Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

29 Αυγούστου 1991: πεθαίνει ο Αλέκος Σακελλάριος, Έλληνας συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης

Ο Αλέκος Σακελλάριος (7 Νοεμβρίου 1913 - 28 Αυγούστου 1991) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Εξαιρετικά δημοφιλής και παραγωγικός, υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού.

Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, στην Αχαρνών. Οι νομικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εκτοπίστηκαν πολύ σύντομα από τις ζωηρές δημοσιογραφικές του ανησυχίες (ήδη από τα σχολικά του χρόνια υπήρξε εκδότης του "Μαθητή", της πιο μεγάλης κυκλοφορίας μαθητικής εφημερίδας της εποχής). Στην μάχιμη δημοσιογραφία μπαίνει μέσα από τη φιλολογική στήλη της Καθημερινής, μετά από ποίημα που στέλνει στον Γεώργιο Βλάχο. Εργάστηκε σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες: Ελεύθερη Ελλάδα, Ακρόπολις, Απογευματινή, Μάχη, Ελεύθερος Κόσμος, Εθνικός Κήρυξ, Ελεύθερος Τύπος κ.ά., άλλοτε ως ρεπόρτερ, άλλοτε ως χρονογράφος ή ως ευθυμογράφος. Επίσης με τον στενό συνεργάτη του Χρήστο Γιαννακόπουλο εξέδωσαν την εφημερίδα Το Εικοσιτετράωρο και τα περιοδικά Πρωτεύουσα και Σαββατοκύριακο. Διετέλεσε επίσης και διευθυντής του περιοδικού ποικίλης ύλης Εβδομάς. Μέχρι το τέλος της ζωής του χρονογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά.
Το 1935 έγραψε, κατόπιν παραγγελίας του κορυφαίου κωμικού του ελαφρού μουσικού θεάτρου της περιόδου, Πέτρου Κυριακού, το πρώτο θεατρικό του έργο, την μουσική ηθογραφία Ο βασιλιάς του Χαλβά σε συνεργασία με τον Μήτσο Βασιλειάδη με συνθέτη τον Νίκο Χατζηαποστόλου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και καθιέρωσε κατ'ευθείαν τον νεαρό συγγραφέα.
Η συνεργασία, όμως με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο (ξεκινώντας από την επιθεώρηση Παύσατε Πυρ ), ήταν αυτή που έμελλε να γράψει πραγματικά ιστορία. Οι "Διόσκουροι του ελληνικού θεάτρου" (κατά την έκφραση του γνωστού θεατρικού κριτικού Αχιλλέα Μαμάκη ) εκτός από πολυγραφότατοι, υπήρξαν και εξαιρετικά πετυχημένοι. Το σερί των επιτυχιών τους, ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και χρονογράφους της γενιάς τους να καταπιαστούν με την θεατρική κωμωδία, αφήνοντας μια μεγάλη σειρά από έργα που παίζονται ακόμα και σήμερα.
Εξαιρετικά μεγάλη ήταν η επιτυχία του και στον κινηματογράφο -όπου ξεκίνησε αυτοδίδακτος, μετά από παρότρυνση του παραγωγού Φιλοποίμενος Φίνου. Οι ταινίες του σημείωναν ρεκόρ εισπράξεων και οι περισσότερες απ'αυτές έδειξαν και ιδιαίτερη αντοχή στο χρόνο, μέσω της τηλεόρασης. Πάνω από 20 από αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και σήμερα.
Εκτός απ'την συνεργασία του με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, δούλεψε και με τους περισσότερους-αν όχι όλους- τους επιθεωρησιακούς συγγραφείς της εποχής του. Έγραψε μόνος ή συνεργαζόμενος περίπου 200 θεατρικά έργα και 60 κινηματογραφικά σενάρια. Γνωστότερα απ' αυτά είναι: Οι Γερμανοί ξανάρχονται, 'Ενας ήρως με παντούφλες, Ένα βότσαλο στη λίμνη, Σάντα Τσικίτα, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Δεσποινίς ετών 39, Ούτε γάτα, ούτε ζημιά, Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, Ο φίλος μου ο Λευτεράκης, Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, Η θεία απ' το Σικάγο, Η καφετζού, Η κυρά μας η μαμή, Ο Ηλίας του 16ου, Το ξύλο βγήκε απ'τον Παράδεισο, Τα κίτρινα γάντια, Αλίμονο στους νέους, Η Αλίκη στο ναυτικό, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Το δόλωμα, Υπάρχει και φιλότιμο.
Έγραψε επίσης τους στίχους -μόνος, με τον Γιαννακόπουλο ή με άλλους- σε περίπου 2.000 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως «Άστα τα μαλλάκια σου», «Θα σε πάρω να φύγουμε», «Μάρω-Μάρω μια φορά είν' τα νιάτα», «Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα» , «Το μονοπάτι», «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα», «Ένα βράδυ που 'βρεχε», «Άρχισαν τα όργανα», "Έχω ένα μυστικό", "Υπομονή", "Σήκω χόρεψε συρτάκι" και πολλά άλλα.Συνεργάστηκε με ευρεία γκάμα συνθετών (από τον Νίκο Χατζηαποστόλου και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, ως τον Σταύρο Ξαρχάκο , τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Γιάννη Σπανό). Ιδαίτερα σημαντικές για το ελληνικό τραγούδι ήταν οι συνεργασίες του με τον Κώστα Γιαννίδη και τον Μιχάλη Σουγιούλ. Σπουδαία -και εξαιρετικά επιτυχημένα- ήταν και τα τραγούδια που έγραψε με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Η κριτική της εποχής (με εξαίρεση τον Αλκη Θρύλο ) αντιμετώπισε το δίδυμο Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου ως τους σημαντικότερους απ'τους κωμωδιογράφους της γενιάς τους (επαινώντας ιδιαίτερα και τις πιο φιλόδοξες απόπειρές τους , όπως τα "Ένας Ήρως με Παντούφλες" και Η Μεγάλη Παρένθεσις). Πολλές φορές κατηγορήθηκαν για προχειρότητα, λόγω της υπερπαραγωγικότητάς τους. Η αποτίμησή τους, όμως, μετά το πέρας της εποχής τους ήταν απολύτως θετική. Αρχίζοντας μάλιστα από το 1989, έργα τους μπήκαν και στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, κάτι που στις μέρες των μεγάλων επιτυχιών τους θα ήταν αδιανόητο.
Ο Αλέκος Σακελλάριος τιμήθηκε για όλες τις δημιουργικές πλευρές του με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία. Κατά το τέλος της ζωής του, η αφηγηματική του δεινότητα τον έκανε περιζήτητο σε τηλεοπτικές εκπομπές που μελετούσαν την εποχή του. Πολύ μεγάλη επιτυχία, άλλωστε, είχε και το βιβλίο με τις αναμνήσεις του Λες και ήταν Χτες.

Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 1991 στην Αθήνα και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών σε οικογενειακό τάφο.

Είχε παντρευτεί τρεις φορές και είχε δύο κόρες.

Τα τελευταία χρόνια (από τα τέλη του '70 ως το 1991) ζούσε με την τρίτη σύζυγό του, Τίνα, γράφοντας (όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του της εποχής) συνεχώς σενάρια, χρονογραφήματα και θεατρικά -τα περισσότερα εκ των οποίων δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του -θεατρικό και χρονογραφικό-, σε αντίθεση με τα έργα των συγχρόνων του Τσιφόρου και Ψαθά , δεν εκδόθηκε ποτέ.

29 Αυγούστου 1958: γεννιέται ο Μάικλ Τζάκσον, Αμερικανός τραγουδιστής, παραγωγός και χορευτής

Ο Μάικλ Τζόζεφ Τζάκσον (29 Αυγούστου 1958 - 25 Ιουνίου 2009) ήταν Αμερικανός μουσικός, τραγουδιστής, χορευτής, συνθέτης και παραγωγός. Θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στην ιστορία της μουσικής και του θεάματος. Είναι ευρέως γνωστός ως «Βασιλιάς της Ποπ». Τιμήθηκε μεταξύ άλλων μετά θάνατον με Βραβείο Γκράμι για το σύνολο της προσφοράς του.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Γκάρι της Ιντιάνα στις 29 Αυγούστου το 1958. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως τραγουδιστής της Motown με το συγκρότημα The Jackson 5 (αποτελούμενο από τα αδέλφια Jackson), στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Ενώ ήταν ακόμη μέλος των The Jackson 5, το 1971 ξεκίνησε τις πρώτες σόλο ηχογραφήσεις του στην ίδια εταιρία. Το 1975 το συγκρότημα αποχώρησε από τη Motown και εντάχθηκε στο δυναμικό της Epic αλλάζοντας το όνομα σε The Jacksons. Ο Τζάκσον άρχισε ουσιαστικά τη σόλο σταδιοδρομία του το 1979 με τον δίσκο Off the Wall (τυπικά αποχώρησε από τους The Jacksons το 1987). Από τότε, είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους εμπορικά καλλιτέχνες στην ιστορία της μαύρης μουσικής και ένας από τους πιο επιτυχημένους σόλο καλλιτέχνες συνολικά στην ιστορία της μουσικής.

