη διάρκεια του Πατρινού καρναβαλιού, όπου εκατοντάδες Πατρινοί από το μεσημέρι της Τσικνοπέμπτης στήνουν ψησταριές σε κάθε σημείο της πόλης, ακόμα και έξω από τα καταστήματά τους. Τοπικά δρώμενα "ο γάμος της Γιαννούλας της κουλουρούς" και "τα Τριτάκεια του Λάζαρη". Το επίκεντρο των εκδηλώσεων είναι η Άνω Πόλη, η παλιά συνοικία Τάσι και κυρίως η πλατεία 25ης Μαρτίου και οι δρόμοι γύρω από αυτή. Λαϊκά και καρναβαλικά δρώμενα, μουσικές κομπανίες συμπληρώνουν τη βραδιά της άφθονης κατανάλωσης ψητού κρέατος και οινοποσίας.
Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, επρόκειτο για μια φτωχή γυναίκα της Άνω πόλης που έζησε στην περίοδο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και κύρια δραστηριότητά της ήταν η πώληση κουλουριών που της εξασφάλιζε τα προς το ζην. Ορισμένοι Πατρινοί εκμεταλλευόμενοι την αφέλειά της και το ευφάνταστο του χαρακτήρα της, της έταζαν πως θα την παντρέψουν με τον πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον. Η σχετική φάρσα περιλάμβανε άφιξη του Ουίλσον με πλοίο στο λιμάνι και άνοδό του στην Άνω πόλη όπου θα τελούνταν και ο γάμος με τη Γιαννούλα. Η εύπιστη κουλουρού υποδεχόταν τον υποτιθέμενο Ουίλσον, Ιούλσο όπως τον πρόφερε η ίδια, και που φρόντιζαν πάντα να τον ντύνουν με φράκο και ημίψηλο, αλλά ώσπου να αντιληφθεί την ειρωνεία της στιγμής, το πλήθος των συγκεντρωμένων για το γάμο είχε διασκεδάσει με την ψυχή του. Το θέαμα επαναλήφθηκε αρκετές χρονιές.
Στην παλαιά πόλη της Κέρκυρας τελούνται τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα ή πετεγόλια ή πετέγολα. Η πετεγολέτσα, το πετεγουλιό όπως το λένε οι Κερκυραίοι, δεν είναι άλλο από το γνωστότατο κουτσομπολιό και αποτελεί μέρος του Κερκυραϊκού Καρναβαλιού. Είναι θεατρικό είδος που μοιάζει πάρα πολύ με την comedia dell' arte. Τα πετεγολέτσα πραγματοποιούνται το βράδυ της Τσικνοπέμπτης στις κεντρικές πλατείες ή τα στενά δρομάκια των διαφόρων χωριών της Κέρκυρας, με αποκορύφωμα τα πετεγολέτσα που παίζονται στην Πίνια που είναι τo κέντρο της παλιάς πόλης, κοντά στην τοποθεσία “Κουκουνάρα”. Σ' αυτήν συμμετέχουν και διάφορες νοικοκυρές από τα κοντινά σπίτια, στήνοντας ένα πραγματικό, πετεγουλιό - κουτσομπολιό, στα παράθυρα (φανέστρες) των σπιτιών τους με ξεκαρδιστικές ιστορίες βγαίνουν στη φόρα όλα τα άπλυτα των υποτιθεμένων πού έπεσαν σε διάφορα παραπτώματα, καυτηριάζοντας διαχρονικούς τύπους ανθρώπων και καταστάσεων.

Τσικνοπέμπτη στη Βόρεια Ελλάδα 
Στην κεντρική πλατεία της Ξάνθης πραγματοποιούνται εκδηλώσεις όπως η «Βραδιά Παραδοσιακών Γεύσεων», όπου οι Λαογραφικοί Σύλλογοι της πόλης προσφέρουν εδέσματα, χορό και μουσική από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.
στο Ξινό Νερό Φλώρινας την Τσικνοπέμπτη γίνεται χορός μασκέ με ορχήστρα και παραδοσιακή μουσική.
στις αλάνες των Σερρών ανάβονται μεγάλες φωτιές, στις οποίες αφού ψήσουν το κρέας, πηδούν από πάνω τους. Τέλος κάποιος από την παρέα με χιούμορ αναλαμβάνει τα «προξενιά», ανακατεύοντας ταυτόχρονα τα κάρβουνα με ένα ξύλο.
στην Κομοτηνή καψαλίζουν μια κότα που πρόκειται να φαγωθεί την επόμενη Κυριακή (της Απόκρεω). Αυτήν την ημέρα τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν δώρα φαγώσιμα. Ο αρραβωνιαστικός στέλνει στην αρραβωνιαστικιά του μια κότα, τον κούρκο, και εκείνη στέλνει μπακλαβά και μια κότα γεμιστή. Όλα αυτά πραγματοποιούν την παροιμία πως ο «έρωτας περνάει από το στομάχι».

03 Μαρτίου 1991: Καταγράφεται σε ερασιτεχνικό βίντεο ο άγριος ξυλοδαρμός του αφροαμερικανού Ρόντνεϊ Κινγκ από αστυνομικούς, στο Λος Άντζελες. Θα προκληθούν σοβαρές ταραχές από τη μαύρη κοινότητα της πόλης.

Κυριακή, 3 Μαρτίου 1991. Ο Rodney King, μαζί  με τον φίλο του Bryant Allen, οδηγούν το αυτοκίνητό τους όταν ένα περιπολικό της αστυνομίας τους κάνει σήμα να σταματήσουν. Ο King τους αγνοεί και ξεκινάει ένα ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους του Los Angeles. Μετά από 8 χιλιόμετρα και ενώ τα αυτοκίνητα έχουν αναπτύξει ταχύτητες διπλάσιες των επιτρεπτών ορίων, ο οδηγός συλλαμβάνεται. Αυτό που ακολουθεί είναι ανατριχιαστικό και καταγράφεται από την ερασιτεχνική κάμερα του George Halliday, έναν κάτοικο της περιοχής ο οποίος παραδίδει το βίντεο ντοκουμέντο στις αστυνομικές αρχές την επόμενη ακριβώς μέρα. Ο απολογισμός; 11 κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ρήξη νεφρού. Το βίντεο προβάλλεται από το κανάλι 5, καθώς και από άλλα διεθνή δίκτυα. Δέκα μέρες μετά, οι αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη, με την αστυνομική αναφορά να παραλείπει πλήρως το κομμάτι του ξυλοδαρμού. Και οι τέσσερις δήλωσαν αθώοι.

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε ένα χρόνο μετά την αρχική παραπομπή. Η Αμερικανική δικαιοσύνη έκανε από την αρχή γνωστές τις προθέσεις της μεταφέροντας τη δίκη σε ένα προάστιο του Los Angeles. Σε μία περιοχή, που κατοικείται κυρίως από λευκούς μεσοαστούς. Το σώμα των ενόρκων αποτελείτο επίσης από λευκούς αμερικανούς είτε φιλικά, είτε συγγενικά προσκείμενους σε εργαζόμενους στο αστυνομικό σώμα. Αυτό όμως δεν αποτελούσε για το δικαστήριο αιτία απόρριψης.

