Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

09 Αυγούστου 1996: Ο 24χρονος δράστης του πενταπλού εγκλήματος της Θάσου, Θεόφιλος Σεχίδης, οδηγείται στη χωματερή της Κεραμωτής, όπου υποδεικνύει τον τόπο, όπου έθαβε τα θύματά του. Θύματα του εγκλήματος είναι ο πατέρας του δράστη, Δημήτρης, 55 χρόνων, η μητέρα του Μαρίκα, 50 χρόνων, η 32χρονη αδελφή του Ερμιόνη, ο 57χρονος θείος του Βασίλης και η 77χρονη γιαγιά του Ερμιόνη Καλαμάρα.


Χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά. Οι πέντε δολοφονίες συγγενικών του προσώπων, που διέπραξε ο 24χρονος φοιτητής Θεόφιλος Σεχίδης σε διάστημα μικρότερο του ενός 24ώρου στη Θάσο, προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη και «άνοιξαν» μια νέα σελίδα στην έρευνα της εγκληματικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα. Αναμφισβήτητα, η υπόθεση του Θ. Σεχίδη αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες (από την εγκληματολογική και γενικότερα επιστημονική πλευρά) περιπτώσεις στην εγχώρια και διεθνή ιστορία του εγκλήματος.

Νωρίς το μεσημέρι της Πέμπτης 8 Αυγούστου 1996, μπροστά στην πολυκατοικία της οδού Φιλελλήνων 24, στην Ανάληψη της Θεσσαλονίκης, επικρατούσε ασυνήθιστη κίνηση. Οι περίοικοι, που είχαν συγκεντρωθεί, είδαν μερικούς αστυνομικούς με πολιτικά να μεταφέρουν τον 24χρονο τριτοετή φοιτητή στο Νομικής Σχολής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής Θεόφιλο Σεχίδη στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Αφορμή γι αυτή την προσαγωγή είχε σταθεί η καταγγελία που είχε κάνει την 1η Αυγούστου στην Αστυνομική Διεύθυνση Φλώρινας η Ελένη Σεχίδη, γυναίκα του θείου του Θεόφιλου, πως ο άντρας της δεν είχε δώσει σημεία ζωής από τα μέσα Μαΐου. Συγκεκριμένα, η Ελένη Σεχίδη, η οποία με τον 58χρονο άντρα της Βασίλη και τον γιο της, επίσης Θεόφιλο, ζούσαν στο Βέλγιο, δήλωσε ότι στις 9 Μαΐου, ο Βασίλης Σεχίδης είχε φτάσει στην Ελλάδα για να επισκεφτεί τον αδελφό του Δημήτρη στη Θάσο. Αλλά, από τις 19 Μαΐου είχαν χαθεί τα ίχνη του, όπως και τα ίχνη των υπόλοιπων μελών της οικογένειας του άντρα της: του 55χρονου αδελφού του Δημήτρη Σεχίδη, δασκάλου και διευθυντή του δημοτικού σχολείου Ποταμιάς Θάσου, της 48χρονης γυναίκας του Δημήτρη, Μαρίας (οι γονείς του Θεόφιλου), της 27χρονης κόρης τους Έμυς (Ερμιόνης), καθώς και της 75χρονης γιαγιάς τους Ερμιόνης Καλαμάρα. Επανειλημμένως είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά δεν τον έβρισκε, ενώ στο τηλέφωνο του σπιτιού του Δημήτρη Σεχίδη στον Λιμένα Θάσου, απαντούσε σταθερά ο Θεόφιλος, ο οποίος της έλεγε πως έλειπαν όλοι στο εξωτερικό, ενώ ο θείος του Βασίλης είχε πάει στην Γερμανία ή στο Βέλγιο ή στην Ιταλία. «Οπουδήποτε πήγαινε ο Βασίλης, το ήξερα πρώτα εγώ. Πώς, λοιπόν, έφυγε στην Ιταλία -και για ποιο λόγο- χωρίς να τηλεφωνήσει ούτε μια φορά στο σπίτι του;» θα δηλώσει αργότερα η ίδια.

Αρχικώς, η Ελένη Σεχίδη είχε καταγγείλει την εξαφάνιση στις αστυνομικές αρχές του Βελγίου, αλλά τότε δεν είχαν βρεθεί στοιχεία που να φωτίζουν την υπόθεση. Έτσι, λίγο καιρό μετά, έφτασε με τον γιο της Θεόφιλο στον Τριπόταμο Φλώρινας (απ’ όπου καταγόταν η οικογένεια), προσπαθώντας να εντοπίσουν τα ίχνη τους άντρα της. Όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, κατέφυγε στην αστυνομία και δήλωσε την εξαφάνιση, εκφράζοντας τους φόβους της ότι πιθανόν οι αγνοούμενοι να έχουν πέσει θύματα δολοφονίας. Με την υπόθεση ασχολήθηκαν το Αστυνομικό Τμήμα Θάσου, η Ασφάλεια Καβάλας και η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα συμμετείχαν οι βελγικές αρχές και το γερμανικό τμήμα της Ιντερπόλ. Στο μεταξύ, δέχτηκε την επίσκεψη του Θεόφιλου στον Τριπόταμο (στις 3 Αυγούστου), ο οποίος ζητούσε επιμόνως πληροφορίες για την τύχη του θείου του και των γονιών του. Η Ελένη Σεχίδη θορυβήθηκε από την επίσκεψη του ανιψιού της και την αλλοπρόσαλλη -όπως είπε- συμπεριφορά του («του βάλαμε να φάει και έκανε περίεργες κινήσεις, μας κοίταζε περίεργα» δήλωσε αργότερα η αδελφή της Ελένης, που ήταν παρούσα στη συνάντηση) και μετά από προτροπή της αστυνομίας πήγαν σε κάποιους συγγενείς τους στη Νέα Πέλλα Γιαννιτσών.

Ο Θ. Σεχίδης, που χαρακτηριζόταν από το περιβάλλον του ως ιδιόρρυθμος τύπος, είχε εντοπισθεί στις αρχές Ιουνίου στην Αθήνα, όταν σε έρευνα που του είχε γίνει είχαν βρεθεί πάνω του ένα μαχαίρι κι ένα φυσίγγι, αλλά τελικώς αφέθηκε ελεύθερος.Επιπλέον, στις 21 Ιουλίου σε έλεγχο που είχε γίνει στο αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καβάλας, είχαν βρεθεί μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Λίγες μέρες μετά, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ., με τριετή αναστολή (λόγω του γεγονότος ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο), και αφέθηκε και πάλι ελεύθερος. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως, κατά την εξέτασή του, ο Θ. Σεχίδης δεν μπορούσε να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πού βρίσκονται οι πέντε συγγενείς του, ενώ έπεφτε και σε συχνές αντιφάσεις, ενέτεινε τις υποψίες των αστυνομικών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ότι πιθανώς σχετίζεται με την εξαφάνισή τους. Τελικώς, αργά το βράδυ της 8ης Αυγούστου και μετά από πολύωρη ανάκριση, ο Θ. Σεχίδης ομολόγησε πως στις 19 και 20 Μαΐου σκότωσε τον πατέρα, την μητέρα, την αδελφή, τον θείο και την γιαγιά του στον Λιμένα Θάσου, ακολούθως τεμάχισε τα πτώματα -εκτός από αυτό του θείου του- και κατόπιν τα μετέφερε σε σακούλες σε χωματερή της Καβάλας, όπου και τα πέταξε.

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω» δήλωσε, αρχικά, στους εμβρόντητους αξιωματικούς της αστυνομίας και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνομωσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου ‘λεγαν την αλήθεια. Τους ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν».


Οι πέντε δολοφονίες
Τις επόμενες ώρες, ο Θ. Σεχίδης περιέγραψε με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τις πέντε δολοφονίες που είχε διαπράξει, αλλά και όσα ακολούθησαν.

Ο πρώτος φόνος έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, στην περιοχή της αρχαίας ακρόπολης της Θάσου (στην περιοχή του Λιμένα). Ο Θ. Σεχίδης πήγε εκεί με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Κατά τον δράστη, ο Βασίλης Σεχίδης, ο οποίος ζούσε στο Βέλγιο 32 χρόνια, είχε πάει στη Θάσο μετά από παράκληση του πατέρα του, για να πεισθεί ο 24χρονος φοιτητής να επισκεφθεί ψυχίατρο, γιατί «παρουσίαζε κάποια προβλήματα» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, στις 17 Μαΐου, ο πατέρας του Θ. Σεχίδη, Δημήτρης, είχε επισκεφθεί στην Κομοτηνή τον γιο του, του είχε ζητήσει το αυτοκίνητο -που χρησιμοποιούσε ο Θεόφιλος- και τον είχε καλέσει να πάει στην Θάσο για να συζητήσουν «κάποια σοβαρά θέματα». Περίπου, ένα χρόνο νωρίτερα, ο Θ. Σεχίδης είχε στείλει στον θείο του στο Βέλγιο δύο επιστολές, στις οποίες εκτός των άλλων αναφερόταν και σε ένα παλιότερο περιστατικό ξυλοδαρμού του από αυτόν. Στην δεύτερη επιστολή, την οποία συνόδευε με μια παιδική του φωτογραφία, όπου φορούσε αποκριάτικη («καουμπόϊκη») στολή και κρατούσε ψεύτικο πιστόλι, ο Θ. Σεχίδης έγραφε, χαρακτηριστικά (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): «Μην έχεις ποτέ σου τύψεις για το ότι με χτύπησες. Έτσι ΕΠΡΕΠΕ να γίνει. Εγώ ο ίδιος το προκάλεσα επίτηδες και σου ζήτησα συγνώμη που σε χρησιμοποίησα μ’ αυτόν τον τρόπο αλλά ήταν κι αυτό μέσα στο σχέδιό μου. Ήξερα ότι θα σε καλέσει ο αδελφός σου πριν ακόμη το κάνω και εξάλλου του το’ πα, και από την πρώτη στιγμή που πάτησες το πόδι σου περίμενα να συμβεί το σημερινό. Μην σε ανησυχεί λοιπόν, και σου ζητώ ΣΥΓΝΩΜΗ για τους λόγους που θα σου ήταν αδύνατο να κατανοήσεις. Και όμως το παρατράβηξες. Σου έλεγα ‘φτάνει τώρα, εντάξει’ καθώς είχε επιτευχθεί ο σκοπός ΜΟΥ αλλά εσύ συνέχιζες. Δεν μπορεί, κάποιο σφάλμα θα έγινε στα άστρα που κυβερνάω, κάποια επιπλοκή. Με ΑΓΑΠΗ ο ανεψιός σου. Στον αγαπημένο μου θείο το παλλήκαρά που τα βάζη με τους υποσητιζόμενους. Εγώ όμως σε ΑΓΑΠΩ. (το περίστροφο της φωτογραφίας είναι ψεύτικο, μη φοβάσαι)».

Εκείνο το πρωί, η συζήτηση του Θεόφιλου και του θείου του σταδιακά εκτραχύνθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή. «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μην βασανίζεται άλλο, του ‘κοψα με το μαχαίρι το κεφάλι» θα υποστηρίξει ο δράστης. Μερικές μέρες μετά, ο ιατροδικαστής Σερρών Μ. Γεωργιάδης, που εξέτασε το πτώμα του Βασίλη Σεχίδη, διέγνωσε «σοβαρότατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αποσπασματικά κατάγματα των κροταφικών άκρων. Το κρανίο ήταν διαμελισμένο, και στην τραχηλική χώρα ήταν εμφανής λαμδοειδής βαθιά κόψη (…)».