Ο δίσκος Thriller, που κυκλοφόρησε στις 30 Νοεμβρίου του 1982, κατέκτησε τον τίτλο του πρώτου σε πωλήσεις δίσκου στην ιστορία, και παραμένει έως σήμερα το άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, έχοντας πουλήσει 105 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως σύμφωνα με το Guinness World Records. Έμεινε στην κορυφή του Billboard album chart για 37 εβδομάδες, κέρδισε 8 βραβεία Grammy και 7 τραγούδια του ανέβηκαν στο Τop#10. Εκτός από τα άλμπουμ του, ο Τζάκσον κατέχει επίσης 13 τραγούδια στα 100 δημοφιλέστερα τραγούδια του περιοδικού Billboard, συμπεριλαμβανόμενων των «Don't Stop 'Til You Get Enough», «Rock With You», «Billie Jean», και «Beat It» καθώς και επιπλέον τέσσερα τραγούδια με τους Jackson 5. Οι ιδιαίτερες χορευτικές του κινήσεις, οι ταινίες μικρού μήκους, και η ποπ εμφάνισή του έχουν εμπνεύσει και επηρεάσει πολλούς σημερινούς τραγουδιστές, όπως οι Usher, Britney Spears, Beyoncé, Omarion και Justin Timberlake μεταξύ άλλων.

Από το 1993 και έπειτα, η προσωπική ζωή του Τζάκσον απασχόλησε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ειδικότερα μια δικαστική διαμάχη βάσει κατηγοριών εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση και σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, η οποία οδήγησε τελικά σε αθώωσή του και για τις 11 κατηγορίες που το απαγγέλθηκαν το 2005.

Θάνατος
Στις 25 Ιουνίου 2009 ο Τζάκσον έχασε τις αισθήσεις του στην πολυτελή κατοικία που νοίκιαζε στον αριθμό 100 της οδού North Carolwood Drive, στην περιοχή Holmby Hills του Λος Άντζελες. Οι προσπάθειες ανάνηψης του προσωπικού του ιατρού Kόναρντ Μάρεϊ απέβησαν άκαρπες. Η πυροσβεστική υπηρεσία του Λος Άντζελες έλαβε επείγουσα κλήση στις 12.22 π.μ.(UTC), ενώ έφτασε στο σημείο τρία (3) λεπτά αργότερα. Αναφέρθηκε ότι δεν ανέπνεε και εφαρμόστηκε καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Οι προσπάθειες ανάνηψης συνεχίσθηκαν κατά τη μεταφορά του στο Ιατρικό Κέντρο Ronald Reagan του Πανεπιστημίου του Λος Άντζελες και για μία ώρα μετά την άφιξή του εκεί, στις 1.13 π.μ. Κηρύχθηκε νεκρός στις 2.26 π.μ. (τοπική ώρα).

Η είδηση του θανάτου του έκανε το γύρο του κόσμου μέσα σε λίγα λεπτά και προκάλεσε ραγδαία αύξηση της κυκλοφορίας στο Διαδίκτυο και ακόμα και κατάρρευση γνωστών μηχανών αναζήτησης. Η υγεία του Τζάκσον τον τελευταίο καιρό ήταν επιβαρυμένη και επίσης ήταν εθισμένος σε παυσίπονα φάρμακα. Ο θάνατος του προκλήθηκε από οξεία δηλητηρίαση μετά τη λήψη ισχυρού αναισθητικού, ηρεμιστικού καθώς και άλλων φαρμάκων. Η κηδεία του "Βασιλιά της Ποπ" έγινε στις 07/07/2009, ημέρα Τετάρτη, και συγκεκριμένα στις 8:00 πμ ώρα Αμερικής, 6:00 μμ ώρα Ελλάδος, στο κοιμητήριο του Φόρεστ Λόουν, ενώ η δημόσια επιμνημόσυνη τελετή πραγματοποιήθηκε 2 ώρες αργότερα στο Staples Center, γήπεδο της ομάδας μπάσκετ του Λος Άντζελες, LA Lakers, την οποία παρακολούθησαν σχεδόν 3 δισεκατομμύρια τηλεθεατές απ' όλο τον κόσμο.
Στις 7 Νοεμβρίου 2011 ο προσωπικός γιατρός του Τζάκσον, δρ. Κόνραντ Μάρεϊ, καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, αλλά θα κρατηθεί προσωρινά, μέχρι τις 29 Νοεμβρίου 2011, ημερομηνία που θα ανακοινωθεί και η ποινή του. Σύμφωνα με την επίσημη απόφαση του δικαστηρίου, ο γιατρός Μάρει, καταδικάζεται στο μέγιστο δυνατό, δηλαδή σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης χωρίς αναστολή.

Περιοδείες
Η παγκόσμια περιοδεία Bad, ήταν η πρώτη σόλο περιοδεία του Μάικλ. Ξεκινώντας από το Τόκιο, η περιοδεία διήρκεσε 16 μήνες, στη διάρκεια της οποίας ο Τζάκσον επισκέφθηκε 15 χώρες και παρακολουθώντας την πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι 7 sold out συναυλίες στο στάδιο Wembley του Λονδίνου, προσέγγισαν περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους - συμπεριλαμβάνοντας την πριγκήπισσα της Ουαλίας Νταιάνα με τον πρίγκηπα της Ουαλίας Κάρολο, και θέτοντας ένα νέο παγκόσμιο ρεκόρ του καλλιτέχνη με τις περισσότερες συναυλίες σε εκείνο το στάδιο. Η περιοδεία Bad αργότερα αναγνωρίστηκε ως η περιoδεία με την μεγαλύτερη ακροαματικότητα και η πιο επικερδής, έχοντας αποφέρει συνολικά πάνω από 125 εκατομμύρια δολάρια.
Dangerous World Tour (27 Ιουνίου 1992 – 1 Οκτωβρίου 1992 (Ευρώπη)-(12 Δεκεμβρίου 1992 – 11 Σεπτεμβρίου 1993 (Ασία)-(15 Σεπτεμβρίου 1993 – 11 Νοεμβρίου 1993 (Ασία, Νότια και Βόρεια Αμερική)
Η παγκόσμια περιδεία των 69 συναυλιών Dangerous προσέλκυσε σχεδόν 3,5 εκατομμύρια οπαδούς. Το πολυδάπανο στήσιμο των σκηνικών για τις συναυλίες πήρε κοντά τρεις μέρες για να δημιουργηθεί: 20 φορτηγά εξοπλισμού είχαν τοποθετηθεί σε αεροπλάνα για να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο. Ανήσυχος από τους ισχυρισμούς για την σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, ο Τζάκσον ακύρωσε το υπόλοιπο της περιοδείας του.
HIStory World Tour (7 Σεπτεμβρίου 1996 – 4 Ιανουαρίου 1997 (Παγκοσμίως)-(31 Μαΐου 1997 – 15 Οκτωβρίου 1997 (Ευρώπη και Αφρική)
Ξεκινώντας από την Πράγα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1996, η σειρά συναυλιών προσέλκυσε περισσότερους από 4,5 εκατομμύρια οπαδούς από 58 πόλεις σε 58 χώρες ανά τον κόσμο. Ο μέσος όρος παρακολούθησης των συναυλιών ήταν 54,878. Η παγκόσμια περιοδεία HIStory τελείωσε στις 15 Οκτωβρίου 1997 στο Durban της Νότιας Αφρικής.
This Is It (13 Ιουλίου 2009 – 6 Μαρτίου 2010) (Ακυρώθηκε)

Το ξεκίνημα αυτής της περιοδείας επρόκειτο να γίνει στο O2 Arena του Λονδίνου για 50 παραστάσεις. Ο Μάικλ Τζάκσον πέθανε στις 25 Ιουνίου 2009 από καρδιακή προσβολή, μόλις 2 εβδομάδες πριν το μεγάλο comeback του.

29 Αυγούστου 1934: γεννιέται ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Έλληνας ηθοποιός

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ (29 Αυγούστου 1934 - 8 Αυγούστου 2004) ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Βιογραφία
Γεννήθηκε το 1934 στον Πειραιά και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από το οποίο ξεχώρισε πολύ νωρίς για το ταλέντο του, για να αξιοποιηθεί αμέσως από το Εθνικό, στο οποίο και πρωταγωνίστησε από το 1957 έως το 1960.