Στα μάτια των ενόρκων ο Rodney King παρουσιάστηκε ως ένας ”θηριώδης, επιθετικός ύποπτος”, ως ένας ”πρώην κατάδικος”, ο οποίος πολύ πιθανό να βρισκόταν και υπό την επήρεια ναρκωτικών και ο λόγος για τον οποίο ξυλοκοπήθηκε ήταν γιατί δεν συμμορφώθηκε με τις εντολές των 25 αστυνομικών που ήταν παρόντες, προκειμένου να πάρει την κατάλληλη στάση για να τον συλλάβουν.

Ένα χρόνο μετά, η ετυμηγορία του λευκού δικαστηρίου, ήταν αθώωση για όλες τις κατηγορίες και για όλους τους κατηγορούμενους. Η εξέγερση ξεσπά στις γκετοποιημένες περιοχές τους Los Angeles στις 30 Απριλίου του 1992 και σύντομα εξαπλώνεται και σε άλλες πόλεις των Η.Π.Α. Βίαιες διαδηλώσεις, λεηλασίες καταστημάτων, καταστροφές πλουσίων συνοικιών, επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα, συγκρούσεις και εμπρησμοί. Το Los Angeles καίγεται. Ο Μπους, αναγκάζεται να ζητήσει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να αναθέσει σε ομοσπονδιακό δικαστήριο την έκδοση της απόφασης σχετικά με την επανάληψη της δίκης και να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Στέλνει στην πόλη 750 ομοσπονδιακούς αστυφύλακες για να ενωθούν με την αστυνομική δύναμη της πόλης, 2800 Εθνοφρουρούς, ενώ 4000 στρατιώτες βρίσκονται σε ετοιμότητα για πρώτη φορά στην πόλη από τη δεκαετία του ’60. Μέσα σε τρεις νύχτες στο Los Angeles μόνο, σκοτώνονται περίπου 60 άτομα, τραυματίζονται 2300 και γίνονται περίπου 13.200 συλλήψεις.

Η αναταραχή του 1992 ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από την εξέγερση του Watts το 1965, μολονότι ορισμένα θέματα, όπως η κατάχρηση εξουσίας της αστυνομίας, παρέμεναν αυτούσια. Αυτές οι ταραχές στο Mid-City, συγκεράστηκαν από τα περισσότερα δελτία ειδήσεων με τα γεγονότα σε περιοχές με πλειοψηφία μαύρων κατοίκων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η έκδοση Inside the L.A. Riots του Institute for Alternative Journalism, περιέχει 70 δραματικές φωτογραφίες, μόνο μία από τις οποίες παρουσιάζει κάποιον λατίνο. Η πραγματικότητα όμως, ήταν τελείως διαφορετική. Οι εξεγέρσεις στο Downtown δεν ήταν φυλετική υπόθεση. Ο ξυλοδαρμός του Rodney King και η αθώωση των αστυνομικών ήταν μόνο η αφορμή για να βγουν στο δρόμο εκατοντάδες μετανάστες, που ζούσαν τη φρίκη της αυξανόμενης ανεργίας και των ανύπαρκτων οικονομικών ευκαιριών, σε μία πόλη όπου το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχιας αυξανόταν κατά μία εκατοστιαία μονάδα το χρόνο.

Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος παρατηρητής είχε στη διάθεσή του δραματικές ενδείξεις για την επερχόμενη κοινωνική θύελλα στους μήνες πριν από τις ταραχές της άνοιξης του 1992. Περικοπές στις αμυντικές δαπάνες και το σκάσιμο της ιαπωνικής χρηματοοικονομικής φούσκας, συνέβαλαν να βυθιστεί η οικονομία της Νότιας Καλιφόρνια στη χειρότερη οικονομική ύφεση μετά το 1983. Ανθρώπινη απόγνωση σε μια τόσο ευρεία κλίμακα, δεν είχε ποτέ φωτογραφηθεί στην πόλη. Όπως γράφει και ο Davis, «παρά την εμμονή των ταμπλόιντ στη βία των μαύρων, μονάχα το 36% των συλληφθέντων ταραξιών ήταν Αφροαμερικανοί, ενώ το 52% είχε ισπανικά επώνυμα και 10% ήταν λευκοί. Εξάλλου, η μεγαλύτερη πυκνότητα ”περιστατικών” που σχετίζονταν με τις ταραχές εκδηλώθηκε νότια του αυτοκινητοδρόμου της Santa Monica, σε περιοχές όπου κυριαρχούν Λατίνοι και Ασιάτες».

Η επίσημη αντίδρασή ήταν μαζική, σκληρή και αδιαπραγμάτευτη. Κλήθηκαν Συνοριακοί φρουροί από το Τέξας οι οποίοι για εβδομάδες χτένιζαν τους δρόμους του Los Angeles για άτομα χωρίς πιστοποιητικά, ενώ οι ελίτ μονάδες Metro Squad του LAPD, με τη συμβολή της Εθνοφρουράς του στρατού και των πεζοναυτών, έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στις φτωχογειτονιές, αναζητώντας κλοπιμαία. Πολλοί άστεγοι και μετανάστες βρέθηκαν στις φυλακές, γιατί απλά και μόνο είχαν παραβιάσει την απαγόρευση κυκλοφορίας. Το γενικότερο κλίμα αστάθειας και τρομολαγνείας που είχε δημιουργηθεί, έδωσε βήμα σε προτάσεις ακραίου παραλογισμού και χυδαίας ρατσιστικής διάθεσης. Διάφοροι εξαγριωμένοι πολιτικοί των πλουσίων προαστίων, υπερθεμάτιζαν υπέρ τις απέλασης των μεταναστών, ακόμα και τις αφαίρεσης της αμερικανικής ιθαγένειας στα παιδιά τους, παρ’ όλο που αυτά είχαν γεννηθεί σε αμερικανικό έδαφος.

Ανεπηρέαστη δεν θα μπορούσε να μείνει και η οικονομική ζωή της περιοχής. Οι ταραχές επίσπευσαν τη φυγή κεφαλαίου και θέσεων εργασίας στη δυτική πλευρά του Downtown, στην εμπορική ραχοκοκαλιά του Mid-City προκαλώντας την οριστική κοινωνική ερήμωση του παραδοσιακού εμπορικού κέντρου. Οι ελάχιστες εναπομείνασες επιχειρήσεις έλυναν τα συμβόλαιά τους η μία μετά την άλλη και μετέφεραν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στο Bunker Hill, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την κινηματογραφική, φουτουριστική εικόνα του Los Angeles· αυτή της πόλης φάντασμα με τα ψηλά κτίρια.

«Καλωσήλθατε στο μεταφιλελεύθερο Los Angeles, όπου η υπεράσπιση των λάιφ στάιλ πολυτελείας μεταφράζεται σε μια διάχυση νέων μορφών καταστολής στο χώρο και την κίνηση, ζωσμένων με την πανταχού παρούσα ”ένοπλη απάντηση”». Λίγο πριν το 1992 και το όραμα για την πόλη της Νότιας Καλιφόρνια έχει αποκτήσει σάρκα και οστά. Όραμα που βρίσκει την πλήρη ενσάρκωσή του στην απαίτηση για ασφάλεια. Μία λέξη που κινητοποίησε τα χρόνια μετά την εξέγερση στο Watts, όλες τις πολιτικές ανασυγκρότησης του πυρήνα της πόλης του Los Angeles.