Στη συνέχεια, ο Θ. Σεχίδης αγόρασε ένα μονόκανο όπλο και ένα καινούργιο πουκάμισο (το προηγούμενο είχε γεμίσει αίματα) και λίγες ώρες αργότερα επέστρεψε στο σπίτι του στον Λιμένα, περιμένοντας τα άλλα μέλη της οικογένειάς του. Πρώτος, έφτασε ο πατέρας του Δημήτρης. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως τότε άρχισε νέος καβγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα» είπε. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Λίγο μετά, μπήκε στο σπίτι και η μητέρα του Μαρία. «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι» είπε ο Θ. Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι. «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο» θα συμπληρώσει.

Ο Θ. Σεχίδης έμεινε όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι, μαζί με τα πτώματα των τριών συγγενών του. Στο διάστημα αυτό, αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων και τα τοποθέτησε σε πιάτο στο ψυγείο! Ο ίδιος θα πει αργότερα: «Δυο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. (…) Είναι μια ξεχωριστή εμπειρία, που αναφέρεται σε ανατομία του εγκεφάλου κ.λπ. Γι αυτό. Επειδή είχα ασχοληθεί μ’ αυτά. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο…» (περιοδικό «Max» – Φεβρουάριος 1997). Τελικά, δεν… μελέτησε τους εγκεφάλους διότι «ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω (σ.σ.: το πιάτο) είχε αλλοιωθεί και το πέταξα» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Τρίτη 20 Αυγούστου 1996).

Το επόμενο πρωί, εντελώς ανυποψίαστη για όσα είχαν ήδη διαδραματιστεί, η γιαγιά του Ερμίονη, που έμενε σε μικρή απόσταση, επισκέφτηκε το σπίτι. Προτού συνειδητοποιήσει το θέαμα του αιματηρού σκηνικού, που επικρατούσε εκεί, δέχτηκε ένα θανατηφόρο πλήγμα μαχαιριού στην καρδιά από τον εγγονό της, που υποστήριξε ότι «άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τι να έκανα κι εγώ, την σκότωσα».

Στη συνέχεια, ο δράστης σκέφτηκε να εξαφανίσει τα πτώματα. «Πήγε στην αποθήκη και πήρε ένα βαλιτσάκι, μέσα στο οποίο ο πατέρας του είχε διάφορα εργαλεία. Πήρε δύο αλυσοπρίονα και άρχισε να τεμαχίζει τα πτώματα (σ.σ.: κατ’ άλλες πληροφορίες, για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε, επίσης, και δύο ειδικά ψαλίδια για το κούρεμα των προβάτων). Από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς αγόρασε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών (σ.σ.: αργότερα, διαπιστώθηκε πως τις σακούλες αγόρασε από διαφορετικά καταστήματα, προκειμένου να μην κινήσει τις υποψίες) και έβαλε μέσα σ’ αυτές τα κομμάτια από τα άψυχα σώματα των θυμάτων. Με περισσή ψυχραιμία άρχισε τα δρομολόγια του θανάτου. Θάσος – Κεραμωτή τρεις φορές, με τρία διαφορετικά ‘φορτία’ στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 12 Αυγούστου 1996). «Σκέφτηκε, λοιπόν, να πετάξει τις σακούλες στις οποίες είχε χωρέσει τα μέλη των δικών του ανθρώπων στη χωματερή των Ταγαράδων (σ.σ.: κοντά στη Θεσσαλονίκη). ‘Είδα κάποιους φύλακες κι ένα οδηγό απορριμματοφόρου’ είπε στους αξιωματικούς που ασχολούνται με την υπόθεση. Έφυγε, λοιπόν, και αναζήτησε άλλο χώρο. Έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα και επέστρεψε στην Καβάλα. Κατέληξε στη χωματερή που βρίσκεται ανάμεσα στη Νέα Καρβάλη και την Κεραμωτή. Εκεί προσπάθησε να εξαφανίσει τις ‘αποδείξεις’ της αποτρόπαιας, της φρικιαστικής, της ανατριχιαστικής πράξης του»(εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Ο ίδιος θα πει, σχετικά: «Χρειάστηκα μια ημέρα για να τους τεμαχίσω έναν έναν ξεχωριστά, σε τέσσερα κομμάτια τον καθένα, χέρια, πόδια, κεφάλι, κορμός, μία ημέρα να τους ‘πακετάρω’ και μία ημέρα να τους μεταφέρω… Έκανα δύο δρομολόγια (…)» (από συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» – Δευτέρα 19 Αυγούστου 1996). Στις 24 Μαΐου, όλα είχαν τελειώσει…

Λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη της πενταπλής δολοφονίας, ο ιατροδικαστής Μ. Γεωργιάδης, που επισκέφθηκε το σπίτι των φόνων, θα δηλώσει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Απογευματινή»: «Ήταν τόσο μακάβριο και συγκλονιστικό αυτό που αντίκρυσα στο ‘σπίτι-φρούριο’, που δεν περιγράφεται. Στους τοίχους, στις τουαλέτες, στα ταβάνια ήταν πεταμένα υπολείμματα εγκεφαλικής ουσίας μετά τους πυροβολισμούς που δέχτηκαν δύο από τα θύματα (ο πατέρας και η μάνα) στο κεφάλι. Σ’ όλο το σπίτι υπήρχε αίμα που είχε ξεραθεί. Το χαλί ήταν κόκκινο από το αίμα, ιδιαίτερα στο σημείο όπου σκότωσε την αδελφή του, την οποία χτύπησε μόνο στον θώρακα. Βρέθηκαν δύο αλυσοπρίονα και ένας πέλεκυς. Με τα σιδηροπρίονα έκοβε τα οστά των πτωμάτων και με το μαχαίρι τις σάρκες. Είναι φοβερό…» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 12 Αυγούστου 1996).

Εξάλλου, σε έναν από τους τοίχους του σπιτιού, βρέθηκε γραμμένη με μπογιά η λέξη: «Λάθος». Όταν ρωτήθηκε σχετικά από τους δημοσιογράφους τι σήμαινε αυτό, ο Θ. Σεχίδης απάντησε: «Το λάθος σημαίνει λάθος, τίποτα περισσότερο»…


Μαρτυρίες για την οικογένεια Σεχίδη και τον Θεόφιλο
Όπως ήταν φυσικό, η είδηση της πενταπλής δολοφονίας έπεσε σαν «βόμβα» στην κοινωνία του νησιού. Πολλοί κάτοικοι γνώριζαν τα προβλήματα υγείας της Έμμυς αν και κάποιοι από αυτούς έκαναν λόγο για χρήση ναρκωτικών. Περιέγραψαν την οικογένεια ως «κλειστή», που ζούσε αρκετά απομονωμένη από τους άλλους κατοίκους, ίσως λόγω του ψυχικού προβλήματος της Έμμυς, ενώ αναφερόμενοι στον Δημήτρη Σεχίδη, τόνιζαν πως ήταν ένας πατέρας-αφέντης «που καταδυνάστευε τα παιδιά του και τους αρνιούνταν ακόμη και ένα μικρό χαρτζιλίκι, παρά το γεγονός ότι είχε μεγάλη περιουσία» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 10 Αυγούστου 1996). Εντούτοις, οι συνάδελφοι και οι μαθητές του τον χαρακτήριζαν άριστο προϊστάμενο και εκπαιδευτικό.

Για τον Θ. Σεχίδη, οι μαρτυρίες όσων των γνώριζαν συνέκλιναν στο γεγονός πως ήταν ένας μοναχικός και κάπως ιδιόρρυθμος άνθρωπος, αλλά με υψηλό δείκτη ευφυΐας. «Ήταν πανέξυπνος. Μπήκε με την πρώτη φορά στη Θεολογική Σχολή κι επειδή δεν του άρεσε, ξανάδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Νομική» είπε ο θείος του Θεόφιλου, Γιάννης Σεχίδης (εφημερίδα «Έθνος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Κάποιος κάτοικος της Θάσου σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «αυτό το παιδί ήταν σαν τα άγρια άλογα. Δεν το πλησίαζε κανένας, αλλά και δεν πλησίαζε κανέναν» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996), ενώ κάποιος άλλος διευκρίνισε πως «ήταν πάντοτε ένα απομονωμένο παιδί, δεν ενοχλούσε κανένα και μέσα στην ήσυχη τρέλα του, περνούσε απαρατήρητος» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 10 Αυγούστου 1996).

Ο παλιός του συμμαθητής Τ. Σοφιάς δήλωσε ότι «δεν τον είδα ποτέ με γυναίκα, ήταν όμως πανέξυπνος και μου είχε πει κάποτε ότι ήθελε να πετύχει τον απόλυτο έλεγχο της προσωπικότητας των άλλων. Πρόσφατα, όταν συναντηθήκαμε τυχαία, μου είπε ότι πλησίαζε στον στόχο του». Σύμφωνα με τον Τ. Σοφιά «το μοναδικό ίσως φανερό πάθος του (…) ήταν η κλασική μουσική και το… παλιομοδίτικο ντύσιμο (γι αυτή του τη συνήθεια τον φώναζαν ‘γέρο’ στο Λιμένα Θάσου). (…) Ήταν πάντα η ισχυρότερη προσωπικότητα σ’ όλη την παρέα τους, αφού είχε τη δυνατότητα να επιβάλλει τη γνώμη του στους άλλους» (εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Οι συμφοιτητές του στην Κομοτηνή έλεγαν πως ο Θ. Σεχίδης «κυκλοφορούσε συνήθως μόνος του, (…) φορούσε πάντα τα ίδια ρούχα, δεν μιλούσε σε πολλούς ανθρώπους, έγραφε πολλά ποιήματα και ζωγράφιζε» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 12 Αυγούστου 1996), και ότι συχνά τους έλεγε «να ακούτε κλασική μουσική και να μην τρώτε ψημένο κρέας γιατί κάνει κακό στην υγεία» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 13 Αυγούστου 1996), ενώ ένας ιδιοκτήτης δισκοπωλείου στη Θεσσαλονίκη δήλωσε ότι «ερχόταν στο μαγαζί μου πολύ συχνά, (…) κοιτούσε τα cd και τους δίσκους, τα χάιδευε και τους μιλούσε» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 13 Αυγούστου 1996). Οι γείτονές του στην πολυκατοικία της Θεσσαλονίκης είπαν πως ήταν «αφηρημένος, περπατούσε σκυφτός, σαν κάποιος να τον κυνηγούσε, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Τον ακούγαμε να μιλάει μόνος του στο διαμέρισμά του και άλλοτε να κλαίει και να βρίζει».

Σημειώνεται ότι, μετά από έρευνα που έγινε στο σπίτι του στην Κομοτηνή (στην οδό Σεϊμάνογλου 54), οι αστυνομικοί εντόπισαν φωτογραφίες των θυμάτων με σημαδεμένους τους λαιμούς τους, ένα στιλέτο, μαχαίρια και λάδι για πριόνια. Ωστόσο, ενδεικτικό στοιχείο της αμετροέπειας και της «σκανδαλοθηρικής» διάθεσης με την οποία ορισμένοι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν την προσωπικότητα του δράστη είναι και το γεγονός πως θεώρησαν ως… αποδεικτικό στοιχείο του προμελετημένου χαρακτήρα των πράξεών του το νομικό βιβλίο που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη του με τίτλο «Αναγκαστική εκτέλεση» (αφορά στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο!).

Στις 9 Αυγούστου, ο τότε πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου και καθηγητής Εγκληματολογίας Γ. Πανούσης δήλωσε στους δημοσιογράφους πως τον Θ. Σεχίδη «δεν τον θυμάμαι προσωπικά, αλλά οι συνάδελφοι που ρώτησα μού τον περιέγραψαν σαν έναν μοναχικό τύπο, τον οποίο οι άλλοι, επειδή ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, τον έλεγαν ‘παππούλη’. ‘πατριάρχη’ και άλλα παρόμοια, αλλά δεν είχαν εντοπίσει κάποιο στοιχείο επιθετικότητας στη συμπεριφορά του».