Ο πρώτος του ρόλος ήταν στο «Γλάρο» του Τσέχωφ και ακολούθησε ο ρόλος του Πολύδωρα στην Εκάβη του Ευριπίδη. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης και από το 1962 συγκρότησε δικό του θίασο στο Ελεύθερο Θέατρο. Έπαιξε δίπλα στην Κυβέλη, την Παξινού, τη Συνοδινού και το Μινωτή.
Υπήρξε Πρωταγωνιστής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και πρόεδρος του συλλόγου ηθοποιών βορείου Ελλάδος. Την περίοδο εκείνη ήταν παντρεμένος με τη (Θεσσαλονικιά) Νανά Ειλικρινή, με την οποία πήραν διαζύγιο το έτος 1990.
Από το 1964 και για δέκα ολόκληρα χρόνια πρωταγωνίστησε στο θέατρο ως συν-θιασάρχης με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, αλλά και σε δεκάδες ταινίες ως ζευγάρι, στην οθόνη αλλά και στη ζωή. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα γιο, το Γιάννη Παπαμιχαήλ. Χώρισαν το 1974. Ξανασυνεργάστηκαν στο θέατρο το 1983. Σύντροφός του υπήρξε και η ηθοποιός Μίνα Χειμώνα. Τελευταία σύντροφος της ζωής του η ηθοποιός Νάντια Μουρούζη.
Από τις πιο γνωστές και αγαπητές στο ευρύ κοινό ταινίες ήταν «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Αστέρω», "Μανταλένα», «Η Αλίκη στο Ναυτικό» και πολλές άλλες.
Τιμήθηκε με το Βραβείο Κοτοπούλη (1957).
Δημότης για πολλά χρόνια του Χαλανδρίου και τελευταία του Πειραιά, όπου υπήρξε και δημοτικός σύμβουλος.
Πέθανε στις 8 Αυγούστου 2004. Με τη διαθήκη που άφησε αποφάσισε να αποκληρώσει το γιο του.

29 Αυγούστου 1931: γεννιέται ο Στέλιος Καζαντζίδης, Έλληνας τραγουδιστής

Ο Στέλιος Καζαντζίδης (1931-2001) ήταν Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής. Συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους τραγουδιστές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931στην Νέα Ιωνία και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Μητέρα του ήταν η Γεσθημανή (Χατζίδαινα). Ο πατέρας του Χαράλαμπος, χτίστης στο επάγγελμα ήταν στα χρόνια της κατοχής ενεργός στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΛΑΣ και δούλεψε για την Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Στα χρόνια του εμφυλίου δολοφονήθηκε από παρακρατικούς αντικομμουνιστές. Ο έφηβος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές για να βγάλει το μεροκάματο. Δουλεύει σε εργοστάσια, υφαντουργεία, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Άσχημη εμπειρία για τον Καζαντζίδη η στρατιωτική του θητεία στο Διόνυσο Αττικής. Κατά τη στρατιωτική του θητεία ορίστηκε υπεύθυνος σε τάγμα μουλαράδων και εκεί μια κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα, του στέρησε την πατρότητα.

Ο πρώτος άνθρωπος που εκτίμησε την φωνή του ήταν κάποιο αφεντικό του, που καθώς τον άκουσε την ώρα της δουλειάς του χάρισε μια κιθάρα. Δάσκαλος του Καζαντζίδη υπήρξε ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης.

Στα 1952, ο Καζαντζίδης κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο "Για μπάνιο πάω". Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε γιατί μιμήθηκε τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Αυτός που αντιλήφθηκε τις δυνατότητες της φωνής του Καζαντζίδη ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου. Το τραγούδι του Οι βαλίτσες γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δε θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα. Χαρακτηριστικά η Μαρινέλλα αναφέρει πως μόνον στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών. Η αποχώρηση του Καζαντζίδη από το πάλκο, «...αποτελεί την πιο δραματική μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι σε ένα αμείλικτο σύστημα διαπλοκής από νεόπλουτους θαμώνες, αφεντικά της δισκογραφίας και μπράβους της νύχτας...»

Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου φτάνουν στη Γερμανία για συναυλίες. Η υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι ομογενείς είναι συγκινητική. Μαζί τους ο νεαρός -τότε- δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Χρήστος Νικολόπουλος. Την ίδια εποχή ο Καζαντζίδης και ο Χρήστος Κολοκοτρώνης (μουσική και στίχους αντίστοιχα) δημιούργησαν τον ύμνο της ΑΕΚ που ερμήνευσε ο Παπαϊωάννου: "Νικήστε, νικήστε".

Είχε προηγηθεί στα 1959 δικαστική διαμάχη του Καζαντζίδη με την δισκογραφική εταιρεία COLUMBIA, με αφορμή τις, μεγάλου μεγέθους, πωλήσεις του τραγουδιού "Μαντουμπάλα" πωλήσεις ρεκόρ, που την εποχή εκείνη αγγίξανε τις 100.000. Στην άλλη όψη του ίδιου δίσκου, περιλαμβάνεται το "Δυο πόρτες έχει η ζωή", σε μουσική του ίδιου του Καζαντζίδη. Παρά τις χωρίς προηγούμενο πωλήσεις και τη στιγμή που η εταιρεία έβγαζε εκατομμύρια από το συγκεκριμένο δισκάκι, ο ίδιος ο τραγουδιστής πήρε λιγότερες από 1000 δραχμές. Αυτό συνέβη καθώς οι τραγουδιστές τότε πληρώνονταν ένα εφάπαξ ποσό για τον κάθε δίσκο και δεν λάμβαναν ποσοστά από τις πωλήσεις. Στον Καζαντζίδη χρωστάνε πολλά οι σύγχρονοι τραγουδιστές αφού πρώτος αυτός διεκδίκησε για τον κλάδο του ποσοστά και η προσπάθεια του είχε θετικό αποτέλεσμα.
Στα 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί για περίπου 2 χρόνια από την δισκογραφία. Τότε είναι που κάνει και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία, την "STANDAR" αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν τον αφήνουν. Την ίδια μοίρα είχαν και οι όποιες άλλες επιχειρηματικές κινήσεις, όπως η εκτροφή βατράχων, το ούζο "Υπάρχω" που κυκλοφόρησε αργότερα κτλ.

Στα τέλη του 1975 έρχεται ο δίσκος "Υπάρχω". Χρήστος Νικολόπουλος και Πυθαγόρας υπογράφουν την αποχώρηση του Στέλιου από τη δισκογραφία για δώδεκα χρόνια. Επιστρέφει το 1987 με το δίσκο (τον τελευταίο στη MINOS) "Ο δρόμος της επιστροφής". Το 1988 απεβίωσε η μητέρα του, Γεσθημανή. Ακολουθεί ο δίσκος "Ελεύθερος" στην Polygram. Οι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων. Τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (με καρκινώματα στον εγκέφαλο) είναι το "Έρχονται χρόνια δύσκολα" και το δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, τραγούδησε δημιουργίες μεγάλων συνθετών (Άκης Πάνου, Γιάννης Παλαιολόγου, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Θοδωρής Δερβενιώτης, Χρήστος Λεοντής, Τάκης Σούκας, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Μητσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης, Σταύρος Ξαρχάκος, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γιώργος Ζαμπέτας κα) και στιχουργών (Κώστας Βίρβος, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τάσος Λειβαδίτης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Πυθαγόρας, Σώτια Τσώτου, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Ευάγγελος Ατραΐδης, Βάντα Κουτσοκώστα κα).

29 Αυγούστου 1921: γεννιέται η Σωτηρία Μπέλλου, Ελληνίδα τραγουδίστρια

Η Σωτηρία Μπέλλου ήταν μια από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου ελληνικού τραγουδιού.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στο χωριό Δροσιά (παλ. ονομ. Χάλια) κοντά στη Χαλκίδα στις 29 Αυγούστου 1921. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της είναι τα "Συννεφιασμένη Κυριακή", "Τα Καβουράκια" και "Όταν πίνεις στην ταβέρνα" του Βασίλη Τσιτσάνη, με τις οποίες καθιερώθηκε ως κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια. Πέραν του Τσιτσάνη συνεργάστηκε και με πολλούς άλλους κορυφαίους συνθέτες, όπως με τον Γιάννη Παπαϊωάννου ("Άνοιξε, άνοιξε") και τον Απόστολο Καλδάρα ("Είπα να σβήσω τα παλιά").
Η καριέρα της γνώρισε μια κάμψη στις αρχές της δεκαετίας του '60, όμως από το 1966 κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους έπειτα από συνεργασίες της με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος ("Ζεϊμπέκικο"), ο Ηλίας Ανδριόπουλος ("Μην κλαις")  και ο Δήμος Μούτσης («Δε λες κουβέντα»).
Τον Μάρτιο του 1993 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, οπότε και διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα. Έχασε τη φωνή της και στις 27 Αυγούστου 1997 άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Μεταξά.
Παντρεύτηκε πολύ μικρή ενάντια στις επιθυμίες των γονιών της και ο γάμος της ήταν μια άμεση καταστροφή: Ο άντρας της ήταν μέθυσος και, κατά τη διάρκεια ενός από τους ξυλοδαρμούς, η Σωτηρία έριξε βιτριόλι στο πρόσωπό του, και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στη φυλακή από τους οποίους τελικά εξέτισε μόνο τέσσερις μήνες. Μετά την αποφυλάκισή της επιστρέφει στην οικογένειά της, αλλά μετά από συζητήσεις και κατηγορίες των δικών της αποφασίζει να πάει στην Αθήνα το 1940, που βρισκόταν σε πλήρη ναζιστική κατοχή. Εκείνα τα χρόνια δεν είναι μόνο αγώνας για επιβίωση, αλλά και για την αντίσταση. Συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με το Βασίλη Τσιτσάνη.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο απελευθερώνεται και το 1947 προσελήφθη ως τραγουδίστρια σε ένα κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα με το Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος την ανακάλυψε ως αστέρι του οποίου τα τραγούδια είναι τα πιο σημαντικά του ρεπερτορίου της. Το 1948 μια ομάδα κακοποιών εισήλθαν στο χώρο και την ξυλοκόπησαν με το χαρακτηρισμό «Βουλγάρα» (Κομμουνίστρια), χωρίς οι μουσικοί της να τολμήσουν να σηκωθούν από τις καρέκλες τους. Παρ 'όλα αυτά, σύντομα αναγνωρίζεται ως μία από τις καλύτερες ερμηνείες στα ρεμπέτικα. Μέχρι το 80 εξακολουθεί να συνεργάζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες αυτών των μουσικών ειδών σε πολλές συναυλίες και ηχογραφήσεις, αλλά υπέστη διάφορες κρίσεις και προβλήματα αλκοολισμού και κατάθλιψης.