Los Angeles, Αύγουστος, 1965. Η κεντρική περιοχή της πόλης (Downtown), έχει παγώσει. Οι χρηματοοικονομικοί κολοσσοί και οι μεγάλες επιχειρήσεις της περιοχής, στα πλαίσια μιας ύστατης προσπάθειας να ”διαφυλάξουν” τις παραγωγικές τους δραστηριότητες, οργανώνουν μία επιτροπή, την ”Επιτροπή των 25”. Αναζητούν λύσεις και άμεσα μέτρα, ούτως ώστε να προλάβουν οποιαδήποτε ανάφλεξη των γεγονότων που θα κατέλυε για άλλη μία φορά την εύρυθμη οικονομική τους λειτουργία. Λύση σε αυτό το λειτουργικό αδιέξοδο έρχεται να δώσει η αστυνομία του Los Angeles (LAPD). Προειδοποιεί για ένα επερχόμενο κύμα εξεγέρσεων, μια επικείμενη ”μαύρη πλημμύρα”, που αλλάζει ριζικά τα σχέδια και τις προθέσεις των επιχειρήσεων για μία ανασυγκρότηση του παλιού επιχειρηματικού κέντρου της πόλης. Η απάντηση είναι μία και μάλιστα προωθείται άμεσα.

Με τη στήριξη της αστυνομίας και υπό τη δαμόκλειο σπάθη των επικείμενων νέων αναταραχών, οι εταιρίες διεκδικούν την μετακίνηση των εγκαταστάσεών τους. Και το επιτυγχάνουν με τους ευνοϊκότερους, γι’ αυτές, όρους. Το Downtown φαντάζει πλέον αδύναμο να προστατεύσει και να υποστηρίξει την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ευρωστία και την κοινωνική συνύπαρξη. Με αυτό το επιχείρημα καταφέρνουν να πείσουν τη Δημαρχία του Los Angeles, να επιδοτήσει τη μεταστέγασή τους, σε έναν καινούριο χρηματοοικονομικό τομέα μόλις λίγα τετράγωνα απόσταση προς τα δυτικά, στην κορυφή του Bunker Hill.

Η μετακίνηση έγινε. Η στρατηγική που πρότειναν οι επιχειρήσεις χαιρετίστηκε ως ”αναγέννηση” του Downtown, και μάλιστα συνοδεύτηκε από μία σειρά επεμβάσεων στο επίπεδο της πόλης. Επεμβάσεις που κρίθηκαν ως αναμενόμενες, επιβεβλημένες ή το λιγότερο, απόλυτα δικαιολογημένες. Ο φόβος των γεγονότων που προηγήθηκαν ήταν κακός σύμβουλος ακόμα και για τους πιο ρομαντικούς θιασώτες των δικαιωμάτων των πολιτών και του λειτουργικού αστικού περιβάλλοντος. Ο νέος οικονομικός και εμπορικός πυρήνας της πόλης, οχυρώθηκε πίσω από μεγάλες ανατιμήσεις στις αξίες της γης και από «έναν προμαχώνα από βαθμιδωτές περιφράξεις, τσιμεντοκολώνες και τείχη από αυτοκινητόδρομους». Οι παραδοσιακοί δεσμοί με την υπόλοιπη πόλη κόβονται. Οι πεζοδιαβάσεις που ένωναν έως τότε το Bunker Hill και τον προγενέστερο οικονομικό κέντρο ξηλώνονται και η κυκλοφορία μεταφέρεται κάποια επίπεδα ψηλότερα, με τη δημιουργία εναέριων διαβάσεων αποκομμένων από το επίπεδο της πόλης. Οι αβίαστες, καθημερινές μετακινήσεις στην πόλη διανθίζονται με την εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας και παρακολούθησης. Η είσοδος και η έξοδος πλέον, στις εναέριες αυτές διαβάσεις γίνεται υπό το άγρυπνο και ακούραστο βλέμμα μίας ιδιωτικής κάμερας. Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου του Los Angeles – που αργότερα έμελλε να αποτελέσει παράδειγμα επιστημονικής μελέτης μοναδικού κοινωνιολογικού, αρχιτεκτονικού και μορφολογικού ενδιαφέροντος – έχει μόλις αρχίσει να γεννιέται.

Και όλα αυτά ήταν μόνο η αρχή. Τα χρόνια που ακολούθησαν το Los Angeles άρχισε να μεταμορφώνεται σε αυτό που πάντα ήθελε. Ένα φουτουριστικό, χολιγουντιανό, αντίγραφο πόλης, με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την αρχιτεκτονική και τον μηχανισμό της αστυνομίας, να λειτουργούν σαν μία ενιαία και μοναδική επιχείρηση ασφαλείας. Η καθολική και αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της σταυροφορίας να εδραιωθεί ασφάλεια στην πόλη είναι η κατάλυση με όλα τα μέσα του προσβάσιμου δημόσιου χώρου. Οι προσπελάσεις δυσχεραίνονται, τα πάρκα κλείνουν, οι συγκεντρώσεις νέων απαγορεύονται, οι παραλίες χωρίζονται σε ζώνες, ολόκληρες περιοχές ερημώνουν στο όνομα της μη οικονομικής συμβολής τους στην επιχειρηματική ανάπτυξη της πόλης και ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως κάτι που αναγκαστικά διασχίζει κανείς. Η ίδια η πόλη, που κατοικείται από αρκετά εκατομμύρια μετανάστες, κάνει τα πάντα για να τους εκτοπίσει.

Η τάση αυτή ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια, πριν το 1992, και από τη νέα παγκόσμια τάση κάποιον μητροπόλεων ως προς την αλλαγή στο ρόλο που κλήθηκαν να παίξουν στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό στερέωμα. Η ανάδυση ενός νέου μοντέλου αστικής συγκρότησης και η εγκαθίδρυση του σε μια νέα κλίμακα παγκόσμιας οικονομικής ιεραρχίας, έχει καταστήσει τις πόλεις κομβικούς τόπους συναλλαγής ροών σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι η παραδοσιακή μορφή των πόλεων, αλλά ένας νέος τύπος αστικού χώρου, οι «παγκόσμιες πόλεις», όπως τις ονομάζει η Saskia Sassen, ο οποίος αποτελεί το περιβάλλον ανάπτυξης νέων πολιτικών, νέων οικονομιών, νέων πολιτισμών. Δεν είναι το μέρος όπου τα προϊόντα παράγονται, αλλά ο τόπος όπου επινοούνται τα χαρακτηριστικά αυτών των αγαθών και διαχειρίζονται τα εμπορικά ρίσκα. Ένα νέο περιβάλλον (οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό, αλλά όχι κοινωνικό) μεταφοράς εμπορεύματος, πληροφορίας, γνώσης, μια πλατφόρμα διεθνών εφαρμογών, επιχειρήσεων και εμπορευμάτων. Τόποι – κλειδιά για την εγκατάσταση χρηματιστηριακού κεφαλαίου, εξειδικευμένων επιχειρήσεων και παραγωγής καινοτομίας στις παραπάνω επιχειρήσεις.