Από την πλευρά τους, η Ελένη Σεχίδη και ο γιος της Θεόφιλος υποστήριξαν πως ο δράστης είχε σχέσεις με παραθρησκευτικές ή σατανιστικές οργανώσεις και πως ενδέχεται στις δολοφονίες να ενέχονται και άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα, η Ελ. Σεχίδη κατέθεσε στον τακτικό ανακριτή Καβάλας Λ. Τσιγκρή στις 16 Αυγούστου πως όταν ο Θ. Σεχίδης τους επισκέφτηκε στις 3 Αυγούστου, συνοδευόταν από ένα άτομο ηλικίας 55-60 ετών, με το οποίο φαινόταν ότι παρά τη διαφορά ηλικίας γνωρίζονταν από καιρό (σ.σ.: η πληροφορία αυτή, πάντως, δεν επιβεβαιώθηκε). Επίσης, ο γιος της Θεόφιλος, καταθέτοντας στον ανακριτή πρόσθεσε πως ο πατέρας του δράστη είχε αντιληφθεί, παλιότερα, κάποιες επιστολές παραθρησκευτικής οργάνωσης της Αμερικής με οδηγίες για τελετές μαγείας και ορισμένα «ύποπτα» τηλεφωνήματα του γιου του και μάλιστα είχε ενημερώσει σχετικά τον αδελφό του Βασίλη, ενώ ο άλλος αδελφός του πατέρα, Γιάννης, εξέφρασε την πεποίθηση του ότι ο ανιψιός του και δράστης ήταν όργανο κάποιων που «έβαλαν στο μάτι» τη μεγάλη περιουσία της οικογένειας και τον χρησιμοποίησαν.

Τέλος, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του, που δημοσιεύτηκε εκείνες τις μέρες, ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός τόνιζε τα εξής (παρατίθεται από την εφημερίδα «Ο Χρόνος» της Κομοτηνής, όπου αναδημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου 2005):

«Φέτος, λοιπόν, εκείνο που σημάδεψε το καλοκαίρι μου ήταν ο φονιάς της γενέτειράς μου, της Θάσου. O Θεόφιλος Σεχίδης (λάθος όχι ‘της’, γιατί τη Θάσο δεν τη σκότωσε, αλλά ‘από την’). Από μια εντόπια εφημερίδα της Θάσου ωστόσο, τη δεκαπενθήμερη ανεξάρτητη ‘Θασιακή’, πληροφορήθηκα σχετικά με τον πατέρα του. Σας τα μεταφέρω για να συμπληρώσετε το ‘ιντεντικίτ’ του στυγερού δολοφόνου.

»O πατέρας Σεχίδης, λοιπόν, που συγκαταλέγεται κι αυτός ανάμεσα στα θύματα του γιου του, υπήρξε δάσκαλος. Στη Θάσο έφτασε σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός κι εκεί γνώρισε την κατοπινή γυναίκα του. Κι όπως λέει το λαϊκό διαλλογάκι: ‘Από ποιο χωριό είσαι; Από το χωριό της γυναίκας μου’, εγκαταστάθηκε ο άτυχος στον Λιμένα. O Λιμένας είναι η πρωτεύουσα του νησιού. Κι εκεί ήθελε να γίνει διευθυντής του δημοτικού σχολείου. Δεν έγινε, και τον στείλαν διευθυντή στην Κεραμωτή, που είναι ακριβώς απέναντι από το Λιμένα, σε μια γλώσσα στεριάς που εισχωρεί στη θάλασσα και όπου βγαίνουν φημισμένα καρπούζια. Αυτός μεράκι του ήταν ο Λιμένας. Ένα απραγματοποίητο όνειρο. Εξορίστηκε από το νησί της γυναίκας του, κι από το χωριό της, στην αντίπερα όχθη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεν το χώνεψε ποτέ. Και όταν ένα άλλο δημοτικό της Θάσου, στο χωριό Ποταμιά, αναβαθμίστηκε σε τετραθέσιο, τον έστειλαν εκεί σαν διευθυντή του δημοτικού σχολείου. Μα δεν ήταν το ίδιο. Από το σχολείο απουσίαζε συχνά. Μάλιστα την προτελευταία χρονιά δεν πήγε καν για να επιδώσει στους μαθητές τα διπλώματα. Εκεί το έπαιξε κι ο Θεόφιλος Σεχίδης, επιμένοντας πως απουσιάζει στο εξωτερικό. Πράγματι απουσίαζε συχνά. Τα είχε με τους συναδέλφους του, κυρίως γιατί μια ζωή δεν τον έκαναν διευθυντή του Δημοτικού Λιμένα. Αλλά πλησίαζε στη σύνταξη, θα έβγαινε κανονικά φέτος το Δεκέμβρη 1998 και είχε δρομολογήσει ήδη τις άδειες για να ασχοληθεί με τα τουριστικά επαγγέλματα χτίζοντας ένα μικρό ξενοδοχείο. Για τη συμπλήρωση της εικόνας του πατέρα Σεχίδη, θα πρέπει να πούμε ότι πρωτοπήγε στη Θάσο επί χούντας και η τοπική εφημερίδα τον αναφέρει ως διαφωτιστή της μέσω του στρατού.

»Το δράμα της οικογένειας αρχίζει φαίνεται με τη αρρώστια της μεγαλύτερης αδελφής του Θεόφιλου, την Ερμιόνη ή Έμμυ. Άγνωστο από ποιες αιτίες, μπαινοβγαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές και τα ψυχοφάρμακα που της δίνουν μεταμορφώνουν την άλλοτε πανέμορφη αυτή νέα σε ένα μπόγο κρέατος. Κυκλοφορεί στους δρόμους του Λιμένα σαν μισότρελη. Και ο πατέρας γαντζώνεται στη μοναδική ελπίδα που του απομένει, σε αυτόν που όπως λέει ‘δεν είναι άρρωστος’, στο γιο του Θεόφιλο. O οποίος είναι πολύ καλός μαθητής. Δίνει στη Νομική του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δεν μπαίνει. Μπαίνει όμως Νομική Κομοτηνής. Είναι ευαίσθητος. Ζωγραφίζει. Πράγμα που δεν αρέσει στον πατέρα του. O πατέρας του έχει στο μεταξύ μεταβιβάσει, με το σύστημα της γονικής παροχής, πολλά ακίνητα. Ένα απ’ αυτά είναι και το λουλουδάδικο στην είσοδο της μικρής πόλης ή του μεγάλου χωριού που είναι ο Λιμένας. O Θεόφιλος ασχολείται κυρίως με τη ζωγραφική, την αφηρημένη. Ζωγραφίζει αφαιρετικά, αλλά συμμετρικά λουλούδια, που εξαγριώνουν τον πατέρα του (απαθανατίζει τα λουλούδια, με τεχνοτροπία ‘ακαταλαβίστικη’, αντί να τα πουλά) και ο πατέρας καταστρέφει τους πίνακές του. Μα η αδυναμία στο γιο παραμένει.

»Κάποια Χριστούγεννα του ζητά τι δώρο να του κάνει. O Θεόφιλος του αποκρίνεται πως το καλύτερο δώρο που μπορεί να του κάνει είναι να κόψει ο ίδιος το κάπνισμα. O μανιακός καπνιστής που είναι ο πατέρας Σεχίδης εκπληρώνει την επιθυμία του γιου του και δεν το βάζει ξανά στο στόμα του. H ‘Θασιακή’ μας δίνει και μιαν άλλη σημαντική πληροφορία. Ότι ο Θεόφιλος είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Βαγγελιώ. Ποια η Βαγγελιώ, δε μας λέει. Αλλά της έγραφε, έγραφε, μυστικά σημειώματα που δεν της τα έδινε ποτέ. Ακόμα μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του είχε ζητήσει να διαγραφεί από το Σύλλογο των Δασκάλων και δεν είχε συγχωρέσει ποτέ την τοπική κοινωνία του Λιμένα που δεν τον έκανε διευθυντή στο Δημοτικό της.

»Όλα αυτά τι θέλουν να πουν; Ότι ο πατέρας έχει ένα μεγάλο απωθημένο. Ότι η αρρώστια της Ερμιόνης επιβαρύνει την οικογένεια. Ότι υπάρχει το ενδεχόμενο μιας κληρονομικότητας προς την τρέλα. Εκεί όμως έρχεται να μας διαψεύσει ένα ξαφνικό κείμενο που παρουσιάστηκε μες στο καλοκαίρι στην εφημερίδα ‘Τα Nέα’, στη ρουμπρίκα των ‘επιστολών’. Από μια μακρινή συγγένισσα της οικογένειας, τη Γιώτα Σεχίδου, που εκτός από φιλόλογος είναι και καλή συγγραφέας (…). H δεσποινίς Σεχίδου, λοιπόν, μας δίνει ένα ιστορικό της γενιάς των Σεχίδηδων (ελληνοποίηση του Σεΐχη) που κατάγονται από τον Πόντο και που πρόσφεραν τα πάντα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της φυλής, με εντονότατη την παρουσία τους στο αντάρτικο, όπου δώσαν και πολλά θύματα. Πώς λοιπόν, καταλήγει η συγγραφέας και επιστολογράφος, από μια τέτοια ένδοξη γενιά, φτάνουμε στα DNA του παρανοϊκού δολοφόνου;

»O Σεχίδης είπε, στην πρώτη του συνάντηση με τους δημοσιογράφους όταν ακόμα δεν είχε την άνεση να μιλά, όταν εκείνοι πεισματικά τον ρωτούσαν να τους πει πώς έγινε το φονικό, ‘χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό’. Όσοι, ελάχιστοι μες στον Αύγουστο το ακούσαμε και το είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια να το λέει, φρικιάσαμε. Γιατί ήταν ένα σχόλιο διόλου ‘παρανοϊκού’ ανθρώπου. Στη συνέχεια είπε σε άλλο δημοσιογράφο, μιαν άλλη φορά, πως δε δέχεται να απαντάει σε ‘ανόητες ερωτήσεις’. Κάτι που όποιος έδωσε στη ζωή του έστω και μια συνέντευξη, θα σκέφτηκε να το πει, αλλά δεν το τόλμησε. Τέλος, ζητώντας για τη φυλακή Μπαχ και Μότσαρτ και μόνο βιβλία, πολλά βιβλία, ο Σεχίδης μπαίνει σε εκείνη την κατηγορία των δολοφόνων που τόσο «ενέπνεαν» τους συγγραφείς στις αρχές του αιώνα. (εμένα προσωπικά δεν με εμπνέει, γιατί αν ήταν ποτέ να εμπνευστώ από μια τέτοια υπόθεση, θα έγραφα για τη σιωπή των αμνών, που υπήρξαν οι γείτονες, οι συγγενείς, οι γνωστοί, οι συνάδελφοι της άτυχης οικογένειας.

»Αναφερόμενοι σε ένα τροχαίο και τυχαίο τραυματισμό περαστικού στο δρόμο, όπου ο killer της ασφάλτου -που οι Αμερικανοί κάποτε αποκαλούσαν hit-and-run driver- λέμε ότι δεν γύρισε για να δώσει ένα χέρι βοήθειας. Τι να πούμε τότε για πέντε ανθρώπους που κανείς δεν τους είδε επί τρεις ολόκληρους μήνες και δεν ανησύχησε κανείς; Ή το χειρότερο, φοβάται ν’ ανησυχήσει (η Αγία Ανησυχία που έγραφε κι ο Αντώνης Σαμαράκης στα 1959 στο ‘Σήμα Κινδύνου’, πού πήγε άραγε;).
»Τέλος, δεν επιμένω περισσότερο. Ελπίζω αυτή η υπόθεση που με τάραξε να μη γίνει κι αυτή μια ακόμα μέτρια ελληνική ταινία, σαν αυτές που γυρίζονται με βάση ανάλογα περιστατικά. Χρειάζεται ένας Ντοστογιέβσκι, της πένας ή του σελιλόιντ, για να μπορέσει να μην προδώσει την πολυπλοκότητα αυτής της υπόθεσης».