29 Αυγούστου 1632: γεννιέται ο Τζων Λοκ, Άγγλος φιλόσοφος και ιατρός

Ο Τζων Λοκ (John Locke, 29 Αυγούστου 1632 - 28 Οκτωβρίου 1704) ήταν Άγγλος φιλόσοφος και ιατρός, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πλέον σημαίνοντες στοχαστές του Διαφωτισμού και είναι ευρύτερα γνωστός ως ο Πατέρας του Κλασικού Φιλελευθερισμού.

Ο Λοκ αποτελεί τον κύριο αντιπρόσωπο του αγγλικού κινήματος του εμπειρισμού. Μαζί με τον Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776) και τον Τζωρτζ Μπέρκλεϋ (1684-1753) σχηματίζει το τρίπτυχο των φιλοσόφων του αγγλικού Διαφωτισμού και του επερχόμενου εμπειρισμού.

Η πολιτική του φιλοσοφία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Αμερικανική Επανάσταση, το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, την Γαλλική Επανάσταση καθώς και το πρώτο Σύνταγμα της Γαλλίας, και με αυτόν τον τρόπο τα Συντάγματα των περισσοτέρων φιλελευθέρων κρατών

Οι Απόψεις του
"Αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναντίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με Βία. Ο σωστός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παράνομη βία της εξουσίας είναι η ίδια η Βία." Δοκίμια περί διακυβερνήσεως
Ο Άγγλος φιλόσοφος θεωρούσε ότι οι άνθρωποι σε φυσική κατάσταση δεν ήταν τόσο επιθετικοί, αλλά κυρίως κοινωνικοί, δημιουργικοί, λογικοί και σώφρονες. Ενδιαφέρονταν έτσι να συγκροτήσουν πολιτισμένες κοινωνίες. Γι' αυτό συνήπταν «κοινωνικό συμβόλαιο» με το κράτος με αμοιβαίους όρους. Αποδέχονταν να περιορίσουν την ελευθερία τους και σε αντάλλαγμα το κράτος έπρεπε να εγγυηθεί για τη διασφάλιση των φυσικών τους δικαιωμάτων: της ζωής, της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας. Εάν το κράτος παραβίαζε το «κοινωνικό συμβόλαιο», οι άνθρωποι είχαν δικαίωμα να το λύσουν και να εξεγερθούν.

Ο Λοκ ως παιδαγωγός
Ο Λοκ θεωρούσε ιδανική την αγωγή που συνδυάζει τον φυσικό τρόπο ζωής, την σωματική αγωγή και την σκληραγωγία. Πίστευε πως για την διαμόρφωση του χαρακτήρα σημασία έχει περισσότερο το γενικότερο περιβάλλον και η καθημερινή τριβή με τα άτομα παρά η συστηματοποιημένη διδασκαλία. Έδινε σημασία στην αγωγή του παιδιού μικρής ηλικίας, το οποίο πρέπει είναι κοντά στον φυσικό τρόπο ζωής και μακριά από την χλιδή. Το πνεύμα του παιδιού, με άλλα λόγια, πρέπει να διατηρείται ζωντανό και ελεύθερο. Ήταν υπέρμαχος των ατομικών μαθημάτων, καθώς πίστευε πως ούτε καν δυο παιδιά δεν μπορείς να τα μεταχειριστείς με τον ίδιο τρόπο. Ο δάσκαλος που θα παραδίδει τα ιδιαίτερα μαθήματα πρέπει να είναι κυρίως κάτοχος ηθικών αρετών παρά συγκεκριμένων γνώσεων. Οι γνώσεις αξίζουν όταν τις κατέχουν άνθρωποι με σωστή συμπεριφορά, άνθρωποι όμως χωρίς ψυχική ευγένεια γίνονται κατά τον Locke "εύκολα ακόμη πιο ανόητοι και κακοί". Έβλεπε την μάθηση ως ένα χαλαρό και παιγνιώδες αντικείμενο. Το παιδί θα πρέπει να αγαπήσει αυτό που μαθαίνει και όχι να εξαναγκαστεί. "Είναι καλύτερα να μάθει το παιδί να διαβάζει ένα χρόνο αργότερα παρά να του δημιουργηθεί αποστροφή προς το διάβασμα". Τέλος θέλει μια μάθηση ανοιχτή στον κόσμο και εκτιμά την χειρωνακτική εργασία για όλους τους ανθρώπους.

29 Αυγούστου 1962: Εγκαινιάζεται η νέα μεγάλη οδική αρτηρία της χώρας, η εθνική Αθηνών - Λαμίας, από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.


Αθήναι - Λαμία: Εγκαινιάσθηκε στις 29/8/1963

Πλάτος οδού: 14 μ. πλάτος δηλαδή οδόστρωμα 7,50 μ. 2 λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 1,75 μ.

Συνολικό μήκος ευθυγράμμων τμημάτων της οδού: 160 χλμ.

Κλίσις της οδού είναι 5% σε μήκος οδού 1.740 μέτρων. Στο υπόλοιπο μήκος η κλίσις δεν υπερβαίνει το 0 - 3%.

Επιτρέπει δε ασφαλή ταχύτητα 100 χιλιομέτρων ωριαίως.

Δαπάνη κατασκευής: 960.000.000 δρχ εκ των οποίων:
Δαπάνες απαλλωτριώσεων: 114.000.000 δρχ
Δαπάνες τεχνικών έργων: 223.000.000 δρχ

Στα εγκαίνια τα οποία έγιναν στη διασταύρωση της με την οδό Νέας Φιλαδελφείας - Τατοϊου, παρέστη ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον Υπουργό Δημοσίων Έργων Σόλωνα Γκίκα και τον Πρόεδρο της Βουλής Κωνσταντίνο Ροδόπουλο. Το μόνο τμήμα που δεν είχε ασφαλτοστρωθεί την εποχή εκείνη ήταν το τμήμα που περνά από τη Λίμνη Υλίκη στο οποίον η κυκλοφορία διεξήγετο κανονικώς καίτοι σκυροστρωμένον. Εντός του 1963 ολοκληρώθηκαν τα έργα ασφαλτοστρώσεως καθ' όλο το μήκος της οδού. η ασφαλτόστρωσις επραγματοποιήθη εντός 10ημέρου. Το μήκος της οδού είναι 214 χιλιόμετρα (με την αφετηρία παρά τας Τρείς Γεφύρας). Το Σάββατο 1ης Σεπτεμβρίου 1962 ξεκινά η είσπραξις διοδίων στους σταθμούς διοδίων Τραγάνας (54ο χιλιόμετρο) και Σχηματαρίου (130ο χιλιόμετρο).

29 Αυγούστου 1885: Ο Γκότλιμπ Ντάιμλερ πατεντάρει την πρώτη μοτοσικλέτα.