Αυτό το νέο, υπό διαμόρφωση, τοπίο συμβάλει ακόμα περισσότερο στην ιδιωτικοποίηση της αρχιτεκτονικής δημόσιας επικράτειας. Κανείς δεν επενδύει πλέον σε δημόσιο χώρο, από τη στιγμή που αυτός δεν κρίνεται ζωτικός για την ευημερία του επιχειρηματικού τους συστήματος. Αντιθέτως, οι επενδύσεις μετακυλύουν σε προτεραιότητες που προσδιορίζονται από τις επιχειρήσεις. Ο χώρος της πόλης ως ζωντανός θύλακας κοινωνικότητας, παύει να είναι βοηθητικός στη διαιώνιση του συστήματος. Η συνταγή είναι απλή: χρηματοοικονομικοί κολοσσοί, τράπεζες, και οι λοιπές, παντός τύπου επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, δεν χρειάζονται τον παραδοσιακό αστικό ιστό για να λειτουργήσουν, αλλά επεμβάσεις κλίμακας που υπερβαίνουν κατά πολύ αυτή του ανθρώπινου μέτρου. Πελάτες, εμπορεύματα και υπηρεσίες, υφίστανται ανεξαρτήτως χώρου και τις περισσότερες φορές ανεξαρτήτως ανθρώπινης φυσικής παρουσίας.

Το ζήτημα του Λεφέβρ για ”δικαίωμα στην πόλη” βλέπει την μεταμοντέρνα εκδοχή του στο ”δικαίωμα στην ασφάλεια”, όπως αυτό διαγράφεται στα μάτια κάθε λευκού, γηγενή, αμερικανού πολίτη της μεσαίας ή ανώτερης τάξης, που προσδοκά από την πόλη του Los Angeles την ενσάρκωση της δικής του, καταναλωτικής, χώρας του Όζ. Η ίδια η έννοια της ασφάλειας γίνεται πλέον αγαθό και πολλές φορές αυτό που διαχωρίζει τους απλώς ευκατάστατους από τους αληθινά πλούσιους. Έχει να κάνει λιγότερο με προσωπική προστασία και περισσότερο με το βαθμό απομόνωσης σε οικιστικά σύνολα που αφήνουν απ’ έξω οτιδήποτε δεν έχει χώρο στον προστατευμένο θύλακά τους. Νησίδες περιχαρακωμένες από οτιδήποτε μη προβλέψιμο, είτε αυτό αφορά σε χώρο εργασίας, είτε σε κατοικία, είτε σε καταναλωτικά υπερσυγκροτήματα, είτε σε τόπους άθλησης και ψυχαγωγίας. Παντού ελέγχονται οι ροές εισόδου και εξόδου, αποδίδοντας στην ιδιότητα του μέλους αυτών των κλειστών clubs, μεγαλύτερη αξία και από την ιδιότητα του πολίτη.

Ο ταξικός πόλεμος (είτε ως καινούριος, είτε ως συνέχεια του φυλετικού πολέμου της δεκαετίας του ’60), διεξάγεται πλέον και στο επίπεδο του οικοδομικού περιβάλλοντος. Οι κοινωνικές αντιφάσεις και οι συγκρούσεις στην πόλη, που άλλοτε ήταν ορατές στο δημόσιο χώρο της, τώρα εκτοπίζονται. Έξω από τον οχυρωμένος πυρήνα του Downtown, και στην περίμετρο αυτού, αναπτύσσονται οικιστικές περιοχές φτηνού οικοδομικού αποθέματος και επιτελούν τις κλασικές λειτουργίες που προβλέπονται στη μεταβατική ζώνη του ανεπτυγμένου κέντρου: προσφέρουν αστικές πύλες εισόδου για τους φτωχότερους μετανάστες που μόλις έφτασαν στην πόλη (Μεξικό, Γουατεμάλα, Σαν Σαλβαδόρ) και εργάζονται συνήθως στα ξενοδοχεία και τις βιοτεχνίες ενδυμάτων του Downtown. Κατά διαστήματα, ο Δήμος του Los Angeles εφαρμόζοντας έναν ιδιόμορφο αστικό ψυχρό πόλεμου, υιοθέτησε πρακτικές προωθώντας την ”περίκλειση” των μεταναστών και των αστέγων σε περιοχές πλήρως ελεγχόμενες (Skid Row), μεταμορφώνοντας την περιοχή σε ένα υπαίθριο φτωχοκομείο, προκαλώντας ένα μαζικό χωρικό απαρτχάιντ.

Σε μία πόλη με το μεγαλύτερο οικιστικό έλλειμμα σε ολόκληρη τη χώρα, οι κάτοικοι των συγκροτημάτων εργατικής κατοικίας βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με καταστάσεις που καταπατούν όχι μόνο κάθε θεσμική νομιμότητα, αλλά ακόμα και το στοιχειώδες δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Με το φόβο της έξωσης, διστάζουν να αξιώσουν οποιαδήποτε συνταγματική προστασία από την παράνομη έρευνα και την κατάσχεση. Υποβάλλονται σε σωματική έρευνα χωρίς κάποια βάση πιθανολόγησης, ενώ οι αστυνομικές αρχές εισβάλλουν στα σπίτια τους χωρίς δικαστικό ένταλμα. Σε ορισμένα οικιστικά συγκροτήματα εργατικών κατοικιών, η δημόσια πρόσβαση ελέγχεται και περιορίζεται από ένοπλα φυλάκια, ενώ υποχρεούνται να υποβάλλουν καταλόγους με τους συνήθεις επισκέπτες. Η πολιτεία δίνει το ελεύθερο στους διαχειριστές να εκδιώχνουν τους δικαιούχους κρατικής επιδοτούμενης στέγης λόγω εγκλημάτων που διέπραξαν συγγενείς τους ή επισκέπτες τους. Μία μορφή συλλογικής τιμωρίας σε μία κοινωνία που η έννοια συλλογικό, μόνο τέτοια χαρακτηριστικά δύναται να προσλάβει.

Εκτός από την πλήρη στρατιωτικοποίηση ενός ήδη κοινωνικά εχθρικού περιβάλλοντος, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός έρχεται τις περισσότερες φορές να υπηρετήσει και να αναπαράγει τις λογικές αυτές, επιλέγοντας μια σειρά από πρακτικές που επιτείνουν τον διαχωρισμό και συμπλέουν με τις κυρίαρχες κοινωνικές πολιτικές. Σε αυτή την κατεύθυνση, παίρνονται σχεδιαστικές αποφάσεις που προστατεύουν τις μετακινήσεις των κοινωνικά ισχυρότερων και τις καθιστούν ασφαλείς και αποστειρωμένες από τον μολυσμένο δημόσιο χώρο της πόλης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μετακινήσεων από και προς τα κτίρια Ronald Reagan και Los Angeles Times. Όπως αναφέρει ο Davis οι εξυπηρετήσεις των γραφείων γίνονται μέσω ενός υπόγειου δικτύου, που περιλαμβάνει εκτός από χώρο στάθμευσης, «υπέροχα διαμορφωμένους χλοοτάπητες και ”αλσύλλια”, και σε μία περίπτωση, ένα κατάστημα τροφίμων και μια ιστορική έκθεση. Επίσης πρόσθεσε και μία τεράστια δόση απειλής – από ένοπλους φρουρούς, ασφαλισμένες πύλες και κάμερες ασφαλείας – για να εκφοβίσει και να κρατήσει σε απόσταση αστέγους και φτωχούς».