Η άποψη των επιστημόνων
Η αποκάλυψη όλων των λεπτομερειών των εγκλημάτων, εκτός από τον ισχυρό κλονισμό που προκάλεσε στην κοινή γνώμη, ήγειρε παράλληλα και ζωηρές συζητήσεις μεταξύ των επιστημόνων (ψυχολόγων, ψυχιάτρων, εγκληματολόγων, κοινωνιολόγων κ.ά.), που από τις πρώτες κιόλας ημέρες, επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την «υφή» των γεγονότων και την προσωπικότητα του Θ. Σεχίδη. Το επόμενο διάστημα από τις στήλες των ημερήσιων εφημερίδων διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις ως προς τα αίτια της πράξης του δράστη και το ρόλο του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

«Το πρόβλημα σε όλα τα ακραία εγκλήματα αυτού του είδους, έχει να κάνει με την ανεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας και το φόβο του στιγματισμού» σημείωνε ο ψυχολόγος-ψυχίατρος Γ. Κούρος στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 10 Αυγούστου 1996. «Η παθητικότητα και η υπερβολική ανοχή της ελληνικής κοινωνίας, θα πρέπει ίσως να διαφοροποιείται σε ό,τι αφορά τέτοιου είδους παθολογίες, οι οποίες φαίνονται σ’ ένα μικρότερο βαθμό από χρόνια, πριν εκδηλώσουν μια μεγαλύτερη παθολογία. (…) Εκείνο, όμως, που εκπλήσσει για άλλη μια φορά στην περίπτωση του 24χρονοτυ Θεόφιλου Σεχίδη και αποδείχτηκε με τον πιο τραγικό τρόπο, είναι ότι το οικογενειακό περιβάλλον, η ίδια η οικογένεια, οι φίλοι, η γειτονιά δεν έχουν αντιδράσει καθόλου, τόσα χρόνια που εξελισσόταν μια παθολογία. (…) Η παθολογία αυτού του είδους μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετικές μορφές. ‘Μπορεί να έχουν δίκιο που με καταδιώκουν και με μισούν, και όντως είμαι κακός και μίασμα για την κοινωνία, άρα αυτοκτονώ’, θα μπορούσε να σκεφτεί ο ίδιος. Και αυτή είναι μια μορφή επιθετικότητας, που εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. (…) Συνεπώς είναι θέμα στιγμής, αν θα συνεχίσει έτσι ή αλλιώς, αλλά για να φτάσει κανείς στην προβληματική του ‘σκοτώνω’ ή ‘σκοτώνομαι’ υπάρχουν στάδια, φάσεις που διαρκούν αρκετά χρόνια. Στα οποία εκδηλώνεται με κάποιο τρόπο η παθολογία και εκεί η οικογένεια, το περιβάλλον, η γειτονιά θα μπορούσε να είχε λάβει κάποια μέτρα. (…) Ο συγκεκριμένος μηχανισμός είναι: Θέλουν το κακό μου, με μισούν, με καταδιώκουν, θα με σκοτώσουν. Τους προλαβαίνω και τους σκοτώνω εγώ. (…)» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Ο ψυχίατρος Μ. Μυλωνάκης υποστήριξε πως «πιθανολογούμε ότι ο δολοφόνος της Θάσου είναι ψυχικά άρρωστος, γιατί σκότωσε πρόσωπα, κατά κανόνα, αγαπητά και σεβαστά. (…) Γιατί συνόδευσε την ομολογία των πράξεών του με γέλια. Γιατί η εξήγηση των πράξεών του ήταν η φράση ‘για να τους λυτρώσω από την ασθένειά τους’. Γιατί και η νεκρή αδελφή του φέρεται να έχει νοσηλευθεί για ψυχική νόσο. (…) Ο άρρωστος δολοφόνος δεν είχε οδηγηθεί εγκαίρως στην ψυχιατρική και στις φροντίδες της γιατί είτε δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν οι τραγικοί γονείς του το νοσηρό της προηγούμενης συμπεριφοράς του είτε γιατί δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις ψυχικές συνέπειες αυτής της πραγματικότητας και την αρνήθηκαν μέχρι το τέλος τους. (…) Οι γονείς του Σεχίδη προφανώς ασχολήθηκαν κυρίως με τις σπουδές του. (…) Η ψυχική νόσος του δράστη είναι μια παρανοειδής ψύχωση, πιθανότατα σχιζοφρενικού χαρακτήρα. (…) Η υψηλή νοημοσύνη, και η κάθε επιπέδου νοημοσύνη, δεν μπορεί να αποκλείσει την ανατολή και την εξέλιξη μιας ψυχικής νόσου. (…) Η κινητήρια δύναμη της ανθρωποκτονίας είναι ο άρρωστος ιδεασμός του δράστη. Δηλαδή, η παραγωγή των ιδεών πραγματοποιείται στο μυαλό με τρόπο νοσηρό, με αποτέλεσμα να πιστεύει, και μάλιστα ακράδαντα, σαν πραγματικά τα δημιουργήματα της άρρωστης σκέψης του. Ότι δηλαδή τον υπονομεύουν ή ότι του κλέβουν τη σκέψη ή του υποβάλλουν σκέψεις ή ότι ετοιμάζονται να τον εξοντώσουν ή… Ο άρρωστος δολοφόνος της Θάσου, δηλώνοντας ότι σκότωσε τους δικούς του για να τους σώσει, εξέφρασε πιθανότατα το παραλήρημα του Σωτήρα. (…) Η κυρίως πράξη οφείλεται στο παραλήρημα, οι δευτερεύουσες πράξεις οφείλονται στην κινητοποίηση του λοιπού νοητικού και ψυχικού μηχανισμού τους. (…) Η εξαφάνιση των θυμάτων δεν κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον των φίλων και γειτόνων, γιατί πιθανότατα λειτούργησε η παθητικότητα, χαρακτηριστικό των σημερινών Ελλήνων, η οποία μετατρέπει σε έναν ακόμη νεοελληνικό μύθο τις αρετές τις περιλάλητης τοπικής κοινωνίας» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Η καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Φ. Τσαλίκογλου εκτίμησεπως «τα κίνητρα της πράξης θα μείνουν θαμμένα στα ερέβη του ταραγμένου νου. Οι πολύπλοκες διαδρομές που ο ταραγμένος αυτός νους διένυσε από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του καταχθόνιου σχεδίου μέχρι την έσχατη στιγμή της εκτέλεσής του, ανήκουν εσαεί στην ιστορία του δράστη. Και αυτή την ιστορία μόνο ως πλαστογράφος και μυθοπλάστης θα μπορέσει ο ειδικός να την αφηγηθεί. Ναι, πράγματι, είναι ένα ανατριχιαστικό έγκλημα. Ναι, πράγματι, ορισμένες εκφάνσεις της ψυχικής ασθένειας, όπως είναι το διωκτικό παραλήρημα της σχιζοφρένειας, μπορεί να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Όμως, υπάρχει ένα μεγάλο ‘όμως’, που οφείλουμε ακόμα μια φορά να τονίσουμε. Τα αποτρόπαια εγκλήματα με δράστες ψυχικά ασθενή άτομα είναι σπάνια. Πολύ πιο σπάνια από ό,τι νομίζουμε. Είναι σπάνια και εξαιρετικά, όσο και αν το αδηφάγο βλέμμα της δημοσιότητας πέφτει σαν κοράκι πάνω τους για να τα αξιοποιήσει. Να τα μετατρέψει σε θέαμα, άξιο προσοχής, μεταφέροντας χιλιάδες περιττές λεπτομέρειες του εγκλήματος, που έντεχνα υποδαυλίζουν την έλξη της φρίκης. (…) Το σκηνικό, όμως, δεν είναι αθώο. Ένα παραπλανητικό στερεότυπο για μία ακόμη φορά ενδυναμώνεται: Η τρέλα συμβαδίζει με την επικινδυνότητα. Η ψυχική νόσος είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει το πλέον ειδεχθές έγκλημα. Στην πλάνη αυτή οφείλουμε να αντισταθούμε. (…)» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

«Αυτή η πρόσφατη ‘πατρο-μητρο-αδελφο-συγγενο-κτονία’ συγκεντρώνει και συγκεφαλαιώνει όλα τα στοιχεία μιας ανθρωποθυσίας, με στόχο την εξαφάνιση του ‘οίκου’ και του ‘γένους’ ταυτόχρονα. Ολική κάθαρση. Ο δράστης -πέραν των όποιων χαρακτηριστικών απόκλισης εκ του ‘φυσιολογικού’- αποφάσισε να ‘μείνει μόνος’ (γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο τελευταίος επιζών είναι πάντοτε και ο πρώτος ύποπτος). Στην περίπτωση αυτή, σίγουρα συναντάμε ψυχο-πάθεια. Η κοινωνιο-πάθεια, όμως, μιας κλειστής οικογένειας (που ούτε καν τον ψυχοπαθή δεν διακρίνει) πότε θα μας απασχολήσει;» διερωτήθηκε ο καθηγητής εγκληματολογίας Γ. Πανούσης (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Παραλληλισμό της υπόθεσης με τη «Φόνισσα» του Αλ. Παπαδιαμάντη έκανε ο καθηγητής Εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Κουράκης, ο οποίος επισήμανε πως «στις δύο κυριότερες περιπτώσεις ψυχικών νόσων, δηλαδή τη σχιζοφρενική ψύχωση και τη μανιοκαταθλιπτικήψύχωση, τα άτομα που πάσχουν από τις ασθένειες αυτές βιαιοπραγούν κυρίως μέσα στο ίδιο το οικογενειακό τους περιβάλλον, όπου άλλωστε αναγκάζονται να αυτοαπομονωθούν, λόγω της ιδιόρρυθμης κοινωνικής τους συμπεριφοράς. Ειδικά, όμως, στη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση ο δράστης που πάσχει από μελαγχολία σκοτώνει πολλές φορές ολόκληρη τη οικογένειά του ή άλλα προσφιλή πρόσωπα, όχι μόνο λόγω μόνο της κοινωνικής του απομόνωσης αλλά και διότι νομίζει μέσα στα παραληρήματά του, ότι έτσι θα απαλλάξει τους ανθρώπους αυτούς από κάποια δυστυχία που τους περιμένει. (…) Μια έξοχη περιγραφή αυτού του ψυχιατρικού φαινομένου μας δίνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη ‘Φόνισσα’, όπου η γριά Χαδούλα σκοτώνει τα νεογέννητα ή μικρά κορίτσια, νομίζοντας ΄τι έτσι θα τα λυτρώσει από τα μελλοντικά του βάσανα» (εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Την Παρασκευή 9 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε με σκάφος του Λιμενικού Σώματος από την Καβάλα στην Θάσο για την αναπαράσταση των φόνων. «Όταν ο φονιάς κατέβηκε από το περιπολικό σκάφος (…), το πλήθος που ανέμενε στην προβλήτα, κινήθηκε απειλητικά εναντίον του κι άρχισε να κραυγάζει. Ισχυρές αστυνομικές και λιμενικές δυνάμεις προσπάθησαν, σχηματίζοντας κλοιό γύρω του, να τον προστατέψουν από το μαινόμενο πλήθος και τους αγανακτισμένους κατοίκους του νησιού. Μαζί με τους ντόπιους και πολλοί παραθεριστές, οι οποίοι βρίσκονται στη Θάσο για τις διακοπές τους. Παρ’ ότι η ώρα της αναπαράστασης κρατήθηκε ‘μυστική’, χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλύσει τον Λιμένα και τις τριγύρω περιφερειακές εξόδους του νησιού και τα τροχοφόρα σχημάτισαν ‘ουρές’ ακόμη και μπροστά στα καταστήματα του Λιμένα» περιγράφει γλαφυρά το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα», την επόμενη μέρα.