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το πρώτο μηχανοκίνητο δίκυκλο δόθηκε στον Γκότλιμπ Ντάιμλερ το 1885 για την κατασκευή ενός μηχανοκίνητου ξύλινου ποδηλάτου με δύο μικρές βοηθητικές ρόδες –ουσιαστικά επρόκειτο για τρίτροχο. Επειδή η επενδυμένη σέλα του έμοιαζε με σέλα αλόγου, το όχημα θύμιζε μάλλον άμαξα παρά μηχανοκίνητο όχημα. Διέθετε μινιμαλιστικό τιμόνι και τετράχρονο μονοκύλινδρο κινητήρα με κυβισμό 264 κ.εκ. καθώς και ισχύ μισού ίππου. Για τα σημερινά δεδομένα αυτή η πρώτη μοτοσυκλέτα θα μπορούσε να θεωρηθεί πρωτόγονη και μοντέρνα συγχρόνως. Ο μινιμαλιστικός εξοπλισμός της μοιάζει να ακολουθεί την τάση του σύγχρονου ντιζάιν, σύμφωνα με την οποία η μορφή προσαρμόζεται στην λειτουργικότητα (form follows functions).
Η προστασία του ονόματος «μοτοσικλέτα» διεκδικήθηκε το 1897 από τους Γερμανούς αδελφούς Βίλχελμ και Χάινριχ Χίλντεμπραντ (Hildebrand) και τον Αλοΐς Βόλφσμύλλερ (Alois Wolfsmuller). Δύο χρόνια πριν η εταιρεία τους με την επωνυμία Hilderbrand & Wolfsmuller είχε κατασκευάσει μια μοτοσυκλέτα παραγωγής,την πρώτη του κόσμου.

29 Αυγούστου 1824: Καταναυμαχείται ο τουρκικός στόλος απ' τον Ανδρέα Μιαούλη στο Γέροντα. (Η Ναυμαχία του Γέροντα)

Η Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς ή Ναυμαχία της Κώ υπήρξε πολεμική ναυτική συμπλοκή της Επανάστασης του 1821.

Περιγραφή της μάχης
Η ναυμαχία αυτή ήταν η μεγαλύτερη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και έλαβαν μέρος 100 Τουρκικά Αιγυπτιακά Αλγερινά και Τυνησιακά πλοία εναντίον 75 περίπου Ελληνικών πλοίων. Ο Ισλαμικός στόλος συνετρίβη και μάλιστα συνελήφθη αιχμάλωτος ο ναύαρχος της Τυνησίας.
Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 απέναντι από τη Λέρο, ανάμεσα στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, υπό την αρχηγία του Ιμπραήμ και του Χοσρέφ Πασά, και του ελληνικού, που αποτελούνταν κυρίως από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες και που διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης. Την ναυμαχία παρακολούθησαν πολλοί κάτοικοι της Λέρου από τα υψώματα του νησιού. Πολλά τουρκικά πλοία χάθηκαν, ενώ ο Υδραίος Βατικιώτης πυρπόλησε μια τυνησιακή φρεγάτα. Ο Τουρκικός στόλος διασπάσθηκε, ενώ μετά την πυρπόληση τολμηροί ψαράδες πλησίασαν με τα καΐκια τους και λαφυραγώγησαν το πεδίο της μάχης. Με το τέλος της μέρας ο τουρκικός στόλος αποσύρθηκε προς την Αλικαρνασσό.

Αξιολόγηση της μάχης
Η ναυμαχία του Γέροντα εξασφάλισε τη Σάμο από τον τουρκικό στόλο, ενώ από τη μάχη έμεινε γνωστή η φράση «κάνω τσατάλια» (καταστρέφω) από το όνομα του κόλπου της Μικράς Ασίας κοντά στον οποίο έγινε η ναυμαχία. Αν η ναυμαχία αυτή είχε διαφορετικό αποτέλεσμα θα είχε καταστραφεί πιθανότατα η Σάμος με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί το σχέδιο των Οθωμανών για την καταστροφή του ναυτικού των Ελλήνων πριν την εισβολή τους στην Πελοπόννησο από τη θάλασσα. Στα πλαίσια αυτού του σχεδίου καταστράφηκαν τα Ψαρά από τον Τουρκικό στόλο και η Κάσος από τον Αιγυπτιακό στόλο, ενώ νωρίτερα είχε καταπνιγεί η επανάσταση στην Κρήτη. Η ήττα αυτή ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του Οθωμανικού ναυτικού αν ληφθεί υπόψη ότι τα Ελληνικά πλοία δεν ήταν πολεμικά αλλά εμπορικά εξοπλισμένα. Παρ' όλο που η Σάμος σώθηκε και μετά την Επανάσταση, μολονότι δεν ενώθηκε με την Ελλάδα έμεινε ανεξάρτητη, οι Οθωμανοί συνέχισαν την εκτέλεση του σχεδίου τους με την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο την επόμενη χρονιά. Αν όμως είχαν νικήσει τον Ελληνικό στόλο η Ελλάδα θα είχε υποδουλωθεί πριν προλάβουν να έρθουν οι Ευρωπαίοι και η ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν θα είχε γίνει ποτέ.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

27 Αυγούστου 1960: εκτελείται η Σταυρούλα Γκουβούση, η πρώτη Ελληνίδα που εκτελέσθηκε για ποινικό αδίκημα. Είχε πνίξει τη νύφη της.

Κατά τις πρώτες μετεμφυλιακές δεκαετίες, τα εγκλήματα «δια λόγους τιμής» ήταν μία από τις συχνότερα εμφανιζόμενες κατηγορίες εγκλημάτων στον ελλαδικό χώρο και εκατοντάδες τέτοια περιστατικά καταγράφηκαν στα ποινικά χρονικά. Εντούτοις, το έγκλημα που διέπραξαν η Σταυρούλα Γκουβούση και ο γιος της στις 5 Ιανουαρίου 1959 στο Λεωνίδιο Αρκαδίας, αν και «τυπικό» παράδειγμα του φαινομένου αυτού, κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στην εγχώρια εγκληματολογική ιστορία: η δράστις ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για ποινικό αδίκημα…

Το πρωί της 6ης Ιανουαρίου 1959, ημέρα των Φώτων, η 62χρονη Σταυρούλα Γκουβούση πήγε, όπως συνήθιζε, στην εκκλησία της γειτονιάς της στο Λεωνίδιο Αρκαδίας. Άναψε δύο κεριά, προσευχήθηκε για λίγο και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι της. Λίγα λεπτά μετά, οι γείτονές της την άκουσαν να φωνάζει σπαρακτικά και να καλεί σε βοήθεια και έσπευσαν στην αυλή του σπιτιού της για να διαπιστώσουν τι συμβαίνει. Εκεί, η Γκουβούση τούς είπε πως είχε βρει την στέρνα ξεσκέπαστη και κοντά στο στόμιό της αφημένα ρούχα -μια ζακέτα και μια ρόμπα-, παπούτσια και ένα χαρτί που περιείχε χάπια ναυτίας. Εξήγησε πως τα ρούχα ανήκαν στη νύφη της, γυναίκα του 22χρονου γιου της Δημήτρη (ή Μήτρου), την Μεταξία, ενώ τους έδειξε κι ένα χειρόγραφο σημείωμα που βρέθηκε στο ίδιο σημείο και ανέφερε: «Φτωχτόνησε η Μεταξία Γεωργίου Αδρία, γιατί δεν της έδινε τα λεφτά που της χρωστούσε η Θάλεια, η κυρά της. Τον Μήτρο, τον άνδρα της, να μην τον πειράξετε, γιατί δεν έχει κάνει τίποτα».

Στους γείτονες που την ρώτησαν, η Γκουβούση δήλωσε ότι «αυτή η τρελλή εξετέλεσε την απόφασί της. Ευρήκα ανοιχτή τη στέρνα κι έξω ριγμένα τα ρούχα της. Η Μεταξία πληρώθηκε από τον θεό όπως της άξιζε. Και δεν σκέπτομαι τίποτα άλλο παρά ότι, αν έχη πέσει στην στέρνα μας βρώμισε το πόσιμο νερό» (εφημ. «Ακρόπολις» – 9 Ιανουαρίου 1959).

Όπως ήταν αναμενόμενο, η είδηση μεταφέρθηκε αμέσως στην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής. Λίγη ώρα μετά, επί τόπου κατέφθασαν ο διοικητής υπομοίραρχος Β. Νικολόπουλος με δύναμη ανδρών, καθώς και ο ειρηνοδίκης Λεωνιδίου Στ. Κοντονικολής. Οι χωροφύλακες φώτισαν με φακούς το εσωτερικό της βάθους 4 μέτρων στέρνας και διέκριναν το νεκρό σώμα της Μεταξίας να επιπλέει στο νερό. Όταν το ανέσυραν, είδαν πως ήταν τυλιγμένο με χοντρό σκοινί, μήκους 5 μέτρων, κάτι που τους έβαλε σε υπόνοιες για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή της η Μεταξία. Οι γιατροί Π. Ρέππας και Χαρ. Γεωργίτσης, που εξέτασαν το πτώμα, διαπίστωσαν ότι έφερε αμυχές στον λαιμό και μώλωπες από ισχυρά κτυπήματα στους μηρούς και τα γόνατα. Επίσης, εξακρίβωσαν ότι ο θάνατος είχε επέλθει στις 7.30 το βράδυ της 5ης Ιανουαρίου και ως αιτία ανέφεραν τον πνιγμό, καθώς στο στομάχι της βρέθηκε νερό της στέρνας.
Η Μεταξία Γκουβούση

Τα στοιχεία αυτά ενίσχυσαν την εκδοχή ότι ο θάνατος της Μεταξίας δεν οφειλόταν σε αυτοκτονία αλλά σε εγκληματική ενέργεια. Η εκδοχή αυτή έγινε βεβαιότητα όταν εξακριβώθηκε πως το χειρόγραφο σημείωμα δεν ήταν γραμμένο από το θύμα, αλλά από κάποιο πρόσωπο που προσπάθησε να μιμηθεί το γραφικό χαρακτήρα, ότι το «σκηνικό» γύρω από την στέρνα (με τα παρατημένα ρούχα, τα χάπια και το σημείωμα) ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας σκηνοθετημένο και πως η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωμένη την ώρα κατά την οποία η Μεταξία υποτίθεται πως την είχε ανοίξει για να μπει στην αυλή του σπιτιού και να αυτοκτονήσει στη στέρνα.