σε πόλεις όπως το Los Angeles στα πλαίσια της μετανεωτερικότητας μπορείς να παρατηρήσεις μια χωρίς προηγούμενο ανάμειξη αστικού σχεδιασμού, αρχιτεκτονικής και μηχανισμού καταστολής στα πλαίσια μιας από κοινού προσπάθειας για ασφάλεια. Η έλλειψη επενδύσεων σε παραδοσιακό δημόσιο χώρο και χώρους αναψυχής, επιβεβαιώνεται και από την μεταφορά οικονομικών πόρων σε προτεραιότητες ιδιωτικής εταιρικής ανάπτυξης. Μια ενδοτική δημοτική αρχή – που ειρωνικά ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει έναν διφυλετικό συνασπισμό λευκών και μαύρων – συνεργάζεται σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις του δημόσιου χώρου και στην επιχορήγηση καινούριων ρατσιστικών περιοχών εγκλεισμού (ghetto).

Οι πρακτικές της αρχιτεκτονικής διευθέτησης του χώρου εκτός από τις μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις απαντώνται και σε μια σειρά από ευρηματικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, που αναπαράγουν τον εγκλεισμό ή τον αποκλεισμό ομάδων από τον παραδοσιακό δημόσιο χώρο της πόλης. Επιλογές όπως, απουσία χώρων υγιεινής και πόσιμου νερού, καταιονηστήρες στα πάρκα ρυθμισμένοι να λειτουργούν σε άτακτα χρονικά διαστήματα για να αποτρέπουν τους άστεγους από να κοιμούνται στον χώρο, παγκάκια σχεδιασμένα με τρόπο που είναι αδύνατον να ξαπλώσει κανείς, αλλά και κάδοι απορριμμάτων προφυλαγμένοι και προστατευμένοι από τον κίνδυνο να αναζητήσει κάποιος άστεγος τροφή ανάμεσα στα σκουπίδια τους.

Το μέλλον της πόλης διαγράφεται δυσοίωνο. Δυσοίωνο κυρίως κοινωνικά, στο επίπεδο της ανθρώπινης συνύπαρξης και συνδιαλλαγής. Της συναίσθησης της κοινής, συλλογικής μοίρας, του ανήκειν, της ένταξης, της αποδοχής, των ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων. Μία πόλη που σχεδιάζεται για ανθρώπους δύο ταχυτήτων. Δεν είναι αποκλειστικό φαινόμενο της αμερικανικής μητρόπολης· απλά, στο Los Angeles η επιδίωξή του ήταν πιο απροκάλυπτη από ποτέ. Και η υλοποίησή του πιο χυδαία από πουθενά. Συντρέχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κοινωνική ανάφλεξη και αναταραχή. Η αφορμή θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε χαρακτηριστικά και οποιαδήποτε απόχρωση. Δεν ήταν απλώς ένα συμβάν που ξεσήκωσε τους απόκληρους του Los Angeles και τους έσυρε στους δρόμους. Ήταν τα καταπιεστικά συμβάντα της δικής τους κινηματογραφικής καθημερινότητας. Η ανέχεια, η ανεργία, η οικονομική απόγνωση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο αστικός εγκλεισμός και η πανταχού παρούσα αυταρχική διάθεση της πλήρως στρατιωτικοποιημένης καλιφορνέζικης αστυνομίας.

Είναι ο χώρος της πόλης του Los Angeles, επομένως, ο οποίος γέννησε και καλλιέργησε και αυτός από την πλευρά του συμπεριφορές απομόνωσης και άκρατου αυταρχισμού· ο δημόσιος χώρος, που έγινε εργαλείο ενίσχυσης τέτοιων συμπεριφορών. Αυτό που συναντάμε όχι μόνο σήμερα, αλλά και στο Los Angeles του 1992, είναι μία υπέρμετρη προσπάθεια διόγκωσης της ιδιωτικής σφαίρας έναντι της δημόσιας. Ένα περιβάλλον που συνεχώς ιδιωτικοποιείται, που μόνο καταχρηστικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιο. Κάτω από αυτές τις αμήχανες και αποπροσανατολιστικές συνθήκες κοινωνικής συνύπαρξης, οποιαδήποτε μορφή αγανάκτησης είναι πλήρως κατανοητή και αναμενόμενη. Δεν επιχειρώ να υποβαθμίσω το ρόλο που διαδραμάτισε η οικονομική δυσπραγία στο ξέσπασμα των αναταραχών. Κοινωνικές ανισότητες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Είναι που η ταξική ανισότητα στην πόλη του Los Angeles, έλαβε πρωτοφανή χωρικά χαρακτηριστικά. Δεν ήταν το χρώμα του δέρματος του Rodney King – άλλωστε οι ταραχές δεν ξέσπασαν μετά το συμβάν, αλλά ένα χρόνο μετά –, αλλά η διαπίστωση ότι για άλλη μία φορά αστυνομία και πολιτεία ελέγχουν, επεμβαίνουν και διαχειρίζονται πλήρως τη δημόσια σφαίρα της κοινωνίας της Νότιας Καλιφόρνια. Ο δημόσιος χώρος της πόλης, έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς της κοινότητας του Los Angeles. Έπαψε να αποτελεί χώρο εκτόνωσης των κοινωνικών αξιών, των κοινωνικών αντιφάσεων, των κοινωνικών διεκδικήσεων. Έπαψε να αποτελεί το πεδίο όπου η κοινωνία δημιουργεί – κατά μία έννοια – τον εαυτό της, προδίδει τις δραστηριότητές, τις συνθήκες, τις αντιλήψεις που κυριαρχούν, που αλλάζουν και οριοθετούν μια νέα ποιότητα και αίσθηση ζωής.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο βιβλίο “Postmetropolis” του E.Soja:

”Αυτό που συνέβη στο Los Angeles, δεν ήταν ούτε μία φυλετική εξέγερση, ούτε μία ταξική επανάσταση. Αυτή η μεγάλη έκρηξη ήταν πολυφυλετική, δια-ταξική και επίδειξη δικαιολογημένης κοινωνικής οργής . Όσοι αφελείς θα επιχειρήσουν να μειώσουν το νόημά της και να την αποδώσουν στην παθογένεια των κατωτέρων κοινωνικών – και κυρίως μαύρων – τάξεων, σε εγκληματικές ενέργειες, ή σε πολιτική ανταρσία των καταπιεσμένων αστικών μαζών, χάνουν το ουσιαστικό νόημα της εξέγερσης. Από αυτούς που συνελήφθησαν μόνο το 36% ήταν μαύροι, περισσότεροι από το 1/3 είχαν δουλειές πλήρους απασχόλησης και οι περισσότεροι δήλωσαν ότι αποφεύγουν την ανάμειξή τους με την πολιτική. Αυτό που συνέβη στο Los Angeles ήταν το αποτέλεσμα της οικονομικής παρακμής, της πολιτιστικής κατάρρευσης και του πολιτικού λήθαργου του αμερικάνικου τρόπου ζωής. Η εξέγερση ήταν το μέσω και όχι η αιτία”.

Η εικόνα της χολιγουντιανής μεγαλούπολης, δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Πολλοί πίστευαν ότι οι αναταραχές του 1992, θα οδηγούσαν σε μία εκλογίκευση της κατάστασης. Ότι το θέμα της υπεράσπισης και διαφύλαξης του δημόσιου χώρου θα έμπαινε ξανά στις προτεραιότητες των αρχών. Έχουν περάσει 17 χρόνια και το Los Angeles εξελίσσεται σταθερά ως προς το ρόλο της αφιλόξενης, εκτός κάθε ανθρώπινης κλίμακας, πόλη. Οι συσχετισμοί δεν έχουν αλλάξει. Οι πρακτικές έχουν νομιμοποιηθεί στα μάτια της κοινότητας που φαίνεται να έχει σε ένα βαθμό αποδεχτεί και συμβιβαστεί με τις αλλαγές στην πόλη.