Αρχικά μεταφέρθηκε στον αρχαιολογικό χώρο, όπου για αρκετή ώρα περιέγραφε ψύχραιμα και αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο σκότωσε τον θείο του. Στο σημείο, είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ και τηλεοπτικά συνεργεία, με αποτέλεσμα, σε κάποιο «διάλειμμα» της διαδικασίας, ο Θ. Σεχίδης να απευθυνθεί σε έναν ρεπόρτερ, λέγοντας: «Εσύ είσαι δημοσιογράφος, όχι αστυνομικός. Απαντώ μόνο σε αστυνομικούς. Νομίζω ότι για να γίνει καλύτερα η δουλειά, πρέπει εσείς να σταματήσετε. Γιατί δεν μπορώ να κάνω σωστή αναπαράσταση, όσο εσείς παίρνετε φωτογραφίες και τέτοια»!

Ακολούθως, μεταφέρθηκε στο σπίτι της οικογένειας στον Λιμένα για να συνεχίσει την αναπαράσταση και των τεσσάρων φόνων και να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τεμάχισε, κατόπιν, τα πτώματα.

Στις 10 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης προσήχθη στο εισαγγελέα Πρωτοδικών Καβάλας Δ. Παπαγεωργίου και την επόμενη μέρα στον ανακριτή Λ. Τσιγκρή. Και στους δύο δήλωσε πως «δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα, έπρεπε να το κάνω, βρισκόμουν σε αυτοάμυνα». Μετά τις απολογίες του, όπου εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο («μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, μόνος μου» τόνισε χαρακτηριστικά), αποφασίστηκε η προφυλάκισή του με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας κατά συρροή, της παράνομης οπλοχρησίας, της περιύβρισης νεκρών κατά συρροή και της παράνομης κατοχής οπλισμού -η τελευταία αφορούσε στην υπόθεση της 21ης Ιουλίου. Βγαίνοντας, από το Δικαστικό Μέγαρο, εμφανίστηκε στους δημοσιογράφους χαμογελαστός και ήρεμος και έδινε πνευματώδεις απαντήσεις στις ερωτήσεις τους («χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό» τους είπε!), καλώντας τους να κάνουν υπομονή μέχρι να αποκαλυφθούν όλες οι λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Ταυτόχρονα, στην έκθεσή του, ο ψυχίατρος Αλ. Χουρμουζιάδης, που τον είχε εξετάσει τις προηγούμενες ημέρες με εντολή του εισαγγελέα, ανέφερε ότι ο Θ. Σεχίδης ήταν «ψυχικά άρρωστο άτομο, που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης». Ο ίδιος ο Θ. Σεχίδης θα πει λίγες μέρες μετά, για τη συνάντησή του με τον Αλ. Χουρμουζιάδη: «(…) Του εξήγησα του ψυχιάτρου, που ήρθε και με εξέτασε. Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Αυτά που είπαμε είχαν περιοριστεί απόλυτα στο πλαίσιο της λογικής και της λογικής ακολουθίας. Κοίταξα μήπως είχε μηχάνημα ηχογράφησης, γιατί με συνέφερε να τα ηχογραφήσει, από την άποψη ότι όσα του είπα ήταν αληθινά και βασίζονταν απόλυτα στη λογική. Όταν βγήκε έξω από τη φυλακή είπε: ‘Είναι άρρωστος. Είναι τρελός…’. Αν είχαμε το μαγνητόφωνο και ακούγατε τα λόγια που μου είπε αυτός, θα καταλαβαίνατε πως αυτός είναι άρρωστος κι όχι εγώ. Μου έκανε ερωτήσεις υπερφυσικής. Σε σημείο που να νομίζω ότι προσπαθούσε να λύσει κάποια δικά του προβλήματα…» (συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στην εφημερίδα «Τα Νέα» – Τρίτη 20 Αυγούστου 1996).

Την Δευτέρα 12 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής, όπου για προληπτικούς λόγους τοποθετήθηκε στην απομόνωση. Από τους αστυνομικούς ζήτησε μόνο «να ακούει Μπαχ ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, κλασική μουσική και να διαβάζει βιβλία» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Τρίτη 13 Αυγούστου 1996), ενώ για τη διατροφή του επέλεξε γάλα και όσπρια… Ωστόσο, η παρουσία του εκεί προκάλεσε προβλήματα, καθώς «δύο φορές κινδύνευσε (…) να λιντσαριστεί, βγαίνοντας στο προαύλιο των φυλακών» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Παρασκευή 16 Αυγούστου 1996). Στις 23 Αυγούστου, μετήχθη εκτάκτως στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εξεταστεί από τους ψυχιάτρους Γ. Καπρίνη και Χρ. Σκαρόπουλο, ώστε να αποφανθούν αν είναι σχιζοφρενής και επομένως θα έπρεπε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό κατάστημα. Η μεταγωγή του συνοδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των εκεί κρατουμένων, με αποτέλεσμα ο διευθυντής των φυλακών να αναγκαστεί να εκκενώσει ένα θάλαμο 40 ατόμων, για να τοποθετηθεί εκεί, μόνος, ο Θ. Σεχίδης.

Στο μεταξύ, ήδη από τις 8 Αυγούστου είχαν αρχίσει οι έρευνες για να εντοπιστούν οι σακούλες (κατ’ άλλους 34, κατ’ άλλους 36) με τα τεμαχισμένα μέλη των τεσσάρων θυμάτων, στη χωματερή της Νέας Καρβάλης Καβάλας. Λόγω του γεγονότος ότι οι σακούλες είχαν πεταχτεί εκεί πριν από, περίπου, τρεις μήνες, η προσπάθεια για την ανεύρεσή τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς υπολογίστηκε πως τα συνεργεία έπρεπε να σκάψουν σε βάθος τουλάχιστον 10-12 μέτρων μέσα στους όγκους των σκουπιδιών. Τελικά, οι σακούλες αυτές δεν βρέθηκαν ποτέ…

Συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στην εφημερίδα «Τα Νέα»

Τη Δευτέρα 19 Αυγούστου και την Τρίτη 20 Αυγούστου 1996, η εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευσε, σε δύο συνέχειες, μια πολύ ενδιαφέρουσα και εκτενή συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στον δημοσιογράφο Κ. Παπαπέτρου. Στη συνέντευξη αυτή, ο Θ. Σεχίδης είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Για την αδελφή του Ερμιόνη
«(…) Υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, όπου διαδραματίζονται πολλά γεγονότα πριν από… τη ‘μάχη’, ας την πούμε έτσι… Τα τυπικά στοιχεία. Δάσκαλος ο πατέρας μου και νοικοκυρά η μητέρα μου. Η αδελφή μου η Ερμιόνη ή Έμμυ, στην α’ Λυκείου έπεσε σε μια βαριάς μορφής σχιζοφρένεια, που τη συνόδευε μέχρι τα τελευταία της ζωής της τώρα εδώ και η οποία δημιουργούσε μια επικινδυνότητα απέναντι στους άλλους. Έκανε θεραπεία με φάρμακα συστηματικά. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα στην οικογένεια. Εμφανίσθηκε εντελώς ξαφνικά, δηλαδή δεν γεννήθηκε άρρωστη η κοπέλα. Το άτομο, από τη στιγμή που αρρώστησε, άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά. Έπασχε από σοβαρότατη μορφή σχιζοφρένειας. Σε σημείο που της δημιουργούσε παραισθήσεις και πίστευε ότι ψηλώνει ξαφνικά ή ότι κονταίνει. (…) Σ’ ένα σημείο δημιούργησε ένα χρόνιο πρόβλημα επιβίωσης ανάμεσα στην οικογένεια και δεύτερον πάλι, έως ένα σημείο, ενδεχόμενο διάλυσης. Αλλά δεν την έκλειναν σε ένα ίδρυμα. Ο βασικός λόγος ήταν διότι δεν ήθελαν να γίνει γνωστή η ασθένειά της. Ήθελαν να την κρύψουν και το μυστικό να μείνει μέσα στην οικογένεια. Ήταν άλλο ένα ένοχο οικογενειακό μυστικό Κι επειδή δεν μπορούσαν να την περιορίσουν μέσα στα όρια του σπιτιού, έπρεπε συχνά να τρώει ξύλο από τον πατέρα μου, επειδή δημιουργούσε μια κατάσταση πάρα πολύ άσχημη. Εγώ, αν και τρία χρόνια μικρότερός της, προσπάθησα ν’ ασχοληθώ μαζί της από την άποψη την ψυχιατρική… Γιατί ασχολήθηκα και με ψυχιατρική ως ένα σημείο – ψυχολογία περισσότερο… Και αυτό σε πλήρη αντίθεση με τους άλλους της οικογένειας, που προσπαθούσαν με φάρμακα και με ξύλο να την περιορίσουν στο σπίτι. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η κατάστασή της χειροτέρευε. Σε σημείο που κάποια μέρα, χωρίς αιτία, με χτύπησε μ’ ένα ποτήρι στο γόνατο και μ’ έσχισε. (…) Επειδή στο χωριό οι γείτονες την έβλεπαν σ’ αυτή την κατάσταση, πίστευαν ότι έπαιρνε ναρκωτικά, δεν ήξεραν ότι το παιδί ήταν σχιζοφρενές. Τα φάρμακα που έπαιρνε ήσαν τόσα πολλά και βαριά, που ήσαν κανονικά ναρκωτικά… Οι γονείς μου είχαν απομονωθεί κοινωνικά, λόγω του προβλήματος της αδελφής μου. Η αρρώστια της δεν τους επέτρεπε κοινωνικές σχέσεις. Ο πατέρας για να μπορέσει να την υποφέρει, αναγκάζεται κι αυτός να παίρνει από τα δικά της λίγα ψυχοφάρμακα. Τα έχει ανάγκη… Η μητέρα δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει από το να υπομένει όλη αυτή την κατάσταση και βέβαια την κοινωνική απομόνωση και πολλές καταστάσεις βίας μέσα στο σπίτι».

Για τη μητέρα του
«(…) Το ζήτημα, άσχετο με αυτό της αδελφής μου, ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια, εντελώς τυχαία. Κάποια ημέρα, κρυφακούγοντας για την κατάσταση της αδελφής μου, άκουσα να λένε οι γονείς μου ότι δεν είμαι παιδί της μητέρας μου. Ότι, δηλαδή, ο πατέρας μου με είχε κάνει με κάποια άλλη γυναίκα και στη συνέχεια μεγάλωσα στην οικογένεια ως παιδί των γονιών που γνώρισα. Συγκεκριμένα έλεγαν πως το γεγονός ότι δεν μου είχαν αναφέρει ποια είναι η αληθινή μου μητέρα, ίσως μου δημιουργούσε αργότερα κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, όπως της αδελφής μου. Είπαν, μάλιστα, μήπως είναι θεοδικία προς την πλευρά του η αρρώστια της Έμυς, επειδή δεν μου είχαν αναφέρει την αλήθεια για την πραγματική μου μητέρα. Μόλις τα’ άκουσα όλα αυτά, καταλαβαίνεις πώς ένιωσα. Δεν μπορούσα να φαντασθώ κάτι τέτοιο. Ήξερα, βεβαίως, πως από την πλευρά της μητέρας μου δεν είχα ποτέ την τροφοδοσία αυτού που ονομάζεται αγάπη… Είχα μόνον την κανονική φροντίδα που με μεγάλωσε, αλλά δεν είχα νιώσει ποτέ πραγματική μητρική αγάπη… Δεν μπορούσα όμως απ’ αυτό να υποψιασθώ ότι δεν είναι η πραγματική μου μητέρα. Μέχρι που το άκουσα ξαφνικά από τον ίδιο μου τον πατέρα, έξω από την κουζίνα, πριν από τέσσερα χρόνια. Ήμουν εξώγαμο του πατέρα μου και με δώσανε μόλις γεννήθηκα στη γυναίκα μου, που γνώρισα ως μητέρα μου…

»(…) Ο πατέρας μου δεν κατονόμαζε τη γυναίκα με την οποία με είχε κάνει. Κι ακόμη δεν την ξέρω… Εγώ αμέσως τους είπα φυσικά ότι είχα ακούσει τη συζήτησή τους, ξέρω πλέον ότι δεν είμαι παιδί της μητέρας μου και ότι θέλω να με πάτε στην πραγματική μου μητέρα… Όταν το άκουσαν, έπαθαν κι αυτοί σοκ όπως είχα πάθει κι εγώ λίγο πριν… Μου το ξέκοψαν από την αρχή και μου είπαν πως αν γινόταν αυτό, το γεγονός θα διέλυε εντελώς την οικογένεια. Παραδέχθηκαν ότι δεν ήταν η πραγματική μου μητέρα και μου είπαν ‘θα πρέπει να το ξεχάσεις… Αν το προχωρήσουμε, θα πρέπει να διαλυθεί η οικογένεια’. Εγώ όμως επέμενα. Γιατί, τι ποιο λογικό και δίκαιο από το να θέλεις να μάθεις ποια είναι η μητέρα σου.