Στη βάση αυτών των ευρημάτων, οι χωροφύλακες ανέκριναν εντατικά την Γκουβούση και τον γιο της Δημήτρη, οι οποίοι δεν άργησαν να ομολογήσουν πως η Μεταξία είχε πράγματι δολοφονηθεί και πως δράστες ήταν οι ίδιοι.

Το ιστορικό του φόνου και τα κίνητρα
Η Σταυρούλα Γκουβούση ήταν χήρα και είχε τρία παιδιά. Τα δύο μικρότερα βρίσκονταν από καιρό στην Αθήνα όπου εργάζονταν, ενώ μαζί της ζούσε μόνο ο μεγαλύτερος γιος της Δημήτρης. Στα ρεπορτάζ της εποχής, η Γκουβούση παρουσιάζεται ως μια δυναμική και αυταρχική γυναίκα, που επιθυμούσε να έχει στον απόλυτο έλεγχο τα παιδιά της.
Η Σταυρούλα Γκουβούση

Ο Δημήτρης Γκουβούσης είχε παντρευτεί την Μεταξία το 1954 και είχαν αποκτήσει δύο κορίτσια, το ένα από τα οποία είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννησή του. Από την αρχή, η Γκουβούση αντιδρούσε στον γάμο του γιου της, ισχυριζόμενη πως η Μεταξία είχε ερωτικό «παρελθόν» και δεν ήταν «άγγελος αγνότητος» (εφημ. «Ακρόπολις» – 9 Ιανουαρίου 1959), και για το λόγο αυτό ζητούσε επίμονα από αυτόν να την χωρίσει. Ο Δημήτρης, όμως, δήλωνε πως την αγαπούσε, αν και κάποιες φήμες που κυκλοφορούσαν στην αρκαδική κωμόπολη ανέφεραν πως στην πραγματικότητα παρέμενε μαζί της διότι τον συντηρούσε εκείνη με τη δουλειά της (παρασκεύαζε γλυκά προς πώληση), αφού ο ίδιος δεν εργαζόταν. Σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας των συνεχών διενέξεων που είχαν με την Γκουβούση, ο Δημήτρης και η Μεταξία μετακόμισαν σε δικό τους σπίτι, που έχτισαν με την προίκα της Μεταξίας. Όταν η Μεταξία έμεινε ξανά έγκυος, η Γκουβούση έπεισε τον γιο της πως το παιδί δεν ήταν δικό του και επομένως έπρεπε να το «ρίξουν».
Ο Δημήτρης (Μήτρος ή Μήτσος) Γκουβούσης

Στις 2 Ιανουαρίου 1959, ο Δημήτρης και η Μεταξία πήγαν στο Άργος. «Η γυναίκα μου ήταν έγκυος πέντε μηνών» είπε αργότερα ο ίδιος. «Λογάριαζα να την πείσω να ρίξη το παιδί, μα κανείς γιατρός δεν αναλάμβανε αυτή την ευθύνη. Κάναμε κάτι δουλειές και γυρίσαμε στο σπίτι της μάνας μου, όπου είχαμε αφήσει το παιδί (σ.σ.: η κόρη του ζεύγους ήταν τότε 14 μηνών). […] Όταν φθάσαμε, καθήσαμε και φάγαμε. Η γυναίκα μου μετά το φαγητό, ξάπλωσε βγάζοντας τη ρόμπα της και μια ζακέτα που φορούσε. […] Η μάνα μου άρπαξε ένα σχοινί 5 μέτρων που ήταν εκεί και της το πέρασε αιφνιδιαστικά γύρω από τους ώμους, δένοντάς την καλά, μαζί και τα χέρια της. Συγχρόνως, μάλωνε μαζί της και την έβριζε για την άσχημη ζωή που έκανε. Η γυναίκα μου νόμιζε ότι αστειευόταν και ότι η μητέρα μου ήθελε απλώς να την φοβίση. Όμως εκείνη την τράβηξε έξω στην αυλή και την έριξε στην στέρνα. […] Σ’ αυτή τη δουλειά τη βοήθησα κι εγώ. Έπειτα με υπόδειξί της, έγραψα ένα σημείωμα που έλεγε ότι η Μεταξία αυτοκτόνησε γιατί της χρωστούσαν τα αφεντικά της λεφτά που δεν της τα έδιναν. Αυτό το σημείωμα το έβαλα στο σκέπασμα της στέρνας μαζί με κάτι χάπια που είχε στην τσέπη της η γυναίκα μου. […] Επίσης, η μάνα μου έβαλε στην άκρη της στέρνας τα ρούχα της Μεταξίας και τα παπούτσια, ώστε να νομισθή ότι έπεσε μόνη της στο νερό. Πράγματι το πρωί των Φώτων βρέθηκαν τα ρούχα στο χείλος της στέρνας από την ίδια τη μητέρα μου, η οποία και έβαλε τις φωνές ότι δήθεν η νύφη της αυτοκτόνησε» (εφημ. «Ακρόπολις» – 8 Ιανουαρίου 1959).

Η Γκουβούση υποστήριξε αρχικά ότι «η Μεταξία […] έφυγε κι επήγε στην στέρνα ραντεβού με τον φίλο της. Μα αυτός αφού είναι βλαμμένος δεν αποκλείεται μετά τη διασκέδασί τους να την έπνιξε στην στέρνα. Τέτοια που ήταν, καλά να πάθη».  Όμως όταν τα συντριπτικά σε βάρος της στοιχεία έγιναν αδιάσειστα, στράφηκε κατά του γιου της: «Κύτταξε τι φίδι μεγάλωνα!…» είπε. «Έτσι μωρέ πληρώνεις όλες τις θυσίες που έκανα για σένα;» (εφημ. «Ακρόπολις» – 9 Ιανουαρίου 1959).

Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσε η αστυνομία αλλά και όσα προέκυψαν κατά την αναπαράσταση του εγκλήματος, προέκυψε ότι οι δράστες έσυραν την Μεταξία δεμένη στην αυλή και εκεί την πέταξαν στο βάθος της στέρνας, σχεδιάζοντας να τραβήξουν το σκοινί ώστε να μην αφήσουν ίχνη. Ωστόσο, κάτω από το βάρος του σώματος, το σκοινί γλίστρησε από τα χέρια τους και κατέληξε στον πάτο της στέρνας, αποκαλύπτοντας την εγκληματική ενέργεια. Εικασίες που διατυπώθηκαν πως η Μεταξία είχε ναρκωθεί πριν ριφθεί στην στέρνα, δεν επιβεβαιώθηκαν από την τοξικολογική εξέταση των σπλάχνων του θύματος.
Στιγμιότυπο από την αναπαράσταση του εγκλήματος: ο Δημήτρης Γκουβούσης δείχνει στους αστυνομικούς πώς πέρασαν το σκοινί στο σώμα της Μεταξίας, πριν την ρίξουν στην στέρνα.
Αργότερα μιλώντας στον αστυνομικό συντάκτη των εφημερίδων «Ακρόπολις» και «Απογευματινή» Θ. Δράκο, παρουσία του γιου της, η Γκουβούση δήλωσε: «Αυτός ο αχαϊρευτος πάει να με μπλέξη! Λέει ότι εγώ την έριξα στο πηγάδι, αφού της τύλιξα πρώτα το σκοινί στο σώμα. Πάει να με κλείση στη φυλακή. […] Αν ο γιος μου πάει στο εκτελεστικό απόσπασμα, τού αξίζει». Από την πλευρά του, ο Δημήτρης απάντησε: «Εγώ δεν είχα τίποτα μαζί της. Ήταν καλή και φρόνιμη. Εσύ τη μισούσες και αποφάσισες τον θάνατό της. Ανάθεμα την ώρα που σ’ άκουσα. Εγώ γιατί να την σκοτώσω; Κι αυτό το παντελόνι που φορώ, μου το πήρε την ίδια μέρα που τη σκότωσες. Το πρωί, που πήγαμε στο Άργος… Κι εσένα δεν σε φρόντιζε; Μόνο εσύ διαρκώς την έβριζες και την κτυπούσες. Αυτή καθόταν σαν χαζή και τις έτρωγε…» (εφημ. «Απογευματινή» – 9 Ιανουαρίου 1959). Αξίζει να σημειωθεί πως τις μέρες εκείνες σε μερίδα του Τύπου είδαν το φως πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η δολοφονία δεν έγινε «δια λόγους τιμής» αλλά με οικονομικό κίνητρο, καθώς μετά το θάνατο της Μεταξίας όλα τα περιουσιακά της στοιχεία θα περνούσαν στον άντρα της Δημήτρη.