Η αστυνομία του Los Angeles, ενισχύει το ρόλο της ως πολεοδομικού σχεδιαστή του Downtown, με κυρίαρχο επιχείρημα την ειδίκευσή της στον τομέα της ασφάλειας. Παράλληλα δραστηριοποιείται ακατάπαυστα ως ομάδα πολιτικής πίεσης για να επεκτείνει τη χρήση της γης υπέρ της δημόσιας τάξης. Διεκδικεί πρόσθετους αποθηκευτικούς χώρους για τον διογκούμενο πληθυσμό κρατουμένων και εγκαταστάσεις διοίκησης και εκπαίδευσης για τα αστυνομικά όργανα, μετατρέποντας το άλλοτε ιστορικό επιχειρηματικό κέντρο της πόλης σε μία αχανή σωφρονιστική αποικία.

Η εξέγερση στο Los Angeles το 1992, δεν ήταν ένα απλό ξέσπασμα απέναντι σε μία άδικη δικαστική απόφαση, ούτε μια κραυγή οργής απέναντι στην εξουσία της αστυνομίας. Ενδεχομένως να μην μπορούμε να της αποδώσουμε χαρακτηριστικά αστικού κοινωνικού κινήματος, αλλά σίγουρα τα αίτια της εκδίπλωσης αυτού του φαινομένου ήταν κατά βάση, χωρικά. Η καταπίεση που ασκείται από το εχθρικό αστικό περιβάλλον, το αίσθημα της κοινωνικής απομόνωσης, η εικόνα της πόλης ως θύλακας κοινωνικής αδικίας σε συνδυασμό με κεντρικές αποφάσεις που εντείνουν τις ταξικές – φυλετικές διακρίσεις και τις δυνάμεις καταστολής που παίζουν ολοκληρωτικό ρόλο στη διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας τους Los Angeles, καλλιεργούν την ανάγκη, συνειδητή ή μη, για βίαια ξεσπάσματα και για δράσεις ανάκτησης ή άρνησης της πόλης.

πηγη: https://cityfairytale.wordpress.com

03 Μαρτίου 1989: Συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω ο γενικός αρχηγός του Λεβαδειακού Καλομοίρης, τη στιγμή που δίνει 1.500.000 δραχμές στον διαιτητή Ακρίδα για να ευνοήσει την ομάδα του στο αποφασιστικό παιχνίδι της με την Λάρισα. Οι «πράσινοι» της Βοιωτίας θα τιμωρηθούν με αφαίρεση τριών βαθμών από το επόμενο πρωτάθλημα.

Πρόκειται για την τελευταία καταγγελία η οποία έγινε από διαιτητή Α' Εθνικής κατηγορίας. Ο Κώστας Ακρίδας το 1989 τόλμησε να καταγγείλει απόπειρα δωροδοκίας, αλλά σήμερα, σχεδόν 11 χρόνια μετά, όπως ο ίδιος δηλώνει και με βάση την εξέλιξη που είχε εκείνη η καταγγελία, θα τηρούσε διαφορετική στάση.

«Με βάση τα όσα έγιναν από την ημέρα που έκανα την καταγγελία και την αντιμετώπιση που γνώρισα από όλους, αν σήμερα μου συνέβαινε ανάλογο γεγονός ασφαλώς και δεν θα το κατήγγελλα» δηλώνει ευθαρσώς ο Ακρίδας, και εξηγεί: «Σε αυτή την ιστορία ουδείς, μα ουδείς με στήριξε. Οι συνάδελφοί μου, άνθρωποι με τους οποίους είχα πολύ καλές σχέσεις στον χώρο εργασίας, εξαφανίστηκαν, η ζωή μου απειλήθηκε σε τέτοιο βαθμό που αναγκάστηκα να προσλάβω ιδιωτικό αστυνομικό και επιπλέον δεν μου επετράπη να σφυρίξω ποτέ ξανά σε αγώνα επαγγελματικού πρωταθλήματος, προφανώς ως ανταμοιβή για την εντιμότητά μου».

Ηταν παραμονές της αναμέτρησης ανάμεσα στον Λεβαδειακό και τη Λάρισα για το πρωτάθλημα της Α' Εθνικής κατηγορίας. Το ματς ήταν ιδιαίτερα κρίσιμο για τους γηπεδούχους καθώς ήθελαν μόνο νίκη για να παραμείνουν στην κατηγορία και μετά από κλήρωση η οποία έγινε ο Ακρίδας κληρώθηκε να διευθύνει την αναμέτρηση. «Η κλήρωση έγινε την Τετάρτη και οι εφημερίδες έγραψαν την Πέμπτη ότι θα διευθύνω το ματς ανάμεσα στον Λεβαδειακό και τη Λάρισα. Την ίδια ημέρα το πρωί δέχθηκα ένα τηλεφώνημα στο μαγαζί μου από συνάδελφο ο οποίος διατηρεί κατάστημα με είδη γραφικών τεχνών στη Λιβαδειά. "Κώστα, καλημέρα. Είναι αλήθεια ότι σφυρίζεις την ομάδα την ερχόμενη Κυριακή; " με ρώτησε, και του απάντησα θετικά. "Υπάρχει ένας τρόπος για να βγάλουμε πολλά λεφτά, αρκεί να φροντίσεις να νικήσει ο Λεβαδειακός" συνέχισε, αλλά εγώ τον σταμάτησα. Δεν θέλω να συνεχίσεις, του είπα και τον παρότρυνα να μη με ενοχλήσει ξανά. Την επόμενη ημέρα όμως επανήλθε και ανέφερε και συγκεκριμένα ποσά. Μου πρότεινε 1,5 εκατ. δρχ. για να εξυπηρετήσω τα συμφέροντα της ομάδας του Λεβαδειακού. Τότε ήταν που αποφάσισα να τον καταγγείλω στην επιτροπή διαιτησίας, η οποία με παρέπεμψε στην Αστυνομία.

Πήγα στο Δ' Αστυνομικό Τμήμα και μου ζήτησαν να κανονίσω ραντεβού να πάρω τα χρήματα και να τους συλλάβουν επ' αυτοφώρω. Συμφώνησα και κλείσαμε το ραντεβού για Σαββάτο πρωί, παραμονή του αγώνα σε κεντρικό σημείο της Αθήνας. Εκανα ό,τι μου είπαν οι αστυνομικοί και αυτοί συνέλαβαν τους δύο ανθρώπους οι οποίοι δοκίμασαν να με δωροδοκήσουν. Ηταν ο γενικός αρχηγός της ομάδας του Λεβαδειακού κ. Καλομοίρης και ο μεσάζων συνάδελφός μου καταστηματάρχης από τη Λιβαδειά κ. Παπαδημητρίου. Η σύλληψη έγινε μπροστά στα μάτια μου και τη Δευτέρα το πρωί και οι δύο οδηγήθηκαν στα δικαστήρια, όπως άλλωστε κι εγώ.