»Πέρασε ένας χρόνος με συνεχείς καβγάδες να με πείσουν ν’ αφήσω το θέμα στην άκρη… Ύστερα από ενάμιση χρόνο, κι επειδή εγώ συνέχιζα να επιμένω να γνωρίσω την πραγματική μου μάνα, αποφάσισαν να το γυρίσουν και να μου πουν ότι δήθεν εγώ είχα ακούσει λάθος και ούτε λίγο ούτε πολύ προσπάθησαν να με βγάλουν τρελό. (…)

»Επέμεναν, λοιπόν, να κλείσει το θέμα. Αν είχα ένα μαγνητόφωνο… Τα είχα γράψει, βέβαια, στην ψυχή μου αυτά που είχα κρυφακούσει, αλλά μιλάμε για το αυστηρά νομικό πλαίσιο…

»(…) Η πραγματική μου μάνα που τα βλέπει όλα αυτά ξέρει, αλλά δεν μιλάει… Καίγεται ,αλλά τι να πει; Όμως για μένα δεν είναι πλέον τόσο οδυνηρό, γιατί δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή τα άτομα τα οποία μου το θύμιζαν. Δεν βλέπω, δηλαδή, την ψεύτικη τη μάνα μου για να μου θυμίζει την αληθινή… Ούτε τον πατέρα μου, που μ’ έσπειρε…»

Ο ρόλος του θείου
«Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μέχρι που άρχισαν να φέρνουν τον θείο μου από το εξωτερικό. Γιατί οι ίδιοι μου ασκούσαν βία με τα λόγια, αλλά επειδή εγώ επέμενα, ήθελαν να μου ασκηθεί σωματική βία. Γιατί ο πατέρας μου δεν είναι τέτοιος χαρακτήρας. Στην αδελφή μου ασκούσε σωματική βία, όχι σε μένα. Όταν ήθελε να ασκήσει σωματική βία σε μένα, έφερνε τον θείο μου. Τον είχε σαν μπράβο… Είχε έρθει 3-4 φορές ο θείος μου. Με απειλούσε πάντα… Μια φορά πιαστήκαμε, με έπιασε από τα μαλλιά κ.λπ.

»Όταν ερχόταν ο θείος μου, μου έλεγε: ‘Ξέχνα το πρόβλημα της μητέρας σου, γιατί θα έχεις προβλήματα’. Απειλές, απειλές, μέχρι σωματικής βίας… Τα τέσσερα αυτά χρόνια αυτό γινόταν, οπότε φτάνουμε στην τελευταία περίπτωση, τον περασμένο Μάιο, που ξέρω ότι ήρθαν συνωμοτώντας να με βγάλουν από τη μέση, για να κλείσει το θέμα, αφού δεν υπήρχε άλλη λύση, μια κι εγώ επέμενα.

»(…) Έπρεπε να φύγω από τη μέση με κάθε τρόπο. Είχαν το στίγμα από το πρόβλημα της αδελφής μου, αν προστίθετο και το δικό μου, θα ήταν καταστροφή. Θα αποδεικνυόταν ότι ο πατέρας μου, ο ατσαλάκωτος διευθυντής του σχολείου, στη ζωή του ήταν ένας βρώμικος άνθρωπος. Εξάλλου, έξω στην κοινωνία, έτσι κι αλλιώς, δεν τον πολυσυμπαθούσαν. Λίγες μέρες πριν γίνει το κακό, 3-4 μέρες νομίζω, βρισκόμουν (…) στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Έρχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου, που το είχα εγώ. Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου ένα, ενάμιση χρόνο, περίπου, αφότου είχε έρθει την τελευταία φορά και πάλι να ασκήσει σωματική βία πάνω μου, ώστε να καλύψουν το θέμα της καταγωγής μου… Εγώ, μόλις τον είδα, κατάλαβα πως δεν είχε έρθει για το αυτοκίνητο. Αλλά τα τυπικά, τυπικά. Καθήσαμε, είπαμε διάφορα, φάγαμε μαζί και πριν φύγουν μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα, αν μπορούσα να τους έπαιρνα τηλέφωνο να μιλήσουμε. Εγώ, για ν’ αποφύγω δυσάρεστες εξελίξεις, καθυστέρησα μια ημέρα να τους τηλεφωνήσω, αλλά πάλι σκέφθηκα ότι μπορεί να ξανάρχονταν στην Κομοτηνή και τελικά τηλεφώνησα στο σπίτι.

»Μου είπαν πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Τώρα πια επαληθεύονταν οι υποψίες μου. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια ν’ αρνηθώ και να τους δώσω να καταλάβουν ότι είχα καταλάβει το σχέδιό τους, αφού το πράγμα είχε γίνει πλέον φανερό˙ όμως επέμεναν. Κι έτσι, την επομένη, 18 Μαίου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Τους βρήκα όλους μαζεμένους στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η συμπεριφορά τους έδειχνε πως έψαχναν δικαιολογία για καβγά. Ήσαν εριστικοί από την πρώτη στιγμή που έφτασα κι όταν το βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου για να κοιμηθώ, διαπίστωσα ότι μου είχαν πετάξει τις περισσότερες ζωγραφιές μου και όλες τις φωτογραφίες μου που είχα από μικρός.

»Ε, εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε κανονικά, κοιμήθηκε και ο θείος στο σπίτι κι όταν ξημέρωσε ξανάρχισαν οι λογομαχίες και οι απειλές σωματικής βίας από τον θείο. Μέχρι που κάποια στιγμή ο θείος μού λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο».

Μετά τις δολοφονίες
«Σκότωσα τα θύματά μου, αμυνόμενος. (…) Υπήρξε οικογενειακή συνομωσία. (…) Δεν πήγα αμέσως στην αστυνομία να παραδοθώ επειδή, πρώτον, ήταν τόσο απίστευτο το να πεις ότι ήταν συνομωσία και καθάρισες πέντε άτομα και δεύτερον: όχι μόνο ήταν το απίστευτο, αλλά λέω θα προκαλέσει τέτοιο σοκ, που καλύτερα να το αφήσω το ζήτημα να κατασταλάξει για λίγο χρονικό διάστημα και έπειτα να πάω να το αναφέρω στην αστυνομία, ούτως ώστε να μη σοκαριστεί ούτε η γειτονιά ούτε οι αστυνομικοί ούτε η κοινή γνώμη…

»(…) Η θεία μου (σ.σ.: η Ελένη Σεχίδη) ήξερε το μυστικό, αλλά εγώ θα ‘καθάριζα’ άτομο, από το οποίο απειλείτο η ζωή μου. Αν δεν απειλείτο η ζωή μου από τη θεία μου δεν θα την ‘καθάριζα’. Αν έρχονταν στο σπίτι να με ‘καθαρίσουν’… Γι αυτό πήρα κι εγώ το δεύτερο όπλο… Οπωσδήποτε εγώ θα αμυνόμουνα, κατάλαβες… Πήγα να δω τη θεία μου (σ.σ.: στην Φλώρινα), γιατί με έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο. Για ν’ αποφύγω να έρθει αυτή στον Λιμένα και να γίνει και κάποιο άλλο κακό. Λέω: ‘Καλύτερα να την προλάβω στη Φλώρινα να μιλήσουμε, παρά να έρθει εδώ στη Θάσο με κάποιον άλλο συγγενή κι έχουμε κι άλλα πτώματα στη συνέχεια.

»(…) Η ώρα της κρίσης και της τιμωρίας δεν με απασχολούσε καθόλου. Πρώτον, η λύτρωση απ’ αυτούς είχε επέλθει σε μένα. Και δεύτερον, όταν ξέρεις ο ίδιος ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου, απλά δεν ανησυχείς. Εγώ κοιτάζω να τα έχω πρώτα καλά με τη συνείδησή μου κι έπειτα με οποιονδήποτε άλλο. Προστάτευσα την ίδια μου τη ζωή από άτομα, τα οποία ήταν εντελώς εσφαλμένα ως προσωπικότητες μέχρι σημείου διαφθοράς.

»Τα πτώματα βρίσκονται όλα στον σκουπιδότοπο. Από τότε που τα πέταξα μέχρι τώρα έχουν πέσει εκεί τόνοι και τόνοι σκουπίδια και μου έχουν πει ότι μπορεί να έχουν πάει μέχρι 5-6- μ. βάθος. Εγώ τους υπέδειξα το σημείο όπου είναι θαμμένα, αλλά η μπουλντόζα όταν πηγαίνει να τα σκεπάσει τα σπρώχνει και μπορεί να έχουν πάει στην άλλη άκρη της χωματερής. Αν έλεγα ψέματα δεν θα ‘λέγα και για τον θείο; Ό,τι λέω είναι αλήθεια και όπως το λέω έχει συμβεί… Είπαν πως τους πάγωσε το συνεχές χαμόγελο που είχα και ότι ήμουν απόλυτα ψύχραιμος. Μα αφού ό,τι λέω είναι αλήθεια, δεν έχω άγχος. Και δεν έχω και τύψεις, γιατί (…) τον θείο τον φέρανε απ’ έξω με σκοπό να με βγάλει από τη μέση. Ήταν μια οικογενειακή συμφωνία… Θα μπορούσε το ζήτημα να είχε λήξει αλλιώς, να είχα φύγει από το σπίτι και να μην είχε γίνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Όμως όταν τους έλεγα να μ’ αφήσουν να φύγω, να ζήσω όπως θέλω και ν’ αποφύγω αυτή την κωμωδία, που στην πραγματικότητα ήταν μια ατέλειωτη τραγωδία, δεν με άφηναν να φύγω».

Ρασοφόροι και σατανιστές
«Την ημέρα του φονικού είπαν πως με είδαν να κυκλοφορώ με το αυτοκίνητό μου με πέντε ρασοφόρους. Το τι έχω ακούσει και το τι έχω διαβάσει δεν λέγεται… (…) Αν ήμουν με πέντε παπάδες, το πρώτο πράγμα που θα ‘πρεπε να κάνουν, είναι να ψάξουν ποιοι είναι αυτοί οι πέντε παπάδες της Θάσου. Αυτό δεν είναι λογικό. Ο Θάσος έχει έναν παπά…

»(…) Τη μια λένε πως με είδαν την ημέρα του φονικού με πέντε παπάδες -οι παπάδες ανήκουν στην κανονική θρησκεία- και την άλλη λένε για παραθρησκευτική οργάνωση (…) ή για σατανισμό. Όποιοι τα λένε αυτά, μόνον το γέλιο προκαλούν. Για τους παπάδες, που λένε, την ημέρα που τους σκότωσα, τι να πω… Εμένα, εκείνη την ημέρα δεν μου περίσεψε χρόνος για οτιδήποτε άλλο…»

Η αντίδραση του κόσμου
«Την αντίδραση του κόσμου την είδα αστεία. Αστεία και γελοία, διότι δεν μπορείς κατευθείαν ν’ αποδοκιμάζεις κάποιον πριν γνωρίσεις τι ακριβώς έχει γίνει. Ξέρεις ότι υπάρχουν πέντε πτώματα, ότι υπάρχει ένας δράστης, που τους έχει ‘καθαρίσει’. Ξέρεις, όμως, γιατί έχει γίνει αυτό το φονικό και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε; Θέλω να καταλάβω αυτόν που με αποδοκίμαζε: αν πάει κάποιος και τον απειλήσει να τον σφάξει με μαχαίρι κι έχει όπλο, θα του πει του άλλου ‘Σφάξε με…’; Δεν θα του πει έτσι».