Σε κάθε περίπτωση, το πρωί της 8ης Ιανουαρίου, η Γκουβούση και ο γιος της μετήχθησαν στον εισαγγελέα Ναυπλίου, ο οποίος ανέθεσε την υπόθεση σε τακτικό ανακριτή, διατάζοντας παράλληλα την προφυλάκισή τους.

Η εκτέλεση της Γκουβούση
Η δίκη για το έγκλημα της Σταυρούλας Γκουβούση και του γιου της Δημήτρη πραγματοποιήθηκε μερικούς μήνες αργότερα στο Κακουργιοδικείο Κυπαρισσίας. Και οι δύο δράστες καταδικάστηκαν σε θάνατο, αφού η πράξη τους χαρακτηρίστηκε ως ιδιαζόντως ειδεχθής.

Μετά την καταδίκη της, η Γκουβούση μεταφέρθηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ της Αθήνας. Η αίτηση χάριτος που υπέβαλλε για μετριασμό της ποινής της απορρίφθηκε παμψηφεί από το Συμβούλιο Χαρίτων. Έτσι, στις 5 το πρωί της Παρασκευής 26ης Αυγούστου 1960, ο εισαγγελέας Βέλλιος έφτασε στις φυλακές για την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης. Λίγη ώρα νωρίτερα, η διευθύντρια των φυλακών είχε πληροφορήσει την Γκουβούση για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν και ο ιερέας των φυλακών την είχε επισκεφθεί στο κελί της για να μεταλάβει.
Ρεπορτάζ για τη δολοφονία της Μεταξίας στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 9/1/1959
Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά δίνει το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία» στο φύλλο της Κυριακής 28 Αυγούστου 1960, μεταφέροντας ταυτόχρονα και την «ατμόσφαιρα» της εποχής:

«Η Γκουβούση εδέχθη κλαίουσα να μεταλάβη, προηγουμένως όμως ζήτησε να εξομολογηθή δια να απαλλαγή, όπως είπεν, από κάτι που επίεζε την ψυχή της και δεν την άφηνε να ησυχάση ούτε λεπτό. Ο ιερεύς την εξομολόγησε, την μετέλαβε και την συνώδευσε μέχρι του αυτοκινήτου του τμήματος μεταγωγών, δια του οποίου αύτη θα μετεφέρετο εις τον τόπον της εκτελέσεως. Όταν ανήρχετο τας βαθμίδας αν και ο ιερεύς της είχεν ανακοινώσει ότι θα ‘απήρχετο μετ’ ολίγον του κόσμου τούτου’, η Γκουβούση ηρώτησε τον επικεφαλής της αστυνομικής δυνάμεως εάν θα ωδηγείτο εις τον Πειραιά (σ.σ.: τις προηγούμενες μέρες, η διευθύντρια της φυλακών, ανακοινώνοντάς της την απόρριψη της αίτησης χάριτος, της είχε πει ότι έως την εκτέλεσή της θα μετατασσόταν σε φυλακή του Πειραιά).

»‘Θα πάμε σε κάποιο εξοχικό μέρος’, ήτο η απάντησις του αξιωματικού. ‘Εκεί θα είναι πιο ωραία απ’ εδώ. Θα είσαι μόνη και ήσυχη πια, δεν θα σε ενοχλή κανένας’. ‘Αφού είναι έτσι, πάμε’ απάντησε και ανέβηκε τα σκαλοπάτια του σιδηροφράκτου αυτοκινήτου (της κλούβας). Την ηκολούθησεν ο ιερεύς, ο οποίος εκάθησε δίπλα της και ήρχισε να προσεύχεται δια την σωτηρίαν της ψυχής της.

»Ετέρου αυτοκινήτου της υπηρεσίας των φυλακών επεβιβάσθησαν ο κ. εισαγγελεύς, ο γραμματέας της εισαγγελίας και ένας υπάλληλος των φυλακών οι οποίοι και ηκολούθησαν το αυτοκίνητο του τμήματος μεταγωγών. Μετ’ ολίγων τα δύο αυτοκίνητα έφθασαν εις τον Άγιον Ιωάννην τον Θεολόγον (σ.σ.: στον Υμηττό), όπου ανέμενεν απόσπασμα εκ δώδεκα στρατιωτών με επικεφαλής ένα υπολοχαγόν (σ.σ.: το απόσπασμα προερχόταν από την «Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής και Νήσων-ΑΣΔΑΝ»). Η Γκουβούση κατεβιβάσθη του αυτοκινήτου και ωδηγήθη εις ένα μικρόν ύψωμα, εις το σημείον όπου ύστερα από ολίγον θα έπιπτε νεκρά από τας σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ηκολούθησε τον αξιωματικόν χωρίς να είπη λέξιν. Εφαίνετο ως να μη αντιλαμβάνετο τι συνέβαινε γύρω της και ότι σε λίγο θα έπαυε να ζη. Ο ιερεύς ο οποίος την ηκολούθει την ηρώτησε και πάλιν όταν έφθασαν εις το ύψωμα εάν ήθελε να είπη τι, η απάντησίς της όμως ήτο αρνητική. Ο εισαγγελεύς τότε έδωσεν εντολήν εις τον γραμματέα της εισαγγελίας να αναγνώση την απόφασιν δια της οποία η Γκουβούση είχε καταδικασθή εις την εσχάτην των ποινών. Ο κ. Μουρκουτάς (σ.σ.: ο γραμματέας της εισαγγελίας) ανέγνωσε βραδέως την απόφασιν του δικαστηρίου, μόλις δε ετελείωσε το έργον απεμακρύνθη του τόπου δια να αφήση την θέσιν του εις το εκτελεστικόν απόσπασμα.
Το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία» στις 28/8/1960 για την εκτέλεση της Στ. Γκουβούση. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός πως «πρώτην φοράν δια ποινικόν αδίκημα εκτελείται γυναίκα εις την Ελλάδα».
Το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία» στις 28/8/1960 για την εκτέλεση της Στ. Γκουβούση. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός πως «πρώτην φοράν δια ποινικόν αδίκημα εκτελείται γυναίκα εις την Ελλάδα».
»Η Γκουβούση τον ηκολούθησε, παρέστη δε ανάγκη να επέμβη ο επί κεφαλής του αποσπάσματος ο οποίος την επανέφερεν εις το ύψωμα λέγων: ‘Εσύ δεν θα φύγης, θα μείνεις εκεί’. Τότε μόνον ηρώτησε: ‘Γιατί;’ Ο ιερεύς και πάλιν έσπευσε κοντά της και της επανέλαβεν ότι επρόκειτο να απέλθη του κόσμου, διότι η ανθρώπινη δικαιοσύνη την κατεδίκασεν εις θάνατον δια την εγκληματικήν πράξιν της εις βάρος της νύμφης της. Εις τα λόγια αυτά του ιερέως, έσκυψε το κεφάλι της και ψιθύρισε: ‘Οι άνθρωποι με κατεδίκασαν εις θάνατον, ας με συγχωρήση τουλάχιστον ο Θεός δι ό,τι έκαμα, ώστε να βρω μιας στιγμής κι εγώ ησυχία’. ‘Ο Θεός, τέκνον μου, συγχωρεί τα πλάσματά του όταν μετανοούν, σε έχει λοιπόν και εσέ συγχωρέσει αφού ησθάνθης μετάνοιαν δια την πράξιν σου’ απήντησε ο ιερεύς. ‘Ας τελειώνουμε, λοιπόν, δέσποτά μου’ είπεν η κακούργα πενθερά. ‘Δεν θέλω τίποτα άλλο απ’ αυτόν τον κόσμον. Τελείωσα πια μ’ αυτόν. Ό,τι είχα του το έδωσα, τώρα θα του δώσω και τη ζωή μου’. Και με τα λόγια της αυτά αφέθη εις την διάθεσιν των αρχών. Δεν ενδιαφέρετο πλέον δια τα περαιτέρω.

»Ο επί κεφαλής του αποσπάσματος αξιωματικός εκάλεσε τους στρατιώτας να αφήσουν τα μέχρι της στιγμής εκείνης κενά όπλα των επί του εδάφους, να απομακρυνθούν ακολούθως και να στρέψουν τας κεφαλάς των ατνίθετα προς το μέρος όπου αυτός ίστατο. Όταν δε τούτο εγένετο εγέμισε τα έξι εξ αυτών δια σφαιρών τα δε άλλα αφήκεν άσφαιρα και αφού τα ετοποθέτησεν επί του εδάφους εκάλεσε τους άνδρας του αποσπάσματος να λάβουν ένα όπλον και να καταλάβουν την θέσιν των. Όταν και τούτο εγένετο και όλα πλέον ήσαν έτοιμα δια την εκτέλεσιν, ο ιερεύς ηρώτησε την Γκουβούση εάν ήθελε να είπη τι και εάν ήθελε να της δέσουν τα μάτια. Αύτη ηρνήθη και ο επί κεφαλής αξιωματικός έδωσε το παράγγελμα ‘πυρ’ και η δολοφόνος πενθερά εξετελέσθη. Το πτώμα της παρελήφθη υπό της υπηρεσίας του δήμου και ενταφιάσθη εις το Γ΄ νεκροταφείον» (σελ. 3 και 9).