Στο δικαστήριο πήγα μόνος μου, καθώς ουδείς με συνόδευσε από την επιτροπή διαιτησίας. Εξω από τον χώρο των δικαστηρίων είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες φίλοι του Λεβαδειακού οι οποίοι ήταν έτοιμοι να με λιντσάρουν. Αφού γλίτωσα, στη συνέχεια κατέθεσα και φεύγοντας συναντήθηκα με τον τότε πρόεδρο του Λεβαδειακού κ. Μιχάλη Σκλαπάνη στο ασανσέρ. "Με κατέστρεψες εσύ, θα σε καταστρέψω κι εγώ" μου είπε, και λίγα λεπτά αργότερα έμαθα από τους δημοσιογράφους ότι ήδη είχα βγει από τους πίνακες διαιτητών. Από τότε δεν ξανασφύριξα ποτέ, χωρίς να μάθω φυσικά την αιτία της αποπομπής μου. Γι' αυτό ακριβώς σας είπα ότι, αν μου ξανασυνέβαινε, θα κρατούσα διαφορετική στάση».

πηγη: http://www.tovima.gr/

03 Μαρτίου 1875: Η Κάρμεν του Ζορζ Μπιζέ, ένα από τα δημοφιλέστερα μελοδράματα, κάνει πρεμιέρα στο Παρίσι.

Η Κάρμεν (Carmen) είναι μία όπερα σε 4 πράξεις του Γάλλου συνθέτη Ζωρζ Μπιζέ. Το λιμπρέτο της γράφτηκε από τους Ανρί Μεϊλάκ και Λυντοβίκ Αλεβύ με βάση μία ομώνυμη νουβέλα του Προσπέρ Μεριμέ. Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας έγινε στη σκηνή Opéra-Comique στο Παρίσι, στις 3 Μαρτίου 1875, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Στην πρώτη της περίοδο πραγματοποίησε 36 παραστάσεις, αλλά πριν τελειώσουν ακόμα και αυτές ο Μπιζέ πέθανε ξαφνικά και έτσι δεν γνώρισε τη μεταγενέστερη μεγάλη επιτυχία της όπερας.

Η Κάρμεν, που ανήκει στο είδος της όπερα κομίκ, με μουσικά νούμερα που χωρίζονται με διαλόγους, διηγείται την ιστορία της καταστροφής του Δον Χοσέ, ενός απλοϊκού στρατιώτη που σαγηνεύεται από τα παραπλανητικά νάζια της φλογερής τσιγγάνας Κάρμεν. Ο Χοσέ εγκαταλείπει τον παιδικό του έρωτα και τα στρατιωτικά του καθήκοντα, αλλά παρόλα αυτά χάνει τον έρωτα της Κάρμεν από τον φημισμένο ταυρομάχο Εσκαμίγιο, οπότε ο Χοσέ τη σκοτώνει σε μια κρίση ζηλοτυπίας. Η παρουσίαση της ζωής των εξαθλιωμένων, της ανηθικότητας και της ανομίας, καθώς και το τραγικό τέλος, στο οποίο το ομώνυμο πρόσωπο πεθαίνει επί σκηνής, υπήρξαν πρωτοποριακά στοιχεία για τη γαλλική όπερα και προκάλεσαν πολλές συζητήσεις. Μετά την πρεμιέρα οι περισσότερες κριτικές ήταν αρνητικές και το γαλλικό κοινό γενικά μάλλον αδιάφορο. Η Κάρμεν πρώτα κέρδισε τη φήμη της σε παραστάσεις της έξω από τη χώρα, και δεν ξαναπαίχθηκε στο Παρίσι μέχρι το 1883. Στη συνέχεια έγινε γρήγορα διάσημη και συνεχίζει να είναι μία από τις συχνότερα παιζόμενες όπερες. Μεταγενέστεροι σχολιαστές έχουν γράψει ότι η Κάρμεν στέκεται ως γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση της όπερα κομίκ και στον ρεαλισμό ή βερισμό που χαρακτηρίζει την ιταλική όπερα του ύστερου 19ου αιώνα.

Η μουσική της Κάρμεν έχει ευρύτατα εξυμνηθεί για την ευφυή μελωδία, την αρμονία, την ατμόσφαιρα και την ενορχήστρωσή της, καθώς και για την επιδεξιότητα με την οποία ο Μπιζέ απέδωσε μουσικά τα συναισθήματα των χαρακτήρων του. Μετά τον θάνατο του συνθέτη η μουσική του έργου τροποποιήθηκε με την εισαγωγή ρετσιτατίβων στη θέση των αρχικών πεζών διαλόγων. Δεν υπάρχει πρότυπη έκδοση της όπερας και υφίστανται διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιες εκδοχές της εκφράζουν καλύτερα τις προθέσεις του ίδιου του Μπιζέ. Η όπερα έχει ηχογραφηθεί πολλές φορές μετά την πρώτη της ηχογράφηση, σε δίσκο 78 στροφών το 1908, ενώ και η πλοκή της έχει αποτελέσει το αντικείμενο πολλών μεταφορών σε κινηματογραφική ταινία και θεατρικό έργο.

03 Μαρτίου 1847: γεννιέται στην Σκοτία ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ, ο εφευρέτης του τηλεφώνου και δάσκαλος κωφών


Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ (Alexander Graham Bell, 3 Μαρτίου, 1847–2 Αυγούστου,1922) ήταν Αμερικανός φυσικός με εξειδίκευση στην ακουστική και έμεινε γνωστός στην ιστορία σαν ο εφευρέτης του τηλεφώνου.

Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας και ο πατέρας του ήταν ο Αλεξάντερ Μέλβιλ Μπελ, γνωστός ρήτορας με 200 εκδόσεις βιβλίων για τη βελτίωση της παιδείας των κωφαλάλων. Ο νεαρός τότε Μπελ και τα δύο του αδέλφια εκπαιδεύτηκαν από τον πατέρα τους για να συνεχίσουν το έργο του.

Σπουδές, τα πρώτα χρόνια
Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ παρακολούθησε μαθήματα στο βασιλικό γυμνάσιο του Εδιμβούργου και στη συνέχεια σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και στοπανεπιστημιακό κολέγιο του Λονδίνου. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του δίδασκε στη σχολή Σκίνερς στην κομητεία Μόρεϊ, ασκώντας τους μαθητές στη μουσική και στην σωστή έκφραση στο λόγο. Παράλληλα σπούδασε ακουστική και ξεκίνησε την επαγγελματική του δραστηριότητα σαν δάσκαλος και επιστήμονας.

Μετάβαση στον Καναδά, έρευνες, κώδικας κωφαλάλων
Το 1868 δούλευε δίπλα στον πατέρα του στο Λονδίνο έχοντας καθήκοντα επιμελητή στο πανεπιστήμιο, αλλά ο θάνατος των αδελφών του από φυματίωση κλόνισε την υγεία του και μαζί με τους γονείς του έφυγαν για την Αμερική και εγκαταστάθηκαν στο Μπράντφορντ του Οντάριο.

Δίδαξε στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης σε θεματολογία σχετικά με τη διδασκαλία της ομιλίας των κωφαλάλων, δημιουργώντας τον κώδικα ομιλίας τους με κινήσεις των χεριών, των χειλιών και της γλώσσας. Το 1872 άνοιξε δική του σχολή όπου εκπαίδευε καθηγητές για κωφάλαλους, εκδίδοντας παράλληλα σύγγραμμα με τίτλο «Πρωτοπόρος στην ομιλία μέσω της όρασης».