Η ποινή
«Η ποινή μπορεί να είναι από ισόβια μέχρι θανατική. Και η θανατική δεν με φοβίζει καθόλου. Είμαι πρόθυμος να την ακολουθήσω με χαμόγελο. Ίσως τότε χαμογελώ πιο πολύ απ’ όταν με συνέλαβαν. Από τη στιγμή που έχω το δίκιο με το μέρος μου, θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, ξέροντας ότι στον άλλο που θα πάω δεν θα ‘χω κανένα πρόβλημα… Εγώ αυτό που περιμένω είναι η θανατική ποινή. Σε ποια περίπτωση; Στην περίπτωση που δεν γίνουν πιστευτά αυτά τα οποία λέω…»


«Μια καλύβα σε ένα δάσος»
Έξι μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1997, κι ενώ εκκρεμούσε ακόμα η διεξαγωγή της δίκης του, ο Θ. Σεχίδης έδωσε μία ακόμα συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κ. Ρόκκο για το περιοδικό «Max». Στην συνέντευξη αυτή, ο Θ. Σεχίδης αναφέρθηκε κυρίως στη ζωή του στη φυλακή, στον ρόλο των Μ.Μ.Ε. στην υπόθεσή του, στις σχέσεις του με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς του, την επικείμενη δίκη του και πώς θα αντιμετώπιζε τη ζωή του αν το δικαστήριο τον αθώωνε:

«Έχω ηρεμήσει. Έχω μπει στην ατμόσφαιρα της φυλακής και περιμένω, πλέον, τη δίκη. Αν και τα’ αποτελέσματα, σχεδόν, τα γνωρίζω εκ των προτέρων. (…) Ξέρω πολύ καλά (…) τι με περιμένει στη δίκη. (…) Έχει γίνει πραγματογνωμοσύνη από δύο ψυχιάτρους. Οι προφορικές εξετάσεις έχουν τελειώσει, κάναμε δηλαδή κάτι συζητήσεις, έχω βγάλει και εγκεφαλογράφημα, αλλά δεν γνωρίζω ακόμη τα αποτελέσματα. Αυτά τα αποτελέσματα θα δοθούν στην εισαγγελία »(…) και στη συνέχεια θα οριστεί η ημερομηνία της δίκης. Εγώ, βέβαια, το αποτέλεσμα το ξέρω. Εις θάνατον: αυτό περιμένω.

»(…) Η ημέρα μου στη φυλακή περνάει με λίγο διάβασμα, λίγη τηλεόραση (…). Φασαρίες δεν δημιουργούνται και δεν έχουμε προβλήματα. (…) Με τους άλλους κρατούμενους, οι σχέσεις μου είναι καλές. Δεν έχω κανένα πρόβλημα αν και στο κελί είμαστε πολλοί, δέκα άτομα. Ζήτησα ν’ αλλάξω θάλαμο, αλλά δεν μ’ αλλάζουν. Το θέμα είναι ότι δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτούς. Θα ήθελα να ήμουν μόνος μου. Το ‘χω ζητήσει, αλλά μέχρι στιγμής δεν μου έχουν απαντήσει.

»(…) Η φυλακή είναι χώρος τιμωρίας. Όμως έχω ηρεμήσει. Κι αν βρισκόμουνα μόνος σ’ ένα κελί, θα επέμενα να μείνω μέσα ακόμη κι αν ήθελαν να με βγάλουν έξω. Τόσο πολύ ευχαριστημένος θα ήμουνα, αλλά με την προϋπόθεση να ήμουνα μόνος.

»(…) Δεν παίρνω εφημερίδα και δεν ξέρω τι γράφουν για μένα. Αλλά νομίζω πως ό,τι έχει γραφτεί μέχρι τώρα είναι εσφαλμένο. (…) Όλοι οι άλλοι μιλάνε από μόνοι τους, χωρίς να έχω μιλήσει εγώ μαζί τους. Ό,τι γράφουν είναι εσφαλμένο. Λένε για σατανισμούς, ότι έχω πετάξει στη θάλασσα τα πτώματα, ότι τα έχω πετάξει στο βουνό, γράφουν ό,τι θέλουν.

»(…) Όλους αυτούς τους μήνες της φυλακής με κανέναν συγγενή μου δεν έχω επικοινωνήσει. (…) Φρόντισαν κάποιοι να επικοινωνήσουν, αλλά ίσως τους έχω αποκρούσει. Έχω κάνει δήλωση ότι δεν δέχομαι επισκέψεις, ούτε τηλεφωνήματα από συγγενείς, από κανέναν. Δεν θέλω κανέναν, γιατί θα μου χαλάσουν την ησυχία μου, τίποτε άλλο. (…) Είχε έρθει να με δει κάποια κοπέλα δυο φορές και δεν την δέχτηκα. Είναι κάποια ξαδέλφη μου και τους έχω πει ότι δεν δέχομαι επισκέψεις. Διότι μόνο προβλήματα μπορούν να δημιουργήσουν. Μου ζητάνε περιουσιακά και τέτοια. Δηλαδή, μόνο κέρδος θέλουν. Για κτήματα, για ελιές και τέτοια (…) Ένας άλλος από την Καβάλα είπε πως είναι ξάδελφός μου, βγήκε σε μια τηλεοπτική εκπομπή, (…) κι έλεγε διάφορα. Εγώ δεν έχω κανέναν εξάδελφο, ούτε φίλο στην Καβάλα. Άτομο που μου είναι παντελώς άγνωστο. Βγαίνουν διάφοροι και μιλάνε, γιατί θέλουν να προβληθούν. (…) Ό,τι χρειάζομαι, μπορώ να το έχω. Χρηματικώς είμαι εξασφαλισμένος και δεν αντιμετωπίζω κανένα απολύτως πρόβλημα. (…) Η στάση των συγχωριανών μου αυτούς τους μήνες δεν έχει αλλάξει καθόλου, ούτε μ’ ενδιαφέρει άλλωστε. Ανέκαθεν δεν είχα επικοινωνία μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ήμουν ξένος στο χωριό, μόνος μου ζούσα, δεν είχα δηλαδή παρέες και φίλους κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Αδιαφορώ εντελώς.

»(…) Το «εις θάνατον» δεν θα είναι μια δίκαιη τιμωρία, γιατί εγώ ξέρω την αλήθεια. Αλλά, εφόσον το δικαστήριο δεν θα μπορέσει να πειστεί για την άμυνα, δεν γίνεται αλλιώς. Εγώ γνωρίζω ότι ήταν άμυνα. Αλλά τόσο ακραία και τόσο οριακά που ήταν όλα τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν, δύσκολα άλλος πιστεύει ότι επρόκειτο για άμυνα. Ούτε σε κινηματογραφικές ταινίες δεν συμβαίνουν τόσο ακραίες περιπτώσεις. Ούτε στις ταινίες… Οπότε καταλαβαίνω ότι, εφόσον το δικαστήριο δεν θα πειστεί ότι επρόκειτο για άμυνα, θα με καταδικάσει σε θάνατο. Υπάρχουν πέντε πτώματα. (…) Φυσικά, δεν είναι το ίδιο αν σκοτώσεις δέκα άτομα αντί για ένα. Σ’ εμένα, όμως, υπήρχε η άμυνα σε όλες τις περιπτώσεις. Ό,τι έκανα το έκανα ευρισκόμενος σε άμυνα. Τώρα, αν έχουν πειστεί γι αυτό οι ανακριτές και οι εισαγγελείς που έκαναν την ανάκριση, αυτό το ξέρουν οι ίδιοι. (…) Νομίζω ότι έκανα το πιο σωστό. Επιβεβαιώνω, με το παραπάνω μάλιστα, την αρχική μου απόφαση ότι έπραξα το σωστό. Έσωσα τη δική μου ζωή. Αυτό είναι. (…) Ό,τι έκανα το είχα μελετήσει πολύ καλά. Τους σκότωσα με απόλυτη λογική. Αυτό θα το στηρίξω και στο δικαστήριο, ότι δηλαδή ήξερα τι έκανα. Όχι εν βρασμώ ψυχής, αλλά με απόλυτη λογική.

»(…) Τι θα έκανα αν έβγαινα έξω; Λοιπόν, θα έφτιαχνα μια καλύβα σ’ ένα δάσος και θα πήγαινα να ζήσω εκεί. Αυτό θα έκανα. Ήρεμα κι ωραία, να μην πειράζω κανέναν και να μην με πειράζει κανείς…(…)»

Η δίκη
Η δίκη για την πενταπλή δολοφονία της Θάσου, πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (Κακουργιοδικείο) Δράμας στις 20 Ιουνίου 1997. Ο Θ. Σεχίδης είχε αρνηθεί να ορίσει συνήγορο υπεράσπισης κι έτσι το ρόλο αυτό ανέλαβε ο αυτεπαγγέλτως διορισθείς δικηγόρος Καβάλας Τάσος Κοεμτζίδης.

Οι πρώτοι μάρτυρες που κατέθεσαν ήταν οι αστυνομικοί της Θεσσαλονίκης στους οποίους ο κατηγορούμενος ομολόγησε τα εγκλήματά του και ακολούθησε η Ελένη Σεχίδη (Γυμνοπούλου), που εξιστόρησε τον τρόπο με τον οποίο έζησε την υπόθεση, μέχρι να αποκαλυφθούν τα εγκλήματα. «Ο φονιάς (…) με συνάντησε στη Φλώρινα και, όταν τον ρώτησα σχετικά, είπε ότι ο άντρας μου έφυγε για Ιταλία, ενώ οι γονείς του, αδελφή του και η γιαγιά του για τη Γερμανία, για λόγους υγείας. Τότε τον υποπτεύθηκα, καθώς υποστήριξε ότι μπορεί να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα» κατέθεσε, μεταξύ άλλων. Ακολούθως, ο Π. Μπάρμπης, γνωστό του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε πως «ο Θεόφιλος είχε μπλέξει με σατανισμό», ενώ φίλοι και συγγενείς της οικογένειας Σεχίδης ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος ήταν «καλό παιδί, που όμως κάποια στιγμή άλλαξε και έγινε παράξενος», πως «ήταν άριστος φοιτητής, που όμως μισούσε τον πατέρα του» και ότι ήταν «ευφυής νέος, ο οποίος άρχισε να τρελαίνεται, όπως είχε συμβεί νωρίτερα στη μεγαλύτερή του αδελφή».

Ο καθηγητής ψυχιατρικής Γ. Καπρίνης, που μαζί με τον ψυχίατρο Χρ. Σκαρόπουλο είχαν παρακολουθήσει τον Θ. Σεχίδη επί πέντε μήνες και είχαν συντάξει σχετική πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με την οποία ο 24χρονος φοιτητής «είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του, είναι άτομο προσανατολισμένο στο χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του και έχει καλά οργανωμένο λόγο, απαντά με ευθύτητα, έχει χιούμορ, απουσιάζει όμως το συναίσθημα» κατέθεσε στη δίκη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πάσχει από σχιζότυπη διαταραχή, αλλά δεν είναι σχιζοφρενής. Θα μπορούσε να αναπτύξει σχιζοφρένεια, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η αδελφή του ήταν σχιζοφρενής. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στην περίπτωσή του είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δεν χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μας είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι αυτό ήθελε να τους εξοντώσει». Με τη σειρά του, ο Χρ. Σκαρόπουλος συμπλήρωσε ότι «η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος διαβίωσε σχε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες».