Η εντύπωση για την  εκτέλεση
Μία εβδομάδα μετά, στις 5 το πρωί της Παρασκευής 2 Σεπτεμβρίου, εκτελέστηκε στο πεδίο βολής της περιοχής Αλυκές κοντά στην πόλη της Κέρκυρας ο Δημήτρης Γκουβούσης, μαζί με άλλους δύο θανατοποινίτες. Ο Γκουβούσης «εξομολογούμενος, ηκούσθη λέγων εις τον ιερέα, ότι ούτος δεν έπταιε δια τον στραγγαλισμόν της συζύγου του, αλλά ότι τον επήρε στον λαιμό της η μάνα του, της οποία ήτο ερωμένος…» (εφημ. «Ελευθερία» – 3 Σεπτεμβρίου 1960), στοιχείο που ωστόσο ουδέποτε επιβεβαιώθηκε.

Πάντως, η εκτέλεση της Σταυρούλας Γκουβούση δημιούργησε ζωηρή εντύπωση, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελούταν στην Ελλάδα για ποινικό αδίκημα. Μάλιστα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ελευθερία» στις 28 Αυγούστου 1960, «η αναγγελία της εκτελέσεως της Γκουβούση επροκάλεσε πανικόν μεταξύ των κρατουμένων εις τας γυναικείας φυλακάς, τινές δε υπέστησαν νευρικόν κλονισμόν».

Πριν από την Γκουβούση, είχαν εκτελεστεί μόνον πολιτικές κρατούμενες κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, ενώ για έγκλημα του ποινικού δικαίου είχαν καταδικαστεί σε θάνατο -χωρίς ωστόσο να εκτελεστούν, εν τέλει- η Φούλα Αθανασοπούλου και η Άρτεμις Κάστρου, που είχαν συμπράξει στη δολοφονία του Δημήτρη Αθανασόπουλου, το 1931 (για την υπόθεση αυτή, βλέπε εδώ και εδώ). Τα επόμενα χρόνια και ως το 1974, όταν και σταμάτησε πρακτικά η εφαρμογή της θανατικής ποινής στην Ελλάδα (ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης, τον Αύγουστο του 1972 – για την εκτέλεσή του, βλέπε εδώ), απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα βρέθηκαν ακόμα τρεις γυναίκες: τους πρώτους μήνες του 1962 η Αθανασία Αγγελινού, στις 4 Σεπτεμβρίου 1962 η Αλεξάνδρα Μέρδη και στις 10 Απριλίου 1965 η Αικατερίνη Δημητρέα.

Τα εγκλήματα «δια λόγους τιμής»
Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση του φαινομένου των «εγκλημάτων τιμής» και ιδιαίτερα αυτών που διαπράχθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, αποτελεί η μελέτη της καθηγήτριας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Έφης Αβδελά με τίτλο «Δια λόγους τιμής – Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα» (εκδόσεις Νεφέλη, 2η έκδοση αναθεωρημένη, 2006), που είναι η πρώτη συντεταγμένη έρευνα του θέματος στην ελληνική βιβλιογραφία. Στο βιβλίο αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν αυτού του είδους τα εγκλήματα από την κοινή γνώμη, τους δημοσιογράφους, τους δικαστές, τους εισαγγελείς και τους επιστήμονες και ερευνάται η μεταλλαγή της ελληνικής κοινωνίας εκείνη την εικοσαετία, ώστε τελικά η διαπροσωπική βία, που χαρακτηρίζει τη μετεμφυλιακή περίοδο, να απολέσει βαθμηδόν τη συμβολική της νομιμότητα. Στην εισαγωγή του βιβλίου, η συγγραφέας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…] Πρόκειται για τα ‘εγκλήματα δια λόγους τιμής’, δηλαδή για μια ιδιαίτερα ρευστή κατηγορία πράξεων διαπροσωπικής βίας, για τις οποίες ο/η δράστης επικαλείται την αποκατάσταση της ‘προσβολής της οικογενειακής ή ατομικής του/της τιμής’, προσβολή την οποία φέρεται να προκάλεσαν οι πράξεις του θύματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πράξεις αυτές περιστρέφονται γύρω από το γάμο και την οικογένεια, είτε ως προσδοκώμενη προοπτική είτε ως συντελεσμένο δεδομένο προς συντήρηση.

»[…] Σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του ’50 και του ’60, […] στις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων καταγράφεται ένας σημαντικός αριθμός εγκλημάτων (φόνοι, τραυματισμοί και απόπειρες) ‘δια λόγους τιμής’, σύμφωνα με την επαναλαμβανόμενη στερεότυπη διατύπωση. Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά νέο την εποχή αυτή: ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα η προσβολή της ‘τιμής’ αποτελούσε την κυριότερη αιτιολογία για την άσκηση διαπροσωπικής βίας και το στοιχείο αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει σημαντικά και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Όπως μάλιστα δείχνει η κριτική που ανέπτυξε στα έργα του ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ήδη στις αρχές του αιώνα και κατά τον Μεσοπόλεμο καταγράφονται οι πρώτες καταγγελίες ενάντια σε μια πρακτική που αρχίζει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως αναχρονιστική, αλλά και ως κατεξοχήν υποκριτική.

»Μετά τον Εμφύλιο, τα ‘εγκλήματα τιμής’ θα βρεθούν στο επίκεντρο μιας δημόσιας συζήτησης για τη διαχείριση της διαπροσωπικής βίας, που η έκτασή της είχε βαθιά σημαδευτεί από τα δέκα προηγούμενα χρόνια: Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση και Εμφύλιος είχαν προκαλέσει κατά τη δεκαετία του ’40 μια εξοικείωση με τη βία, που ήταν ορατή σε πολλές όψεις της καθημερινής ζωής αρκετά χρόνια μετά το τέλος των στρατιωτικών συγκρούσεων. Με την αποκατάσταση της τάξης των νικητών μετά το τέλος του Εμφυλίου, ενώ εντείνεται η ανησυχία της κοινής γνώμης για την αύξηση της ‘εγκληματικότητας’, την ίδια στιγμή που οι ανθρωπολόγοι επισημαίνουν την αξία των κοινωνικών αξιών όπως η τιμή στην ελληνική κοινωνία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της έννοιας της τιμής, η οποία συνεπάγεται τον μετασχηματισμό και την απονομιμοποίηση εκείνου του περιεχομένου της που συνιστά το αξιακό υπόβαθρο των ομώνυμων εγκλημάτων· την απονομιμοποίηση δηλαδή της συσχέτισης ανάμεσα στην υπεράσπιση της τιμής και στη διαπροσωπική βία. Η διαδικασία αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο προβληματισμό αναφορικά με τη φυσιογνωμία και τις ιδιαίτερες αξίες της ελληνικής κοινωνίας σε μια περίοδο ραγδαίων μετασχηματισμών.

»[…] Η ευρύτερη συγκυρία της περιόδου προσδιορίζεται φυσικά από τις συνέπειες των βίαιων ανακατατάξεων της δεκαετίας του ’40 και κυρίως των παρατεταμένων εμφύλιων συγκρούσεων, που άρχισαν ήδη από την περίοδο της Κατοχής και ολοκληρώθηκαν με τον ολοκληρωτικό Εμφύλιο της περιόδου 1947-49: διχασμός, αιματηρές συγκρούσεις, αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, εξοικείωση στη βία, και σ’ ό,τι αφορά τους ηττημένους, κοινωνικός και πολιτικός εξοστρακισμός. Συγχρόνως, ενώ η δεκαετία του ’50, και κυρίως το πρώτο μισό της, φέρουν ανάγλυφα τα σημάδια του Εμφυλίου σε όλες τις πτυχές της ζωής, από τα τέλη της και κυρίως κατά τη δεκαετία του ’60 πολλαπλασιάζονται οι ενδείξεις μιας νεωτερικότητας που εισβάλλει στην καθημερινή ζωή μεγάλους μέρους του πληθυσμού, στην πόλη πρώτα, στην ύπαιθρο αργότερα. Η αστυφιλία και αργότερα η μετανάστευση ως μαζικά φαινόμενα επιτείνουν τις αλλαγές και ευνοούν τη δημιουργία νέων προτύπων διαπροσωπικών σχέσεων και νέων εκδοχών ανδρισμού και θηλυκότητας, που συχνά στη συνάντησή τους με φορείς των παραδοσιακότερων μορφών σχέσεων παράγουν βίαιες συγκρούσεις»


του Γιάννη Ράγκου