Ο Μπελ έδωσε γνώσεις και έμπνευση σε ένα νεαρό επιστήμονα, κατασκευαστή μοντέλων μηχανών, τον Τόμας Γουάτσον, να πειραματιστεί στην κατασκευή μιας διάταξης που θα κατάφερνε να μεταδίδει ήχο με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού. Οι επιστημονικές έρευνες του Μπελ σχετικά με τους κωφάλαλους εντυπωσίασαν αρκετούς και έτσι κάποιοι γονείς κωφαλάλων παιδιών αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν το έργο του.

Τηλέγραφος, τηλέφωνο 

Τον Απρίλιο του 1903 ο Μπελ ανακάλυψε τον πολλαπλό τηλέγραφο ενώ τις πρώτες του σημειώσεις σχετικά με το τηλέφωνο τις έγραψε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και ένα μήνα αργότερα ξεκίνησε να γράφει σχετικά με τις προδιαγραφές του. Στις 7 Μαρτίου του 1876 το Γραφείο Ευρεσιτεχνίας των Η.Π.Α έδωσε στον Μπελ το σχετικό δίπλωμα που κατοχύρωνε τη συσκευή που μεταδίδει τον ήχο και τη φωνή τηλεγραφικώς.

Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε περιελάμβανε μια ελαστική μεμβράνη από σίδηρο, που βρισκόταν μπροστά από ένα σιδηρομαγνητικό πυρήνα, περιτυλιγμένο με μονωμένο αγωγό. Μια γραμμή από δυο καλώδια συνέδεε τη συσκευή αυτή με μια άλλη παρόμοια. Στη συσκευή του Μπελ η φωνή έπεφτε πάνω στη μεμβράνη και την έκανε να πάλλεται. Αυτό τον καθιέρωσε σαν τον πρώτο που εφάρμοσε τις κυματοειδείς μορφές των ηλεκτρικών ρευμάτων.

Ακολούθησαν δικαστικές αγωγές που έθεταν σε αμφισβήτηση την εφεύρεση του Μπελ αλλά ο ίδιος έμεινε ανένδοτος και υποστήριζε με πάθος την ανακάλυψη του.

Άλλες εφευρέσεις, η καταξίωση, το τέλος
Το 1877 παντρεύτηκε την κωφάλαλη πρώην μαθήτριά του Μέιμπελ Χιούμπαρντ. Οι έρευνες και οι ανακαλύψεις για τον Μπελ δεν σταμάτησαν στο τηλέφωνο. Συνέχισε τα πειράματά του σχετικά με τη μετάδοση του ήχου και έφτασε στην ανακάλυψη ενός ήχου που παράγεται με τη χρήση μίας φωτεινής δέσμης. Την εφεύρεση αυτή την ονόμασε φωτόφωνο.

Το 1880 το έργο του και οι εφευρέσεις του γίνονται γνωστές στην Ευρώπη και η Γαλλία τον τιμά με το ειδικό βραβείο Βόλτα και μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Την ίδια χρονιά προσέγγισε το πρόβλημα της εγγραφής του ήχου με την ανακάλυψη του γραμμόφωνου. Χρησιμοποίησε δίσκους από κερί και χαρακτηριστικά στελέχη με ελεγχόμενη ταχύτητα, κατορθώνοντας να γράψει στους δίσκους αυτούς κάποιους ήχους και να τους αναπαράγει.

Με τα κέρδη που έβγαλε από τις εφευρέσεις του κατάφερε να χρηματοδοτήσει το γραφείο ερευνών Βόλτα και την Αμερικάνικη εταιρεία για τη διδασκαλία και ομιλία των κωφαλάλων.

Το 1898 διαδεχόμενος τον πεθερό του σαν πρόεδρος της Εθνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, προώθησε πρόγραμμα σχετικό με την καταγραφή του τρόπου ζωής των κατοίκων των άγνωστων και μακρινών πολιτισμών της γης.

Στη συνέχεια ίδρυσε εταιρεία αεροπορικών πειραμάτων με τη συμμετοχή της συζύγου του, πειραματιζόμενος και ο ίδιος για τη δυνατότητα πτήσης του ανθρώπου. Κατασκεύασε 2 τεράστιους χαρταετούς και κατάφερε να σηκώσει από τη γη έναν άνθρωπο.

Αργότερα ασχολήθηκε και με άλλα ερευνητικά θέματα όπως σχετικά με την ακτινοβολία του ήλιου, την ανίχνευση διαφόρων ήχων και κατασκεύασε το 1919 ένα θαλάσσιο σκάφος με πτερύγια (υδροπτέρυγο) καταφέρνοντας να το κινήσει, τοποθετώντας 2 τεράστιες μηχανές μεγάλης ισχύος, με την πρωτοφανή ταχύτητα για την εποχή των 70 μιλίων την ώρα.

Παρότι ο Μπελ σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε με την ομιλία και τα προβλήματα των κωφαλάλων, ήταν πολύ ανήσυχος και ποτέ δεν σταμάτησε να ερευνά, να εφευρίσκει και να προβληματίζεται. Οι έρευνες του πάντα επικεντρώνονταν στις βασικές αρχές και τις ιδέες παρά στις εφαρμογές. Χειρόγραφα και εκατοντάδες σημειώσεις που βρέθηκαν μετά το θάνατο του αποκαλύπτουν ένα πλήθος παρατηρήσεων γραμμένων στα περιθώρια, πολλές από τις οποίες είναι άξιες μελέτης ακόμα και σήμερα.

Πέθανε στις 2 Αυγούστου του 1922 στο Κέιπ Μπρίτον Άιλαντ, στη Νέα Σκοτία του Καναδά.

03 Μαρτίου: Διεθνής Ημέρα για το Αυτί και την Ακοή

Η Διεθνής Ημέρα για το Αυτί και την Ακοή (International Day for Ear and Hearing) καθιερώθηκε με πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ) και διεξάγεται κάθε χρόνο στις 3 Μαρτίου, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει το παγκόσμιο κοινό για την υγιεινή του αυτιού, που έχει καθοριστικές συνέπειες στην ακοή του ανθρώπου. Η ημερομηνία επελέγη, επειδή το σχήμα των αριθμών 3.3 μοιάζει με τα δύο αυτιά του ανθρώπου.

Η απώλεια της ακοής είναι μία από τις διαδεδομένες αναπηρίες των αισθήσεων παγκοσμίως, καθώς πάνω από 275 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν προβλήματα ακοής ή είναι κωφοί. Οι σημαντικότερες αιτίες είναι:

Χρόνιες μολύνσεις του αυτιού.

  • Ερυθρά, Ιλαρά, Μηνιγγίτιδα, Παρωτίτιδα.
  • Θόρυβος.
  • Δραστικές φαρμακευτικές ουσίες, όπως η στρεπτομυκίνη και η γενταμικίνη.
  • Γεροντική ηλικία.
  • Ελλιποβαρές νεογνό (κάτω από 2,5 κιλά), νεογνικός ίκτερος και έλλειψη οξυγόνου του νεογνού.


Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τα προβλήματα ακοής μπορούν να αντιμετωπισθούν επαρκώς με μέτρα δημόσιας υγείας, όπως η ανοσοποίηση, η βελτίωση της μητρικής και παιδικής υγείας και οι ασφαλείς συνθήκες στους χώρους εργασίας.



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/