«Δεν μετανιώνω για τίποτε» ήταν η μόνιμη επωδός του ίδιου του δράστη, κατά τη διάρκεια της τρίωρης απολογίας του, όπου αναλυτικά περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο σκότωσε τους πέντε συγγενείς του και στη συνέχεια τεμάχισε τα πτώματα και τα έριξε στην χωματερή της Καβάλας για να καταλήξει: «Τους σκότωσα γιατί δεν μου αποκάλυπταν ποια ήταν η πραγματική μου μητέρα».

Η υπεράσπιση «δήλωσε ανήμπορη να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, αφ’ ενός γιατί ο ίδιος δεν βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση και αφ’ ετέρου επειδή δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο να ψάξουν το θέμα της ψυχικής υγείας» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Σάββατο 21 Ιουνίου 1997). Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο εισαγγελέας της έδρας Ζαχ. Μουράτης, ο οποίος χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο «χρονίως επικίνδυνο εγκληματία κι άτομο αδιάφορο με αμβλεία συνείδηση» και πρόσθεσε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αρμόζει η θανατική ποινή. Εν τέλει, μετά από μόλις 11 ώρες ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο βρήκε τον κατηγορούμενο ομόφωνα ένοχο για όλες τις κατηγορίες και εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με την οποία καταδίκαζε τον Θ. Σεχίδη σε μία φορά ισόβια κάθειρξη για κάθε έναν από τους πέντε φόνους, συνολική ποινή φυλάκισης επτά ετών και πέντε μηνών και πρόστιμο 360.000 δρχ. για την περιύβριση νεκρού κατά συρροή, την οπλοφορία, την οπλοχρησία και την οπλοκατοχή, ενώ επιδίκαζε και 50 εκατ. δρχ. ως αποζημίωση σε καθένα από τους πολιτικούς ενάγοντες (την Ελένη Σεχίδη και τον γιο της Θεόφιλο).

Το εγκεφαλογράφημα του δράστη
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, ήταν μια γνωμάτευση του ακτινολόγου-ειδικού νευρακτινολόγου Χρ. Παπαγιάννη (τέως επιμελητή του Atkinson Norley’s Hospital του Λονδίνου) η οποία είχε γίνει στις 2 Ιουνίου 1992 σε αξονική τομογραφία του εγκεφάλου του Θ. Σεχίδη και κατατέθηκε από την υπεράσπιση. Στη γνωμάτευσή του αυτή, ο Χρ. Παπαγιάννης σημείωνε ότι «έγιναν τομές από τη βάση προς την κορυφή του κρανίου. Από τη μελέτη της σειράς των εικόνων προκύπτουν τα εξής: Στις τομές που αναδεικνύουν το προσωπικό κρανίο σημειώνεται η υπερανάπτυξη των μετωπιαίων κόλπων. Στις υποσκηνίδιες τομές δεν παρατηρούνται παθολογικά ευρήματα. Στις υπερσκηνίδιες τομές παρατηρείται μεγάλου βαθμού ατροφία του φλοιού των μετωπιαίων λοβών, με συνοδό διεύρυνση του υπαραχνοειδούς χώρου της κυρτότητας αυτών και της πρόσθιας ημισφαιρικής σχισμής, αλλοιώσεις οι οποίες δεν είναι συμβατές με την ηλικία του ασθενούς». Ο γιατρός γνωμάτευε, δηλαδή, ότι στον εγκέφαλο του Θ. Σεχίδη υπήρχαν ευρήματα που έδειχναν εγκεφαλικές ανωμαλίες.

Αντιθέτως, σε αντίστοιχη πραγματογνωμοσύνη τους, οι ψυχίατροι Γ. Καπρίνης και Χρ. Σκαρόπουλος σημείωναν τα εξής: «Προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε συμμετοχή οργανικού παράγοντος έγινε πλήρης νευρολογική εξέταση, κατά την οποία δεν διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, υπεβλήθη σε ηλεκτροεγκεφαλικό έλεγχο και χαρτογράφηση του εγκεφάλου, όπου δεν διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, καθώς επίσης και σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου επίσης τα ευρήματα ήσαν φυσιολογικά».

Εντούτοις, όταν λίγο αργότερα (στα τέλη του καλοκαιριού 1997) ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού για ψυχιατρική παρακολούθηση επειδή εμφάνισε ψυχολογικές διαταραχές και αντιμετώπιζε προβλήματα στην επικοινωνία του με το περιβάλλον, υποβλήθηκε εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, κατά την οποία διαγνώσθηκαν μη φυσιολογικά ευρήματα. «Εικόνα φλοιώδους παρεγχυματικής ατροφίας, εμφανούς κυρίως στους μετωπιαίους λοβούς άμφω. Εστιακές βλάβες δεν ελέγχονται. Κοιλιακό σύστημα κ.φ. Εκτεταμένα φλεγμονώδη στοιχεία αναπτύσσονται στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο», αναφερόταν χαρακτηριστικά στη γνωμάτευση (όλα τα στοιχεία σχετικά, προέρχονται από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Το Βήμα» την Κυριακή 29 Μαρτίου 1998).

Αποφυλάκιση το 2017
«Δεν θέλω να ταλαιπωρώ άδικα τη Δικαιοσύνη. Ήρθα απλά για να αποσύρω την έφεση που είχα κάνει. (…) Καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό. Φοιτητής Νομικής ήμουν. Ούτε καν ήθελα να ασκήσω έφεση, αλλά το έκανα κατόπιν επιμονής του δικηγόρου μου». Αυτό δήλωσε ο Θ. Σεχίδης στις2 Ιουνίου 1998, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (στην Κομοτηνή), όπου επρόκειτο να εκδικαστεί η υπόθεσή του σε δεύτερο βαθμό. «Δεν έχω τίποτα καινούργιο να παρουσιάσω στο δικαστήριο. Γνωρίζω πως δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να στηρίζει τον ισχυρισμό μου περί ανακλαστικής αμύνης. (…) Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα από πίσω, τι ρόλο μπορεί να παίζει ο πρότερος έντιμος βίος. Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή. Αλίμονο. Αλλά, η υπόθεση είναι εσχάτως σοβαρή. Τι μπορεί να γίνουν οι πέντε φορές ισόβια; Είτε τρις, είτε δις ισόβια, μια ζωή στη φυλακή είναι πάλι» συμπλήρωσε κατόπιν.

Νωρίτερα, είχε εξεταστεί από τους ψυχιάτρους Γ. Καπρίνη και Χρ. Σκαρόπουλο, που αποφάνθηκαν ότι «είχε καταλογισμό των συνεπειών της πράξης του και ως εκ τούτου γνωρίζει τι συνεπάγεται το να παραιτείται του δικαιώματος της εφέσεως» (εφημερίδα «Αθηναϊκή» – Τετάρτη 3 Ιουνίου 1998). Έτσι, το δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή και διέταξε την επαναφορά του Θ. Σεχίδη στις φυλακές Κορυδαλλού.

Εντούτοις, οι δικαστικές περιπέτειες του Θ. Σεχίδη δεν σταμάτησαν. Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης στην Κομοτηνή, μετά από σχετική αίτηση που είχαν υποβάλει η Ελένη Σεχίδη και ο γιος της Θεόφιλος, αποφάσισε να μετατρέψει από καταδικαστική σε υποχρεωτική την πρωτόδικη απόφαση για καταβολή αποζημίωσης 100 εκατ. δρχ. σε αυτούς, από τα περιουσιακά στοιχεία του Θ. Σεχίδη. Πριν εισέλθει στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο Θ. Σεχίδης αρκέστηκε να πει πως «το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειάς μου θα πρέπει να δοθεί στους φτωχούς συγγενείς των θυμάτων και όχι στη θεία του Ελένη και τον συνώνυμο εξάδελφό του Θεόφιλο Σεχίδη, γιατί αυτοί έχουν τα οικονομικά μέσα για να ζήσουν άνετα σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους».

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, υπολογιζόταν πως η περιουσία και τα μετρητά που είχε κληρονομήσει ο Θ. Σεχίδης υπερέβαιναν τα 800 εκ. δρχ. (περίπου 2,5 εκ. ευρώ). Όμως, στις 29 Ιανουαρίου 2001, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, τον έκρινε ανάξιο να κληρονομήσει τα ακίνητα και τα κινητά του περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας και έδωσε το δικαίωμα στους κληρονόμους της οικογένειας (τον Γιάννη Σεχίδη, την κόρη του Αναστασία, την Ελένη Κασκαμανίδου και την κόρη της Αναστασία) να τα διεκδικήσουν με κληρονομητήριο.

Στις 26 Ιανουαρίου 2005, η καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής «Ο Χρόνος» σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ (της δημοσιογράφου Μ. Μαρτίδου) υπογράμμιζε πως ο Θ. Σεχίδης «είχε εκτίσει ένα μέρος της ποινής του στην Κομοτηνή, όπου ζητούσε πολύ επιλεκτικές τροφές, απέφευγε το κρέας, διάβαζε, άκουγε μόνο κλασική μουσική, ήταν ιδιόρρυθμος στην συμπεριφορά του και δεν επικοινωνούσε με πολλούς κρατουμένους. Τώρα, όπως πληροφορούμαστε, έχει κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του, έχει επιδοθεί με βουλιμία στο φαγητό, καπνίζει ακατάπαυστα ενώ μισούσε το τσιγάρο και αγγίζει τα 140 κιλά σε βάρος κι όσοιτον ξέρουν μιλούν για εμφανή ψυχογενή βουλιμία… (…) Κι ενώ τα πρώτα χρόνια στην φυλακή διάβαζε περιοδικά, εφημερίδες και βιβλία, τώρα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την ζωή και τον έξω κόσμο, δεν αυλίζεται στις φυλακές, δεν επικοινωνεί με κανένα. Παραμένει κλεισμένος στο κελί του με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό. (…) Η περίπτωση του είναι σίγουρο ότι θα απασχολήσει την ιατρική υπηρεσία των φυλακών (…)».

Σε κάθε περίπτωση, ο Θεόφιλος Σεχίδης αναμένεται να αποφυλακιστεί το 2017, είκοσι ένα χρόνια μετά τα εγκλήματά του. Θα είναι, τότε, 45 ετών…

πηγή: http://eglima.wordpress.com/2008/03/29/sehides_5/ Γιάννης Ράγκος




3 σχόλια:

  1. O tupos tha nai eleftheros se hlikia pou tha mporei na diapraksei ki alla eglimata , tha ton afisoun ontos elefthero h tha parameinei se kapoia klinikh ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σαρανταπέντε χρονών, παχύσαρκος (140 κιλά), πώς πιστεύεις ότι θα βιοποριστεί; Στην καλύτερη περίπτωση θα καταλήξει άστεγος, αν δεν έχει κάποιον να τον προσέχει. Που αν θυμάμαι καλά, δεν έχει κανέναν. Ελπίζω να βρει την ιατροφαρμακευτική φροντίδα που χρειάζεται, αλλά κάτι τέτοιο μάλλον είναι χλωμό, στην χώρα που ζούμε.

      Διαγραφή
  2. O tupos ontos den exei kanenan , kai den exei kai katholou xrimata , pos tha epibiosei arage ? Epitrepetai na ton episkeftei kapoios tora gia na dei thn katastash tou ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή